Δευτέρα, 29 Ιούν, 2026

Προειδοποίηση Τραμπ στο Ιράν για συμφωνία ή συνέπειες

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, στις 26 Μαρτίου, προειδοποίησε το Ιράν να αντιμετωπίσει σοβαρά τις διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό της σύγκρουσης, κατηγορώντας Ιρανούς αξιωματούχους ότι υποβαθμίζουν τις εν εξελίξει επαφές και επισημαίνοντας ότι η αποτυχία ουσιαστικής εμπλοκής μπορεί να οδηγήσει σε σκληρές συνέπειες.

Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο πρόεδρος Τραμπ χαρακτήρισε τους Ιρανούς διαπραγματευτές διαφορετικούς και παράξενους, υποστηρίζοντας ότι κατ’ ιδίαν επιδιώκουν συμφωνία ενώ δημοσίως αρνούνται την ύπαρξη ουσιαστικών συνομιλιών. Σημείωσε ότι η ιρανική πλευρά επιδιώκει έντονα μια συμφωνία, αλλά περιορίζεται στο να δηλώνει δημόσια ότι απλώς εξετάζει την αμερικανική πρόταση, κάτι που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Προειδοποίησε ότι το Ιράν πρέπει να κινηθεί άμεσα και σοβαρά, διαφορετικά οι συνέπειες θα είναι δυσμενείς.

Και κατά τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου στις 26 Μαρτίου, ο Τραμπ επιδίωξε να αποσαφηνίσει ότι η ιρανική πλευρά είναι εκείνη που πιέζει για συμφωνία, τονίζοντας ότι είναι προφανές πως διεξάγονται συνομιλίες. Όπως σημείωσε, οι Ιρανοί είναι ιδιαίτερα ικανοί διαπραγματευτές, αν και δεν διαθέτουν αντίστοιχες στρατιωτικές επιδόσεις. Από την πλευρά τους, οι Ιρανοί αξιωματούχοι επιμένουν ότι δεν διεξάγονται άμεσες και επίσημες διαπραγματεύσεις, με τον υπουργό Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί να αναφέρει στην κρατική τηλεόραση ότι οι ανταλλαγές μηνυμάτων μέσω φιλικών χωρών δεν συνιστούν διαπραγμάτευση ή διάλογο με την Ουάσιγκτον.

Κατά την ίδια συνεδρίαση, ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τη Μέση Ανατολή Στηβ Γουίτκοφ επιβεβαίωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν διαβιβάσει στην ιρανική πλευρά πρόταση δεκαπέντε (15) σημείων, η οποία αποτελεί το πλαίσιο για μια ειρηνευτική συμφωνία. Όπως ανέφερε, το σχέδιο παρουσιάστηκε σε συνεργασία με την ομάδα εξωτερικής πολιτικής του προέδρου και διαβιβάστηκε μέσω της πακιστανικής κυβέρνησης, που λειτούργησε ως διαμεσολαβητής. Ο Γουίτκοφ απέφυγε να δώσει λεπτομέρειες, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ευαίσθητες διπλωματικές συζητήσεις και ότι, κατόπιν οδηγιών του προέδρου, δεν θα δημοσιοποιηθούν οι όροι. Παράλληλα, ανέφερε ότι υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για ενδεχόμενη συμφωνία, προσθέτοντας ότι το Ιράν αναζητεί διέξοδο μετά τις πρόσφατες αμερικανικές απειλές για πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές.

Σύμφωνα με ισραηλινές πηγές που έχουν ενημερωθεί για τις συζητήσεις, η αμερικανική πρόταση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη διακοπή του εμπλουτισμού ουρανίου, τη διάλυση βασικών πυρηνικών εγκαταστάσεων, τον περιορισμό του πυραυλικού προγράμματος και τη διακοπή της στήριξης σε περιφερειακές συμμαχικές δυνάμεις, προσφέροντας ως αντάλλαγμα την άρση κυρώσεων.

Ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ Στηβ Γουίτκοφ στο Μέγαρο των Ηλυσίων στο Παρίσι. Γαλλία, 6 Ιανουαρίου 2026. (Ludovic Marin/Pool/AFP μέσω Getty Images)

 

Από την πλευρά της, η Τεχεράνη φέρεται να έχει απορρίψει την αμερικανική πρόταση και να έχει παρουσιάσει δική της αντιπρόταση πέντε (5) σημείων, σύμφωνα με ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης. Οι όροι αυτοί περιλαμβάνουν την άμεση παύση των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν, τη δημιουργία μηχανισμού που θα αποτρέπει την επανάληψή τους, την καταβολή αποζημιώσεων για τις ζημιές του πολέμου, τον τερματισμό των συγκρούσεων σε όλα τα μέτωπα — συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν περιφερειακές συμμαχικές δυνάμεις — καθώς και την αναγνώριση της ιρανικής κυριαρχίας στον Πορθμό του Ορμούζ.

Ανώτερος Ιρανός αξιωματούχος δήλωσε ότι το Ιράν θα τερματίσει τον πόλεμο μόνο όταν το αποφασίσει και όταν ικανοποιηθούν οι δικοί του όροι, υποδεικνύοντας ότι δεν θα υπάρξουν άμεσες διαπραγματεύσεις εάν αυτοί δεν γίνουν αποδεκτοί. Η αντιπρόταση διαβιβάστηκε στην αμερικανική πλευρά μέσω διαμεσολαβητών το βράδυ της 26ης Μαρτίου, και η Τεχεράνη αναμένει απάντηση.

Ο Λευκός Οίκος διατηρεί τη θέση ότι οι συνομιλίες βρίσκονται σε εξέλιξη, χωρίς να επιβεβαιώνει συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Η εκπρόσωπος Τύπου Κάρολαϊν Λέβιτ ανέφερε ότι μόνο ορισμένα στοιχεία των σχετικών δημοσιευμάτων ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τονίζοντας ότι η κυβέρνηση δεν προτίθεται να κοινοποιήσει λεπτομέρειες.

Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Κάρολαϊν Λέβιτ, κατά τη διάρκεια ενημέρωσης Τύπου, στην αίθουσα ενημέρωσης James S. Brady του Λευκού Οίκου. Ουάσιγκτον, 18 Φεβρουαρίου 2026. (Chip Somodevilla/Getty Images)

 

Η Λέβιτ υπογράμμισε ότι ο Τραμπ προτιμά τη διπλωματική λύση, προειδοποιώντας ωστόσο ότι σε περίπτωση άρνησης του Ιράν να συμβιβαστεί, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προχωρήσουν σε πιο σκληρές ενέργειες. Επεσήμανε ότι δεν χρειάζεται να χαθούν περισσότερες ζωές, αλλά αν η Τεχεράνη δεν αποδεχθεί την πραγματικότητα της κατάστασης, θα αντιμετωπίσει ισχυρό πλήγμα.

Σε ξεχωριστή ανάρτησή του στις 26 Μαρτίου, ο Τραμπ προειδοποίησε ότι το Ιράν πρέπει να κινηθεί άμεσα, σημειώνοντας ότι μετά από ένα ορισμένο σημείο δεν θα υπάρχει επιστροφή. Παράλληλα, άφησε να εννοηθεί ότι υπάρχει πρόοδος, αναφέροντας ότι σε προηγούμενες επαφές είχαν επιτευχθεί σημαντικά σημεία σύγκλισης, μεταξύ άλλων και σε ζητήματα που αφορούν τα πυρηνικά όπλα. Την ίδια εβδομάδα είχε δηλώσει ότι Ιρανοί αξιωματούχοι συμφώνησαν να μην επιδιώξουν την απόκτησή τους. Οι Ιρανοί, από την πλευρά τους, επιμένουν ότι το πυρηνικό τους πρόγραμμα είναι ειρηνικό, αν και τα τελευταία χρόνια η Τεχεράνη έχει αυξήσει τα αποθέματα ουρανίου εμπλουτισμένου σε υψηλό βαθμό, αποδίδοντας την κίνηση αυτή στην ενίσχυση των αμερικανικών κυρώσεων.

