Δευτέρα, 29 Ιούν, 2026

Εντείνεται η στρατιωτική πίεση στο Ιράν καθώς πλησιάζει η προθεσμία Τραμπ

Αν και το τελεσίγραφο του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ προς το Ιράν για αποδοχή συμφωνίας ειρήνης λήγει στις 6 Απριλίου, οι συνομιλίες δεν εμφανίζουν ουσιαστική πρόοδο ενώ η σύγκρουση κλιμακώνεται, εντείνοντας τους φόβους για ευρύτερη ανάφλεξη.

Ανώτεροι Ισραηλινοί αξιωματούχοι δήλωσαν στο Epoch Magazine, στις 3 Απριλίου, ότι οι συνομιλίες μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης — που διεξάγονται μέσω του αρχηγού του στρατού του Πακιστάν — έχουν μέχρι στιγμής προσκρούσει σε δυσκολίες και δεν έχουν αποφέρει ουσιαστικά αποτελέσματα.

Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία έως την προθεσμία ή δεν υπάρξει πρόοδος στο ζήτημα της επαναλειτουργίας του Πορθμού του Ορμούζ, ενδέχεται να διατάξει ο Τραμπ σημαντική κλιμάκωση των επιχειρήσεων.

Τις τελευταίες ημέρες, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει εντείνει τις προειδοποιήσεις του, απειλώντας με διεύρυνση των επιθέσεων σε κρίσιμες υποδομές του Ιράν, όπως γέφυρες και εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής. Σε ανάρτησή του στις 3 Απριλίου στο Truth Social, ανέφερε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις δεν έχουν αρχίσει ακόμη να καταστρέφουν ό,τι έχει απομείνει στο Ιράν, υπογραμμίζοντας ότι επόμενοι στόχοι θα είναι οι γέφυρες και στη συνέχεια οι σταθμοί ηλεκτρικής ενέργειας.

Η δήλωση έγινε μετά από αμερικανικό πλήγμα σε μεγάλη γέφυρα κοντά στην Τεχεράνη, τη λεγόμενη Γέφυρα B1 που συνδέει την πρωτεύουσα με το Καράτζ. Αμερικανός αξιωματούχος εξήγησε ότι στόχος της επίθεσης ήταν η διακοπή κρίσιμης γραμμής στρατιωτικού ανεφοδιασμού που υποστηρίζει τις δυνατότητες του Ιράν σε βαλλιστικούς πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.

Ο Τραμπ δημοσίευσε βίντεο από το πλήγμα, σημειώνοντας ότι θα ακολουθήσουν και άλλες επιθέσεις αν το Ιράν δεν αποδεχθεί συμφωνία, προσθέτοντας ότι η συγκεκριμένη γέφυρα καταστράφηκε οριστικά και ότι επίκεινται περισσότερα πλήγματα. Τόνισε επίσης ότι το Ιράν θα πρέπει να προχωρήσει σε συμφωνία πριν να είναι πολύ αργά.

Η διεύρυνση των στόχων υποδηλώνει πιθανή μετατόπιση της στρατηγικής προς ευρύτερη αποδυνάμωση των ιρανικών υποδομών, εξέλιξη που ενδέχεται να μεγαλώσει το ανθρωπιστικό και οικονομικό κόστος του πολέμου.

Η στρατιωτική εικόνα 

Παράλληλα, στις 3 Απριλίου, το Ιράν εξαπέλυσε  νέα κύματα επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους σε στόχους σε όλη τη Μέση Ανατολή. Ιρανικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος έπληξε το διυλιστήριο Μίνα Αλ Αχμάντι στο Κουβέιτ, όπου πυροσβεστικές δυνάμεις επιχείρησαν για την κατάσβεση πολλαπλών εστιών φωτιάς.

Επιθέσεις ενεργοποίησαν σειρήνες στο Μπαχρέιν, ενώ η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε ότι κατέρριψε εισερχόμενα μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Το Ισραήλ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανέφεραν επίσης ότι δέχθηκαν επιθέσεις.

Ιρανική επίθεση προκάλεσε ζημιές και σε μονάδα αφαλάτωσης στο Κουβέιτ, από την οποία προέρχεται περίπου το 90% του πόσιμου νερού της χώρας.

Την ίδια στιγμή, στόχοι στην Τεχεράνη και το Ισφαχάν επλήγησαν κατά τη διάρκεια της νύχτας, σύμφωνα με ακτιβιστές, αν και η διακοπή του διαδικτύου στο Ιράν περιορίζει σημαντικά τη ροή πληροφοριών.

Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου δήλωσε, στις 3 Απριλίου, ότι οι επιθέσεις κατά του Ιράν θα συνεχιστούν, επισημαίνοντας ότι οι επιχειρήσεις διεξάγονται σε πλήρη συντονισμό με τις ΗΠΑ. Ανέφερε ότι το ιρανικό καθεστώς είναι πιο αδύναμο από ποτέ ενώ το Ισραήλ ισχυρότερο, και υποστήριξε ότι η ισραηλινή αεροπορία έχει καταστρέψει περίπου το 70% της ικανότητας παραγωγής χάλυβα του Ιράν. Την εξέλιξη χαρακτήρισε «τεράστιο επίτευγμα», καθώς περιορίζει τους χρηματοδοτικούς πόρους και τη δυνατότητα παραγωγής όπλων των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης.

Οι ισραηλινές δυνάμεις ανακοίνωσαν επίσης ότι εξουδετέρωσαν τον Μακράμ Αθίμι, διοικητή μονάδας βαλλιστικών πυραύλων στο Κερμανσάχ, ενώ η ισραηλινή αεροπορία ανέφερε ότι έπληξε δεκάδες θέσεις εκτόξευσης και αποθήκευσης πυραύλων μέσα σε ένα 24ωρο.

Από την πλευρά του, το Ιράν κατήγγειλε τα πλήγματα σε υποδομές ως επιθέσεις σε πολιτικούς στόχους. Ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί εκτίμησε ότι τέτοιες ενέργειες δεν θα οδηγήσουν σε παράδοση της Τεχεράνης, αλλά πλήττουν τη διεθνή εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών, προσθέτοντας ότι οι καταστροφές θα αποκατασταθούν, σε αντίθεση με τη ζημιά στη φήμη της Ουάσιγκτον.

Ιρανικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι τουλάχιστον δύο άμαχοι σκοτώθηκαν από το χτύπημα στη γέφυρα, ενώ αρκετοί τραυματίστηκαν.

Επιπτώσεις σε υποδομές, υγεία και οικονομία

Παράλληλα, αναφέρθηκαν ζημιές σε υποδομές υγείας. Ο επικεφαλής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας Τέντρος Γκεμπρεγέσους επεσήμανε ότι από την 1η Μαρτίου έχουν καταγραφεί περισσότερες από είκοσι επιθέσεις σε υγειονομικές εγκαταστάσεις, με τουλάχιστον εννέα νεκρούς.

Μεταξύ άλλων, υπέστη ζημιές το Ινστιτούτο Παστέρ, ενώ επλήγησαν το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Ντελαράμ Σίνα στις 29 Μαρτίου και η φαρμακευτική μονάδα Τοφίγκ Νταρού στις 31 Μαρτίου. Τόνισε ότι η σύγκρουση επηρεάζει σοβαρά την παροχή υπηρεσιών υγείας και την ασφάλεια ασθενών και υγειονομικών, υπογραμμίζοντας ότι η ειρήνη αποτελεί την καλύτερη θεραπεία.

Στο πεδίο των επιχειρήσεων, η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) διέψευσε ιρανικούς ισχυρισμούς περί κατάρριψης αμερικανικού μαχητικού πάνω από το νησί Κεσμ, δηλώνοντας ότι όλα τα αεροσκάφη είναι ασφαλή και ότι παρόμοιοι ισχυρισμοί έχουν διατυπωθεί επανειλημμένα χωρίς βάση.

Η ένταση έχει επηρεάσει σημαντικά και τις διεθνείς αγορές ενέργειας. Η τιμή του πετρελαίου Brent έφθασε τα 109 δολάρια το πρωί της 3ης Απριλίου, αυξημένη κατά 50% σε σχέση με τα τέλη Φεβρουαρίου, ενώ το αμερικανικό αργό West Texas Intermediate έφθασε τα 111,54 δολάρια ανά βαρέλι, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2020.

Σε διάγγελμά του, την 1η Απριλίου, ο Τραμπ υποστήριξε ότι το Ιράν έχει υποστεί καταστροφικές απώλειες μέσα σε λίγες εβδομάδες και προανήγγειλε περαιτέρω εντατικοποίηση των επιθέσεων τις επόμενες δύο έως τρεις εβδομάδες.

Ο Πορθμός του Ορμούζ στο επίκεντρο

Ο Πορθμός του Ορμούζ — από όπου διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου και φυσικού αερίου — παραμένει στο επίκεντρο της κρίσης. Η απειλή του Ιράν κατά της ναυσιπλοΐας έχει οδηγήσει σε άνοδο των τιμών ενέργειας και σε διεθνή ανησυχία.

Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ συνεδριάζει στις 4 Απριλίου για το ζήτημα και αναμένεται να ψηφίσει πρόταση του Μπαχρέιν για την έγκριση αμυντικών ενεργειών με στόχο τη διασφάλιση της ναυσιπλοΐας στο στενό, με τη Ρωσία και την Κίνα να διατηρούν δικαίωμα αρνησικυρίας.

Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι η επαναλειτουργία του Πορθμού του Ορμούζ δεν αποτελεί ευθύνη των Ηνωμένων Πολιτειών, καλώντας τις χώρες που εξαρτώνται από τις ενεργειακές ροές της περιοχής να αναλάβουν δράση.

Διπλωματικές διεργασίες και ρόλος του Πακιστάν

Σε διπλωματικό επίπεδο, το Πακιστάν έχει αναδειχθεί σε βασικό διαμεσολαβητή, μεταφέροντας μηνύματα μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης και προωθώντας πλαίσιο συνομιλιών. Έχει δηλώσει ότι είναι έτοιμο να φιλοξενήσει διαπραγματεύσεις, αν και δεν υπάρχει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.

Ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ Στηβ Γουίτκοφ επιβεβαίωσε ότι έχει διαβιβαστεί στο Ιράν πρόταση δεκαπέντε (15) σημείων για πιθανή κατάπαυση του πυρός μέσω πακιστανικής διαμεσολάβησης, χαρακτηρίζοντας τις επαφές εποικοδομητικές και εκτιμώντας ότι το Ιράν αναζητά διέξοδο.

Ωστόσο, η Τεχεράνη απορρίπτει ότι βρίσκονται σε εξέλιξη πραγματικές διαπραγματεύσεις. Ο Αραγτσί δήλωσε ότι το Ιράν λαμβάνει μηνύματα, αλλά δεν τα θεωρεί μέρος μιας διαπραγματευτική διαδικασία, προσθέτοντας ότι δεν έχει απαντήσει επισήμως στην αμερικανική πρόταση. Ζητά πλήρη τερματισμό των εχθροπραξιών, εγγυήσεις κατά μελλοντικών επιθέσεων και αποζημιώσεις.

Παράλληλα, σύμφωνα με ισραηλινές πηγές, η Ουάσιγκτον έχει ζητήσει από το Ισραήλ να επιδείξει αυτοσυγκράτηση σε ορισμένες περιπτώσεις και να αποφύγει τη στοχοποίηση κορυφαίων Ιρανών αξιωματούχων, όπως ο ανώτατος ηγέτης Μοτσταμπά Χαμενεΐ, ο πρόεδρος της Βουλής Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ και ο Αραγτσί, προκειμένου να διατηρηθεί το ενδεχόμενο διπλωματικής λύσης.

Οι εξελίξεις αυτές καταδεικνύουν ότι, παρά την ένταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, παραμένουν ανοιχτά τα διπλωματικά κανάλια, με την έκβαση της κρίσης να εξαρτάται πλέον από το εάν θα υπάρξει συμφωνία πριν από τη λήξη του τελεσιγράφου.

Των Tom Ozimek και Chris Summers

Με πληροφορίες από Associated Press and Reuters

Η επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας γίνεται εμφανής

Η Κίνα ολοκλήρωσε πρόσφατα τις «Δύο Συνόδους», τη σημαντικότερη πολιτική της συνεδρίαση για το έτος, με το Πεκίνο να θέτει στόχο ανάπτυξης για το 2026 στο 4,5% έως 5% — το χαμηλότερο επίπεδο από το 1991.

Για χρόνια, το Πεκίνο όριζε σταθερούς στόχους ανάπτυξης προκειμένου να προβάλλει εικόνα σταθερότητας. Αναλυτές δήλωσαν στην εφημερίδα The Epoch Times ότι οι χαμηλότερες προσδοκίες υποδηλώνουν ένα βαθύτερο πρόβλημα· η οικονομία ενδέχεται να είναι πολύ πιο αδύναμη από ό,τι δείχνουν τα επίσημα στοιχεία για το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ).

Τα προειδοποιητικά σημάδια, σύμφωνα με τους αναλυτές, είναι ήδη ορατά σε στοιχεία που το καθεστώς δεν μπορεί εύκολα να προσαρμόσει· μείωση φορολογικών εσόδων, νέα σημαντική πτώση των εσόδων από πωλήσεις γης, παρατεταμένη ύφεση στον τομέα των ακινήτων, ασθενής ιδιωτική επένδυση, υποτονική καταναλωτική ζήτηση, καθώς και άλλα στοιχεία που το Πεκίνο έχει τροποποιήσει, καθυστερήσει ή ακόμη και σταματήσει να δημοσιοποιεί.

