Τρίτη, 16 Ιούν, 2026

Κρίσιμη η κατάσταση στην Κούβα λόγω της έλλειψης καυσίμων

Ο υπουργός Ενέργειας και Μεταλλείων της Κούβας δήλωσε στις 13 Μαΐου ότι η χώρα έχει εξαντλήσει πλήρως τα αποθέματα ντίζελ και μαζούτ και ότι το ηλεκτρικό της δίκτυο έχει εισέλθει σε «κρίσιμη» κατάσταση. Η Αβάνα αντιμετωπίζει τις χειρότερες κυλιόμενες διακοπές ρεύματος των τελευταίων δεκαετιών, καθώς ο αμερικανικός αποκλεισμός έχει καταστήσει την προμήθεια καυσίμων αδύνατη.

Ο υπουργός Ενέργειας και Μεταλλείων της Κούβας, Βισέντε ντε λα Ο Λέβυ, δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου που μεταδόθηκε από τα κρατικά μέσα ενημέρωσης της χώρας ότι δεν υπάρχουν καθόλου καύσιμα και καθόλου ντίζελ, τονίζοντας ότι τα αποθέματα έχουν εξαντληθεί. Ανέφερε ακόμη ότι οι καθημερινές διακοπές ρεύματος επηρεάζουν εκατομμύρια Κουβανούς.

Στις 13 Μαΐου, έλαβε χώρα μεγάλη διαδήλωση, σε πολλές συνοικίες, με τον κόσμο να κλείνει δρόμους με φλεγόμενα σκουπίδια φωνάζοντας συνθήματα όπως «Ανάψτε τα φώτα!» και «Ο λαός, ενωμένος, δεν θα ηττηθεί ποτέ».

Ο υπουργός δήλωσε ότι η χώρα δεν είχε εισαγάγει πετρέλαιο από τον Δεκέμβριο, μέχρι που η Ρωσία έστειλε 100.000 τόνους αργού πετρελαίου τον περασμένο μήνα, ποσότητα που αντιστοιχεί σε 700.000 βαρέλια περίπου.

Η Κούβα βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στο πετρέλαιο της Βενεζουέλας, το οποίο της παρείχε το καθεστώς του τέως ηγέτη της χώρας, Νικολάς Μαδούρο. Η απομάκρυνσή  του από την εξουσία και η αντικατάστασή του από την αντιπρόεδρο  Ντέλσυ Ροντρίγκες είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή αυτής της προμήθειας. Το Μεξικό επίσης σταμάτησε να στέλνει πετρέλαιο, υπό πίεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η αμερικανική πρόταση

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανέφερε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, στις 13 Μαΐου ότι «επαναλαμβάνει δημόσια τη γενναιόδωρη προσφορά των Ηνωμένων Πολιτειών για πρόσθετη άμεση ανθρωπιστική βοήθεια προς τον κουβανικό λαό». Σύμφωνα με την ανάρτηση, το κουβανικό καθεστώς πρέπει να αποφασίσει αν θα αποδεχθεί την προσφορά ή αν θα αρνηθεί βοήθεια που σώζει ζωές Κουβανών, οι οποίοι τη χρειάζεται απεγνωσμένα.

Ο ντε λα Ο Λέβυ δήλωσε ότι η Κούβα είναι ανοιχτή σε οποιονδήποτε θέλει να της πουλήσει καύσιμα, αλλά ανέφερε ότι η σύγκρουση με το Ιράν και η αύξηση των τιμών του πετρελαίου περιπλέκουν τις διαπραγματεύσεις.

Το καθεστώς στην Κούβα ιδρύθηκε το 1959, όταν αντάρτες υπό την ηγεσία του Φιντέλ Κάστρο ανέτρεψαν τον υποστηριζόμενο από τις Ηνωμένες Πολιτείες ηγέτη Φουλχένσιο Μπατίστα. Ο Κάστρο εδραίωσε κυβέρνηση σύμφωνα με τα πρότυπα του μαρξισμού-λενινισμού, ασκώντας μονοκομματική κομμουνιστική εξουσία τα επόμενα χρόνια. Η Κούβα είχε στενή συμμαχία με τη Σοβιετική Ένωση, μέχρι την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Ο Φιντέλ Κάστρο απευθύνεται στο πλήθος, στο Καμαγουέι. Κούβα, 4 Ιανουαρίου 1959. (Hulton Archive/Getty Images)

 

Μετά από τον θάνατο του Κάστρο το 2016 — αλλά και προηγουμένως — το κομμουνιστικό καθεστώς της Κούβας επιχείρησε να εισαγάγει ορισμένες μεταρρυθμίσεις της αγοράς με στόχο την ενθάρρυνση της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας. Ένας νόμος περί ξένων επενδύσεων το 2014 άνοιξε το μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας, μείωσε τους φόρους κατά περίπου 50% και παρείχε μεγαλύτερη ευελιξία ως προς την πλειοψηφική ιδιοκτησία ξένων επενδυτών σε κοινοπραξίες με το κράτος, σε σύγκριση με προηγούμενο νόμο της δεκαετίας του 1990.

Το 2017, η χώρα υπέγραψε νέες συμφωνίες αξίας άνω των 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ποσό περίπου διπλάσιο από κάθε προηγούμενη. Μια ειδική αναπτυξιακή ζώνη κινεζικού τύπου άνοιξε επίσης στο Μαριέλ, δυτικά της Αβάνας, προσφέροντας επιπλέον φορολογικές και τελωνειακές ελαφρύνσεις, ενώ τα περισσότερα έργα ανήκουν εξ ολοκλήρου στους επενδυτές.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει καταστήσει την Κούβα βασικό στόχο της δεύτερης θητείας του, αυξάνοντας την πίεση προς την Αβάνα μέσω κυρώσεων και πετρελαϊκού αποκλεισμού, και έχει καταστήσει σαφές ότι η Αβάνα αποτελεί τον επόμενο στόχο, μετά τη σύλληψη του Μαδούρο από τον αμερικανικό στρατό τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους.

Καθώς αναχωρούσε αυτή την εβδομάδα για το ταξίδι του στην Κίνα, ο Τραμπ δήλωσε ότι η Κούβα δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση, χαρακτηρίζοντάς την «αποτυχημένο» κράτος, και αναφέροντας ότι το θέμα θα συζητηθεί «την κατάλληλη στιγμή». Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, έγραψε ότι η Κούβα ζητά βοήθεια και ότι θα υπάρξουν συνομιλίες.

Ο ντε λα Ο Λέβυ δήλωσε ότι οι διακοπές ρεύματος αυξήθηκαν δραματικά αυτή την εβδομάδα, με πολλές συνοικίες της Αβάνας να μένουν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα έως και 22 ώρες την ημέρα. Η κουβανική πρωτεύουσα αντιμετωπίζει επίσης ελλείψεις τροφίμων και φαρμάκων. Δήλωσε επίσης ότι το ηλεκτρικό δίκτυο λειτουργεί αποκλειστικά με αργό πετρέλαιο που παράγεται στην Κούβα, φυσικό αέριο και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Η ηλιακή ενέργεια δεν επαρκεί

Η Κούβα έχει εγκαταστήσει περισσότερα από 1.300 μεγαβάτ ηλιακής ενέργειας τα τελευταία δύο χρόνια, όμως ο ντε λα Ο Λέβυ ανέφερε ότι η αδυναμία του δικτύου την αναγκάζει να περιορίζει την εισροή ενέργειας ώστε να αποφεύγονται επικίνδυνες διακυμάνσεις. Ο υπουργός δήλωσε ότι η χώρα βρίσκεται στο τελικό στάδιο εγκατάστασης μεγάλων συστημάτων μπαταριών για τη σταθεροποίηση του δικτύου, κάτι που θα επιτρέψει την αξιοποίηση μεγαλύτερης ποσότητας ηλιακής ενέργειας.

Τεχνικοί εγκαθιστούν ηλιακά πάνελ στην ταράτσα πολυκατοικίας στο Ματάνσας. Κούβα, 13 Απριλίου 2026. (AFP μέσω Getty Images)

 

Στις 7 Μαΐου, τα Ηνωμένα Έθνη δημοσίευσαν ανακοίνωση — βασισμένη στις απόψεις τριών ειδικών εισηγητών του ΟΗΕ — στην οποία χαρακτηρίζουν τον αμερικανικό αποκλεισμό καυσίμων προς την Κούβα παράνομο βάσει του Διεθνούς Δικαίου.

Όπως αναφέρουν ειδικοί, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιβάλλουν στην Κούβα «ενεργειακή ασφυξία», μια κατάσταση κατά την οποία η έλλειψη καυσίμων παρακωλύει τη λειτουργία βασικών υπηρεσιών που απαιτούνται για μια αξιοπρεπή ζωή. Αυτός ο παράνομος αποκλεισμός όχι μόνο διαταράσσει την καθημερινότητα των ανθρώπων, αλλά υπονομεύει και το δικαίωμά τους σε στοιχειώδεις δραστηριότητες.

Η εφημερίδα The Epoch Times επικοινώνησε με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ για σχόλιο, αλλά δεν έλαβε απάντηση έως τη στιγμή της δημοσίευσης.

Του Chris Summers

Με πληροφορίες από το Reuters

Ρωσία: Αναγνώριση και συνεργασία με την κυβέρνηση των Ταλιμπάν

Ανώτερος Ρώσος αξιωματούχος δήλωσε ότι η Μόσχα αναπτύσσει πλήρως συνεργασία με την ηγεσία των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν. Η Ρωσία έγινε πέρυσι η πρώτη χώρα που αναγνώρισε επίσημα την ισλαμιστική κυβέρνηση των Ταλιμπάν, η οποία κατέλαβε την εξουσία τον Αύγουστο του 2021, καθώς οι αμερικανικές δυνάμεις αποχωρούσαν από το Αφγανιστάν μετά από εικοσαετή σύγκρουση.

Ο γραμματέας του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας, Σεργκέι Σοϊγκού, δήλωσε, σύμφωνα με το ρωσικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων TASS στις 14 Μαΐου, ότι η Ρωσία «αναγνώρισε το Ισλαμικό Εμιράτο του Αφγανιστάν τον Ιούλιο του 2025 και εγκαθίδρυσε έναν πραγματιστικό διάλογο με τους Ταλιμπάν».

Ο Σοϊγκού δήλωσε κατά τη διάρκεια συνάντησης του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO) στο Μπισκέκ του Κιργιστάν, ότι η Ρωσία προχωρά σταθερά στην οικοδόμηση συνεργασίας σε όλα τα επίπεδα, από πολιτικές επαφές και συντονισμό σε ζητήματα ασφαλείας έως εμπορική, οικονομική, πολιτιστική και ανθρωπιστική συνεργασία. Σημείωσε ακόμη ότι η Μόσχα είναι πεπεισμένη πως η συνεργασία με την Καμπούλ εξυπηρετεί τον στόχο για ασφάλεια και οικονομική ανάπτυξη της περιοχής και ότι θεωρεί πως ο SCO θα πρέπει επίσης να επαναφέρει την ομάδα που ήταν σε επαφή με την Καμπούλ.

Ο SCO είναι ένας οργανισμός δέκα κρατών-μελών που περιλαμβάνει την Κίνα, την Ινδία, το Ιράν, το Πακιστάν και αρκετά πρώην σοβιετικά κράτη.

Σχέσεις Ρωσίας–Αφγανιστάν

Η Ρωσία είχε θέσει εκτός νόμου τους Ταλιμπάν, χαρακτηρίζοντάς τους τρομοκρατική οργάνωση, το 2003. Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός ήρθη τον Απρίλιο του 2025, λίγους μήνες πριν η Μόσχα αναγνωρίσει επίσημα την κυβέρνηση υπό την ηγεσία των Ταλιμπάν.