Ο Τραμπ αποκάλυψε επίσης ότι το Ιράν επέτρεψε τη διέλευση δέκα πετρελαιοφόρων από τον Πορθμό του Ορμούζ χωρίς παρεμβάσεις, χαρακτηρίζοντας την κίνηση αυτή ως ένδειξη ότι οι διαπραγματεύσεις γίνονται με τους κατάλληλους συνομιλητές.

Την ίδια στιγμή, το Πεντάγωνο έχει ενισχύσει τη στρατιωτική του παρουσία στη Μέση Ανατολή, αποστέλλοντας δύο αμφίβιες ομάδες ετοιμότητας, καθεμία εκ των οποίων μπορεί να περιλαμβάνει 5.000 ναύτες και πεζοναύτες, έχοντας σημαντικές δυνατότητες αμφίβιας απόβασης, χερσαίων επιχειρήσεων και αεροπορικής υποστήριξης. Επιπλέον, έχουν αναπτυχθεί στοιχεία της 82ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας, συμπεριλαμβανομένης της 1ης Ταξιαρχίας Μάχης και άλλων υποστηρικτικών δυνάμεων.

Ο πρόεδρος του ιρανικού Κοινοβουλίου Μοχάμαντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ χαιρετά, μετά από την επίσκεψή του στο σημείο ισραηλινού αεροπορικού πλήγματος στη συνοικία Μπάστα της Βηρυτού. Λίβανος, 12 Οκτωβρίου 2024. (AFP μέσω Getty Images)

 

Ο πρόεδρος του ιρανικού Κοινοβουλίου Μοχάμαντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ απέρριψε τους ισχυρισμούς περί ουσιαστικών συνομιλιών, χαρακτηρίζοντας τις δηλώσεις του Τραμπ ως ψεύδη που αποσκοπούν στη χειραγώγηση της αγοράς. Εκπρόσωπος των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον ουσιαστικά διαπραγματεύεται με τον εαυτό της.

Η σύγκρουση έχει ήδη επηρεάσει την παγκόσμια αγορά ενέργειας, οδηγώντας αρχικά σε άνοδο των τιμών του πετρελαίου, οι οποίες υποχώρησαν όταν εμφανίστηκε η προοπτική  διπλωματικής λύσης. Οι τιμές έχουν πλέον σταθεροποιηθεί κοντά στα 100 δολάρια ανά βαρέλι.

Των Tom Ozimek και Ryan Morgan

Αντιδράσεις προκαλούν οι δηλώσεις Καναδού βουλευτή σχετικά με την καταναγκαστική εργασία στην Κίνα

Ο βουλευτής των Φιλελευθέρων Μάικλ Μα δέχεται επικρίσεις επειδή αμφισβήτησε αναφορές για πρακτικές καταναγκαστικής εργασίας στην Κίνα. Ο πρώην βουλευτής των Συντηρητικών, ο οποίος εντάχθηκε στους Φιλελευθέρους τον Δεκέμβριο, ζήτησε αργότερα συγγνώμη για τις δηλώσεις του, καθώς βρέθηκε αντιμέτωπος με αντιδράσεις ακτιβιστών υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και βουλευτών της αντιπολίτευσης.

Κατά τη διάρκεια συνεδρίασης της επιτροπής βιομηχανίας της Βουλής των Κοινοτήτων στις 26 Μαρτίου, η οποία εξετάζει τις πολιτικές της κυβέρνησης για τα ηλεκτρικά οχήματα, ο Μα υπέβαλε στη Μάργκαρετ ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον, ειδική στην Κίνα και πρώην ανώτερη δημόσια λειτουργό, ερωτήματα που υποδήλωναν σκεπτικισμό ως προς την ύπαρξη καταναγκαστικής εργασίας στην Κίνα, χωρίς όμως να της δώσει χρόνο να αναπτύξει τις απαντήσεις της.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Καναδά υπέγραψε πρόσφατα σειρά συμφωνιών με το Πεκίνο, μεταξύ των οποίων και συμφωνία που επιτρέπει την εισαγωγή έως και 49.000 κινεζικών ηλεκτρικών οχημάτων με χαμηλούς δασμούς, με αντάλλαγμα τη μείωση των κινεζικών δασμών στις εισαγωγές καναδικής κανόλας. Η ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον συγκαταλέγεται μεταξύ των ειδικών που αμφισβητούν την ασφάλεια της συμφωνίας, επισημαίνοντας ότι το Πεκίνο στοχοποιεί συστηματικά κοινότητες της κινεζικής διασποράς και Κινέζους αντιφρονούντες στον Καναδά.