Ο Κινέζος οικονομολόγος με έδρα τις ΗΠΑ Λι Χενγκτσίνγκ ανέφερε στην Epoch Times ότι όταν το Πεκίνο μείωσε τον στόχο ανάπτυξης για το 2026 στο 4,5% έως 5%, έκανε κάτι περισσότερο από το να περιορίσει τις προσδοκίες, καθώς προχώρησε σε μια σιωπηρή παραδοχή ότι η επιβράδυνση της Κίνας δεν αποτελεί πλέον μια προσωρινή κάμψη που μπορεί να καλυφθεί από έναν ενιαίο αριθμό ΑΕΠ.

Σύμφωνα με τον Λι, ο πιο σωστός τρόπος ανάγνωσης της κινεζικής οικονομίας δεν είναι να εξετάζεται αν κάθε επίσημος αριθμός είναι αληθής ή ψευδής, αλλά ποια στοιχεία είναι δυσκολότερο να «εξομαλυνθούν». Με αυτό το μέτρο, η εικόνα είναι ζοφερή.

Χαμηλότερος στόχος και ισχυρότερο μήνυμα

Οικονομολόγοι και αναλυτές αμφισβητούν εδώ και χρόνια την αξιοπιστία των επίσημων στοιχείων ΑΕΠ της Κίνας. Οι αμφιβολίες αυτές έχουν πολλαπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια, καθώς οι εμφανείς πιέσεις στην οικονομία έρχονται σε αντίθεση με τους ρυθμούς ανάπτυξης που επανειλημμένα επιτυγχάνουν ακριβώς τον στόχο.

Τα επίσημα στοιχεία τοποθετούν την ανάπτυξη στο 5%, τόσο το 2024 όσο και το 2025, δείχνοντας ότι ο στόχος του Πεκίνου επιτεύχθηκε, ωστόσο ορισμένες εξωτερικές εκτιμήσεις υποδηλώνουν ότι το καθεστώς ενδέχεται να έχει υπερεκτιμήσει την ανάπτυξη κατά 2 έως 3 ποσοστιαίες μονάδες.

Το Rhodium Group, ερευνητικό κέντρο με έδρα τη Νέα Υόρκη, εκτίμησε ότι η πραγματική αύξηση του ΑΕΠ της Κίνας το 2025 κυμάνθηκε περίπου στο 2,5% έως 3%, με πρόβλεψη 1% έως 2,5% για το 2026, ενώ η ελβετική τραπεζική ομάδα UBS εκτίμησε ανάπτυξη 3,4% για το 2025 και 3% για το 2026.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) ανέφερε ότι η ανάπτυξη στηρίχθηκε κυρίως στις εξαγωγές και στη δημοσιονομική και νομισματική τόνωση, με Κινέζους αξιωματούχους να χαρακτηρίζουν ανοιχτά την ανεπαρκή εγχώρια ζήτηση ως «σημαντικό ζήτημα» και να καλούν σε δράση.

Ο Λι σημείωσε ότι η απόκλιση αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί, επισημαίνοντας ότι τα δεδομένα αυτά δεν συνάδουν με έναν «καθαρό» ρυθμό ανάπτυξης 5%.

Ο Γκάο Σανγουέν, διακεκριμένος οικονομολόγος της κρατικής SDIC Securities, ανέφερε σε συνέδριο στην Ουάσιγκτον τον Δεκέμβριο του 2024 ότι η ανάπτυξη του ΑΕΠ της Κίνας πιθανότατα κυμάνθηκε κατά μέσο όρο γύρω στο 2% τα τελευταία δύο έως τρία χρόνια, παρότι τα επίσημα στοιχεία διατηρούνταν κοντά στο 5%, επισημαίνοντας ότι το πραγματικό μέγεθος της ανάπτυξης της Κίνας, καθώς και ορισμένα άλλα στοιχεία, δεν είναι γνωστά.

Στοιχεία που δεν μπορούν να κρυφτούν 

Ο οικονομολόγος Ντέιβι Τζ. Ουόνγκ, με έδρα τις ΗΠΑ, ανέφερε στην Epoch Times ότι τα πιο αποκαλυπτικά στοιχεία δεν βρίσκονται στον επίσημο ρυθμό ανάπτυξης, αλλά στα χρήματα που πράγματι κινούνται στην οικονομία. Τα έσοδα του γενικού κρατικού προϋπολογισμού της Κίνας μειώθηκαν κατά 1,7% το 2025, ενώ τα έσοδα των τοπικών κυβερνήσεων από πωλήσεις γης — βασική πηγή χρηματοδότησης — υποχώρησαν κατά 14,7%, καταγράφοντας την τέταρτη διαδοχική ετήσια πτώση.

Παράλληλα, η Παγκόσμια Τράπεζα διαπίστωσε ότι τα συνολικά δημοσιονομικά έσοδα παρέμειναν υποτονικά και ότι τα έσοδα από φόρο εταιρικών κερδών μειώθηκαν κατά 3,1% λόγω συρρίκνωσης των περιθωρίων κέρδους.

Ο Ουόνγκ επεσήμανε ότι, ενώ μια κυβέρνηση μπορεί να διαμορφώσει μια αφήγηση για την ανάπτυξη, είναι πολύ πιο δύσκολο να εξηγήσει ταυτόχρονα την αδύναμη είσπραξη φόρων, τη μείωση των εσόδων από πωλήσεις γης και την πτώση των φορολογικών εσόδων που συνδέονται με τα κέρδη.

Παρόμοια αδυναμία καταγράφεται και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς οι επενδύσεις σε πάγια περιουσιακά στοιχεία μειώθηκαν κατά 3,8% το 2025 και οι ιδιωτικές επενδύσεις κατά 6,4%, σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Κίνας.

Άποψη της κεντρικής επιχειρηματικής περιοχής του Πεκίνου. Κίνα, 18 Οκτωβρίου 2024. (Kevin Frayer/Getty Images)

 

Τα μηνιαία στοιχεία επιβεβαιώνουν την εικόνα· η εποχικά διορθωμένη σειρά επενδύσεων σε πάγια στοιχεία ήταν αρνητική σε κάθε μήνα του 2025, ενώ οι λιανικές πωλήσεις μειώθηκαν σε μηνιαία βάση τον Ιούνιο, τον Ιούλιο, τον Σεπτέμβριο, τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο. Τον Απρίλιο του 2025, το κράτος διοχέτευσε 520 δισεκατομμύρια γουάν σε τέσσερις μεγάλες τράπεζες στο πλαίσιο πακέτου στήριξης, κίνηση που ο Λι χαρακτήρισε εντυπωσιακή για μια οικονομία που υποτίθεται ότι αναπτύσσεται σταθερά με ρυθμό 5%.

Ο Ουόνγκ υπογράμμισε ότι τα στοιχεία αυτά δεν δείχνουν ανάκαμψη που διαχέεται στην εγχώρια οικονομία, αλλά μια εικόνα οικονομίας που στηρίζεται σε επιλεγμένους τομείς, στην κρατική υποστήριξη και στις εξαγωγές, ενώ ο ιδιωτικός τομέας παραμένει αδύναμος. Η Παγκόσμια Τράπεζα κατέληξε σε παρόμοιο συμπέρασμα, εκτιμώντας ότι η δημοσιονομική ώθηση έφτασε το 1,6% του ΑΕΠ το 2025, αλλά μόνο το 0,5% κατευθύνθηκε άμεσα στα νοικοκυριά.

Η ίδια έκθεση σημειώνει ότι η ζήτηση για ιδιωτική πίστωση παρέμεινε ασθενής παρά τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, καθώς τα νοικοκυριά επηρεάστηκαν από τη βραδύτερη αύξηση εισοδημάτων, την πτώση των τιμών κατοικιών και το υψηλό επίπεδο χρέους. Παράλληλα, η ίδια η ρητορική του Πεκίνου υπονόμευσε τα επίσημα στοιχεία, με τον Σι Τζινπίνγκ να ζητά ταχύτερη δράση για την ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης και άλλους αξιωματούχους να θέτουν την επέκτασή της ως κορυφαία προτεραιότητα για το 2026.

Ταυτόχρονα, οι ρυθμιστικές αρχές δεσμεύθηκαν να αντιμετωπίσουν τον «εσωστρεφή ανταγωνισμό» και τους «άτακτους πολέμους τιμών», δηλαδή έναν έντονο ανταγωνισμό όπου οι επιχειρήσεις μειώνουν τιμές, αυξάνουν την παραγωγή και μιμούνται προϊόντα, διαβρώνοντας τα κέρδη χωρίς πραγματική ανάπτυξη. Ο Λι σημείωσε ότι το μήνυμα είναι σαφές: οι επιχειρήσεις μειώνουν υπερβολικά τις τιμές, τα νοικοκυριά δεν δαπανούν αρκετά και η ανάπτυξη εξαρτάται υπερβολικά από την προσφορά.

Στιγμιότυπο από την 20ή Διεθνή Έκθεση Αυτοκινητοβιομηχανίας της Σαγκάης. Κίνα, 19 Απριλίου 2023. (Hector Retamal/AFP μέσω Getty Images)

 

Η δημογραφική κάμψη εντείνει τις πιέσεις, καθώς ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 3,39 εκατομμύρια το 2025. Ο Ουόνγκ επεσήμανε ότι, αν και η μείωση του πληθυσμού δεν προκαλεί άμεση επιβράδυνση, καθιστά την προσαρμογή πιο δύσκολη σε μια οικονομία που ήδη αντιμετωπίζει χρέος, ασθενή ζήτηση και μειωμένη εμπιστοσύνη.

Η ύφεση στην αγορά ακινήτων

Η αγορά ακινήτων παραμένει ένας από τους βασικούς ανασταλτικούς παράγοντες της ανάπτυξης. Το 2025, οι επενδύσεις στον κλάδο μειώθηκαν κατά 17,2%, οι νέες κατασκευές κατά 20,4% και οι πωλήσεις σε αξία κατά 12,6%, ενώ η χρηματοδότηση των κατασκευαστών μειώθηκε κατά 13,4%. Μέχρι τον Δεκέμβριο, και οι εβδομήντα μεγάλες και μεσαίες πόλεις της χώρας κατέγραφαν μηνιαίες μειώσεις στις τιμές των μεταχειρισμένων κατοικιών.

Ο καθηγητής Σουν Κουό-Χσιανγκ ανέφερε ότι τα στοιχεία αυτά αντανακλούν μια συνεχιζόμενη ύφεση που επιβαρύνει τα οικονομικά των τοπικών κυβερνήσεων, τον πλούτο των νοικοκυριών και την εμπιστοσύνη. Κατά τα χρόνια της άνθησης, οι κατασκευαστές αγόραζαν γη από τις τοπικές αρχές σε υψηλές τιμές, δημιουργώντας σημαντικά έσοδα και ενισχύοντας την οικοδομική δραστηριότητα.

Πύργοι γραφείων υπό κατασκευή, στην κεντρική επιχειρηματική περιοχή του Πεκίνου. Κίνα, 18 Οκτωβρίου 2024. (Kevin Frayer/Getty Images)

 

Το μοντέλο αυτό άρχισε να καταρρέει το 2020 με την πολιτική των «τριών κόκκινων γραμμών», η οποία περιόρισε τον δανεισμό των εταιρειών και συνέβαλε στην κατάρρευση της Evergrande, επιδεινώνοντας τη συνολική κάμψη. Η πίεση στον κλάδο συνεχίζεται, με τα ακίνητα και τις συναφείς δραστηριότητες να αντιστοιχούν περίπου στο ένα τέταρτο έως το ένα τρίτο του ΑΕΠ.

Η πτώση των τιμών και της οικοδομικής δραστηριότητας επηρεάζει ευρύτερα την οικονομία και περιορίζει την κατανάλωση, καθώς τα νοικοκυριά διακρατούν μεγάλο μέρος του πλούτου τους σε ακίνητα. Η έλλειψη επίσημων στοιχείων για τις κενές κατοικίες και η απόσυρση σχετικής έκθεσης από το Ινστιτούτο Beike ενίσχυσαν τις ανησυχίες για υπερπροσφορά, με τον Σουν να εκτιμά ότι υπήρξαν πιέσεις από το Πεκίνο.

Το πρόβλημα των «εξαφανισμένων» στοιχείων

Από το 2022 τουλάχιστον, οι κινεζικές αρχές έχουν σταματήσει να δημοσιεύουν εκατοντάδες σειρές δεδομένων που χρησιμοποιούνταν παλαιότερα από ερευνητές και επενδυτές, μεταξύ των οποίων στοιχεία για πωλήσεις γης, ξένες επενδύσεις, ανεργία, κενές κατοικίες, αποτεφρώσεις, επιχειρηματική εμπιστοσύνη, παραγωγή σάλτσας σόγιας και εμβολιασμούς. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι αρχές δεν έχουν εξηγήσει γιατί τα δεδομένα αυτά αφαιρέθηκαν ή δεν δημοσιοποιούνται.