Για τη Μόσχα η συνεργασία με την Καμπούλ είναι αναγκαία, καθώς αντιμετωπίζει απειλές από ισλαμιστικές ένοπλες οργανώσεις που δραστηριοποιούνται σε διάφορες χώρες, από το Αφγανιστάν έως τη Μέση Ανατολή. Η Ρωσία έχει μακρά ιστορία εμπλοκής στο Αφγανιστάν, που ανάγεται στην ιδέα της «Μεγάλης Πατρίδας», όταν οι τσάροι ανταγωνίζονταν τη Βρετανική Αυτοκρατορία στην Ινδία για τον έλεγχο της περιοχής.

Το 1979, η Σοβιετική Ένωση εισέβαλε στο Αφγανιστάν και πολέμησε σε έναν μακρόχρονο πόλεμο εναντίον των Μουτζαχεντίν, που υποστηρίζονταν από τις ΗΠΑ, πριν αποχωρήσει το 1989.

Οι Ταλιμπάν κατέλαβαν για πρώτη φορά την Καμπούλ το 1996, όμως εκδιώχθηκαν τον Νοέμβριο του 2001 από δύναμη υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, η οποία επενέβη μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 για να εξαρθρώσει τον Οσάμα μπιν Λάντεν και το δίκτυο της Αλ Κάιντα, που χρησιμοποιούσε το Αφγανιστάν ως βάση.

Τον Αύγουστο του 2021, η Καμπούλ έπεσε ξανά στα χέρια των Ταλιμπάν, τέσσερις μήνες αφότου ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν ανακοίνωσε ότι θα αποσύρει όλα τα αμερικανικά στρατεύματα από το Αφγανιστάν έως τις 11 Σεπτεμβρίου 2021.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία

Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ δήλωσε στις 13 Μαΐου ότι οι σχέσεις ΗΠΑ–Ρωσίας δεν προχωρούν, αναφέροντας στο RT India ότι πέρα από τον τακτικό διπλωματικό διάλογο, «δεν συμβαίνει τίποτα στην πραγματικότητα».

Σύμφωνα με απομαγνητοφώνηση που παρείχε το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών, ο Λαβρόφ δήλωσε ότι οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν επί της προηγούμενης αμερικανικής διοίκησης παραμένουν σε ισχύ και ότι, επιπλέον, η κυβέρνηση Τραμπ έχει υιοθετήσει δικές της πρωτοβουλίες κατά της ρωσικής οικονομίας. Η Ρωσία εξακολουθεί να βρίσκεται υπό εκτεταμένες αμερικανικές κυρώσεις, κυρίως λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.

Ο Λαβρόφ ανέφερε επίσης ότι η Μόσχα εκτιμά το γεγονός πως ο πρόεδρος Τραμπ ξεκίνησε διάλογο τόσο με τη Ρωσία όσο και με τον πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, αναφερόμενος στη συνάντηση των δύο ηγετών στην Αλάσκα τον Αύγουστο του 2025 και τις αμερικανικές προσπάθειες στο διπλωματικό επίπεδο.

Οι συνομιλίες συνεχίζονται, με τον πρόεδρο Τραμπ να δηλώνει στις 29 Απριλίου ότι συζήτησε τηλεφωνικά με τον Πούτιν για μια παύση των εχθροπραξιών. Στις 12 Μαΐου, καθώς αναχωρούσε από τον Λευκό Οίκο για το ταξίδι του στην Κίνα, ο Τραμπ δήλωσε ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία βρίσκεται πολύ κοντά στο τέλος του και ότι αναμένει πως η Μόσχα και το Κίεβο θα καταλήξουν σε συμφωνία. Παρόμοιες δηλώσεις είχε κάνει και ο Ρώσος πρόεδρος στις 9 Μαΐου.

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι δεν συμμερίζεται αυτή την αισιοδοξία. Στις 11 Μαΐου ισχυρίστηκε ότι η Ρωσία δεν έχει πρόθεση να τερματίσει τον πόλεμο και ανακοίνωσε ότι η Ουκρανία προετοιμάζεται για νέες επιθέσεις.

Της Victoria Friedman

Με τη συμβολή του Chris Summers και πληροφορίες από το Reuters

Εμπορικές συμφωνίες και γεωπολιτικά μηνύματα από τη σύνοδο ΗΠΑ–Κίνας

Η δεύτερη ημέρα της συνόδου κορυφής μεταξύ του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και του ηγέτη της Κίνας Σι Τζινπίνγκ λαμβάνει χώρα σήμερα, 15 Μαΐου, στο Τζονγκνανχάι, τα κεντρικά του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας στο Πεκίνο, με τον πρώτο να εμφανίζεται ικανοποιημένες από τις εμπορικές συμφωνίες στις οποίες κατέληξαν οι δύο πλευρές.

Μετά από την πρώτη ημέρα των συνομιλιών, ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε ότι ο Κινέζος ηγέτης εμφανίστηκε θετικός σε αγορές αμερικανικής σόγιας, πετρελαίου και αεροσκαφών της Boeing. Οι δύο ηγέτες συμφώνησαν επίσης ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα και ότι ο διάπλους των Στενών του Ορμούζ πρέπει να γίνεται απρόσκοπτα, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο.

Ιράν

Ο πόλεμος στο Ιράν — που πλησιάζει πλέον τη 12η εβδομάδα — έχει κρίσιμες συνέπειες στις διεθνείς αγορές ενέργειας: οι παγκόσμιες τιμές πετρελαίου ξεπερνούν τα 100 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ το κόστος διάφορων κεφαλαιουχικών και καταναλωτικών αγαθών έχει εκτοξευθεί.

Σε συνέντευξή του στον παρουσιαστή του Fox News Σον Χάννιτυ στις 14 Μαΐου, ο πρόεδρος Τραμπ ανέφερε ότι ο Σι είπε πως δεν πρόκειται να παράσχει στρατιωτικό εξοπλισμό στο Ιράν, χαρακτηρίζοντας τη δήλωση αυτή ιδιαίτερα σημαντική. Ωστόσο, σημείωσε ακόμη ότι ο Σι δεν προτίθεται να σταματήσει τις αγορές ιρανικού πετρελαίου.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει επιχειρήσει να πείσει το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας ότι η συμβολή του στην εκτόνωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή εξυπηρετεί τα δικά του συμφέροντα. Η Κίνα αποτελεί τον βασικό αγοραστή ιρανικού αργού πετρελαίου. Το 2024, περίπου το 10% των κινεζικών εισαγωγών προήλθε από το Ιράν, ενώ περίπου το 90% των εξαγωγών αργού πετρελαίου της Τεχεράνης κατευθύνεται προς την Κίνα, σύμφωνα με την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ. Αναφορές υποστηρίζουν ότι πριν από τον πόλεμο σχεδόν το ένα πέμπτο των συνολικών εισαγωγών πετρελαίου του Πεκίνου προερχόταν από το Ιράν, φτάνοντας κατά μέσο όρο έως και τα 1,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.

Μία βασική πολιτική που επέβαλε το Ιράν, με την οποία διαφωνεί η Κίνα, σύμφωνα με όσα δήλωσε ο πρόεδρος Τραμπ στον Χάννιτυ, είναι η επιβολή διοδίων στα Στενά του Ορμούζ. Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, η Τεχεράνη ανακοίνωσε ότι θα επιβάλει τέλος 10% σε όλα τα πλοία που διέρχονται από τον εν λόγω πορθμό, ενώ οι αρχές δημιούργησαν νέο γραφείο για τη διευκόλυνση της ασφαλούς διέλευσης εμπορικών πλοίων από την περιοχή. Ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε ότι ο Σι δεν ήταν ευχαριστημένος με το γεγονός ότι επιβάλλονται τέλη διέλευσης.

Tα Στενά του Ορμούζ, που χωρίζουν το Ιράν και την Αραβική Χερσόνησο, αποτελούν παγκόσμιο σημείο στρατηγικής σημασίας για τη μεταφορά πετρελαίου, υγροποιημένου φυσικού αερίου, πετροχημικών προϊόντων, λιπασμάτων και άλλων εμπορευμάτων.

Κατά τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσσεντ, είναι σαφώς προς το συμφέρον της Κίνας να ελευθερωθεί ο πορθμός. Όπως δήλωσε στο «Squawk Box» του CNBC, στις 14 Μαΐου, εκτιμά ότι το Πεκίνο θα κινηθεί παρασκηνιακά στον βαθμό που διαθέτει επιρροή στην ιρανική ηγεσία, σημειώνοντας ότι το άνοιγμα του Ορμούζ είναι πολύ πιο σημαντικό για την Κίνα παρά για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Επιπλέον, ενημέρωση του Λευκού Οίκου αναφέρει ότι «και οι δύο χώρες [Κίνα και ΗΠΑ] συμφώνησαν ότι το Ιράν δεν μπορεί ποτέ να αποκτήσει πυρηνικό όπλο».

Ταϊβάν 

Κατά την έναρξη της συνόδου ΗΠΑ–Κίνας, ο Σι Τζινπίνγκ προειδοποίησε τον πρόεδρο Τραμπ ότι οι διαφωνίες για την Ταϊβάν θα μπορούσαν να βλάψουν τις εμπορικές διαπραγματεύσεις. Σε ανακοίνωση του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών αναφέρεται ότι η αμερικανική πλευρά πρέπει να επιδείξει ιδιαίτερη προσοχή στον χειρισμό του ζητήματος της Ταϊβάν. Στην ίδια ανακοίνωση σημειώνεται ότι, εάν το θέμα αντιμετωπιστεί σωστά, οι διμερείς σχέσεις θα παραμείνουν γενικά σταθερές. Διαφορετικά, ενδέχεται να ανακύψουν αντιπαραθέσεις ή ακόμη και συγκρούσεις που θα έθεταν σε σοβαρό κίνδυνο το σύνολο της σινοαμερικανικής σχέσης.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, επιβεβαίωσε ότι ο Σι έθεσε το ζήτημα, αλλά διευκρίνισε ότι οι πωλήσεις όπλων δεν αποτέλεσαν βασικό θέμα στις συνομιλίες της Πέμπτης. Ο Ρούμπιο δήλωσε στο NBC News ότι η αμερικανική πολιτική στο ζήτημα της Ταϊβάν παραμένει αμετάβλητη, τόσο σήμερα όσο και μετά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε. Ανέφερε ότι κάθε φορά που τίθεται το ζήτημα της Ταϊβάν, οι Ηνωμένες Πολιτείες ξεκαθαρίζουν πως οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής του καθεστώτος του νησιού μέσω στρατιωτικής βίας θα ήταν προβληματική και τόνισε ότι η προσέγγιση της Ουάσιγκτον υποστηρίζεται από κάθε κυβέρνηση της χώρας.

Ωστόσο, αρκετοί γερουσιαστές κάλεσαν τον πρόεδρο Τραμπ να καταστήσει σαφές προς την Κίνα ότι η αμερικανική στήριξη προς την Ταϊβάν δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Σε επιστολή της 8ης Μαΐου ανέφεραν ότι, όπως οι ηγέτες της Ταϊβάν επέδειξαν ενότητα στην υποστήριξη της άμυνας του λαού τους, έτσι και οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να προχωρήσουν στις εκκρεμείς πωλήσεις όπλων που είναι ζωτικής σημασίας για τα εθνικά τους συμφέροντα. Υπογράμμισαν επίσης ότι, προς όφελος όλων των Αμερικανών, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να συνεχίσουν να βοηθούν την Ταϊβάν να αμύνεται.

Στο πλαίσιο της πολιτικής της «μίας Κίνας», οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζουν τον ισχυρισμό του Πεκίνου ότι η Ταϊβάν αποτελεί μέρος της κινεζικής επικράτειας. Ωστόσο, η Ουάσιγκτον δεν έχει αποδεχθεί ποτέ επισήμως τον ισχυρισμό του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας περί κυριαρχίας επί του νησιού, το οποίο λειτουργεί ως δημοκρατικό, ανεξάρτητο κράτος.