Η ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον ανέφερε στους βουλευτές ότι δεκάδες εξαρτήματα που χρησιμοποιούνται σε κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα παράγονται με αλουμίνιο το οποίο έχει παραχθεί με τη χρήση καταναγκαστικής εργασίας Ουιγούρων στην Κίνα. Επικαλέστηκε έκθεση του 2024 της οργάνωσης Human Rights Watch, σύμφωνα με την οποία εντοπίστηκαν «αξιόπιστα στοιχεία» ότι τόσο κινεζικοί κατασκευαστές όσο και δυτικές εταιρείες με εργοστάσια στην Κίνα «αποτυγχάνουν να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο χρήσης καταναγκαστικής εργασίας Ουιγούρων στις αλυσίδες εφοδιασμού αλουμινίου τους».

Ο Μα ρώτησε τη ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον αν είχε διαπιστώσει προσωπικά την ύπαρξη καταναγκαστικής εργασίας στο Σεντζέν και αν είχε επισκεφθεί ποτέ την περιοχή. Το Σεντζέν, βιομηχανικό κέντρο της Κίνας, και το Σιντζιάνγκ, όπου ζει ο διωκόμενος λαός των Ουιγούρων, έχουν παρόμοια προφορά. Καθώς πολλά μέσα ενημέρωσης κάλυψαν την ανταλλαγή θεωρώντας ότι αναφερόταν στο Σιντζιάνγκ, ο Μα διευκρίνισε αργότερα σε ανακοίνωσή του ότι εννοούσε το Σεντζέν και όχι το Σιντζιάνγκ.

Η ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον απάντησε ότι είχε επισκεφθεί την Κίνα πολλές φορές τα τελευταία πενήντα χρόνια. Ο Μα διέκοψε την απάντησή της και επανέλαβε το ερώτημα αν είχε δει η ίδια καταναγκαστική εργασία. Εκείνη απάντησε ότι συνεργάζεται στενά με τη Human Rights Watch, όπου οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει τέτοιες πρακτικές. Ο Μα στη συνέχεια πέρασε σε ερωτήσεις προς τον άλλο μάρτυρα.

Η Βουλή των Κοινοτήτων ενέκρινε ομόφωνα τον Φεβρουάριο του 2021 πρόταση που είχαν καταθέσει οι Συντηρητικοί, με την οποία οι διώξεις του Πεκίνου κατά των Ουιγούρων και άλλων μουσουλμανικών ομάδων στην Κίνα χαρακτηρίζονται ως γενοκτονία. Την πρόταση στήριξαν οι Συντηρητικοί, το Bloc Québécois, το NDP, το Κόμμα των Πρασίνων και οι βουλευτές των Φιλελευθέρων που δεν συμμετείχαν στο υπουργικό συμβούλιο, ενώ τα μέλη της κυβέρνησης απείχαν.

Η Μάργκαρετ ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον, ειδική στην Κίνα και ανώτερη ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο της Οττάβα, καταθέτει ενώπιον της Μόνιμης Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου στη Βουλή των Κοινοτήτων. Καναδάς, 12 Μαρτίου 2026. (House of Commons/Στιγμιότυπο οθόνης)

 

Ο Καναδάς επέβαλε κυρώσεις σε Κινέζους αξιωματούχους τον Δεκέμβριο του 2024 για τις διώξεις κατά των Ουιγούρων, των ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ και των Θιβετιανών, επισημαίνοντας ότι οι ομάδες αυτές υπόκεινται σε διάφορες μορφές καταστολής στην Κίνα, συμπεριλαμβανομένης της αυθαίρετης κράτησης και της καταναγκαστικής εργασίας.