Τα στοιχεία που απουσιάζουν σχετίζονται συχνά με πολιτικά ευαίσθητους τομείς, ιδίως την αγορά ακινήτων. Η εξέλιξη αυτή σημειώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ύφεση στον κλάδο έχει εξαφανίσει δισεκατομμύρια από τον πλούτο των νοικοκυριών και έχει προκαλέσει διαμαρτυρίες από δυσαρεστημένους αγοραστές κατοικιών. Η διαχείριση των στοιχείων για την ανεργία των νέων αποτελεί ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Άτομα που αναζητούν εργασία, σε έκθεση εργασίας στο Πεκίνο. Κίνα, 20 Μαρτίου 2024. (Jade Gao/AFP μέσω Getty Images)

 

Τον Ιούνιο του 2023, το επίσημο ποσοστό ανεργίας των νέων στην Κίνα έφτασε σε ιστορικό υψηλό 21,3%. Την ίδια περίπου περίοδο, η οικονομολόγος και καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Πεκίνου Τζανγκ Νταν-νταν προκάλεσε έντονη συζήτηση σε εθνικό επίπεδο, εκτιμώντας ότι το πραγματικό ποσοστό θα μπορούσε να φτάνει έως και το 46,5%.

Τον Αύγουστο του ίδιου έτους, οι αρχές ανακοίνωσαν ότι θα αναστείλουν τη δημοσίευση των στοιχείων για την ανεργία των νέων, επικαλούμενες την ανάγκη αναθεώρησης της μεθοδολογίας υπολογισμού. Πέντε μήνες αργότερα, το Πεκίνο δημοσίευσε νέα σειρά στοιχείων, τοποθετώντας το ποσοστό στο 14,9%.

Αξιωματούχοι ανέφεραν ότι το αναθεωρημένο ποσοστό εξαιρεί σχεδόν 62 εκατομμύρια φοιτητές πλήρους φοίτησης, υποστηρίζοντας ότι δεν θα πρέπει να υπολογίζονται ως άνεργοι. Ωστόσο, ο Ουόνγκ επεσήμανε ότι η συνήθης στατιστική πρακτική περιλαμβάνει όσους αναζητούν ενεργά εργασία, συμπεριλαμβανομένων των φοιτητών. Συγκριτικά, ο μέσος όρος ανεργίας των νέων στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης ανερχόταν στο 11,2% τον Ιούλιο του 2025, με τις Ηνωμένες Πολιτείες στο 10,8% και την Ιαπωνία στο 4,1%.

Γιατί αμφισβητούνται τα επίσημα στοιχεία

Το 2007, ο πρώην πρωθυπουργός της Κίνας Λι Κετσιάνγκ είχε δηλώσει στον πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών ότι τα στοιχεία ΑΕΠ της επαρχίας που διοικούσε ήταν τεχνητά και, συνεπώς, αναξιόπιστα, σύμφωνα με διπλωματικό τηλεγράφημα των ΗΠΑ που διέρρευσε. Αντί αυτών, είχε αναφέρει ότι βασιζόταν στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, τις σιδηροδρομικές μεταφορές εμπορευμάτων και τα νέα τραπεζικά δάνεια για να αξιολογήσει την πραγματική οικονομική δραστηριότητα, επισημαίνοντας ότι τα επίσημα στοιχεία ΑΕΠ χρησιμοποιούνται μόνο για λόγους αναφοράς.

Ο Ουόνγκ ανέφερε ότι η δήλωση αυτή αποτυπώνει το βασικό πρόβλημα του στατιστικού συστήματος της Κίνας· οι αριθμοί συχνά εξυπηρετούν πολιτικούς σκοπούς. Όπως εξήγησε, στην Κίνα τα στατιστικά στοιχεία δεν αποτελούν απλώς τεχνικό ζήτημα, αλλά συνδέονται με γραφειοκρατικά κίνητρα και ταυτόχρονα αποτελούν πολιτική αποστολή που ανατίθεται από τις κεντρικές αρχές στο πλαίσιο διατήρησης της νομιμοποίησης της διακυβέρνησης.

Οι τοπικοί αξιωματούχοι έχουν ισχυρά κίνητρα να παρουσιάζουν βελτιωμένη εικόνα, καθώς η οικονομική επίδοση συνδέεται με την αξιολόγηση, την προαγωγή και την απόδοση ευθυνών. Όταν το Πεκίνο θέτει σαφείς στόχους για την ανάπτυξη, την απασχόληση και τη σταθερότητα, η ασφαλέστερη επιλογή για τις τοπικές αρχές δεν είναι να αποτυπώσουν πλήρως την έκταση των προβλημάτων, αλλά να προσαρμόσουν τα στοιχεία σε ένα «αποδεκτό εύρος».

Αυτό εξηγεί γιατί οι αναλυτές αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό τα στοιχεία όταν η ανάπτυξη συμπίπτει ακριβώς με τον στόχο. Η αναφερόμενη ανάπτυξη 5% το 2024 ταυτίστηκε πλήρως με τον κυβερνητικό στόχο.

Ο Κινέζος πρωθυπουργός Λι Κετσιάνγκ απαντά σε ερωτήσεις κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, μετά την ολοκλήρωση της συνεδρίασης του Εθνικού Λαϊκού Κογκρέσου. Πεκίνο, 15 Μαρτίου 2015. (Feng Li/Getty Images)

 

Ο Λι Χενγκτσίνγκ ανέφερε ότι πριν ακόμη ξεκινήσει το έτος έχει ήδη «προβλεφθεί με ακρίβεια» η συνολική οικονομική επίδοση, σημειώνοντας ότι πρόκειται για φαινόμενο σχεδόν ανύπαρκτο σε άλλα μέρη του κόσμου και πραγματικά μοναδικό. Η οικονομική ανάπτυξη πρέπει να παράγεται στην πραγματικότητα και δεν μπορεί απλώς να κατασκευαστεί ή να καταγραφεί τεχνητά· ωστόσο, στην Κίνα αυτή η διάκριση ουσιαστικά δεν υφίσταται, καθώς οι αριθμοί είναι, στην ουσία, κατασκευασμένοι.

Όπως εξήγησε, τα δεδομένα προέρχονται από τη βάση: οι δήμοι αναφέρουν στους νομούς, οι νομοί στις πόλεις, οι πόλεις στις επαρχίες και τελικά στην Εθνική Στατιστική Υπηρεσία. Στο χαμηλότερο επίπεδο, οι επιχειρήσεις δηλώνουν παραγωγή και έσοδα, αλλά τους επισημαίνεται ότι τα στοιχεία δεν συνδέονται με τη φορολογία, με αποτέλεσμα να αισθάνονται ασφαλείς να τα διογκώνουν.

Εάν τα στοιχεία υπολείπονται των στόχων — όπως ο στόχος ανάπτυξης 5% του Κρατικού Συμβουλίου — επιστρέφονται για «επανέλεγχο», που στην πράξη σημαίνει αναθεώρησή τους προς τα πάνω. Όλοι κατανοούν τη διαδικασία· οι αριθμοί προσαρμόζονται μέχρι να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες.

Η διαδικασία αυτή διογκώνει τα στοιχεία σε κάθε επίπεδο της διοικητικής αλυσίδας. Παράλληλα, υπενθύμισε περιπτώσεις όπου επαρχίες παραδέχθηκαν σημαντικές στρεβλώσεις, όπως το 2018, όταν η Εσωτερική Μογγολία παραδέχθηκε διόγκωση δημοσιονομικών και βιομηχανικών στοιχείων έως και κατά 40%, και το 2017, όταν η επαρχία Λιαονίνγκ αναγνώρισε υπερεκτίμηση των οικονομικών στοιχείων άνω του 20%.

Του Sean Tseng

Με τη συμβολή της Gu Xiaohua και πληροφορίες από το Reuters

ΗΠΑ-Ιράν: Απειλές για νέα πλήγματα — Στο στόχαστρο γέφυρες, ενεργειακές υποδομές και εταιρείες

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, απείλησε με νέα κύματα επιθέσεων κατά του Ιράν, προαναγγέλλοντας πλήγματα σε γέφυρες και ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς, ενώ την ίδια στιγμή η Τεχεράνη δηλώνει ότι θα στοχοποιήσει αμερικανικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή.

Σε ανάρτησή του αργά την Πέμπτη στην πλατφόρμα Truth Social, ο Τραμπ ανέφερε ότι ο αμερικανικός στρατός, τον οποίο χαρακτήρισε ως τον ισχυρότερο στον κόσμο, δεν έχει ακόμη ξεκινήσει να καταστρέφει ό,τι έχει απομείνει στο Ιράν και προειδοποίησε ότι επόμενοι στόχοι θα είναι οι γέφυρες και στη συνέχεια οι ηλεκτροπαραγωγικοί σταθμοί. Παράλληλα, σημείωσε ότι η νέα ηγεσία του Ιράν γνωρίζει τι πρέπει να γίνει και ότι αυτό πρέπει να γίνει γρήγορα.

Νωρίτερα την ίδια ημέρα, δημοσίευσε βίντεο που δείχνει αμερικανικές δυνάμεις να καταστρέφουν τμήματα μεγάλης γέφυρας κοντά στην Τεχεράνη. Σε σχετική ανάρτηση ανέφερε ότι η μεγαλύτερη γέφυρα του Ιράν καταρρέει και δεν θα χρησιμοποιηθεί ξανά, προσθέτοντας ότι θα ακολουθήσουν και άλλα πλήγματα. Τόνισε επίσης ότι είναι καιρός το Ιράν να συνάψει συμφωνία πριν να είναι πολύ αργά — διαφορετικά, δεν απομείνει τίποτα από αυτά που θα το καθιστούσαν μια μεγάλη χώρα.

Η επίθεση αυτή πραγματοποιήθηκε λιγότερο από μία ημέρα μετά από τηλεοπτικό διάγγελμα του Τραμπ σε ώρα υψηλής τηλεθέασης, κατά το οποίο προανήγγειλε εντατικοποίηση των αμερικανικών επιθέσεων κατά του Ιράν τις επόμενες δύο έως τρεις εβδομάδες, δηλώνοντας ότι ο στόχος είναι να προκληθεί συντριπτικό πλήγμα στη χώρα.

Αξιωματούχος του αμερικανικού στρατού με γνώση της επιχείρησης ανέφερε ότι στόχος της επίθεσης ήταν η γέφυρα B1, η οποία συνδέει την Τεχεράνη με την Καράτζ. Σύμφωνα με τον ίδιο, σκοπός του πλήγματος ήταν η εξάλειψη ενός σχεδιαζόμενου στρατιωτικού διαδρόμου ανεφοδιασμού για τις ιρανικές βαλλιστικές πυραυλικές δυνάμεις και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη επίθεσης.

Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, καταδίκασε την επίθεση ως πλήγμα σε πολιτικές υποδομές, επισημαίνοντας ότι τέτοιες ενέργειες δεν θα αναγκάσουν τους Ιρανούς να υποχωρήσουν, αλλά καταδεικνύουν την ήττα και την ηθική κατάρρευση του αντιπάλου. Όπως τόνισε, οι υποδομές θα ανοικοδομηθούν, ενώ η ζημιά στο κύρος των Ηνωμένων Πολιτειών δεν θα αποκατασταθεί.

Ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι οι επιθέσεις στη γέφυρα B1 προκάλεσαν τον θάνατο τουλάχιστον δύο αμάχων και τον τραυματισμό αρκετών ακόμη, ενώ μετέδωσαν και πλήγματα στο Ινστιτούτο Παστέρ του Ιράν στην Τεχεράνη.

Στις 2 Απριλίου, σύμφωνα με τα ίδια μέσα, ιρανικές δυνάμεις εξαπέλυσαν καταιγισμό πυραύλων κατά ισραηλινών και αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων, και κατά εγκαταστάσεων χάλυβα και αλουμινίου που συνδέονται με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Παράλληλα, το Ιράν ανακοίνωσε ότι θα ξεκινήσει επιθέσεις εναντίον αμερικανικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή. Σε ανακοίνωση της 31ης Μαρτίου, το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) απείλησε δεκαοκτώ (18) εταιρείες, τις οποίες κατηγόρησε ότι συμμετείχαν στην παροχή υπηρεσιών για την αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι Meta, Google, Microsoft, Apple, IBM, Dell, Palantir, Nvidia, Tesla, Boeing, Cisco, Oracle και Intel.

Οι Φρουροί ανέφεραν ότι οι επιθέσεις θα ξεκινήσουν από την 1η Απριλίου και κάλεσαν τους εργαζομένους να αποχωρήσουν άμεσα από τους χώρους εργασίας τους. Παράλληλα, επιτέθηκε σε κέντρο δεδομένων που λειτουργεί η Oracle στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, επικαλούμενο τη συνεργασία της εταιρείας με τον αμερικανικό στρατό και τις υπηρεσίες πληροφοριών.

Η Amazon επιβεβαίωσε στις αρχές Μαρτίου ότι κέντρα δεδομένων της στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στο Μπαχρέιν υπέστησαν ζημιές από επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, προκαλώντας διακοπές στις υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους. Σε ανακοίνωση της 24ης Μαρτίου προς την εφημερίδα The Epoch Times, εκπρόσωπος της Amazon Web Services ανέφερε ότι η εταιρεία συνεργάζεται με τις αρχές, δίνει προτεραιότητα στην ασφάλεια του προσωπικού και υποστηρίζει τους πελάτες που επηρεάστηκαν, βοηθώντας τους να μεταφέρουν τις υπηρεσίες τους σε άλλες περιοχές.