Εμπόριο 

Παρά το γεγονός ότι Ουάσιγκτον και Πεκίνο βρίσκονται σε εμπορική αντιπαράθεση τον τελευταίο χρόνο, οι Τραμπ και Σι  επιχείρησαν να βελτιώσουν τη σχέση. Ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε στη συνέντευξή του στο Fox News ότι ο Σι συμφώνησε να αγοράσει διακόσια αεροσκάφη της Boeing, κάτι που χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη που συνεπάγεται πολλές θέσεις εργασίας. ανέφερε δε ότι η Boeing επιθυμούσε παραγγελία εκατόν πενήντα αεροσκαφών, αλλά τελικά εξασφαλίστηκαν διακόσια.

Ο Ντόναλντ Τραμπ απέφυγε να διευκρινίσει ποια αεροσκάφη συγκεκριμένα σκοπεύει να αγοράσει το Πεκίνο από την αμερικανική εταιρεία.

Κατά τη διάρκεια ενημέρωσης επενδυτών στις 22 Απριλίου, ο διευθύνων σύμβουλος της Boeing Ρόμπερτ Κέλλυ Όρτμπεργκ είχε δηλώσει σε αναλυτές ότι η συνάντηση Τραμπ–Σι θα μπορούσε να είναι μια σημαντική ευκαιρία για την εταιρεία. Ο Όρτμπεργκ, ο οποίος συνόδευσε τον πρόεδρο Τραμπ και άλλους κορυφαίους Αμερικανούς επιχειρηματίες στο ταξίδι, δήλωσε κατά την τηλεδιάσκεψη ότι δεν επρόκειτο να αποκαλύψει τον αριθμό των αεροσκαφών, αλλά έκανε λόγο για «μεγάλο αριθμό».

Ο Μπέσσεντ αποκάλυψε επίσης ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο δημιουργίας επενδυτικού συμβουλίου με την Κίνα, με στόχο την ενίσχυση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Όπως δήλωσε στο CNBC, ο σκοπός θα είναι διττός: αφ’ ενός η αντιμετώπιση ζητημάτων ασφάλειας και αφ’ ετέρου η εκ των προτέρων απόφαση σχετικά με τους μη στρατηγικούς και μη ευαίσθητους τομείς στους οποίους θα μπορούσαν να επενδύσουν κινεζικές εταιρείες.

Ο Μπέσσεντ δήλωσε ότι υπάρχουν πολλοί τομείς στους οποίους η Κίνα θα μπορούσε να επενδύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι η Ουάσιγκτον επιδιώκει να κάνει το ίδιο στην άλλη πλευρά. Προσέθεσε ότι ο πρόεδρος Τραμπ είπε στον Σι Τζινπίνγκ πως επιθυμεί το άνοιγμα της κινεζικής αγοράς και ότι η Κίνα πρέπει να ανοίξει την οικονομία της.

Ένας ακόμη βασικός τομέας στον οποίο θα επικεντρωθούν οι δύο χώρες είναι η τεχνητή νοημοσύνη. Ο Μπέσσεντ δήλωσε στο οικονομικό δίκτυο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τον παγκόσμιο ηγέτη στην τεχνητή νοημοσύνη. Ανέφερε ότι οι δύο κορυφαίες δυνάμεις στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης θα ξεκινήσουν επίσημες συνομιλίες και θα δημιουργήσουν πλαίσιο συνεργασίας για κοινές βέλτιστες πρακτικές, με στόχο να αποτραπεί η πρόσβαση μη κρατικών φορέων σε προηγμένα μοντέλα.

Ο Μπέσσεντ υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να έχουν ουσιαστικές συζητήσεις με την Κίνα για την τεχνητή νοημοσύνη επειδή διατηρούν το προβάδισμα, σημειώνοντας ότι αυτές οι συνομιλίες δεν θα ήταν εφικτές, κατά την εκτίμησή του, αν η Κίνα βρισκόταν στο ίδιο τεχνολογικό επίπεδο με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Τζίμμυ Λάι

Ο Ρούμπιο δήλωσε επίσης στο NBC News ότι ο Τραμπ έθεσε στον Σι το ζήτημα της απελευθέρωσης του Τζίμμυ Λάι, επικριτή του ΚΚ Κίνας και ιδρυτή της φιλοδημοκρατικής εφημερίδας Apple Daily.

Όπως είπε, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ήθελαν να δουν τον Λάι να απελευθερώνεται και ελπίζουν ότι το κινεζικό σύστημα θα ανταποκριθεί σε αυτό το αίτημα. Προσέθεσε ότι η Ουάσιγκτον θα ήταν ανοικτή σε οποιαδήποτε ρύθμιση θα ήταν αποδεκτή από την κινεζική πλευρά, αρκεί να του δοθεί η ελευθερία του, τονίζοντας ότι πρόκειται κυρίως για ανθρωπιστικό ζήτημα λόγω της ηλικίας και της κατάστασης της υγείας του.

Ο Λάι, 78 ετών, καταδικάστηκε τον Φεβρουάριο σε εικοσαετή φυλάκιση βάσει του νόμου εθνικής ασφάλειας του Χονγκ Κονγκ. Στις 13 Μαΐου, η Βουλή των Αντιπροσώπων και η Γερουσία των ΗΠΑ ενέκριναν ψηφίσματα με τα οποία καλούν τον πρόεδρο Τραμπ να αντιμετωπίσει τον Σι για πέντε πολιτικούς κρατούμενους: τον Λάι, τους Κινέζους πάστορες Τζιν Μινγκρί και Γκάο Τσουανφού, τη σύζυγο του Γκάο, Πανγκ Γιου, και τη συνταξιούχο Ουιγούρα γιατρό Γκουλσάν Αμπάς.

Με τη συμβολή των Frank Fang, Emel Akan, Ryan Morgan και πληροφορίες από το Reuters

Καναδοί αξιωματούχοι συγχαίρουν την κοινότητα με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Φάλουν Ντάφα

ΤΟΡΟΝΤΟ — Εν όψει της Παγκόσμιας Ημέρας Φάλουν Ντάφα, που τιμάται κάθε χρόνο στις 13 Μαΐου, Καναδοί αξιωματούχοι σε ομοσπονδιακό, επαρχιακό και δημοτικό επίπεδο εξέδωσαν διακηρύξεις και συγχαρητήριες επιστολές για να τιμήσουν την περίσταση.

Στα μηνύματά τους, οι εκλεγμένοι αξιωματούχοι αναγνώρισαν τη θετική συμβολή του Φάλουν Ντάφα στην κοινωνία, καθώς και τις αρχές της Αλήθειας, της Καλοσύνης και της Ανεκτικότητας. Παράλληλα, επαίνεσαν την επιμονή των ασκουμένων, οι οποίοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τη δίωξη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας, τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό.

Στιγμιότυπο από εορταστική εκδήλωση του Φάλουν Ντάφα στην πλατεία Νέιθαν Φίλλιπς, στο Τορόντο. Καναδάς, 3 Μαΐου 2026. (Evan Ning/The Epoch Times)

 

Το Φάλουν Ντάφα έχει ωφελήσει εκατομμύρια ανθρώπους

Στη συγχαρητήρια επιστολή του, ο δήμαρχος του Λονδίνου, Τζος Μόργκαν, εξέφρασε εκ μέρους της πόλης θερμές ευχές προς όλους όσους συμμετείχαν στις εορταστικές εκδηλώσεις, αναφέροντας ότι το Φάλουν Ντάφα έχει τις ρίζες του σε αρχαίες παραδόσεις και ότι οι διαλογιστικές ασκήσεις και οι διδασκαλίες του έχουν βοηθήσει εκατομμύρια ανθρώπους, σε περισσότερες από εκατό χώρες, να βελτιώσουν τη ζωή και την υγεία τους.

Ο δήμαρχος σημείωσε επίσης ότι οι ασκούμενοι του Φάλουν Ντάφα συμβάλλουν στην καλλιέργεια της ενσυνειδητότητας, ενώ τέτοιες εκδηλώσεις δίνουν την ευκαιρία στην ευρύτερη κοινότητα να γνωρίσει καλύτερα την πρακτική και ενισχύουν την αμοιβαία κατανόηση.

Τόνισε ακόμη ότι η συμβολή αυτή βοηθά το Λονδίνο να γίνει μια πιο υγιής, ανθεκτική, ποικιλόμορφη και συμπεριληπτική πόλη, όπου ενθαρρύνονται η πολιτιστική έκφραση και η ειρηνική ανταλλαγή ιδεών. Κλείνοντας, ευχαρίστησε τους διοργανωτές και τους εθελοντές για την αφοσίωσή τους και ευχήθηκε η γιορτή να μείνει σε όλους αξέχαστη.

Προώθηση μιας πιο αρμονικής και υγιούς κοινωνίας

Η δήμαρχος του Φρεντέρικτον, Κέιτ Ρότζερς, ευχαρίστησε εκ μέρους του δημοτικού συμβουλίου την κοινότητα του Φάλουν Ντάφα στο Φρεντέρικτον για τη συμβολή της στην προώθηση μιας πιο αρμονικής και υγιούς κοινωνίας, και εξέφρασε την εκτίμησή της για τις συνεχείς προσπάθειες των ασκουμένων να ενθαρρύνουν την ανεκτικότητα, την καλοσύνη και την οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου για όλους.

Αναγνώριση της δύναμης και της επιμονής των ασκουμένων

Η Τζάνις Λουκς, αναπληρώτρια αντιδήμαρχος του Γουίννιπεγκ, απέστειλε συγχαρητήρια επιστολή προς την κοινότητα του Φάλουν Ντάφα του Γουίννιπεγκ και ολόκληρου του Καναδά, χαρακτηρίζοντας την Παγκόσμια Ημέρα Φάλουν Ντάφα μια σημαντική ευκαιρία για την αναγνώριση της θετικής προσφοράς των ασκούμενων στις κοινότητές τους.

Όπως ανέφερε, οι ασκούμενοι προωθούν την καλοσύνη, τη συμπόνια, την ευεξία και την πολιτιστική κατανόηση, με τις αρχές της Αλήθειας, της Καλοσύνης και της Ανεκτικότητας να εμπνέουν ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης και να υπενθυμίζουν τη σημασία του σεβασμού, της ανθεκτικότητας και της ειρηνικής συνύπαρξης.

Η κα Λουκς αναγνώρισε επίσης τη δύναμη και την επιμονή που έχουν επιδείξει τα μέλη της κοινότητας του Φάλουν Ντάφα όλα αυτά τα χρόνια. Πολλοί ασκούμενοι, υπενθύμισε, έχουν αντιμετωπίσει μεγάλες δυσκολίες στον αγώνα τους για την ελευθερία της πίστης και το δικαίωμα να ασκούν ανοιχτά και ειρηνικά την πρακτική τους.

Αναφερόμενη ειδικά στο Γουίννιπεγκ, τόνισε ότι η τοπική κοινότητα του Φάλουν Ντάφα έχει εμπλουτίσει την πόλη με πολιτιστικές εκδηλώσεις, δράσεις ενημέρωσης και δραστηριότητες ευεξίας, οι οποίες φέρνουν τους ανθρώπους πιο κοντά και ενισχύουν την κατανόηση μεταξύ γειτόνων και κοινοτήτων.

Η πόλη Νορθ Μπαίυ ανακηρύσσει τον Μάιο Μήνα Φάλουν Ντάφα

Ο δήμαρχος του Νορθ Μπαίυ, Πήτερ Τσίρικο, εξέδωσε διακήρυξη με την οποία ανακήρυξε τον Μάιο του 2026 ως «Μήνα Φάλουν Ντάφα» στην πόλη.