Δημοσιογράφοι και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν αναφέρει ότι αντιμετωπίζουν περιορισμούς στις θεωρήσεις εισόδου όταν επισκέπτονται την Κίνα, ιδίως όταν επιχειρούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε ευαίσθητες περιοχές, επισημαίνοντας ότι είναι δύσκολη η συλλογή πληροφοριών στη χώρα.

Σύμφωνα με έκθεση του 2024 του Γραφείου του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, οι αρμόδιοι συνεχίζουν να παρακολουθούν στενά την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα, παρά τις δυσκολίες που προκαλούνται από την περιορισμένη πρόσβαση σε πληροφορίες και τον φόβο αντιποίνων εις βάρος όσων συνεργάζονται με τα Ηνωμένα Έθνη.

«Απαράδεκτο»

Η ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον δήλωσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μετά τη συνεδρίαση της επιτροπής ότι είχε επισημάνει στον Μα πως οι κινεζικές αρχές δεν θα του έδειχναν ποτέ στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας, αλλά ότι η Human Rights Watch έχει παρουσία εκεί. Πρόσθεσε ότι ο Μα δήλωσε πως δεν πιστεύει τις αναφορές επειδή περιλαμβάνονται σε έκθεση και ότι θεωρεί πως πρέπει να το δει με τα μάτια του.

Ο Μεχμέτ Τοχτί, εκτελεστικός διευθυντής του Καναδικού Προγράμματος Υπεράσπισης Δικαιωμάτων των Ουιγούρων, ανέφερε ότι ο Μα τοποθετείται εκ νέου ως υποστηρικτής της άρνησης, υποβαθμίζοντας την πραγματικότητα της γενοκτονίας των Ουιγούρων, της καταναγκαστικής εργασίας και της διεθνικής καταστολής που ασκεί η Κίνα εναντίον τους.

Σε ανάρτησή του στις 26 Μαρτίου σημείωσε ότι η καταναγκαστική εργασία αποτελεί εκτεταμένη πρακτική που επιβάλλεται από το κράτος και στοχεύει τους Ουιγούρους, προσθέτοντας ότι υπάρχει ακόμη και συγκεκριμένος όρος, «χασάρ», για να περιγράψει μορφές καταναγκαστικής εργασίας, ενώ η κινεζική κυβέρνηση αναφέρεται επίσημα στο σύστημα αυτό ως «κατανομή εργασίας», αποκρύπτοντας τον εξαναγκαστικό χαρακτήρα του.

Εγκατάσταση που θεωρείται στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου κρατούνται κυρίως μουσουλμανικές εθνοτικές μειονότητες, στο Άρτουξ του Σιντζιάνγκ. Κίνα, 2 Ιουνίου 2019. (Greg Baker/AFP/Getty Images)

 

Αρκετοί βουλευτές των Συντηρητικών σχολίασαν επίσης τις δηλώσεις του Μα, μεταξύ των οποίων και ο βουλευτής Σουβαλόι Ματζούμνταρ, ο οποίος τον κατηγόρησε ότι αναπαράγει την προπαγάνδα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ).

Η βουλευτής των Συντηρητικών και αρμόδια για θέματα βιομηχανίας Ρέιτσελ Ντάντσω χαρακτήρισε την ανταλλαγή μεταξύ Μα και ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον ανησυχητική. Διερωτήθηκε αν ο βουλευτής των Φιλελευθέρων αρνήθηκε ότι λαμβάνουν χώρα πρακτικές καταναγκαστικής εργασίας στην Κίνα, τονίζοντας ότι πρόκειται για τεκμηριωμένο πρόβλημα και θέτοντας το ερώτημα γιατί υπερασπίζεται το κινεζικό καθεστώς.

Ο βουλευτής των Συντηρητικών Μάικλ Γκουλιελμίν χαρακτήρισε τη συμπεριφορά του Μα απαράδεκτη, επισημαίνοντας ότι οι Καναδοί αναμένουν από τους βουλευτές να υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και όχι να καλύπτουν το κινεζικό καθεστώς.