Την ίδια στιγμή, αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες έχουν τοποθετήσει τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ως περιφερειακό κόμβο για την υπολογιστική ισχύ που απαιτείται για υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης, όπως το ChatGPT. Η Microsoft ανακοίνωσε τον Νοέμβριο του 2025 ότι σχεδιάζει να αυξήσει τις επενδύσεις της στη χώρα στα 15 δισεκατομμύρια δολάρια έως το τέλος του 2029, χρησιμοποιώντας επεξεργαστές της Nvidia στα κέντρα δεδομένων της.

Σε ανάλυση του Center for Strategic and International Studies με έδρα την Ουάσιγκτον σημειώνεται ότι, σε προηγούμενες συγκρούσεις, το Ιράν και οι σύμμαχοί του είχαν στοχοποιήσει ενεργειακές υποδομές, όπως αγωγούς και διυλιστήρια σε χώρες του Κόλπου. Προειδοποίησε επίσης ότι στη σύγχρονη εποχή της υπολογιστικής ισχύος ενδέχεται να στοχοποιηθούν κέντρα δεδομένων, ενεργειακές υποδομές που τα υποστηρίζουν και κρίσιμα σημεία δικτύων οπτικών ινών.

Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι ενδέχεται να τερματίσει τον πόλεμο χωρίς συμφωνία, καλώντας τις χώρες που εξαρτώνται από τις αποστολές καυσίμων μέσω των Στενών του Ορμούζ να εξασφαλίσουν τις προμήθειές τους με κάθε δυνατό τρόπο.

Η Epoch Times επικοινώνησε με τον Λευκό Οίκο για σχόλιο σχετικά με τις απειλές των Φρουρών της Επανάσταση, αλλά δεν έλαβε απάντηση έως τη στιγμή της δημοσίευσης.

Των Jack Phillips και Ryan Morgan

Με τη συμβολή της Evgenia Filimianova και πληροφορίες από το Reuters

Ο Τραμπ εξετάζει την αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι εξετάζει σοβαρά την αποχώρηση της χώρας από το ΝΑΤΟ, εντείνοντας τις πιέσεις προς τους Ευρωπαίους συμμάχους, τους οποίους κατηγορεί για έλλειψη στήριξης στον πόλεμο με το Ιράν.

Σε συνέντευξή του στη βρετανική εφημερίδα The Telegraph την 1η Απριλίου, ανέφερε ότι επανεξετάζει τη συμμετοχή των ΗΠΑ στη Συμμαχία, υποστηρίζοντας ότι το αίτημά του για αρωγή στον Πορθμό του Ορμούζ ήταν μια δοκιμασία που οι σύμμαχοι δεν πέρασαν. Περιέγραψε το ΝΑΤΟ ως «χάρτινη τίγρη» και σημείωσε ότι η αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκεται πλέον πέρα από το στάδιο της απλής επανεξέτασης, προσθέτοντας ότι δεν είχε πειστεί ποτέ από τη Συμμαχία και ότι την ίδια εκτίμηση συμμερίζεται και ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν.

Ο Αμερικανός πρόεδρος εξέφρασε απορία για τη στάση των κρατών-μελών, επισημαίνοντας ότι δεν άσκησε έντονη πίεση για τη συμμετοχή τους, καθώς τη θεωρούσε αυτονόητη. Υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αυτόματα στο πλευρό των συμμάχων τους, όπως φάνηκε στην περίπτωση της Ουκρανίας, παρόλο που δεν αφορούσε την Αμερική άμεσαζήτημα. Όταν αντιστράφηκαν οι όροι, οι σύμμαχοι δεν ανταποκρίθηκαν αντίστοιχα.

Η γενικότερη αντίθεση των ευρωπαϊκών χωρών στις στρατιωτικές επιχειρήσεις ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν έχει δημιουργήσει τεταμένο κλίμα στις σχέσεις ΗΠΑ-ΕΕ, με τον Αμερικανό πρόεδρο να επικρίνει την άρνησή τους ακόμη και για χρήση του εναέριου χώρου τους για τη μεταφορά αμερικανικών όπλων προς το Ισραήλ, ή για χρήση των νατοϊκών βάσεων που φιλοξενούν στο έδαφός τους.

Στα σχόλια του Τραμπ η γαλλική προεδρία απάντησε ότι η απόφαση της χώρας να αρνηθεί τη χρήση του εναέριου χώρου της ήταν συνεπής με τη στάση της από την έναρξη της σύγκρουσης στις 28 Φεβρουαρίου, και εξέφρασε έκπληξη για τις δηλώσεις, επιβεβαιώνοντας ότι η θέση της δεν έχει αλλάξει. Το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας υποστήριξε ότι η απαγόρευση επιβλήθηκε παρά τον προηγούμενο συντονισμό και τις διαβεβαιώσεις ότι τα πυρομαχικά προορίζονταν αποκλειστικά για χρήση κατά του Ιράν, ανακοινώνοντας ότι το Ισραήλ θα διακόψει κάθε αμυντική συνεργασία με τη Γαλλία.

Η Ιταλία αρνήθηκε να επιτρέψει σε αμερικανικά στρατιωτικά αεροσκάφη να χρησιμοποιήσουν τη βάση Σιγονέλα στη Σικελία για επιχειρήσεις προς τη Μέση Ανατολή. Ο υπουργός Άμυνας Γκουίντο Κροζέττο διευκρίνισε ότι δεν υπάρχει ρήξη με τις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι οι αμερικανικές βάσεις παραμένουν ενεργές, αλλά απαιτείται ειδική άδεια για χρήσεις εκτός των υφιστάμενων συμφωνιών.

Η Ισπανία υπερασπίστηκε την απόφασή της να κλείσει τον εναέριο χώρο της σε αμερικανικά αεροσκάφη που συμμετείχαν στις επιθέσεις, με την υπουργό Άμυνας Μαργαρίτα Ρόμπλες να τονίζει ότι οι βάσεις της χώρας χρησιμοποιούνται μόνο για τη συλλογική άμυνα του ΝΑΤΟ. Ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ έχει καταγγείλει τον πόλεμο, υποστηρίζοντας ότι η απάντηση σε μια παρανομία με μια άλλη οδηγεί σε μεγάλες καταστροφές.

Στη Γερμανία, όπου βρίσκεται η αμερικανική βάση Ράμσταϊν, η κυβέρνηση είχε αρχικά δηλώσει ότι δεν υπάρχουν περιορισμοί στη χρήση της, ωστόσο το θέμα έχει προκαλέσει συζήτηση μετά την εκτίμηση του προέδρου Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ ότι ο πόλεμος είναι παράνομος. Ο υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους χαρακτήρισε τη σύγκρουση οικονομική καταστροφή και ξεκαθάρισε ότι η χώρα δεν επιθυμεί να εμπλακεί, τονίζοντας ότι δεν πρόκειται για δικό της πόλεμο.

Αντίστοιχη στάση τηρεί και το Ηνωμένο Βασίλειο. Ο πρωθυπουργός Κηρ Στάρμερ επανέλαβε την 1η Απριλίου ότι η χώρα του δεν θα εμπλακεί στη σύγκρουση, καθώς αυτό δεν εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον. Τόνισε ότι η οικονομική κρίση που προκαλεί ο πόλεμος ωθεί τη Βρετανία σε στενότερη συνεργασία με την Ευρώπη και την Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά το γεγονός ότι η χώρα του αποχώρησε από την Ένωση το 2020. Απαντώντας σε ερωτήσεις για τις δηλώσεις Τραμπ, χαρακτήρισε το ΝΑΤΟ ως την πιο αποτελεσματική στρατιωτική συμμαχία στην ιστορία, υπογραμμίζοντας ότι θα συνεχίσει να ενεργεί με γνώμονα το εθνικό συμφέρον, ανεξαρτήτως πιέσεων. Παράλληλα, η βρετανική κυβέρνηση προετοιμάζει διπλωματικές πρωτοβουλίες για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, τα οποία έχει αποκλείσει η Τεχεράνη προκαλώντας άνοδο των τιμών ενέργειας και διεθνείς οικονομικές αναταράξεις.

Παρά την ένταση, ο Αμερικανός πρόεδρος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αποκλιμάκωσης, αναφέροντας ότι η ιρανική ηγεσία έχει ζητήσει κατάπαυση του πυρός. Σημείωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επανεξετάσουν τη στάση τους όταν τα Στενά του Ορμούζ ανοίξουν και καταστούν ασφαλή, ενώ μέχρι τότε θα συνεχιστούν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο έχει επίσης επισημάνει ότι η Ουάσιγκτον πρέπει να επανεξετάσει τη σχέση της με το ΝΑΤΟ, χαρακτηρίζοντας τη στάση ορισμένων συμμάχων ιδιαίτερα απογοητευτική. Όπως τόνισε, η αξία της Συμμαχίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες συνδέεται με τη δυνατότητα χρήσης βάσεων στο εξωτερικό για επιχειρήσεις, σημειώνοντας ότι η άρνηση χωρών να επιτρέψουν τη χρήση εναέριου χώρου και βάσεων εγείρει ερωτήματα για τα οφέλη που αποκομίζουν τελικά οι ΗΠΑ. Εάν το ΝΑΤΟ περιορίζεται στην υπεράσπιση της Ευρώπης χωρίς να παρέχει αντίστοιχη επιχειρησιακή ευελιξία στις Ηνωμένες Πολιτείες, τότε η ισορροπία της συνεργασίας τίθεται υπό αμφισβήτηση.

Η συλλογική άμυνα αποτελεί τον πυρήνα της Συμμαχίας, η οποία ιδρύθηκε το 1949 με στόχο την αποτροπή επιθέσεων από τη Σοβιετική Ένωση. Το Άρθρο 5 της Συνθήκης του Βόρειου Ατλαντικού προβλέπει ότι επίθεση εναντίον ενός κράτους-μέλους θεωρείται επίθεση εναντίον όλων, διάταξη που ενεργοποιήθηκε μία μόνο φορά, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Τα βασικά συμπεράσματα από το τηλεοπτικό διάγγελμα του Τραμπ για το Ιράν

Σε τηλεοπτικό διάγγελμα της 1ης Απριλίου, έναν μήνα μετά την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Ιράν, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι οι περισσότεροι στόχοι των ΗΠΑ έχουν επιτευχθεί, με τους αντιπάλους να έχουν δεχθεί ακριβείς και καταστροφικές απώλειες μεγάλης κλίμακας μέσα στις λίγες αυτές εβδομάδες.

Λίγες ώρες πριν από την ομιλία του, οι αμερικανικές δυνάμεις ανακοίνωσαν ότι είχαν πλήξει περισσότερους από 12.300 ιρανικούς στόχους από την έναρξη της επιχείρησης «Epic Fury» στις 28 Φεβρουαρίου. Παράλληλα, οι ισραηλινές δυνάμεις πραγματοποίησαν χιλιάδες πλήγματα στο Ιράν κατά τον τελευταίο μήνα. Οι ιρανικές δυνάμεις απάντησαν με επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον του Ισραήλ και άλλων χωρών της περιοχής, στοχεύοντας περιοχές όπου έχουν αναπτυχθεί αμερικανικές δυνάμεις.

Βασικοί στρατηγικοί στόχοι 

Από την έναρξη της επιχείρησης «Epic Fury», η κυβέρνηση Τραμπ έχει θέσει ως στόχους την καταστροφή του ιρανικού ναυτικού, τον τερματισμό της ικανότητας της χώρας για παραγωγή πυραύλων, τη διάλυση της υποστήριξης προς περιφερειακούς συμμάχους και την αποτροπή απόκτησης πυρηνικού όπλου.

Ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε ότι οι βασικοί αυτοί στρατηγικοί στόχοι έχουν σχεδόν επιτευχθεί. Μεταξύ των καταστροφών που έχει υποστεί ο αντίπαλος, οι αμερικανικές δυνάμεις ανέφεραν περισσότερα από 155 ιρανικά πλοία, συμπεριλαμβανομένων πολεμικών και πλοίων τοποθέτησης ναρκών.

Σε εξέλιξη βρίσκεται και η καταπολέμηση των συμμάχων και παραστρατιωτικών οργανώσεων του Ιράν. Η Χεζμπολάχ, οργάνωση που έχει χαρακτηριστεί ως τρομοκρατική και θεωρείται μακροχρόνιος σύμμαχος του Ιράν, έχει εμπλακεί σε συγκρούσεις με το Ισραήλ στα σύνορα με τον Λίβανο. Το κίνημα των Χούθι στην Υεμένη, επίσης χαρακτηρισμένο ως τρομοκρατική οργάνωση και ευθυγραμμισμένο με το Ιράν, μπήκε πρόσφατα στη σύγκρουση, εκτοξεύοντας πυραύλους κατά του Ισραήλ. Επιπλέον, οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν πραγματοποιήσει πλήγματα εναντίον πολιτοφυλακών στο Ιράκ που συνδέονται με το Ιράν.

Ο Τραμπ ανέφερε ότι η επιχείρηση «Epic Fury» θα συνεχιστεί έως ότου επιτευχθούν όλοι οι στόχοι, προσθέτοντας ότι οι επιθέσεις θα ενταθούν σημαντικά μέσα στις επόμενες δύο-τρεις εβδομάδες, ώστε να καταφέρουν ένα αποφασιστικό χτύπημα το Ιράν.

Πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει δηλώσει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επιτρέψουν στο ιρανικό καθεστώς, το οποίο υποστηρίζει την τρομοκρατία, να αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Ωστόσο, το να αποτραπεί το Ιράν από το να κατασκευάσει πυρηνικά όπλα αποτελεί στόχο με αβέβαιη χρονική διάρκεια.