Στη διακήρυξή του αναφέρεται ότι το Φάλουν Ντάφα, γνωστό και ως Φάλουν Γκονγκ, είναι μια ειρηνική πρακτική αυτοβελτίωσης με ρίζες στον αρχαίο κινεζικό πολιτισμό, η οποία βασίζεται στις πανανθρώπινες αρχές της Αλήθειας, της Καλοσύνης και της Ανεκτικότητας. Όπως σημειώνει, το Φάλουν Ντάφα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από τον Δάσκαλο Λι Χονγκτζί το 1992 και από τότε συμβάλλει στη βελτίωση της υγείας του νου, του σώματος και του πνεύματος ανθρώπων από κάθε κοινωνικό στρώμα.

Ο δήμαρχος επισημαίνει ακόμη ότι το Φάλουν Ντάφα ξεπερνά τα πολιτιστικά και φυλετικά σύνορα, αγγίζοντας τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, βοηθώντας τους να εξαγνίσουν την καρδιά τους, να δυναμώσουν το σώμα τους και να δημιουργήσουν πιο ειρηνικές κοινότητες.

Η διακήρυξη υπογραμμίζει ακόμη ότι, παρά τις σοβαρές αντιξοότητες, η μεγάλη συμπόνια και ανεκτικότητα που έχουν επιδείξει οι ασκούμενοι του Φάλουν Ντάφα συγκινούν τους καλοπροαίρετους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.

«Η Αλήθεια, η Καλοσύνη και η Ανεκτικότητα είναι σήμερα πιο σημαντικές από ποτέ»

Η δήμαρχος του Γουίτμπυ, Ελίζαμπεθ Ρόυ, απέστειλε βιντεοσκοπημένο μήνυμα για την 34η επέτειο της Ημέρας Φάλουν Ντάφα, στο οποίο δηλώνει εκ μέρους του δημοτικού συμβουλίου ότι οι αρχές της Αλήθειας, της Καλοσύνης και της Ανεκτικότητας έχουν ιδιαίτερη σημασία στον σημερινό κόσμο και ότι οι ασκούμενοι του Φάλουν Ντάφα προσφέρουν με διακριτικό αλλά ουσιαστικό τρόπο στην τοπική κοινότητα.

Αναφερόμενη στην πολυμορφία της κοινότητας, υπογράμμισε ότι άνθρωποι από διαφορετικά υπόβαθρα ενώνονται μέσω της πρακτικής, αντανακλώντας το καλύτερο πρόσωπο του Καναδά, και σημείωσε ότι η ανθεκτικότητα των ασκουμένων υπενθυμίζει την ανάγκη να υπερασπιζόμαστε τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία της συνείδησης και την ειρηνική πολιτιστική έκφραση.

Συγχαρητήρια για την 34η επέτειο του Φάλουν Ντάφα

Ο δήμαρχος της Σάρνια, Μάικ Μπράντλεϋ, απέστειλε επιστολή με ευχές προς όσους γιορτάζουν την Ημέρα Φάλουν Ντάφα στις 13 Μαΐου 2026.

Στην επιστολή του συνεχάρη την Ένωση Φάλουν Ντάφα του Καναδά για την 34η επέτειό της και ευχήθηκε να έχουν επιτυχία το 2026.

Ευγνωμοσύνη για την προσφορά του Φάλουν Ντάφα στην κοινότητα

Ο δήμαρχος του Γκρέιτερ Σάντμπερυ Πωλ Λεφέβρ, απέστειλε επίσης συγχαρητήρια επιστολή προς την Ένωση Φάλουν Ντάφα του Καναδά.

Εκ μέρους της πόλης, εξέφρασε θερμούς χαιρετισμούς για την 34η επέτειο της Ημέρας Φάλουν Ντάφα, επισημαίνοντας ότι είναι μία γιορτή που αναδεικνύει τη σταθερή αφοσίωση των ασκουμένων στις αρχές της Αλήθειας, της Καλοσύνης και της Ανεκτικότητας, αξίες που συμβάλλουν ουσιαστικά στην ευημερία της πόλης.

Ο δήμαρχος τόνισε ότι το Σάντμπερυ ενισχύεται από την ποικιλία παραδόσεων και απόψεων που διαμορφώνουν τη δημόσια ζωή της κοινότητας και ότι οι προσπάθειες των ασκουμένων να καλλιεργούν την κατανόηση και τη συμπόνια αντανακλούν το καλύτερο πνεύμα της τοπικής κοινωνίας.

Εξέφρασε επίσης την εκτίμησή του για την αφοσίωση της κοινότητας στην πολιτιστική έκφραση, την ειρηνική άσκηση και την κοινωνική προσφορά, στοιχεία που εμπλουτίζουν τον κοινωνικό ιστό της πόλης και της χώρας.

«Η Αλήθεια, η Καλοσύνη και η Ανεκτικότητα είναι αξίες που όλες οι κοινότητες πρέπει να επιδιώκουν»

Στη συγχαρητήρια επιστολή του Μισσισσίππι Μιλλς, η δήμαρχος Κρίστα Λόουρυ, εξέφρασε εκ μέρους του δημοτικού συμβουλίου τις θερμές ευχές της προς την κοινότητα, σημειώνοντας ότι η επέτειος είναι μια πολύτιμη υπενθύμιση πως οι βασικές αρχές της Αλήθειας, της Καλοσύνης και της Ανεκτικότητας είναι αξίες τις οποίες κάθε κοινότητα θα πρέπει να επιδιώκει, και παρατηρώντας ότι οι ασκούμενοι του Φάλουν Ντάφα μοιράζονται αυτές τις διδασκαλίες σε κοινότητες σε όλο τον κόσμο για περισσότερες από τρεις δεκαετίες.

Κλείνοντας, ευχήθηκε κάθε επιτυχία στους εορτασμούς για την ιστορία και την προσφορά του Φάλουν Ντάφα.

Πηγή: Minghui

Η Τουρκία στη φθίνουσα ακτίνα της γεωπολιτικής της υπερβολής

Υπάρχουν στιγμές στη διεθνή πολιτική όπου η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στις μεγάλες συμφωνίες, στα ανακοινωθέντα και στις δηλώσεις κορυφής, αλλά και στις σιωπές, στα σύμβολα, στις κινήσεις σώματος, στην επιλογή του χρόνου και στον τρόπο με τον οποίο ένας ξένος ηγέτης επιλέγει να σταθεί σε ένα έδαφος. Η πρόσφατη επίσκεψη του εμίρη του Κατάρ στην Αθήνα ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Δεν ήταν απλώς μια ακόμη διπλωματική επαφή. Ήταν μια εικόνα που, αν τη διαβάσει κανείς βαθύτερα, αποτυπώνει μια μετατόπιση ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο, στον Κόλπο και στον ευρύτερο χώρο όπου η Τουρκία προσπάθησε επί χρόνια να εμφανιστεί ως αναντικατάστατος ενδιάμεσος.

Ο εμίρης του Κατάρ, σεΐχης Ταμίμ μπιν Χαμάντ αλ Θάνι, συναντήθηκε στην Αθήνα με τον Έλληνα πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στις 29 Απριλίου 2026. Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση της ελληνικής κυβέρνησης, στη συνάντηση συζητήθηκαν οι εξελίξεις στο Ιράν και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, η κατάσταση στον Λίβανο, η ανάγκη στήριξης της σταθερότητας, αλλά και η ενίσχυση της συνεργασίας Ελλάδας–Κατάρ σε εμπόριο, ενέργεια, διασυνδεσιμότητα, άμυνα, αγροδιατροφή, πολιτισμό και εκπαίδευση. Συζητήθηκαν επίσης επενδυτικές ευκαιρίες στην Ελλάδα, με έμφαση στις υποδομές, στα κέντρα δεδομένων, στην ενέργεια και στη φιλοξενία.

Από την πλευρά του Κατάρ, η επίσημη ενημέρωση του Διβανίου των Εμίρηδων επιβεβαίωσε ότι οι δύο πλευρές εξέτασαν την περαιτέρω ανάπτυξη της διμερούς συνεργασίας, μεταξύ άλλων στην άμυνα, στο εμπόριο, στις επενδύσεις, στην ενέργεια, στην τεχνολογία, στον πολιτισμό και στην εκπαίδευση. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η καταριανή πλευρά αναφέρθηκε ρητά στο ενδιαφέρον για διεύρυνση της συνεργασίας, ακόμη και στον στρατιωτικό τομέα, ενώ οι συζητήσεις περιέλαβαν και την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και την προστασία των παγκόσμιων ενεργειακών ροών.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης με τον σεΐχη Ταμίμ μπιν Χαμάντ αλ Θάνι, εμίρη του Κατάρ, στο Μέγαρο Μαξίμου. Αθήνα, 29 Απριλίου 2026. (Γραφείο Τύπου του Διβανίου των Εμίρηδων)

 

Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες. Είναι δείκτες. Το Κατάρ δεν βλέπει πλέον την περιοχή μόνο μέσα από το πρίσμα της Άγκυρας. Βλέπει την Αθήνα ως σοβαρό, θεσμικό, ευρωπαϊκό και σταθερό συνομιλητή. Και αυτό από μόνο του συνιστά πλήγμα για την τουρκική αυταπάτη ότι ο μουσουλμανικός κόσμος, ο περσικός κόλπος και η Μέση Ανατολή οφείλουν να περνούν υποχρεωτικά από το φίλτρο της τουρκικής επιρροής.

Η Τουρκία επένδυσε επί χρόνια σε μια εικόνα νεο-οθωμανικής ισχύος. Παρουσιάστηκε ως προστάτιδα δύναμη, ως ανερχόμενη αυτοκρατορική σκιά, ως γέφυρα μεταξύ Δύσης και Ισλάμ, ως κράτος που μπορεί να συνομιλεί ταυτόχρονα με τη Μόσχα, την Ουάσιγκτον, την Τεχεράνη, την Ντόχα, τη Χαμάς, το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως η πολυδιάστατη διπλωματία έχει ένα όριο: όταν γίνεται διαρκής εκβιασμός, παύει να είναι στρατηγική και γίνεται κόπωση. Η Τουρκία έχει κουράσει. Έχει κουράσει τους συμμάχους της, έχει ανησυχήσει τους γείτονές της, έχει επιβαρύνει τους εταίρους της και έχει αποδείξει ότι πολλές φορές αντιλαμβάνεται τη γεωγραφία όχι ως χώρο συνεργασίας, αλλά ως εργαλείο πίεσης.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να διαβαστεί και το ζήτημα των Eurofighter. Η Τουρκία επιδιώκει να κλείσει το κενό που δημιούργησε η αποπομπή της από το πρόγραμμα των F-35, μετά την αγορά των ρωσικών S-400. Το Associated Press έχει καταγράψει ότι η Άγκυρα βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με το Κατάρ και το Ομάν για μεταχειρισμένα Eurofighter Typhoon, με τον ίδιο τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να δηλώνει ότι οι συζητήσεις προχωρούσαν θετικά. Λίγες ημέρες αργότερα, η Τουρκία υπέγραψε με τη Βρετανία συμφωνία ύψους 8 δισ. λιρών για είκοσι νέα Eurofighter, ενώ σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ η Άγκυρα σχεδίαζε να αποκτήσει επιπλέον δώδεκα μεταχειρισμένα από το Κατάρ και δώδεκα από το Ομάν.