Ο βουλευτής των Συντηρητικών και αρμόδιος για θέματα εξωτερικών Μάικλ Τσονγκ έθεσε το ζήτημα στη Βουλή των Κοινοτήτων κατά την περίοδο ερωτήσεων στις 26 Μαρτίου, ζητώντας να διευκρινιστεί αν η κυβέρνηση εξακολουθεί να εκτιμά ότι υπάρχει καταναγκαστική εργασία Ουιγούρων και αν οι κυρώσεις θα παραμείνουν σε ισχύ.

Αργότερα ανέφερε σε ανάρτησή του ότι εάν η κυβέρνηση δεν θεωρεί πλέον ότι υφίσταται καταναγκαστική εργασία, αυτό θα είχε συνέπειες για τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί σε κινεζικές οντότητες και αξιωματούχους, για τις εισαγωγές προϊόντων από το Σιντζιάνγκ στον Καναδά, για την αναθεώρηση της Συμφωνίας Ηνωμένων Πολιτειών-Μεξικού-Καναδά και για το εμπόριο μεταξύ Καναδά και Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Μα δεν απάντησε σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με την ανταλλαγή μετά τη συνεδρίαση της επιτροπής.

Σε ανακοίνωσή του ζήτησε συγγνώμη, αναφέροντας ότι άθελά του έδωσε την εντύπωση ότι υποβαθμίζει το σοβαρό ζήτημα της καταναγκαστικής εργασίας. Δήλωσε ότι μετανιώνει για το λάθος και ζήτησε συγγνώμη από τη ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον και τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής, διευκρινίζοντας ότι η γραμμή των ερωτήσεών του αφορούσε την αυτοκινητοβιομηχανία στο Σεντζέν της Κίνας και όχι το Σιντζιάνγκ.

Ο Μάικλ Μα γεννήθηκε στο Χονγκ Κονγκ και μετανάστευσε στο Βανκούβερ σε ηλικία 12 ετών. Εξελέγη βουλευτής μετά τις γενικές εκλογές του περασμένου Απριλίου. Τα τελευταία χρόνια έχει συμμετάσχει σε εκδηλώσεις ή πρωτοβουλίες με πρόσωπα που εκφράζουν απόψεις ευθυγραμμισμένες με την πολιτική του Πεκίνου.

Μέσα στον Μάρτιο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος των Ηνωμένων Πολιτειών ξεκίνησε έρευνα για εισαγωγές προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία, στοχεύοντας εξήντα (60) χώρες, μεταξύ των οποίων και ο Καναδάς. Η έρευνα ενδέχεται να οδηγήσει σε απαγόρευση εισαγωγών τέτοιων προϊόντων στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σε δήλωση της 12ης Μαρτίου, ο εμπορικός αντιπρόσωπος των ΗΠΑ Τζέιμσον Γκρηρ ανέφερε ότι οι έρευνες αυτές θα καθορίσουν αν οι ξένες κυβερνήσεις έχουν λάβει επαρκή μέτρα για να απαγορεύσουν την εισαγωγή προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία και πώς η αποτυχία εξάλειψης αυτών των απαράδεκτων πρακτικών επηρεάζει τους εργαζομένους και τις επιχειρήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Της Olivia Gomm

Με πληροφορίες από Canadian Press

Κρεμλίνο: Καμία πρόοδος στην Ουκρανία, αλλά ελπίδες για διάλογο με ΗΠΑ

Το Κρεμλίνο δήλωσε στις 26 Μαρτίου ότι δεν έχει σημειωθεί πρόοδος σε καίριες πτυχές της σύγκρουσης στην Ουκρανία, ωστόσο παραμένει ανοιχτό σε διάλογο. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, ανέφερε ότι η Ρωσία διατηρεί επαφές με τις Ηνωμένες Πολιτείες για την πιθανότητα περαιτέρω συνομιλιών.