Τον Ιούνιο του 2025, οι αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν τρεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις. Πριν από τα πλήγματα αυτά, το Ιράν είχε συγκεντρώσει απόθεμα ουρανίου εμπλουτισμένου σε καθαρότητα 60%, επίπεδο που υπερβαίνει μεν τις ανάγκες για παραγωγή ενέργειας ή ιατρική έρευνα, αλλά δεν επαρκεί για την κατασκευή πυρηνικού όπλου. Στην ομιλία του, ο Τραμπ υποστήριξε ότι οι πυρηνικές εγκαταστάσεις που επλήγησαν το 2025 υπέστησαν τόσο ισχυρά πλήγματα ώστε θα χρειαστούν μήνες για να μπορέσει κανείς να προσεγγίσει τα υπολείμματα του πυρηνικού υλικού.

Δύο ημέρες πριν από την έναρξη των επιχειρήσεων, Αμερικανοί και Ιρανοί διαπραγματευτές συζητούσαν για τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν, έχοντας φτάσει στον τρίτο γύρο συνομιλιών στη Γενεύη, χωρίς να καταλήξουν σε συμφωνία. Λίγες ώρες πριν από τα πλήγματα της 28ης Φεβρουαρίου, ο διαμεσολαβητής και υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, Μπαντρ Αλ Μπουσαΐντι, είχε δηλώσει ότι η Τεχεράνη ήταν διατεθειμένη να εγκαταλείψει το ουράνιο και να δεχθεί πρόγραμμα επιθεωρήσεων.

Αντί να διακινδυνεύσουν την αποστολή αμερικανικών δυνάμεων για την κατάληψη του πυρηνικού υλικού, οι ΗΠΑ προτίθενται να παρακολουθούν τις εγκαταστάσεις εξ αποστάσεως και να πραγματοποιούν πρόσθετα πλήγματα μεγάλης εμβέλειας, ώστε να διασφαλίσουν ότι το υλικό παραμένει απρόσιτο.

Ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι οι πυρηνικές εγκαταστάσεις τελούν υπό εντατική δορυφορική επιτήρηση και ότι, σε περίπτωση οποιασδήποτε κίνησης, ακόμη και προσπάθειας προσέγγισης του υλικού, θα υπάρξει άμεση και ισχυρή πυραυλική αντίδραση.

Πλήγματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις

Ο Τραμπ επανέλαβε την απειλή για επέκταση των επιθέσεων στις ηλεκτρικές και ενεργειακές υποδομές του Ιράν, εάν δεν υπάρξει συμφωνία με τους όρους της Ουάσιγκτον.

Όπως δήλωσε, οι ΗΠΑ έχουν ήδη εντοπίσει βασικούς στόχους και, σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων, θα πλήξουν όλες τις εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας, με σφοδρότητα και πιθανότατα ταυτόχρονα. Διευκρίνισε ότι μέχρι στιγμής δεν έχουν στοχοποιηθεί οι πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, παρότι αποτελούν εύκολο στόχο, καθώς η καταστροφή τους θα στερούσε από το Ιράν κάθε δυνατότητα επιβίωσης ή ανοικοδόμησης.

Ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν δημοσίευσε την 1η Απριλίου ανοικτή επιστολή προς τον αμερικανικό λαό μέσω της πλατφόρμας X, καταδικάζοντας τις αμερικανικές απειλές κατά των ιρανικών ενεργειακών υποδομών.

Στην επιστολή του υποστηρίζει ότι η επίθεση σε ζωτικής σημασίας υποδομές, όπως οι ενεργειακές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις, πλήττει άμεσα τον ιρανικό λαό και επιφέρει σοβαρές ανθρωπιστικές και οικονομικές συνέπειες, προσθέτοντας ότι τέτοιες ενέργειες συνιστούν εγκλήματα πολέμου και έχουν επιπτώσεις που υπερβαίνουν τα σύνορα του Ιράν.

Ο Τραμπ κάλεσε τους Ιρανούς αξιωματούχους να διαπραγματευτούν με καλή πίστη, υποστηρίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επικρατούν ξεκάθαρα στη σύγκρουση και ότι διαθέτουν όλα τα πλεονεκτήματα, ενώ η άλλη πλευρά δεν διαθέτει κανένα.

Το Στενό του Ορμούζ

Ο Τραμπ εκτίμησε ότι το Στενό του Ορμούζ, κρίσιμο πέρασμα για τη διακίνηση πετρελαίου και φυσικού αερίου, θα επανέλθει σε κανονική λειτουργία μόλις υποχωρήσουν οι εχθροπραξίες.

Όπως ανέφερε, το Ιράν θα επιδιώξει να επαναλάβει τις εξαγωγές πετρελαίου, που αποτελούν το θεμέλιο της οικονομίας του, γεγονός που θα οδηγήσει σε αποκατάσταση των ροών και σε ταχεία μείωση των τιμών φυσικού αερίου.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ απέδωσε την αύξηση των τιμών καυσίμων στις ενέργειες του Ιράν, σημειώνοντας ότι πρόκειται για προσωρινό φαινόμενο που οφείλεται σε επιθέσεις κατά εμπορικών δεξαμενόπλοιων πετρελαίου σε γειτονικές χώρες, οι οποίες δεν εμπλέκονται στη σύγκρουση. Το γεγονός αυτό αποτελεί ακόμη μία απόδειξη ότι το Ιράν δεν μπορεί να θεωρείται αξιόπιστο, δήλωσε αναφερόμενος στην κατοχή πυρηνικών όπλων.

Σύμφωνα με τον Τραμπ, οι Ευρωπαίοι και άλλες χώρες που εξαρτώνται από το πετρέλαιο θα πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη για την ασφαλή λειτουργία του πορθμού, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι και θα παραμείνουν ενεργειακά αυτάρκεις.

Καταλήγοντας, ανέφερε ότι οι χώρες αυτές θα πρέπει να προστατεύσουν το πετρέλαιο από το οποίο εξαρτώνται, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να είναι διατεθειμένες μεν να συνδράμουν, αλλά όχι να ηγηθούν της προσπάθειας.

Των Ryan Morgan και Travis Gillmore

Ανησυχίες για κινεζική επιρροή μέσω μετανάστευσης στη Νότια Κορέα

Ο πρώην πρωθυπουργός της Νότιας Κορέας Χουάνγκ Κιο-αν δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι εκτιμά πως το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) επηρεάζει την κυβέρνησή του και βρίσκεται πίσω από την αύξηση των Κινέζων μεταναστών στη χώρα.

Ο Χουάνγκ, ο οποίος συμμετείχε την προηγούμενη εβδομάδα στο Συνέδριο Συντηρητικής Πολιτικής Δράσης (CPAC) στο Τέξας, ανέφερε μέσω διερμηνέα ότι οι παραδοσιακά αυστηροί μεταναστευτικοί κανόνες της χώρας του έχουν χαλαρώσει, επιτρέποντας την είσοδο περισσότερων Κινέζων. Η αλλαγή αυτή στην πολιτική δεν είναι αποδεκτή από πολλούς Νοτιοκορεάτες συντηρητικούς, οι οποίοι εκφράζουν ανησυχίες για την αυξανόμενη επιρροή του ΚΚΚ.

Σύμφωνα με τον Χουάνγκ, αριστεροί ηγέτες της χώρας, όπως ο πρώην πρόεδρος Μουν Τζε-ιν και ο νυν πρόεδρος Λι Τζε-μιουνγκ, συνέβαλαν στο να επιτραπεί η είσοδος περισσότερων μεταναστών, οι οποίοι είναι κυρίως Κινέζοι κορεατικής καταγωγής. Υποστήριξε ότι τα σύνορα ανοίγουν κυρίως για τους Κινέζους, με τους συντηρητικούς να αντιτίθενται σε αυτή την πολιτική.

Πρόσθεσε επίσης ότι πολλοί στη Νότια Κορέα υποπτεύονται πως ορισμένοι από τους Κινέζους μετανάστες ενδέχεται να δρουν ως κατάσκοποι για λογαριασμό του ΚΚΚ. Οι Κινέζοι μετανάστες αποτελούν στρατηγικό μέσο για την άσκηση επιρροής από το ΚΚΚ στην κυβέρνηση της Νότιας Κορέας, η οποία παραδοσιακά θεωρείται στενός σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Παρότι Κινέζοι υπήκοοι κορεατικής καταγωγής άρχισαν να επιστρέφουν ήδη από τη δεκαετία του 1980, η ροή αυτή έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με στοιχεία της νοτιοκορεατικής κυβέρνησης, τον Οκτώβριο του 2025 ο αριθμός των αλλοδαπών που ζουν στη χώρα έφτασε σε ιστορικό υψηλό, τα 2,8 εκατομμύρια, δηλαδή πάνω από το 5% του συνολικού πληθυσμού. Το ρεκόρ αυτό ξεπέρασε το προηγούμενο υψηλό των 2,65 εκατομμυρίων αλλοδαπών τον Νοέμβριο του 2024, με τη μεγάλη πλειονότητα να είναι Κινέζοι κορεατικής καταγωγής.

Τα προβλήματα που σχετίζονται με τη μαζική μετανάστευση δεν είναι μοναδικά για τη Νότια Κορέα. Δημοκρατίες στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επίσης αντιμετωπίσει αντιδράσεις κατά της μετανάστευσης και έχουν επιβάλει αυστηρότερους κανόνες για τον περιορισμό της εισροής. Ενδεικτικά, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε δεσμευθεί να κλείσει τα νότια σύνορα των ΗΠΑ, μετά την είσοδο περίπου 11 εκατομμυρίων παράνομων μεταναστών στη χώρα κατά την προηγούμενη κυβέρνηση. Προοδευτικοί ακτιβιστές υποστηρίζουν ότι η αυστηρή επιτήρηση των συνόρων δεν συμβαδίζει με τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Όπως και στη Νότια Κορέα, έτσι και στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πληθυσμός των ατόμων που έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο στην ιστορία, περίπου στο 16%, σύμφωνα με την Έρευνα Τρέχοντος Πληθυσμού του Ιανουαρίου 2025 της Υπηρεσίας Απογραφής των ΗΠΑ. Η τελευταία φορά που το ποσοστό αυτό ήταν τόσο υψηλό ήταν το 1890, όταν οι μετανάστες, κυρίως από την Ανατολική Ευρώπη, το είχαν αυξήσει στο 14,8%, σύμφωνα με την ίδια υπηρεσία.

Σύμφωνα με τον Χουάνγκ, η σημερινή κυβέρνηση υπό τον Λι καλωσορίζει αλλοδαπούς μέσω αλλαγών στην πολιτική. Στο πλαίσιο αυτών των αλλαγών, κάτοικοι δεκατεσσάρων (14) κινεζικών πόλεων, συμπεριλαμβανομένου του Πεκίνου, θα δουν τη διάρκεια ισχύος των θεωρήσεων πολλαπλών εισόδων να επεκτείνεται από τα πέντε έτη έως και τα δέκα έτη. Επικριτές επισημαίνουν ότι η Κίνα δεν προσφέρει αντίστοιχα προνόμια στους Νοτιοκορεάτες, καθώς οι θεωρήσεις πολλαπλών εισόδων για τη Νότια Κορέα διαρκούν συνήθως από έξι μήνες έως ένα έτος, με μέγιστη διάρκεια τα τρία έτη ανάλογα με το ιστορικό ταξιδιών.

Τον Οκτώβριο του 2025, ο Λι διέταξε την καταστολή συγκεντρώσεων που θεωρούνταν αντικινεζικές και κατά αλλοδαπών στη Νότια Κορέα, χαρακτηρίζοντάς τες ως αυτοκαταστροφική και εντελώς άχρηστη συμπεριφορά, που πλήττει τα εθνικά συμφέροντα και την εικόνα της χώρας. Η εφημερίδα The Epoch Times απευθύνθηκε στη νοτιοκορεατική κυβέρνηση για σχόλιο.

Φιλελεύθεροι πολιτικοί, όπως ο Μουν, ο οποίος διετέλεσε πρόεδρος της Νότιας Κορέας από το 2017 έως το 2022, έχουν υποστηρίξει την είσοδο ξένων εργαζομένων και την πολυπολιτισμικότητα, θεωρώντας ότι απαιτούνται περισσότεροι αλλοδαποί για την αντιμετώπιση της έλλειψης εργατικού δυναμικού, της υπογεννητικότητας και για την ενίσχυση της διεθνούς ενσωμάτωσης. Συντηρητικοί, όπως ο πρώην πρόεδρος Γιουν Σουκ Γέολ, ζητούν στενότερους δεσμούς με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ισχυρά σύνορα και προτεραιότητα στους Κορεάτες πολίτες.

Ο Χουάνγκ υποστηρίζει ότι οι συντηρητικοί φοβούνται ότι οι επιχειρήσεις επιρροής της Κίνας έχουν εδραιωθεί μέσα από τις μεγάλες κινεζικές κοινότητες της χώρας. Συντηρητικοί βουλευτές υπό τον Γιουν προώθησαν αυστηρότερους περιορισμούς στα εκλογικά δικαιώματα των αλλοδαπών μόνιμων κατοίκων, ιδίως των Κινέζων.