Αν, λοιπόν, οι πληροφορίες περί καθυστέρησης, παγώματος ή αναστολής της καταριανής παράδοσης προς την Τουρκία επιβεβαιωθούν, δεν θα πρόκειται για ένα απλό τεχνικό πρόβλημα. Θα πρόκειται για πολιτικό μήνυμα. Διότι τα μαχητικά αεροσκάφη δεν είναι εμπόρευμα σαν όλα τα άλλα. Είναι σύμβολα εμπιστοσύνης, συμμαχικής προτεραιότητας και στρατηγικού προσανατολισμού. Ένα κράτος δεν παραχωρεί εύκολα τέτοιες δυνατότητες σε μια χώρα που μπορεί αύριο να τις χρησιμοποιήσει για να διαταράξει ισορροπίες σε ένα περιβάλλον όπου όλοι πλέον ζητούν σταθερότητα.

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση της Τουρκίας. Από τη μία ζητά προηγμένα δυτικά αεροσκάφη, επιδιώκει επιστροφή στα F-35, αγοράζει Eurofighter και προσπαθεί να πείσει ότι είναι αναντικατάστατος ΝΑΤΟϊκός παίκτης. Από την άλλη διατηρεί στρατηγικά ανοίγματα προς τη Ρωσία, αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα γειτονικών κρατών, εργαλειοποιεί το μεταναστευτικό, απειλεί με casus belli την Ελλάδα για το νόμιμο δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων και συνεχίζει να καλλιεργεί γλώσσα περιφερειακής ηγεμονίας. Αυτή η διπλή ταυτότητα δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον χωρίς κόστος.

Το δεύτερο επεισόδιο που δείχνει την τουρκική γεωπολιτική υποβάθμιση είναι η υπόθεση της ονομασίας των Στενών. Στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, η Τουρκία επιχείρησε να χρησιμοποιήσει τον όρο «Τουρκικά Στενά» [«Turkish Straits»], για τον Βόσπορο, τη Θάλασσα του Μαρμαρά και τα Δαρδανέλια. Η ελληνική απάντηση ήταν άμεση και ουσιαστική. Η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στον ΟΗΕ τόνισε ότι η Σύμβαση του Μοντρέ του 1936 είναι το μοναδικό διεθνές νομικό κείμενο που ρυθμίζει τη ναυσιπλοΐα μέσα από τα Στενά των Δαρδανελίων, τη Θάλασσα του Μαρμαρά και τον Βόσπορο, κατοχυρώνοντας την ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Η ελληνική τοποθέτηση σημείωσε επίσης ότι ο όρος «Τουρκικά Στενά» δεν είναι συμβατός με τη Σύμβαση του Μοντρέ και ότι η ορθή ορολογία είναι «the Straits», δηλαδή τα Στενά, συγκεκριμένα τα Δαρδανέλια, η Θάλασσα του Μαρμαρά και ο Βόσπορος.

Η Άγκυρα αντέδρασε υποστηρίζοντας ότι ο όρος «Τουρκικά Στενά» είναι γεωγραφικά ορθός και συμβατός με τη Σύμβαση του Μοντρέ, επειδή τα Στενά βρίσκονται εντός της τουρκικής επικράτειας.  Όμως η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στη γλωσσική διαφωνία. Βρίσκεται στο ότι η Ελλάδα ανάγκασε την Τουρκία να απολογηθεί στο πεδίο της διεθνούς νομιμότητας. Η Αθήνα δεν επέτρεψε να περάσει η τουρκική ορολογία ως αυτονόητη. Και αυτό έχει σημασία, γιατί η Τουρκία συχνά ξεκινά από τις λέξεις για να περάσει στις διεκδικήσεις. Πρώτα αλλάζει την ονομασία, μετά μεταβάλλει το πλαίσιο, ύστερα αμφισβητεί το καθεστώς και στο τέλος ζητά αναγνώριση μιας νέας πραγματικότητας.

Η Ελλάδα, αντιθέτως, κινήθηκε με βάση την αλήθεια και το Διεθνές Δίκαιο. Δεν φώναξε, δεν απείλησε, δεν κατασκεύασε ιδεολογικό αφήγημα. Υπενθύμισε το κείμενο της Συνθήκης. Και στην εποχή της αναθεωρητικής προπαγάνδας, η ψυχρή επίκληση του δικαίου είναι συχνά πιο ισχυρή από τις κραυγές.

Αυτό είναι το νέο περιβάλλον στο οποίο υποβαθμίζεται η Τουρκία. Όχι επειδή παύει να είναι μεγάλη χώρα. Η Τουρκία παραμένει πληθυσμιακά, στρατιωτικά, γεωγραφικά και οικονομικά σημαντικός παράγοντας. Η υποβάθμιση δεν σημαίνει εξαφάνιση ισχύος. Σημαίνει απώλεια αξιοπιστίας. Σημαίνει ότι οι άλλοι παίκτες αρχίζουν να χτίζουν εναλλακτικές χωρίς να ρωτούν την Άγκυρα. Σημαίνει ότι χώρες όπως το Κατάρ συνομιλούν πιο άνετα με την Αθήνα. Σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρώπη, ο Περσικός Κόλπος και το Ισραήλ αναζητούν σχήματα σταθερότητας στα οποία η Τουρκία δεν είναι πλέον απαραίτητα ο κεντρικός κόμβος.

Η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιήσει αυτή τη στιγμή χωρίς αλαζονεία. Η γεωπολιτική δεν συγχωρεί ούτε τον ενθουσιασμό ούτε την αδράνεια. Χρειάζεται σοβαρότητα, συνέχεια, στρατηγική μνήμη και εθνική αυτοπεποίθηση. Η παράδοση μας διδάσκει ότι ο Ελληνισμός μεγαλουργεί όταν συνδυάζει θάρρος με μέτρο, πίστη με λογική, αποφασιστικότητα με θεσμική ακρίβεια. Δεν χρειάζεται να μιμηθούμε την τουρκική υπερβολή. Χρειάζεται να επιμείνουμε στον δικό μας δρόμο: συμμαχίες, Διεθνές Δίκαιο, αποτροπή, οικονομική ισχύς, ναυτική παρουσία, ενεργειακές διασυνδέσεις, πολιτιστική ακτινοβολία.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Αντιδράσεις στον Καναδά για την επέκταση της ευθανασίας σε ψυχικά ασθενείς

Εν όψει της ετήσιας πορείας υπέρ της ζωής και κατά των αμβλώσεων και της ευθανασίας, η οργάνωση Συμμαχία για τη Ζωή [Campaign Life Coalition – CLC] κάλεσε τους βουλευτές να ψηφίσουν υπέρ νομοσχεδίου που θα σταματήσει την επέκταση του Ιατρικά Υποβοηθούμενου Θανάτου [Medical Assistance Ιn Dying – MAID], ώστε να μην περιλαμβάνει άτομα που πάσχουν από ψυχικές ασθένειες.

Ο διευθυντής πολιτικών επιχειρήσεων της CLC, Τζακ Φονσέκα [Jack Fonseca], δήλωσε, αναφερόμενος στη σχεδιαζόμενη επέκταση της MAID, ότι «η επόμενη ορολογιακή βόμβα της ευθανασίας έχει προγραμματιστεί να εκραγεί στις 17 Μαρτίου 2027, όταν η επιλεξιμότητα θα επεκταθεί αυτόματα σε ψυχικά ασθενείς ασθενείς».

Μιλώντας σε εκδήλωση στον Λόφο του Κοινοβουλίου στην Οττάβα, στις 13 Μαΐου, προσέθεσε ότι το νομοσχέδιο C-218 του Συντηρητικού Κόμματος θα εξαιρούσε όλες τις ψυχικές διαταραχές από την επιλεξιμότητα για ευθανασία και κάλεσε βουλευτές όλων των κομμάτων να το στηρίξουν. Σύμφωνα με τον Φονσέκα, «το νομοσχέδιο C-218 θα διασφάλιζε ότι ο Καναδάς συνεχίζει να δίνει προτεραιότητα στην πρόληψη της αυτοκτονίας αντί για την υποβοήθησή της».

Το καθεστώς MAID στον Καναδά είχε αρχικά προγραμματιστεί να επιτρέπει την επιλεξιμότητα Καναδών οι οποίοι πάσχουν αποκλειστικά από κάποια ψυχική ασθένεια από τις 17 Μαρτίου 2023, όμως η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει έκτοτε αναβάλει επανειλημμένα την αλλαγή, με την πιο πρόσφατη παράταση να δίνεται για τις 17 Μαρτίου 2027. Οι αναβολές προέκυψαν έπειτα από ανησυχίες παρόχων υγείας και ορισμένων επαρχιών ότι το σύστημα υγείας δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένο για ασφαλή εφαρμογή του μέτρου.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν έχει διευκρινίσει εάν θα επιτρέψει την επέκταση του MAID στους ψυχικά ασθενείς το 2027. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μαρκ Κάρνεϋ δήλωσε στις 6 Μαΐου ότι θα περιμένει τη δημοσίευση κοινοβουλευτικής έκθεσης σχετικά με την επέκταση του MAID προτού λάβει απόφαση, ενώ και ο υπουργός Δικαιοσύνης Σον Φρέιζερ ανέφερε ότι η απόφαση θα ληφθεί μετά τη δημοσίευση της έκθεσης.

Ο Φονσέκα υποστήριξε ότι η Αλμπέρτα «ηγείται της προσπάθειας» κατά της επέκτασης του MAID μέσω του Νομοσχεδίου 18, το οποίο θα περιορίζει την επιλεξιμότητα για MAID μόνο σε περιπτώσεις όπου ο φυσικός θάνατος θεωρείται εύλογα προβλέψιμος, θα απαγορεύει τον ιατρικά υποβοηθούμενο θάνατο όταν η ψυχική ασθένεια αποτελεί τη μοναδική υποκείμενη κατάσταση και θα επιβάλλει περιορισμούς στο πότε και με ποιον τρόπο οι πάροχοι υγείας μπορούν να ξεκινούν συζητήσεις για τη διαδικασία.

Σύμφωνα με τον Φονσέκα, «η πρωθυπουργός Ντάνιελ Σμιθ έδειξε τον δρόμο σε όλες τις επαρχίες. Τώρα όλες πρέπει να εισαγάγουν παρόμοια νομοθεσία ως πρώτο βήμα», καλώντας τις επαρχίες να χρησιμοποιήσουν τη «συνταγματική τους εξουσία να ρυθμίζουν, να αδειοδοτούν και να καθορίζουν ποιες διαδικασίες θεωρούνται πραγματική υγειονομική περίθαλψη».

Ανησυχίες για το MAID

Ο διευθυντής Δημοσίων Υποθέσεων και Εξωστρέφειας της CLC, Μπράνταν Τραν [Brandan Tran], δήλωσε ότι ο Καναδάς κοντεύει να ξεπεράσει τις 100.000 ευθανασίες από τότε που η διαδικασία νομιμοποιήθηκε το 2016, προσθέτοντας ότι η οργάνωση ανησυχεί για αυτό που περιγράφει ως σταδιακή επέκταση του καθεστώτος MAID στον Καναδά.

Ο Τραν επικαλέστηκε δηλώσεις μέλους του Κολεγίου Ιατρών του Κεμπέκ, το οποίο είχε αναφέρει σε κοινοβουλευτική επιτροπή το 2022 ότι η ευθανασία θα μπορούσε να κριθεί κατάλληλη ακόμη και για βρέφη έως ενός έτους με «σοβαρές δυσμορφίες και πολύ σοβαρά σύνδρομα».

Ο Τραν ανέφερε επίσης ότι η οργάνωση ανησυχεί για συστάσεις της Ειδικής Μικτής Επιτροπής του 2023 για τον Ιατρικά Υποβοηθούμενο Θάνατο, μεταξύ των οποίων και μία που αναφέρει ότι ανήλικοι που ζητούν ευθανασία θα θεωρούνται «ικανοί για τη λήψη της απόφασης», με την επιθυμία τους να υπερισχύει της απόφασης των γονέων τους.