«Παραμένουμε ανοιχτοί, βρισκόμαστε σε επαφή με τους Αμερικανούς και υπολογίζουμε ότι θα πραγματοποιηθεί ο επόμενος γύρος συνομιλιών μόλις το επιτρέψουν οι συνθήκες», δήλωσε ο Πεσκόφ. Η τελευταία συνάντηση ανάμεσα στις ρωσικές και ουκρανικές αντιπροσωπείες έγινε στη Γενεύη, με τη διαμεσολάβηση των ΗΠΑ, στις 17 Φεβρουαρίου.

Παράλληλα, ο Πεσκόφ διέψευσε δημοσίευμα άποψης των New York Times της 25ης Μαρτίου, σύμφωνα με το οποίο ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν είχε χάσει το ενδιαφέρον του για τις διαπραγματεύσεις μετά την έναρξη της επιχείρησης «Epic Fury» από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, στις 28 Φεβρουαρίου, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του Ιρανού ηγέτη, αγιατολλάχ Αλί Χαμενεΐ.

Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ. Μόσχα, 18 Φεβρουαρίου 2022. (Σεργκέι Γκουνέεφ/Sputnik/Κρεμλίνο μέσω Reuters)

 

Στο άρθρο, ο Ρώσος δημοσιογράφος Μιχαήλ Ζίγκαρ ανέφερε ότι ο Πούτιν δεχόταν έντονες πιέσεις να προσέλθει σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις με την Ουκρανία εξαιτίας της επιδείνωσης της ρωσικής οικονομίας. «Με ένα παράδοξο της ιστορίας, η έναρξη του πολέμου στο Ιράν ανέκοψε τις προοπτικές λήξης του πολέμου στην Ουκρανία, ακριβώς τη στιγμή που ο κος Πούτιν φαινόταν έτοιμος να εξετάσει [το ενδεχόμενο]», έγραφε ο Ζίγκαρ.

Ο Πεσκόφ απέρριψε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του δημοσιογράφου, τονίζοντας: «Πρόκειται για απολύτως ψευδή επινόηση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα». Σημείωσε επίσης ότι κατά τις προηγούμενες τριμερείς διαπραγματεύσεις είχε υπάρξει κάποια πρόοδος προς την κατεύθυνση της επίλυσης.

Σύμφωνα με τον σύμβουλο του Κρεμλίνου, Γιούρι Ουσακόφ, η κυβέρνηση Τραμπ είχε ενημερώσει τη ρωσική πλευρά για τις τελευταίες συνομιλίες ουκρανικής αντιπροσωπείας στη Φλόριντα, στις 21 Μαρτίου. Η Epoch Times απηύθυνε ερώτημα στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, χωρίς να έχει λάβει απάντηση μέχρι τη δημοσίευση του ρεπορτάζ.

Εν τω μεταξύ, η Ρωσία συνεχίζει να ασκεί στρατιωτική πίεση στην Ουκρανία. Η ουκρανική Πολεμική Αεροπορία ανακοίνωσε στις 24 Μαρτίου ότι η Ρωσία εξαπέλυσε 400 μη επανδρωμένα μακράς εμβέλειας κατά διαφόρων στόχων στην Ουκρανία μέσα στη νύχτα. Ο επικεφαλής των ουκρανικών Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Ολεξάντρ Σίρσκι, ανέφερε στις 23 Μαρτίου ότι οι ρωσικές δυνάμεις προέβησαν σε 619 επιθέσεις μέσα σε διάστημα τεσσάρων ημερών.

Ο Σίρσκι υπογράμμισε: «Χάρη στις επαγγελματικές και συντονισμένες ενέργειες των Ουκρανών στρατιωτών, οι επιθετικές ενέργειες του εχθρού ανακόπηκαν σε πολλά μέτωπα», προσθέτοντας ότι συνεχίζονται σφοδρές μάχες σε ορισμένες περιοχές, ενώ οι ρωσικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να ανασυγκροτηθούν.

Το Κίεβο αναμένει πιθανή εαρινή αντεπίθεση της Ρωσίας, καθώς βελτιώνονται οι καιρικές συνθήκες.