Το πολιτικό αυτό κλίμα οδήγησε σε σημαντικές αναταράξεις. Τον Δεκέμβριο του 2024, ο Γιουν Σουκ Γέολ έγινε ο πρώτος εν ενεργεία πρόεδρος της Νότιας Κορέας που καθαιρέθηκε, αφού κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και στρατιωτικό νόμο, επικαλούμενος την ανάγκη προστασίας της χώρας από «αντικρατικές» δυνάμεις και το αδιέξοδο στο Κοινοβούλιο που ελεγχόταν από την αντιπολίτευση. Ο Γέολ απομακρύνθηκε επισήμως από το αξίωμα τον Απρίλιο του 2025, και στις αρχές του 2026 καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη μετά την καθαίρεσή του και την καταδίκη του για στάση.

Ο Χουάνγκ ενεπλάκη επίσης στην υπόθεση, καθώς συνελήφθη και ερευνήθηκε το 2025 για φερόμενη υποκίνηση στάσης σε σχέση με το περιστατικό της 3ης Δεκεμβρίου 2024· ωστόσο, δικαστής απέρριψε αργότερα το ένταλμα. Κατά την ομιλία του στο CPAC, ανέφερε ότι πολλές από τις ελευθερίες των πολιτών έχουν περιοριστεί και ότι η Εθνοσυνέλευση έχει περιέλθει υπό τον έλεγχο φιλοκινεζικών δυνάμεων.

Οι μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη, συμπεριλαμβανομένης της επέκτασης του Ανώτατου Δικαστηρίου της Νότιας Κορέας επί διακυβέρνησης Λι, εγείρουν ανησυχίες ότι υπονομεύεται η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Ο Χουάνγκ ανέφερε ότι η διάκριση των εξουσιών έχει διαρραγεί και η ελευθερία της έκφρασης βρίσκεται σε κίνδυνο. Βουλευτές της αριστεράς στη Νότια Κορέα επιχείρησαν, ανεπιτυχώς, να περάσουν νομοθεσία που θα επέβαλλε ποινές έως και δέκα έτη φυλάκισης σε όσους ασκούσαν κριτική στη διαδικασία των εκλογών.

Πάνω από το 90% των Κορεατών αντιτίθενται στο ΚΚΚ, σύμφωνα με τον Χουάνγκ, ο οποίος υποστηρίζει ότι το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας παρενέβη στις εκλογές της χώρας. Ζήτησε από το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών να εγκρίνει ψήφισμα που θα καλεί για την άμεση απελευθέρωση του πρώην προέδρου Γιουν, αποδίδοντας την καθαίρεσή του σε επιρροή του ΚΚΚ εντός της κυβέρνησης. Παράλληλα, κάλεσε για κοινή έρευνα Ηνωμένων Πολιτειών και Νότιας Κορέας σχετικά με το ενδεχόμενο η Κίνα να παραβίασε τα εκλογικά συστήματα και των δύο χωρών.

Της Darlene McCormick Sanchez

Με πληροφορίες από το Reuters

Η τυραννία των επιβεβλημένων απόψεων

Σχολιασμός

Ενώ η λογοκρισία αποτελεί συχνά το κύριο αντικείμενο των συζητήσεων για την ελευθερία του λόγου, υπάρχει ένα συναφές φαινόμενο που μπορεί να προκαλέσει εξίσου μεγάλη ζημιά σε μια ελεύθερη κοινωνία. Όχι αποτρέποντας τους ανθρώπους από το να λένε αυτά στα οποία πιστεύουν, αλλά αναγκάζοντάς τους να λένε πράγματα τα οποία δεν πιστεύουν.

Οι «επιβεβλημένες απόψεις» ή δηλώσεις είναι συγκεκριμένες λέξεις ή φράσεις που πρέπει οι αάνθρωποι να χρησιμοποιούν, συμμετέχοντας έτσι στην υποστήριξη ορισμένων ιδεολογικών πεποιθήσεων. Είναι κάτι εξίσου επικίνδυνο για την ελευθερία της έκφρασης όσο και η ανοιχτή λογοκρισία.

Παραδείγματος χάριν, η συνεχής επανάληψη δηλώσεων για το ότι η καναδική γη ανήκει στους ιθαγενείς ινδιάνικους πληθυσμούς καταδεικνύει τη μετατόπιση του Καναδά προς μια επιβαλλόμενη μαζική συμμόρφωση σε σύνθετα κοινωνικά ζητήματα. Αυτές οι δηλώσεις έχουν καταστεί πανταχού παρούσες στη δημόσια ζωή του Καναδά· σε σχολεία, χώρους εργασίας, κυβερνητικές εκδηλώσεις, τελετές και αθλητικά γεγονότα. Οι οργανισμοί τις προβάλλουν σε ιστοσελίδες, έγγραφα, υπογραφές ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ένας άνθρωπος στον Καναδά μπορεί να έρθει αντιμέτωπος με δεκάδες τέτοιες δηλώσεις για τη γη των ιθαγενών καθημερινά, υπό διάφορες συνθήκες.

Αν και παρουσιάζονται ως προαιρετικές χειρονομίες σεβασμού, πολλοί οργανισμοί τις έχουν υιοθετήσει ως υποχρεωτικές· σε άλλες περιπτώσεις, η κοινωνική πίεση μπορεί να τις καθιστά φαινομενικά υποχρεωτικές, ακόμη και όταν δεν είναι.

Η απόδοση της γης στους ιθαγενείς έχει εξελιχθεί από μια απλή παράθεση ιστορικών στοιχείων σε κάτι πολύ πιο προβληματικό· οι δηλώσεις που αναγνωρίζουν το γεγονός έχουν καταστεί ένα είδος ιεροτελεστίας με σχεδόν πνευματικές προεκτάσεις, που συνδέει ορισμένες εθνοτικές ομάδες με την ιδιοκτησία της ίδιας της φύσης. Αν αναλυθούν σε βάθος, υπονοούν πολλά πέρα από όσα εκφράζονται ρητά.

Η απόκλιση από τη γραμμή σε ό,τι αφορά τη γη των ιθαγενών μπορεί να προκαλέσει μια σειρά εχθρικών αντιδράσεων, που κυμαίνονται από κοινωνική καταδίκη έως σημαντικές νομικές συνέπειες. Ο Τζόφρυ Χόρσμαν (Geoffrey Horsman) είναι καθηγητής βιοχημείας στο Wilfrid Laurier University στο Γουότερλου του Οντάριο. Ως γονέας τριών παιδιών στο τοπικό εκπαιδευτικό σύστημα και μέλος του Συλλόγου Γονέων του σχολείου του, παρατήρησε τη σταδιακή πολιτικοποίηση του περιφερειακού σχολικού συστήματος. Ιδιαίτερη ανησυχία τού προκάλεσε η πρακτική να ανοίγει κάθε συνεδρίαση με μια δήλωση αναγνώρισης, κάτι που έπαιρνε πολύτιμο χρόνο και ενίσχυε μια διχαστική παραδοχή.

Ο Χόρσμαν ανέφερε σε συνέντευξή του ότι δεν θεωρεί ότι μπορεί να προκύψει κάτι θετικό από την ιδέα ότι μια συγκεκριμένη εθνοτική ομάδα είναι ο πραγματικός κληρονόμος αυτής της γης. Ωστόσο, όταν εξέφρασε τις αντιρρήσεις του για την πρακτική, συνάντησε άμεση αντίσταση. Σε μια σειρά συναντήσεων με το προσωπικό της Σχολικής Επιτροπής της Περιφέρειας Γουότερλου, του ειπώθηκε ότι ακόμη και η συζήτηση του ζητήματος δεν ήταν αποδεκτή. Τελικά, προσέφυγε νομικά κατά της επιτροπής.

Η Κάθριν Κρόνας (Catherine Kronas), μητέρα μαθητή του Ancaster High Secondary School στο Χάμιλτον του Οντάριο, έχασε πέρυσι τη θέση της ως εκλεγμένο μέλος του σχολικού συμβουλίου, επειδή διαφώνησε ευγενικά με τη συνήθεια να διαβάζονται πριν από κάθε συνεδρίαση δηλώσεις για την αναγνώριση γης, παρατηρώντας ότι τα σχολικά συμβούλια θα έπρεπε να αποφασίζουν τι λέγεται στις συνεδριάσεις τους και ότι δεν θα έπρεπε να υποχρεώνονται να απαγγέλλουν κάτι που επιβάλλεται από την κυβέρνηση. Η Κρόνας επανήλθε στη θέση της μόνο όταν απείλησε με νομικές ενέργειες.

Οι περιπτώσεις του Χόρσμαν και της Κρόνας αφορούν αμφότερες τις δηλώσεις που αναγνωρίζουν τους ιθαγενείς ως νόμιμους κατοίκους της καναδικής γης, αλλά τα ζητήματα που εγείρουν είναι βαθύτερα. Θα μπορούσαν να αφορούν οποιαδήποτε μορφή επιβεβλημένης ιδεολογικής ομιλίας. Πράγματι, πολλές καναδικές κυβερνήσεις και θεσμοί αναπτύσσουν ένα ανησυχητικό ιστορικό νομικής επιβολής ιδεολογικής γλώσσας σε διάφορα ζητήματα.

Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βρετανικής Κολομβίας, για παράδειγμα, επέβαλε πρόσφατα ένα εντυπωσιακό πρόστιμο 750.000 δολαρίων στον Μπάρρυ Νόιφελντ (Barry Neufeld), πρώην μέλος σχολικής επιτροπής, για άσκηση κριτικής στην ενσωμάτωση και προώθηση της τρανς ιδεολογίας στη δημόσια εκπαίδευση. Ο Νόιφελντ ανέφερε ότι θα ασκήσει έφεση κατά του προστίμου, το οποίο προφανώς αποσκοπεί στο να τον τιμωρήσει οικονομικά για την έκφραση μιας άποψης που διαφέρει από αυτό που το δικαστήριο φαίνεται να θεωρεί αδιαμφισβήτητη αλήθεια.

Η «επιβεβλημένη έκφραση» — η επιβεβλημένη υποστήριξη οποιασδήποτε θέσης — καταπνίγει τον διάλογο και δημιουργεί ένα είδος ηθικού τραύματος. Είτε υποστηρίζει κανείς είτε όχι την ιδέα της αναγνώρισης της γης, υπάρχει μια αντίφαση στον πυρήνα της έννοιας: πώς μπορούν τα λόγια να αποπνέουν γνήσιο σεβασμό όταν επιβάλλονται;

Οι περισσότεροι Καναδοί θεωρούν τους εαυτούς τους ευγενικούς, καλοπροαίρετους και συμπονετικούς, ένα σύνολο χαρακτηριστικών συνήθως αξιέπαινο, το οποίο όμως τελευταία φαίνεται να έχει υποστεί αλλοιώσεις. Πώς θα μπορούσε να ξεκινήσει η μετάβαση από το σημερινό κλίμα έντασης προς έναν πιο ελεύθερο Καναδά;

Ο συνταξιούχος δικαστής της Μανιτόμπα, Μπράιαν Γκίζμπρεχτ (Brian Giesbrecht), προτείνει ορισμένες λύσεις. Σε συνέντευξή του, συμφωνεί ότι οι σημερινές δηλώσεις αναγνώρισης της γης δημιουργούν μια διχαστική μορφή πεποίθησης, κατά την οποία ορισμένοι άνθρωποι διαθέτουν δικαιώματα μόνο ως «έποικοι». Για να αλλάξει αυτή η κατάσταση, προτείνει μια σειρά τρόπων με τους οποίους οι Καναδοί μπορούν να αντιδράσουν όπως η υποβολή γραπτής καταγγελίας, η δημόσια διατύπωση αντίρρησης, η αποχώρηση από μια συνεδρίαση και η προσφυγή σε νομικά μέσα για την αμφισβήτηση της ιδεολογικής επιβολής.

Το μέλλον ενός ευημερούντος, λειτουργικού και ενωμένου Καναδά εξαρτάται από τη δυνατότητα των ανθρώπων να λένε αυτό που πιστεύουν και από την ελευθερία να παραμένουν σιωπηλοί όταν δεν πιστεύουν αυτό που λέγεται. Αυτός ο Καναδάς μπορεί και πρέπει να αποκατασταθεί. Την επόμενη φορά που θα βρεθείτε αντιμέτωποι με μια πεποίθηση την οποία δεν συμμερίζεστε, εξετάστε το ενδεχόμενο να σιωπήσετε ή να εκφράσετε ευγενικά την αντίθεσή σας. Αν αντισταθούμε όλοι σε αυτού του είδους την πίεση, δεν θα χρειάζεται πια ιδιαίτερο  θάρρος για να συμπεριφέρεται κανείς με αυθεντικότητα και ειλικρίνεια.

Του George Ramsay

Ο Τζωρτζ Ράμσεϊ είναι απόφοιτος κινησιολογίας από τη Βικτώρια της Βρετανικής Κολομβίας. Το παρόν άρθρο είναι μια επιμελημένη εκδοχή κειμένου του που απέσπασε το πρώτο βραβείο στον 3ο ετήσιο φοιτητικό διαγωνισμό δοκιμίου Patricia Trottier and Gwyn Morgan, και το οποίο δημοσιεύθηκε αρχικά από το C2C Journal.

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο αποτελούν προσωπικές απόψεις του συγγραφέα και δεν αντανακλούν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Τραμπ: Οι ΗΠΑ θα τερματίσουν την επιχείρηση στο Ιράν σε 2 έως 3 εβδομάδες

Οι αμερικανικές δυνάμεις ενδέχεται να ολοκληρώσουν τις πολεμικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν μέσα σε δύο έως τρεις εβδομάδες, δήλωσε στις 31 Μαρτίου ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ενώ παράλληλα η Ουάσιγκτον κλιμακώνει τις στρατιωτικές της ενέργειες, με βομβαρδιστικά B-52 να πραγματοποιούν πλέον πτήσεις πάνω από τον ιρανικό εναέριο χώρο.