Επιπλέον, ο Τραν υποστήριξε ότι υπάρχει ο κίνδυνος το καθεστώς MAID στον Καναδά να επιτρέψει την ευθανασία ακόμα και σ περιπτώσεις που το αίτημα «δεν θα καθοδηγείται από ασθένεια» αλλά από κοινωνικά προβλήματα όπως η φτώχεια, η έλλειψη στέγης ή η μοναξιά.

Σύμφωνα με τον Τραν, «το μέλλον που φοβόμαστε είναι ήδη εδώ. Ο θάνατος είναι αυτή τη στιγμή διαθέσιμος ως απάντηση στην κοινωνική δυστυχία αντί να είναι η έσχατη λύση».

Ο Τραν επικαλέστηκε επίσης δημοσκόπηση της Angus Reid το 2023, σύμφωνα με την οποία το 72% των Καναδών δεν υποστηρίζει την επέκταση της ευθανασίας σε ψυχικά ασθενείς. Όπως είπε, «η κοινή γνώμη προηγείται του Κοινοβουλίου σε αυτό το θέμα. Είναι καιρός το Κοινοβούλιο να ακολουθήσει».

Πορεία υπέρ της ζωής

Ο διευθυντής επικοινωνίας της CLC, Πητ Μπακλίνσκι, δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι η 29η ετήσια Πορεία για τη Ζωή [March for Life] θα πραγματοποιηθεί το μεσημέρι της 14ης Μαΐου στον Λόφο του Κοινοβουλίου.

Ο Μπακλίνσκι ανέφερε ότι χιλιάδες Καναδοί θα συγκεντρωθούν για να καλέσουν τη φιλελεύθερη κυβέρνηση να «θεσπίσει νομική προστασία για όλα τα ανθρώπινα όντα, από τη σύλληψη έως τον φυσικό θάνατο».

Σύμφωνα με τον Μπακλίνσκι, περισσότερα από 5 εκατομμύρια έμβρυα έχουν υποβληθεί σε άμβλωση στον Καναδά από τότε που οι αμβλώσεις νομιμοποιήθηκαν το 1969. Όπως δήλωσε, «στον Χάρτη των Δικαιωμάτων, ο Καναδάς και ο υπόλοιπος πολιτισμένος κόσμος αναγνωρίζουν ότι όλοι έχουν δικαίωμα στη ζωή […] ωστόσο οι αμβλώσεις στερούν αυτό το δικαίωμα από τα μικρότερα και πιο ευάλωτα μέλη της ανθρώπινης οικογένειας: τα αγέννητα παιδιά».

«Το κίνημα υπέρ της ζωής στον Καναδά παραμένει ισχυρό, ειρηνικό και αποφασισμένο», προσέθεσε. «Θα συνεχίσουμε να ερχόμαστε στον Λόφο του Κοινοβουλίου όσο χρειαστεί μέχρι οι εκλεγμένοι ηγέτες μας να ακούσουν την κραυγή του αγέννητου παιδιού και να προστατεύσουν κάθε ανθρώπινη ζωή, συμπεριλαμβανομένων των αγέννητων παιδιών, μέσω της νομοθεσίας».

Του Matthew Horwood

Η εμπλοκή των ΗΑΕ και της Σαουδικής Αραβίας στον πόλεμο με το Ιράν και οι ισορροπίες στον Κόλπο

Η είδηση ότι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και, σύμφωνα με νεότερες αναφορές, η Σαουδική Αραβία πραγματοποίησαν μυστικά πλήγματα κατά του Ιράν δεν είναι απλώς μία ακόμη εξέλιξη στον ήδη επικίνδυνο πόλεμο της Μέσης Ανατολής. Αν οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνονται στο σύνολό τους, πρόκειται για μια σοβαρή μεταβολή της στρατηγικής πραγματικότητας στον Περσικό Κόλπο. Τα κράτη του Κόλπου δεν εμφανίζονται πλέον μόνο ως χώρες που δέχονται ιρανικές επιθέσεις, φιλοξενούν αμερικανικές βάσεις ή προσπαθούν να προστατεύσουν τις ενεργειακές τους υποδομές. Εμφανίζονται, έστω και σιωπηρά, ως άμεσοι στρατιωτικοί δρώντες απέναντι στην Τεχεράνη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα ΗΑΕ ή η Σαουδική Αραβία έχουν εισέλθει σε έναν ανοιχτό, επίσημο πόλεμο με το Ιράν. Δείχνει, ωστόσο, ότι η ουδετερότητα — ή έστω η εικόνα ουδετερότητας — έχει πλέον διαβρωθεί. Ο Κόλπος περνά σε μια πιο επικίνδυνη φάση: τη φάση του συγκεκαλυμμένου πολέμου, των περιορισμένων αντιποίνων, των έμμεσων προειδοποιήσεων και της συνεχούς πιθανότητας λάθος υπολογισμού.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Guardian, που επικαλείται τη Wall Street Journal, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα φέρονται να πραγματοποίησαν μυστική επίθεση κατά ιρανικού στόχου ως απάντηση σε προηγούμενα ιρανικά πλήγματα εναντίον εγκαταστάσεών τους. Η αναφορά κάνει λόγο ακόμη και για πλήγμα στο ιρανικό νησί Λαζάν λίγο πριν από την ανακοίνωση της εκεχειρίας της 7ης Απριλίου. Αν αυτό ισχύει, τότε τα ΗΑΕ πέρασαν από τη λογική της αεράμυνας και της προστασίας υποδομών στη λογική της ενεργητικής ανταπόδοσης.

Η διαφορά είναι τεράστια. Μία χώρα που αμύνεται απέναντι σε πυραύλους και μη επανδρωμένα μπορεί να ισχυριστεί ότι προσπαθεί να μείνει εκτός πολέμου. Μία χώρα που πλήττει στόχους μέσα στο Ιράν, ακόμη και μυστικά, δεν μπορεί πλέον να θεωρείται από την Τεχεράνη απλός παρατηρητής. Γίνεται μέρος της εξίσωσης.

Ακόμη πιο σημαντική είναι η αναφορά του Reuters για τη Σαουδική Αραβία. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, σαουδαραβικά μαχητικά φέρονται να εξαπέλυσαν μη ανακοινωμένα πλήγματα κατά του Ιράν στα τέλη Μαρτίου, ως απάντηση σε επιθέσεις που είχε δεχθεί το βασίλειο. Το Ριάντ δεν επιβεβαίωσε ευθέως τις επιθέσεις, ενώ το Reuters δεν μπόρεσε να προσδιορίσει τους ακριβείς στόχους. Η ύπαρξη τέτοιων πληροφοριών δείχνει ότι η Σαουδική Αραβία, παρά τη δημόσια έμφαση στην αυτοσυγκράτηση, είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ όταν θεωρεί ότι η ιρανική πίεση ξεπερνά τα όρια.

Η σαουδαραβική στάση διαφέρει από εκείνη των ΗΑΕ. Τα Εμιράτα παρουσιάζονται πιο επιθετικά και πιο πρόθυμα να επιβάλουν κόστος στο Ιράν. Η Σαουδική Αραβία, αντίθετα, φαίνεται να επιδιώκει έναν συνδυασμό αποτροπής και αποκλιμάκωσης. Δηλαδή, χτυπά αν χρειαστεί, αλλά κρατά ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με την Τεχεράνη. Αυτό εξηγεί γιατί οι αναφορές μιλούν για εντατικές διπλωματικές επαφές μετά τα σαουδαραβικά πλήγματα και για μια άτυπη κατανόηση αποκλιμάκωσης.

Η διαφορά αυτή αντανακλά και τις διαφορετικές προτεραιότητες των δύο χωρών. Τα ΗΑΕ έχουν πιο προωθημένη σχέση με το Ισραήλ λόγω των Συμφωνιών του Αβραάμ και έχουν καλλιεργήσει πιο σκληρή στάση απέναντι στην ιρανική επιρροή. Η Σαουδική Αραβία, από την άλλη, έχει να προστατεύσει ένα πολύ μεγαλύτερο γεωπολιτικό και οικονομικό σχέδιο: την ασφάλεια των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων στην ανατολική της ακτή, το προσκύνημα στη Μέκκα, τις υποδομές αφαλάτωσης και, κυρίως, το Όραμα 2030. Ένας ανοιχτός πόλεμος με το Ιράν θα μπορούσε να τινάξει στον αέρα αυτή τη στρατηγική μεταμόρφωσης.

Γι’ αυτό και η ρητορική της σαουδαραβικής ηγεσίας παραμένει προσεκτική. Η λογική του Ριάντ φαίνεται να είναι ότι πρέπει να δείξει στο Ιράν πως δεν είναι εύκολος στόχος, αλλά χωρίς να δώσει στην Τεχεράνη πρόσχημα για ολοκληρωτική αντιπαράθεση. Η αποτροπή πρέπει να είναι αρκετά ισχυρή για να λειτουργεί, αλλά όχι τόσο δημόσια και ταπεινωτική ώστε να υποχρεώσει το Ιράν να απαντήσει μαζικά.

Αυτό ακριβώς είναι και το πιο επικίνδυνο σημείο της νέας φάσης. Όταν οι συγκρούσεις διεξάγονται μυστικά, με περιορισμένα πλήγματα και δημόσιες διαψεύσεις ή ασάφειες, οι κυβερνήσεις αποκτούν περιθώριο αποκλιμάκωσης. Μπορούν να μη μιλήσουν, να μη διαφημίσουν την επίθεση και να αποφύγουν την πίεση της κοινής γνώμης. Ταυτόχρονα, όμως, αυξάνεται ο κίνδυνος λάθους. Ένα πλήγμα που θα σκοτώσει υψηλόβαθμους αξιωματικούς, θα καταστρέψει κρίσιμη υποδομή ή θα θεωρηθεί υπερβολικά προκλητικό μπορεί να οδηγήσει σε αλυσιδωτή κλιμάκωση.

Το Ιράν, από την πλευρά του, έχει ήδη δείξει ότι θεωρεί τα κράτη του Κόλπου μέρος της αμερικανικής και ισραηλινής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Η Τεχεράνη εκτιμά ότι ορισμένες χώρες επέτρεψαν τη χρήση εναέριου χώρου ή βάσεων από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πιθανό πλήγμα από τα ΗΑΕ και τη Σαουδική Αραβία απευθείας σε ιρανικό έδαφος, προσφέρει στο Ιράν επιπλέον λόγους για αντίποινα.

Οι πιθανοί στόχοι είναι γνωστοί: ενεργειακές εγκαταστάσεις, λιμάνια, αεροδρόμια, βάσεις, σταθμοί αφαλάτωσης, κόμβοι μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου. Στον Κόλπο, η οικονομία και η ασφάλεια είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Ένα πλήγμα σε εγκατάσταση φυσικού αερίου ή σε λιμάνι δεν είναι απλώς ένα στρατιωτικό γεγονός. Είναι μήνυμα προς τις αγορές, προς τις ασφαλιστικές εταιρείες, προς τις ναυτιλιακές γραμμές και προς τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν νευραλγικό σημείο. Οποιαδήποτε ιρανική προσπάθεια να περιορίσει, να ελέγξει ή να φορολογήσει τη ναυσιπλοΐα εκεί θα έχει άμεσες παγκόσμιες επιπτώσεις. Το Ιράν γνωρίζει ότι δεν χρειάζεται απαραίτητα να κλείσει πλήρως τον πορθμό για να προκαλέσει οικονομικό σοκ. Αρκεί να δημιουργήσει αβεβαιότητα. Στις αγορές ενέργειας, η αβεβαιότητα συχνά κοστίζει όσο και η ίδια η καταστροφή.

Η υπόθεση του Κουβέιτ προσθέτει ακόμη μία διάσταση. Η αναφορά ότι μέλη των Φρουρών της Επανάστασης επιχείρησαν να διεισδύσουν στο νησί Μπουμπιγιάν δείχνει ότι η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται σε μαχητικά αεροσκάφη και πυραύλους. Περιλαμβάνει κατασκοπεία, σαμποτάζ, ειδικές επιχειρήσεις και ψυχολογική πίεση. Η Τεχεράνη έχει παράδοση στη χρήση σύνθετων εργαλείων πίεσης: κρατικοί φορείς, παραστρατιωτικές οργανώσεις, πληρεξούσιοι, κυβερνοεπιθέσεις και στοχευμένες επιχειρήσεις χαμηλής ορατότητας.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν τα ΗΑΕ και η Σαουδική Αραβία χτύπησαν το Ιράν. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι σημαίνει αυτή η μετατόπιση για την περιφερειακή ισορροπία. Η απάντηση είναι ότι ο Κόλπος εισέρχεται σε μια περίοδο πιο ανοιχτής αποτροπής και πιο κλειστής διπλωματίας. Δημόσια, οι χώρες θα μιλούν για σταθερότητα, αυτοσυγκράτηση και προστασία της ναυσιπλοΐας. Παρασκηνιακά, όμως, θα προετοιμάζονται για νέα πλήγματα, νέες άμυνες και νέες διαπραγματεύσεις μέσω μεσαζόντων.

Το πιο πιθανό σενάριο δεν είναι ένας άμεσος γενικευμένος πόλεμος μεταξύ Ιράν και αραβικών κρατών του Κόλπου, αλλά μια παρατεταμένη γκρίζα σύγκρουση: περιορισμένα πλήγματα, άρνηση ευθύνης, διπλωματικές επαφές, απειλές και προσπάθειες ελέγχου της κλιμάκωσης. Όμως αυτό το σενάριο είναι σταθερό μόνο όσο όλοι οι παίκτες διατηρούν την ψυχραιμία τους και όσο η εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν αντέχει.

Αν η εκεχειρία καταρρεύσει, τα ΗΑΕ θα βρεθούν πιθανότατα στην πρώτη γραμμή των ιρανικών αντιποίνων. Η Σαουδική Αραβία θα προσπαθήσει να αποφύγει την πλήρη εμπλοκή, αλλά θα δυσκολευτεί να μείνει έξω αν δεχθεί νέα μαζικά πλήγματα. Και οι Ηνωμένες Πολιτείες, ακόμη κι αν δεν επιθυμούν διεύρυνση της σύγκρουσης, θα πιεστούν να προστατεύσουν εταίρους, βάσεις και ενεργειακές ροές.

Η εμπλοκή των ΗΑΕ και της Σαουδικής Αραβίας, ακόμη και αν παραμένει συγκεκαλυμμένη, ανεβάζει το επίπεδο κινδύνου σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Δεν έχουμε απλώς έναν πόλεμο ΗΠΑ–Ιράν ή Ισραήλ–Ιράν. Έχουμε μια περιφερειακή σύγκρουση που απλώνεται στον Κόλπο, στις ενεργειακές οδούς, στις αραβικές μοναρχίες και στις παγκόσμιες αγορές.

Η νέα πραγματικότητα είναι ότι κανείς δεν θέλει επισήμως έναν μεγάλο πόλεμο, αλλά όλο και περισσότεροι δρουν σαν να προετοιμάζονται γι’ αυτόν.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Νέο νομοσχέδιο στο Ηνωμένο Βασίλειο για την αντιμετώπιση απειλών από πληρεξούσιους εχθρικών κρατών

Η Βρετανία ετοιμάζεται να εισαγάγει νέους νόμους που θα στοχεύουν στις απειλές από ξένες οντότητες και τους πληρεξούσιούς τους. Τα σχέδια ανακοινώθηκαν στην «Ομιλία του Βασιλιά» την Τετάρτη, καθώς το Ουέστμινστερ επιδιώκει να ενισχύσει την εθνική ασφάλεια εν μέσω αυξανόμενων ανησυχιών για εχθρικές δραστηριότητες επί βρετανικού εδάφους.

Ο βασιλιάς Κάρολος δήλωσε στο Κοινοβούλιο ότι η κυβέρνησή του θα εισαγάγει νομοθεσία για την αντιμετώπιση της αυξανόμενης απειλής από ξένες κρατικές οντότητες και τους πληρεξούσιούς τους. Το νέο μέτρο είναι γνωστό ως «Νομοσχέδιο για την Αντιμετώπιση Κρατικών Απειλών».

Στην ομιλία υπήρξε επίσης δέσμευση για επείγουσα δράση κατά του αντισημιτισμού και για τη διασφάλιση ότι όλες οι κοινότητες θα αισθάνονται ασφαλείς.

Στην εισαγωγή της ομιλίας, ο πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ ανέφερε ότι η κυβέρνηση θα αντιμετωπίσει τον εξτρεμισμό, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων όπου αυτός υποστηρίζεται από ξένες δυνάμεις εχθρικές προς το Ηνωμένο Βασίλειο, όπως το Ιράν.

Το Νομοσχέδιο για την Αντιμετώπιση Κρατικών Απειλών θα δώσει στους υπουργούς εξουσίες να χαρακτηρίζουν κρατικά υποστηριζόμενες οργανώσεις που απειλούν την εθνική ασφάλεια μέσω κατασκοπείας, δολιοφθοράς, παρεμβάσεων ή παρόμοιων δραστηριοτήτων.

Επιπροσθέτως, θα δημιουργήσει νέα ποινικά αδικήματα για συμμετοχή ή υποστήριξη τέτοιων χαρακτηρισμένων οργανώσεων. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα μέτρα θα δημιουργήσουν ένα «σκληρότερο επιχειρησιακό περιβάλλον για τις ξένες υπηρεσίες πληροφοριών και τους πληρεξούσιούς τους». Η νομοθεσία επιδιώκει να καλύψει κενά στους υφιστάμενους νόμους, τα οποία καθιστούν δύσκολη την απαγόρευση ή τον χαρακτηρισμό ως παράνομων οντοτήτων που συνδέονται άμεσα με ξένα κράτη.

Η πρωτοβουλία έρχεται μετά από σειρά εμπρηστικών επιθέσεων σε χώρους της εβραϊκής κοινότητας στο Λονδίνο και περιστατικά που στόχευσαν Ιρανούς αντιφρονούντες. Η αστυνομία εξετάζει πιθανούς δεσμούς με το Ιράν.

Αρκετοί βουλευτές έχουν ζητήσει την απαγόρευση του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν (IRGC). Το IRGC είναι επίλεκτη στρατιωτική δύναμη που προστατεύει το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν και ελέγχει μεγάλα τμήματα της οικονομίας της χώρας. Η κυβέρνηση δεν έχει επιβεβαιώσει ρητά ότι το IRGC θα είναι η πρώτη οργάνωση που θα στοχοποιηθεί βάσει των νέων εξουσιών.

Η Κίνα αποτελεί επίσης βασικό σημείο εστίασης. Οι επικεφαλής των υπηρεσιών ασφαλείας προειδοποιούν επανειλημμένα για απειλές από το Πεκίνο, συμπεριλαμβανομένων εξελιγμένων κυβερνοεπιχειρήσεων και διεθνικής καταστολής που στοχεύει αντιφρονούντες από το Χονγκ Κονγκ στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Σε πρόσφατη υπόθεση υψηλού προφίλ, δύο άνδρες —μεταξύ αυτών και πρώην αξιωματικός της Βρετανικής Συνοριοφυλακής— καταδικάστηκαν για κατασκοπεία υπέρ της Κίνας, καθώς πραγματοποιούσαν παρακολουθήσεις ακτιβιστών υπέρ της δημοκρατίας από το Χονγκ Κονγκ που ζουν στη Βρετανία.

Μία από τις επιχειρήσεις περιλάμβανε απόπειρα απαγωγής γυναίκας από το Χονγκ Κονγκ στο Γιορκσάιρ, όπου οι ύποπτοι έριξαν νερό κάτω από την πόρτα της για να δημιουργήσουν ψευδή εντύπωση πλημμύρας και να αποκτήσουν πρόσβαση στο σπίτι της.

Ξεχωριστό Νομοσχέδιο Εθνικής Ασφάλειας θα αφορά άτομα με εμμονή στη βία και στον σχεδιασμό μαζικών δολοφονιών, τα οποία δεν καθοδηγούνται ξεκάθαρα από συγκεκριμένη ιδεολογία. Το μέτρο αποτελεί απάντηση στην επίθεση του 2024 στο Σάουθπορτ, όπου τρία νεαρά κορίτσια σκοτώθηκαν σε μάθημα χορού με θεματολογία την Τέιλορ Σουίφτ.

Το νομοσχέδιο θα ποινικοποιεί επίσης τη δημιουργία και διακίνηση ιδιαίτερα επιβλαβούς διαδικτυακού υλικού και θα επιτρέπει τη χρήση ανιχνευτών ψεύδους για δράστες που σχετίζονται με κρατικές απειλές.

Στην ομιλία του βασιλιά, ο κόσμος περιγράφηκε ως «όλο και πιο επικίνδυνος και ασταθής», με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή να αναφέρεται ως πρόσφατο παράδειγμα.

Οι επικεφαλής των υπηρεσιών ασφαλείας προειδοποιούν εδώ και χρόνια για απειλές από κράτη όπως το Ιράν, η Ρωσία και η Κίνα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουν καταδικαστεί αρκετά άτομα για κατασκοπεία ή συναφή αδικήματα που διαπράχθηκαν για λογαριασμό τους.

Τα νέα νομοσχέδια αποτελούν μέρος ευρύτερου νομοθετικού προγράμματος που καλύπτει την οικονομική ασφάλεια, τις δημόσιες υπηρεσίες και την ενεργειακή ανεξαρτησία. Πλήρεις λεπτομέρειες θα παρουσιαστούν όταν η νομοθεσία εισαχθεί στο Κοινοβούλιο.

Του James Xu

Τραμπ: Θα εξασφαλίσουμε την απελευθέρωση όλων των πολιτικών κρατουμένων στη Βενεζουέλα

Πριν επιβιβαστεί στο αεροσκάφος που θα τον μετέφερε στην κρατική επίσκεψή του στην Κίνα, στις 13 Μαΐου, ερωτηθείς για την τύχη των πολιτικών κρατουμένων στη Βενεζουέλα και για το αν σκοπεύει να εξασφαλίσει την απελευθέρωσή τους, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι όλοι θα απελευθερωθούν, σημειώνοντας ότι πολλοί έχουν ήδη αποφυλακιστεί και ότι θα ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι.

Η Ντέλσι Ροντρίγκες, αντιπρόεδρος της Βενεζουέλας επί Μαδούρο, η οποία διορίστηκε μεταβατική πρόεδρος της χώρας μετά την απομάκρυνση του τέως προέδρου στις 3 Ιανουαρίου, δήλωσε στις 23 Ιανουαρίου ότι 626 άνθρωποι είχαν αποφυλακιστεί.

Νωρίτερα τον Ιανουάριο, ο πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης Χόρχε Ροντρίγκες, αδελφός της Ντέλσι, είχε αναφέρει ότι το καθεστώς θα απελευθέρωνε σημαντικό αριθμό Βενεζουελάνων και αλλοδαπών κρατουμένων, ως κίνηση που επιβεβαιώνει, όπως είπε, την πρόθεσή του για ειρήνη.

Σύμφωνα με το Foro Penal, οργάνωση που παρέχει δωρεάν νομική βοήθεια σε ανθρώπους που υπόκεινται σε αυθαίρετες κρατήσεις στη Βενεζουέλα, «μέχρι τις 24 Φεβρουαρίου 2026, περισσότεροι από 573 άνθρωποι που η οργάνωσή μας χαρακτηρίζει πολιτικούς κρατούμενους παραμένουν υπό κράτηση».