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ, απαντώντας σε ερώτηση για την άνοδο των τιμών των καυσίμων από την έναρξη της σύγκρουσης, ανέφερε ότι η αποχώρηση των ΗΠΑ από το Ιράν —η οποία, όπως σημείωσε, θα γίνει πολύ σύντομα— θα οδηγήσει σε σημαντική πτώση των τιμών.

Εκτίμησε ότι οι επιχειρήσεις θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν εντός δύο ή τριών εβδομάδων ενώ περιέγραψε ένα σενάριο στο οποίο η σύγκρουση θα λήξει χωρίς να έχουν αντιμετωπιστεί πλήρως όλες οι ιρανικές απειλές στα Στενά του Ορμούζ. Όπως διευκρίνισε, η προστασία των εμπορικών συμφερόντων στη θαλάσσια αυτή οδό θα αποτελέσει ευθύνη άλλων χωρών, όπως η Γαλλία ή όσα κράτη τη χρησιμοποιούν.

Παράλληλα, εξέφρασε την εκτίμηση ότι οι απειλές στην περιοχή θα έχουν σε μεγάλο βαθμό υποχωρήσει έως την ολοκλήρωση των επιχειρήσεων, σημειώνοντας ότι ήδη μεγάλος αριθμός πλοίων διέρχεται από τα Στενά.

Την ίδια ώρα, ο στρατηγός Νταν Κέιν, επικεφαλής των Αρχηγών των Ενόπλων Δυνάμεων, ανακοίνωσε από το Πεντάγωνο ότι βομβαρδιστικά B-52 Stratofortress έχουν εισέλθει στον ιρανικό εναέριο χώρο για πρώτη φορά από την έναρξη της σύγκρουσης στα τέλη Φεβρουαρίου.

Όπως ανέφερε, η εξέλιξη αυτή κατέστη δυνατή λόγω της ενίσχυσης της αεροπορικής υπεροχής των ΗΠΑ, επιτρέποντας την έναρξη αποστολών B-52 πάνω από την ενδοχώρα, με στόχο την περαιτέρω πίεση προς τον αντίπαλο. Οι δηλώσεις έγιναν παρουσία του υπουργού Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη χρησιμοποιήσει βομβαρδιστικά B-1 Lancer και B-2 Spirit σε επιχειρήσεις πάνω από το Ιράν. Αξίζει να σημειωθεί ότι το B-52 —περίπου 70 ετών— δεν διαθέτει τα χαρακτηριστικά χαμηλής παρατηρησιμότητας και την ταχύτητα των νεότερων αεροσκαφών.

Ένα βομβαρδιστικό B-52 Stratofortress της Πολεμικής Αεροπορίας απογειώνεται στο πλαίσιο της Επιχείρησης Epic Fury, στις 22 Μαρτίου 2026. (U.S. Air Force)

 

Ο Κέιν σημείωσε επίσης ότι οι ΗΠΑ συνεχίζουν να διατηρούν κυριαρχία έναντι του ιρανικού ναυτικού, εστιάζοντας στην εξουδετέρωση των δυνατοτήτων ναρκοθέτησης και των ναυτικών μέσων της χώρας, ενώ έχουν ενταχθεί στις επιχειρήσεις επιθετικά ελικόπτερα και άλλα μέσα εγγύς αεροπορικής υποστήριξης στο ναυτικό πεδίο.

Σε ξεχωριστή ενημέρωση, ο επικεφαλής της Κεντρικής Διοίκησης, ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, δήλωσε ότι το ιρανικό ναυτικό και η αεροπορία έχουν υποστεί σοβαρό πλήγμα, ενώ οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν σε μεγάλο βαθμό καταστρέψει την ικανότητα εκτόξευσης πυραύλων.

Από την έναρξη της επιχείρησης «Epic Fury», οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν πλήξει περισσότερους από 11.000 στόχους.

Ο υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ δήλωσε σε ενημέρωση στο Πεντάγωνο ότι το προηγούμενο 24ωρο καταγράφηκε ο χαμηλότερος αριθμός εκτοξεύσεων ιρανικών πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών από την αρχή της σύγκρουσης, επισημαίνοντας ότι τα πλήγματα των ΗΠΑ αποδυναμώνουν το ηθικό του ιρανικού στρατού, οδηγώντας σε λιποταξίες, ελλείψεις προσωπικού και δυσαρέσκεια μεταξύ των ανώτερων αξιωματούχων.

Απέφυγε, ωστόσο, να δώσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωση των στρατιωτικών στόχων, σημειώνοντας ότι αυτό μπορεί να κυμαίνεται από λίγες εβδομάδες έως περισσότερο, χωρίς να αποκαλύπτονται ακριβείς λεπτομέρειες, καθώς προτεραιότητα αποτελεί η επίτευξη των στόχων. Τόνισε επίσης ότι η τελική απόφαση για μια συμφωνία ειρήνης με την Τεχεράνη ανήκει στον πρόεδρο Τραμπ.

Παρά τις εκτιμήσεις ότι οι επιχειρήσεις βρίσκονται μπροστά από το χρονοδιάγραμμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να ενισχύουν τη στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή.

Περίπου δύο εβδομάδες μετά την έναρξη της σύγκρουσης στις 28 Φεβρουαρίου, ο αμερικανικός στρατός απέστειλε στη Μέση Ανατολή μια αμφίβια δύναμη ετοιμότητας και μια εκστρατευτική μονάδα πεζοναυτών, αποτελούμενη από περίπου 4.000 έως 5.000 ναύτες και πεζοναύτες. Μια δεύτερη αντίστοιχη δύναμη έχει αναχωρήσει από την Καλιφόρνια και κατευθύνεται προς τον δυτικό Ειρηνικό.

Παράλληλα, αναπτύχθηκαν στην περιοχή στοιχεία της 82ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας του Στρατού των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένης της 1ης Ταξιαρχίας Μάχης.

Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε, κατά την επίσκεψή του στη Γαλλία την περασμένη εβδομάδα, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να ολοκληρώσουν την εκστρατεία χωρίς την ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων, ωστόσο η παρουσία επιπλέον στρατευμάτων παρέχει στον πρόεδρο περισσότερες στρατιωτικές επιλογές.

Στο διπλωματικό πεδίο, ο Τραμπ προειδοποίησε ότι εάν δεν επιτευχθεί σύντομα κατάπαυση του πυρός και αν δεν ανοίξουν εκ νέου τα Στενά του Ορμούζ —τα οποία παρέμειναν ουσιαστικά κλειστά καθ’ όλη τη διάρκεια του Μαρτίου— οι ΗΠΑ θα διευρύνουν τις επιθέσεις, στοχεύοντας μεταξύ άλλων τον πετρελαϊκό τερματικό σταθμό στο νησί Χαργκ και πιθανώς μονάδες αφαλάτωσης.

Ωστόσο, μεταγενέστερη ανάρτησή του άφηνε να εννοηθεί ότι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης προχωρούν, περιγράφοντας τους συνομιλητές της αμερικανικής πλευράς ως πιο λογικούς.

Ο Τραμπ ανέφερε επίσης ότι η Ουάσιγκτον βρίσκεται σε επικοινωνία με τον πρόεδρο του ιρανικού κοινοβουλίου, αν και ο τελευταίος φέρεται να αρνήθηκε δημοσίως ότι διεξάγονται άμεσες συνομιλίες. Άλλοι Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν επίσης διαψεύσει την ύπαρξη διαπραγματεύσεων, με τον Ρούμπιο να αποδίδει την κατάσταση στην αποδιοργάνωση του καθεστώτος μετά τα πλήγματα.

Σε νέα τοποθέτησή του, ο Τραμπ εξέφρασε την απογοήτευσή του για συμμάχους που δεν ενίσχυσαν περισσότερο την αμερικανική πολεμική προσπάθεια, καλώντας τους ουσιαστικά να εξασφαλίσουν μόνοι τους ενεργειακούς πόρους.

Όπως ανέφερε, χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία επωφελούνται άμεσα από το πετρέλαιο που διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ.

Των Jack Phillips και Ryan Morgan

Με πληροφορίες από το Associated Press

Κλιμακώνονται οι διαμαρτυρίες στην Κίνα καθώς αυξάνονται οι περιορισμοί και τα μέτρα επιτήρησης

Πρόσφατες διαμαρτυρίες και συγκρούσεις μεταξύ κατοίκων και αστυνομίας έχουν ξεσπάσει σε πολλές περιοχές της Κίνας, αναδεικνύοντας αυξανόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια για περιβαλλοντικά ζητήματα, καθώς και διαμάχες γύρω από τη γη και την τοπική διακυβέρνηση. Το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας προχώρησε σε ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένων εκτεταμένων νέων περιορισμών στη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών από πολίτες.

Το κύμα αναταραχής σε όλη τη χώρα οδήγησε σε αυξημένα μέτρα ασφαλείας στην πρωτεύουσα Πεκίνο, ενώ αναλυτές επισημαίνουν ότι τα μέτρα αυτά συνδέονται με ανησυχίες για την πολιτική σταθερότητα και την ασφάλεια της πολιτικής ηγεσίας.

Στην κεντρική κινεζική πόλη Γούχαν, η ένταση έχει κλιμακωθεί λόγω σχεδίου για κατασκευή εργοστασίου μπαταριών, στο οποίο οι κάτοικοι αντιτίθενται από τον Φεβρουάριο επικαλούμενοι περιβαλλοντικούς κινδύνους. Στις 8 Μαρτίου, χιλιάδες ιδιοκτήτες κατοικιών πραγματοποίησαν διαμαρτυρία σε δρόμους της πόλης, η οποία διαλύθηκε από την αστυνομία, ενώ αρκετοί διαδηλωτές συνελήφθησαν. Κάτοικοι περικύκλωσαν το όχημα ενός αντιδημάρχου απαιτώντας την απελευθέρωση των συλληφθέντων. Παρότι ο αξιωματούχος είχε δεσμευτεί ότι το έργο θα ανασταλεί, οι εργασίες συνεχίστηκαν και οι αρχές ενέτειναν την πίεση προς τους ακτιβιστές.

Οι διαμαρτυρίες αναζωπυρώθηκαν το βράδυ της 28ης Μαρτίου, όταν εκατοντάδες κάτοικοι βγήκαν και πάλι στους δρόμους ζητώντας την ακύρωση του έργου. Περίπου στις 11 το βράδυ, η αστυνομία επενέβη χρησιμοποιώντας βία για να διαλύσει το πλήθος και προχώρησε σε πολλαπλές συλλήψεις, σύμφωνα με μαρτυρίες και βίντεο που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο, ενώ ισχυρή αστυνομική παρουσία παρέμεινε στην περιοχή και την επόμενη ημέρα.

Στη νότια επαρχία Γκουανγκντόνγκ, διαδηλώσεις συνεχίζονται στην πόλη Σουϊκόου με αφορμή σχέδια για κατασκευή αποτεφρωτηρίου κοντά σε κατοικημένες περιοχές και σε τοπικό σχολείο. Στις 25 Μαρτίου, εκατοντάδες διαδηλωτές πραγματοποίησαν πορεία στους δρόμους, με κατοίκους να εκτιμούν ότι συμμετείχαν περίπου 3.000 άτομα. Μάρτυρες ανέφεραν ότι η αστυνομία προχώρησε σε πολλές συλλήψεις και ότι υπήρξαν τραυματισμοί, αν και ο ακριβής αριθμός παραμένει ασαφής, ενώ οι αρχές ενίσχυσαν τα μέτρα ελέγχου στις γύρω περιοχές, περιορίζοντας τις μετακινήσεις και πραγματοποιώντας ελέγχους ταυτότητας σε ταξιδιώτες και μετακινούμενους.

Οι κάτοικοι αντιτίθενται στη γειτνίαση του έργου με το τοπικό δημοτικό σχολείο και με πηγή ύδρευσης, ενώ προηγούμενες διαμαρτυρίες, από τις 17 έως τις 19 Μαρτίου, είχαν ήδη οδηγήσει σε βίαιες συγκρούσεις μεταξύ κατοίκων και αστυνομικών δυνάμεων έξω από κυβερνητικά κτίρια.

Σε άλλες περιοχές, μικρότερης κλίμακας διαμαρτυρίες και διαφορές κατέληξαν επίσης σε συγκρούσεις. Στην Εσωτερική Μογγολία της Κίνας, χωρικοί συγκεντρώθηκαν στις 25 Μαρτίου ζητώντας απλήρωτα μισθώματα γης από εταιρεία δενδρυλλίων, αλλά διαλύθηκαν από την αστυνομία. Το ίδιο βράδυ, διαφωνία για χώρο στάθμευσης σε συγκρότημα κατοικιών στην επαρχία Σιτσουάν εξελίχθηκε σε μαζική διαμαρτυρία, αφού κάτοικοι κατηγόρησαν κατασκευαστές και διαχειριστές ακινήτων ότι επέβαλαν μη εξουσιοδοτημένες χρεώσεις και περιόριζαν την πρόσβαση, με την αστυνομία να επεμβαίνει και να αναφέρονται τραυματισμοί και συλλήψεις.

Ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας

Αναλυτές επισημαίνουν ότι οι διαμαρτυρίες αντανακλούν βαθύτερες κοινωνικές πιέσεις. Η Κινέζα συγγραφέας και ακτιβίστρια υπέρ της δημοκρατίας Σενγκ Σουέ, που ζει στον Καναδά, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι η έκταση των διαμαρτυριών στην Γκουανγκντόνγκ υποδηλώνει αυξανόμενη δυσαρέσκεια μεταξύ των κατοίκων, εξηγώντας ότι όταν οι άνθρωποι αισθάνονται πως δεν έχουν τρόπο να προστατεύσουν τις βασικές συνθήκες διαβίωσής τους ή να ακουστούν, το αίσθημα απελπισίας μπορεί να υπερκεράσει τον φόβο της τιμωρίας.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι τοπικές διαμαρτυρίες φαίνεται να εξελίσσονται πέρα από συγκεκριμένες διενέξεις και να μετατρέπονται σε ευρύτερη πολιτική οργή.

Στα τέλη Μαρτίου, ο Κινέζος ακτιβιστής δικαιωμάτων και επιχειρηματίας Σεν Τσιτζιά ανήρτησε βίντεο στο διαδίκτυο στο οποίο περιέγραφε κακομεταχείριση από τις αρχές του καθεστώτος, κράτηση και κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων άνω των 4 εκατομμυρίων γουάν (~550.000 ευρώ). Στο βίντεο κατήγγειλε το καθεστώς της Κίνας και δήλωνε ότι ο ίδιος είχε ήδη περάσει σε κατάσταση προσωπικής αντίστασης.

Υπό το βάρος ενδείξεων για εντεινόμενες αναταραχές, το καθεστώς της Κίνας ενίσχυσε τα εμφανή μέτρα ασφαλείας. Βίντεο που κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο στις 29 Μαρτίου έδειχνε ισχυρή αστυνομική παρουσία κατά μήκος της λεωφόρου Τσανγκάν, ενός από τους βασικούς οδικούς άξονες της πρωτεύουσας που διέρχεται από την πλατεία Τιενανμέν και την Απαγορευμένη Πόλη. Δύο ημέρες νωρίτερα, το καθεστώς ανακοίνωσε εκτεταμένους νέους κανονισμούς που θέτουν για ολόκληρη την πόλη περιορισμούς και προϋποθέσεις για τις πτήσεις μη επανδρωμένων συστημάτων, σύμφωνα με το κρατικό μέσο Beijing Daily.

Σύμφωνα με τους νέους κανόνες, θα απαιτείται πλέον έγκριση για όλες τις πτήσεις μη επανδρωμένων σε εξωτερικούς χώρους, ενώ απαγορεύονται δραστηριότητες όπως η κατασκευή, η τροποποίηση, η μεταφορά και η αποθήκευση τέτοιων συσκευών χωρίς άδεια. Οι κανονισμοί, που θα τεθούν σε ισχύ την 1η Μαΐου, απαιτούν επίσης την καταχώριση όλων των μη επανδρωμένων αεροσκαφών έως τις 30 Απριλίου, με το καθεστώς να υποστηρίζει ότι τα μέτρα είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση «προκλήσεων ασφάλειας χαμηλού ύψους» στην πρωτεύουσα.

Ο ερευνητής Σου Τζου-γιουν από το Ινστιτούτο Έρευνας Εθνικής Άμυνας και Ασφάλειας της Ταϊβάν δήλωσε στην Epoch Times ότι οι εκτεταμένοι αυτοί έλεγχοι αντικατοπτρίζουν ανησυχίες πως τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για επιθέσεις κατά πολιτικών ηγετών, προσθέτοντας ότι, σε αντίθεση με τους κανονισμούς πολλών άλλων χωρών που επικεντρώνονται κυρίως στην ασφάλεια της αεροπλοΐας, η προσέγγιση της Κίνας εκτείνεται σε ολόκληρη την αλυσίδα — από την παραγωγή έως τη χρήση — και περιλαμβάνει την καταγραφή των στοιχείων των αγοραστών.

Του Michael Zhuang

Με τη συμβολή των Ning Haizhong και Luo Ya

Η αναγέννηση του ουκρανικού ενεργειακού συστήματος εν μέσω πολέμου

Η Ουκρανία μοιράζεται τις γνώσεις της γύρω από την οικοδόμηση ενός ανθεκτικού και πολυσχιδούς ενεργειακού συστήματος εν μέσω των συνεχιζόμενων συγκρούσεων. Ο Α΄ Αντιπρόεδρος της ουκρανικής κυβέρνησης, Ντένις Σμίχαλ, μαζί με επικεφαλής ουκρανικών ενεργειακών εταιρειών, παρουσίασαν πρόσφατα την εμπειρία τους κατά τη διάρκεια της εβδομάδας CERAWeek (23-27 Μαρτίου), που διοργάνωσε η S&P Global Conference στο Χιούστον.

Ο Τζόσουα Βολζ, ειδικός απεσταλμένος του αμερικανικού υπουργείου Ενέργειας για την Ενεργειακή Ενοποίηση, ανέδειξε τη διεθνή σημασία των ουκρανικών στρατηγικών στον ενεργειακό τομέα, δηλώνοντας: «Τα διδάγματα που αποκομίσαμε στην Ουκρανία δεν αφορούν μόνο την Ουκρανία· είναι διδάγματα για μια παγκόσμια οικονομία που αντιμετωπίζει τις ίδιες προκλήσεις ασφάλειας, ανθεκτικότητας, διαφοροποίησης και ανάπτυξης ενεργειακών υποδομών λιγότερο ευάλωτων σε φυσικές καταστροφές, τρομοκρατία και πολέμους».

Με τον πόλεμο να εισέρχεται στον πέμπτο χρόνο του, οι ειρηνευτικές συνομιλίες παραμένουν σε αδιέξοδο και, έπειτα από έναν βαρύ χειμώνα τον οποίο εκμεταλλεύτηκαν οι ρωσικές δυνάμεις με στοχευμένες επιθέσεις, η ανάγκη ανοικοδόμησης είναι επιτακτική. Οι Ουκρανοί εισήγαγαν τον όρο «χολοντόμορ», για να περιγράψουν το δριμύ ψύχος που βίωσαν την περίοδο αυτή, υπογραμμίζοντας τον αδιάκοπο αγώνα τους.

Από την έναρξη της ρωσικής εισβολής τον Φεβρουάριο του 2022, οι ουκρανικές ενεργειακές υποδομές πλήττονταν διαρκώς, κάτι που, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης, συνιστά έγκλημα πολέμου. Μέχρι το 2024, είχαν εκδοθεί εντάλματα σύλληψης για τέσσερις ανώτερους Ρώσους αξιωματικούς του στρατού για τις επιθέσεις εναντίον του ουκρανικού ηλεκτρικού δικτύου.

Πριν από τη σύγκρουση, η Ουκρανία στηριζόταν σε ένα συγκεντρωτικό ενεργειακό μοντέλο, παράγοντας το ήμισυ του ηλεκτρισμού της από πυρηνική ενέργεια, με πιο περιορισμένη χρήση λιγνίτη και αερίου. Ωστόσο, έως τον Οκτώβριο του 2025, σημαντικό μέρος των ενεργειακών πόρων της Ουκρανίας είχε χαθεί· η καταστροφή δεκαοκτώ μεγάλων εργοστασίων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας οδήγησε σε δραματική μείωση της παραγωγικής ικανότητας της χώρας. Ωστόσο, με μια αναπάντεχη ανατροπή, η Ουκρανία κατάφερε μέχρι τα μέσα του 2025 να αναπληρώσει τις απώλειες, φτάνοντας να γίνει, έστω και για λίγο, εξαγωγέας ενέργειας.

Ο Μαξίμ Τιμτσένκο, διευθύνων σύμβουλος του ομίλου DTEK — της μεγαλύτερης ιδιωτικής ενεργειακής εταιρείας της Ουκρανίας — αναφέρθηκε στις μεταρρυθμίσεις που έγιναν στη χώρα τονίζοντας: «Η ειρωνεία του πολέμου στην Ουκρανία είναι πως μας βοήθησε να οικοδομήσουμε ένα εντελώς νέο ενεργειακό σύστημα. Αναπτύξαμε περισσότερο την αιολική και ηλιακή ενέργεια, καθώς και συστήματα αποθήκευσης μπαταριών, πιο κοντά στα μεγάλα αστικά κέντρα. Από αυτή την πολεμική εμπειρία μπορεί να φανεί πώς μοιάζει το σύστημα του μέλλοντος».

Πυροσβεστικές δυνάμεις επιχειρούν κατά πυρκαγιάς σε ηλεκτρικό υποσταθμό, μετά από πυραυλική επίθεση. Χάρκοβο, Ουκρανία, 22 Μαρτίου 2024. (Sergey Bobok/AFP μέσω Getty Images)

 

Ο Τιμτσένκο θυμήθηκε πως στις 24 Φεβρουαρίου 2022 — την ημέρα της εισβολής — η Ουκρανία μόλις είχε ξεκινήσει δοκιμαστική αποσύνδεση από το ρωσικό και το λευκορωσικό δίκτυο ώστε να συγχρονιστεί με το ευρωπαϊκό σύστημα μετάδοσης, διαδικασία που αναμενόταν να διαρκέσει μήνες, αλλά ολοκληρώθηκε σε τρεις εβδομάδες.

Παρά την καταστροφή των παραδοσιακών ενεργειακών πόρων, πολλοί Ουκρανοί κατέφυγαν σε πρόχειρες λύσεις για την κάλυψη των αναγκών τους, τοποθετώντας μικρές ανεμογεννήτριες στις αυλές και φωτοβολταϊκά στις στέγες, συνδέοντάς τα με γεννήτριες. «Η απάντησή μας ήταν να προχωρήσουμε σε όλο και περισσότερη αποκεντρωμένη παραγωγή, με αποτέλεσμα σήμερα, από άποψη ανθεκτικότητας, να διαθέτουμε ένα από τα υψηλότερα δυναμικά σε ηλιακή και αιολική ενέργεια και ανεπτυγμένες υποδομές παγκοσμίως», σημείωσε ο Τιμτσένκο.

Η χώρα αύξησε τη χωρητικότητα των υπόγειων εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας και ενίσχυσε τις εισαγωγές φυσικού αερίου μέσω διαφόρων διεθνών αγωγών, τακτική που, όπως επισημάνθηκε, ωφελεί όλους τους εμπλεκόμενους. Ο Τζέφρι Πάιατ, εξέχουσα φυσιογνωμία σε θέματα ενέργειας και κρίσιμων πρώτων υλών, εξήρε την ουκρανική προσπάθεια: «Η Ουκρανία είναι πραγματικά το χωνευτήρι της δημιουργικότητας όσον αφορά την αρχιτεκτονική του άμεσου μετασχηματισμού των ενεργειακών συστημάτων».

Άποψη του πυρηνικού σταθμού της Ζαπορίζια από την όχθη της τεχνητής λίμνης Καχόβκα, κοντά στη Νικόπολη. Ουκρανία, 16 Ιουνίου 2023. (Alina Smutko/Reuters)

 

Ο Σμίχαλ, αναφερόμενος στη μεταπολεμική περίοδο, μίλησε για ετοιμότητα ανοικοδόμησης: «Αυτή είναι η στιγμή της ευκαιρίας — οφείλουμε να σχεδιάσουμε με την ελπίδα και την προσδοκία πως μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα θα τελειώσει ο πόλεμος». Τόνισε δε τη σημασία της διεθνούς συνεργασίας στην ανασυγκρότηση της Ουκρανίας, εκτιμώντας το συνολικό απαιτούμενο κόστος στα 600 δισ. δολάρια, εκ των οποίων τα 91 δισ. θα διοχετευθούν στην επανεκκίνηση του ενεργειακού της συστήματος.

Αναπτύσσοντας τις μελλοντικές ενεργειακές στρατηγικές, υπογράμμισε τον κεντρικό ρόλο της πυρηνικής ενέργειας στο ευρωπαϊκό ενεργειακό γίγνεσθαι: «Γνωρίζουμε την πυρηνική βιομηχανία και, κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι το μέλλον της Ευρώπης. Στο μέλλον, ο βασικός πυλώνας της παραγωγής ενέργειας πρέπει να είναι η πυρηνική».

Ο Τιμτσένκο σημείωσε τη στροφή από τα ρωσικά πυρηνικά καύσιμα σε δυτικές τεχνολογίες ως κομβικό παράδειγμα της εξέλιξης της Ουκρανίας: «Πρόκειται για ένα υποδειγματικό μοντέλο, μια κάθετα ολοκληρωμένη προσέγγιση στην παραγωγή πυρηνικής ενέργειας — από την εξόρυξη του ουρανίου ως τη διαχείριση των πυρηνικών αποβλήτων». Και κατέληξε: «Προτείνουμε συμπράξεις και επενδυτικές ευκαιρίες. Αναζητούμε εταίρους, χρειαζόμαστε κεφάλαια, χρειαζόμαστε εμπιστοσύνη, διότι η Ουκρανία οικοδομεί το μέλλον ενός εντελώς νέου τοπίου ενεργειακής ασφάλειας».

Με φόντο αυτές τις εξελίξεις, ο Πάιατ παρατήρησε: «Θα έλεγα πως η επιτυχία της Ουκρανίας στο ενεργειακό πεδίο μάχης οφείλεται στον πιο ριζικό μετασχηματισμό ενεργειακού συστήματος που έχει σημειωθεί στον κόσμο σήμερα».