Η 51η Πολιτεία;

Ο Τραμπ δήλωσε ότι η Ντέλσι Ροντρίγκες κάνει εξαιρετική δουλειά. Η Ροντρίγκες ανέλαβε την εξουσία μετά από τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του, Σίλια Φλόρες, από αμερικανικές ειδικές δυνάμεις στο Καράκας και τη μεταφορά τους στη Νέα Υόρκη, όπου αντιμετωπίζουν κατηγορίες για διακίνηση ναρκωτικών.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ υποστήριξε ότι ο λαός της Βενεζουέλας είναι ενθουσιασμένος με τις εξελίξεις και ότι οι πολίτες «χορεύουν στους δρόμους». Παράλληλα, ανέφερε ότι εταιρείες όπως η Exxon και η Chevron, καθώς και άλλες μεγάλες επιχειρήσεις, επενδύουν πλέον στη χώρα και τα έσοδα της Βενεζουέλας έχουν ήδη αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια.

Τον Μάρτιο, ο επικεφαλής του τομέα εξόρυξης της Exxon Mobil, Νταν Άμαν, δήλωσε ότι η εταιρεία είχε αποστείλει ομάδα στη Βενεζουέλα για να αξιολογήσει τους ενεργειακούς (πετρελαίου και φυσικού αερίου) πόρους της χώρας, καθώς και τις υποδομές της.

Στις 13 Απριλίου, η Chevron υπέγραψε δύο συμφωνίες ανταλλαγής περιουσιακών στοιχείων, με στόχο να επικεντρωθεί στην παραγωγή βαρέος πετρελαίου στη Ζώνη Ορινόκο της Βενεζουέλας.

Σε ανάρτησή του στο Truth Social, στις 12 Μαΐου, ο Τραμπ δημοσίευσε χάρτη της Βενεζουέλας καλυμμένο με την αμερικανική σημαία και τη φράση «51η Πολιτεία» γραμμένη από πάνω.

Ο παρουσιαστής του Fox News, Τζον Ρόμπερτς, έγραψε στην πλατφόρμα X, στις 11 Μαΐου, ότι μόλις είχε συνομιλήσει τηλεφωνικά με τον Τραμπ, ο οποίος του είπε ότι εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να καταστήσει τη Βενεζουέλα την 51η πολιτεία των ΗΠΑ. Ανάλογες δηλώσεις είχε κάνει και για τον Καναδά το 2025.

Η απάντηση της Ροντρίγκες 

Η Ντέλσι Ροντρίγκες δήλωσε στους δημοσιογράφους, στις 11 Μαΐου, ότι η Βενεζουέλα δεν σχεδιάζει να γίνει η 51η πολιτεία των ΗΠΑ.

Οι δηλώσεις έγιναν στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, στην Ολλανδία, κατά την τελευταία ημέρα ακροάσεων σχετικά με τη διαμάχη ανάμεσα στη Βενεζουέλα και τη γειτονική Γουιάνα. Το Καράκας διεκδικεί την πλούσια σε πετρέλαιο περιοχή Εσεκίμπο της Γουιάνας, η οποία καλύπτει σχεδόν τα δύο τρίτα της πρώην βρετανικής αποικίας.

Η Ροντρίγκες υπογράμμισε ότι η χώρα της θα συνεχίσει να υπερασπίζεται την ακεραιότητα, την κυριαρχία, την ανεξαρτησία και την ιστορία της, τονίζοντας ότι η Βενεζουέλα «δεν είναι αποικία, αλλά ελεύθερη χώρα». Ανέφερε ακόμη ότι αξιωματούχοι της Βενεζουέλας και των ΗΠΑ βρίσκονται σε επαφή, επιδιώκοντας «συνεργασία και κατανόηση».

Σε ερώτηση του Ρόμπερτς, κατά τη διάρκεια συνέντευξής της στο Fox News, σχετικά με τα σχόλια του Τραμπ περί «51ης πολιτείας», η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Άννα Κέλλυ δήλωσε ότι ο πρόεδρος Τραμπ «φημίζεται για το ότι δεν αποδέχεται το κατεστημένο» και επαίνεσε τη Ροντρίγκες για την «εξαιρετική της συνεργασία» με την Ουάσιγκτον ως μεταβατική πρόεδρος της Βενεζουέλας.

Της Chris Summers

Η Βρετανία προωθεί νέα πυρηνική στρατηγική για ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας

Η Βρετανία προχωρά στην επιτάχυνση μιας μεγάλης επέκτασης της πυρηνικής ενέργειας, παρουσιάζοντας σχέδια για αναμόρφωση του ρυθμιστικού πλαισίου και επιτάχυνση της έγκρισης έργων.

Η κυβέρνηση των Εργατικών πρότεινε στις 13 Μαΐου το Νομοσχέδιο για τη Ρύθμιση της Πυρηνικής Ενέργειας, το οποίο, σύμφωνα με την ίδια, θα εκσυγχρονίσει ένα υπερβολικά γραφειοκρατικό ρυθμιστικό σύστημα που έχει επιβραδύνει την ανάπτυξη νέων πυρηνικών έργων σε ολόκληρη τη Βρετανία.

Το νομοσχέδιο παρουσιάστηκε στο Βασιλικό Διάγγελμα του 2026, το οποίο καθορίζει τη νομοθετική ατζέντα της χρονιάς, και περιλαμβάνει μέτρα για την απλούστευση της έγκρισης μεγάλων πυρηνικών έργων, όπως το Sizewell C στο Σάφφολκ και το Hinkley Point C στο Σόμερσετ. Παράλληλα, προβλέπει μέτρα στήριξης για μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες στο Wylfa της Βόρειας Ουαλίας.

Το προτεινόμενο νομοσχέδιο αποτελεί μέρος της ευρύτερης ενεργειακής στρατηγικής του πρωθυπουργού Κηρ Στάρμερ για ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και μείωση της έκθεσης στις ασταθείς παγκόσμιες αγορές φυσικού αερίου.

Στις ενημερωτικές σημειώσεις που συνόδευαν το Βασιλικό Διάγγελμα, η κυβέρνηση ανέφερε ότι η πυρηνική ενέργεια είναι ασφαλής, αξιόπιστη και καθαρή, προσθέτοντας ότι μια πιο ασφαλής παροχή εγχώριας ενέργειας συμβάλλει στη μείωση της έκθεσης στις διακυμάνσεις των ορυκτών καυσίμων και είναι απαραίτητη για τη σταθερότητα του ηλεκτρικού δικτύου.

Η νομοθεσία θα εφαρμόσει τις συστάσεις της Αναθεώρησης Πυρηνικής Ρύθμισης του 2025. Η αναθεώρηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία έγκρισης πυρηνικών έργων στη Βρετανία είχε καταστεί υπερβολικά περίπλοκη και συνέβαλλε σε σημαντική αύξηση του κόστους των πυρηνικών κατασκευών.

Βρετανοί αξιωματούχοι αποδέχθηκαν και τις σαράντα επτά (47) συστάσεις της αναθεώρησης και δεσμεύθηκαν τον Μάρτιο του 2026 να τις εφαρμόσουν έως το τέλος του 2027.

Σχέδιο ενίσχυσης της πυρηνικής παραγωγής

Η νομοθετική πρόταση συνδέεται με την προσπάθεια της Βρετανίας να ενισχύσει την ενεργειακή ανθεκτικότητά της, έπειτα από αρκετά χρόνια αστάθειας στις αγορές, που κλονίστηκαν από έναν συνδυασμό παραγόντων όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι διαταραχές στις παγκόσμιες ναυτιλιακές οδούς και οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή.

Η πρωτοβουλία βασίζεται επίσης σε συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας που υπεγράφη μεταξύ της Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών τον Σεπτέμβριο του 2025. Η συμφωνία, γνωστή ως «Ατλαντική Εταιρική Σχέση για την Προηγμένη Πυρηνική Ενέργεια» («Atlantic Partnership for Advanced Nuclear Energy»), διεύρυνε τη συνεργασία στους προηγμένους αντιδραστήρες, στις επενδύσεις και στις αλυσίδες εφοδιασμού της πυρηνικής βιομηχανίας.

Βρετανοί αξιωματούχοι είχαν δηλώσει τότε ότι η συμφωνία θα στηρίξει την κατασκευή νέων πυρηνικών έργων και θα αυξήσει την πρόσβαση στην αγορά τόσο για βρετανικές όσο και για αμερικανικές πυρηνικές εταιρείες. Αν και το Βασιλικό Διάγγελμα επικεντρώθηκε στη νομοθεσία και στην αναδιάρθρωση του ρυθμιστικού πλαισίου εντός της Βρετανίας, η προγενέστερη συμφωνία Βρετανίας–ΗΠΑ δημιούργησε τις διεθνείς επενδυτικές και τεχνολογικές συνεργασίες που απαιτούνται για να στηριχθεί αυτή η επέκταση.

Το ενδιαφέρον για την πυρηνική ενέργεια αυξάνεται και στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου τεχνολογικές εταιρείες όπως οι Microsoft, Amazon και Google έχουν υπογράψει μακροπρόθεσμες συμφωνίες για τη διασφάλιση προμηθειών πυρηνικής ενέργειας για ενεργοβόρα κέντρα δεδομένων.

Η Γαλλία ενέκρινε τον Φεβρουάριο νομοθεσία για την επέκταση του πυρηνικού της προγράμματος, με σχέδια κατασκευής έξι νέων αντιδραστήρων EPR2 και ενδεχομένως ακόμη οκτώ στο μέλλον.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσίασε τον Μάρτιο στρατηγική στήριξης μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων, με στόχους ανάπτυξης στις αρχές της δεκαετίας του 2030. Ωστόσο, η Γερμανία είχε κλείσει τους τελευταίους πυρηνικούς αντιδραστήρες της το 2023. Ο καγκελάριος Φρήντριχ Μερτς χαρακτήρισε φέτος, στις 14 Ιανουαρίου, την απόφαση αυτή «σοβαρό στρατηγικό λάθος».

Ρυθμιστικό πλαίσιο

Το νομοσχέδιο προτείνει τη δημιουργία νέας Επιτροπής Πυρηνικής Ρύθμισης, η οποία θα έχει στόχο τον συντονισμό της εποπτείας και τον περιορισμό των επικαλυπτόμενων αρμοδιοτήτων μεταξύ των υπηρεσιών.

Βρετανοί αξιωματούχοι δεσμεύθηκαν επίσης να αυξήσουν τη χρήση διεθνών προτύπων και να προχωρήσουν προς ένα περισσότερο «προσανατολισμένο στα αποτελέσματα» ρυθμιστικό μοντέλο, όπως το περιέγραψαν.

Η κυβέρνηση ανέφερε ότι οι μεταρρυθμίσεις θα διατηρήσουν «παγκόσμιας κλάσης πρότυπα ασφάλειας και περιβαλλοντικής προστασίας», ενώ παράλληλα θα μειώσουν τις καθυστερήσεις και θα περιορίσουν το κόστος με την πάροδο του χρόνου.

Σύμφωνα με δηλώσεις του προέδρου της EDF Energy UK, σερ Άλεξ Τσίσχολμ, που περιελήφθησαν στις ενημερωτικές σημειώσεις, η σημερινή αστάθεια στις παγκόσμιες αγορές ορυκτών καυσίμων αναδεικνύει τα οφέλη της εγχώριας πυρηνικής ηλεκτρικής ενέργειας για τη Βρετανία.

Ο Τσίσχολμ ανέφερε επίσης ότι η ρύθμιση θα πρέπει να παραμείνει έγκαιρη, προβλέψιμη και αναλογική, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει ανάγκη επιλογής ανάμεσα στην προστασία της φύσης και στην υλοποίηση βασικών εθνικών υποδομών.

Της Evgenia Filimianova