Εργάτες τοποθετούν αντιδρονικά δίχτυα στους δρόμους της Ντρουζκίβκα. Ουκρανία, 2 Μαρτίου 2026. (Chris McGrath/Getty Images)

 

Στις 26 Μαρτίου 2026, οι τοπικές αρχές της περιοχής Μπέλγκοροντ ισχυρίστηκαν ότι η Ουκρανία εξαπέλυσε περίπου 170 μη επανδρωμένα κατά της περιοχής το τελευταίο 24ωρο, σύμφωνα με το επίσημο πρακτορείο ειδήσεων TASS.

Ο περιφερειάρχης Βιατσεσλάβ Γκλάντκοφ ανέφερε ότι ουκρανικά χτυπήματα με μη επανδρωμένα προκάλεσαν δύο θανάτους στις 25 Μαρτίου: ενός 18χρονου σε μοτοσικλέτα σε χωριό κοντά στα σύνορα, καθώς και μιας γυναίκας μέσα στο αυτοκίνητό της στην πόλη Γκραϊβορόν. Επιπλέον, πρόσφατος βομβαρδισμός δημόσιου κτιρίου στην πόλη Μπέλγκοροντ από ουκρανικές δυνάμεις είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους τέσσερις πολίτες.

Με πληροφορίες από Associated Press και Reuters

Διχασμός στον ΟΗΕ για ψήφισμα περί δουλείας και αποζημιώσεων

Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ υιοθέτησε στις 25 Μαρτίου ψήφισμα που χαρακτηρίζει το δουλεμπόριο Αφρικανών ως το «βαρύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας» και ζητά αποζημιώσεις.

Κατά την ψηφοφορία στην έδρα του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, 123 χώρες ψήφισαν υπέρ, ενώ μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και η Αργεντινή καταψήφισαν.

Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ολλανδία — χώρες που είχαν σημαντική εμπλοκή στο δουλεμπόριο κατά τον 17ο, 18ο και 19ο αιώνα — συγκαταλέγονταν στις 52 που απείχαν. Τα ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης, σε αντίθεση με εκείνα του Συμβουλίου Ασφαλείας, δεν είναι νομικά δεσμευτικά.

Το ψήφισμα, που κατατέθηκε από την Γκάνα, αναφέρει ότι το δουλεμπόριο Αφρικανών και το σύστημα δουλείας που βασιζόταν σε φυλετικά κριτήρια εις βάρος των Αφρικανών συνιστούν το βαρύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, επισημαίνοντας ότι τα αιτήματα για αποζημιώσεις αποτελούν συγκεκριμένο βήμα για την αποκατάσταση ιστορικών αδικιών εις βάρος των Αφρικανών και των ανθρώπων αφρικανικής καταγωγής.

Ο πρόεδρος της Γκάνας, Τζον Ντραμάνι Μαχάμα, που συνέβαλε στη διαμόρφωση του ψηφίσματος, ανέφερε ότι εκτιμάται πως περίπου 13 εκατομμύρια άνδρες, γυναίκες και παιδιά από την Αφρική υποδουλώθηκαν κατά τη διάρκεια αρκετών αιώνων.

Στο κείμενο επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, τα κράτη φέρουν ευθύνη για διεθνώς παράνομες πράξεις και έχουν την υποχρέωση να παύσουν την πράξη εφ’ όσον συνεχίζεται, να παράσχουν κατάλληλες διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις μη επανάληψης όπου απαιτείται, και να προβούν σε πλήρη αποκατάσταση της ζημίας, η οποία μπορεί να λάβει τη μορφή αποκατάστασης, αποζημίωσης ή ικανοποίησης, είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό.

Ο αναπληρωτής πρέσβης των ΗΠΑ στον ΟΗΕ, Νταν Νεγκρέα, δήλωσε πριν από την ψηφοφορία ότι το κείμενο του ψηφίσματος είναι εξαιρετικά προβληματικό σε πολλαπλά επίπεδα, επισημαίνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αναγνωρίζουν νομικό δικαίωμα σε αποζημιώσεις για ιστορικές πράξεις που δεν ήταν παράνομες σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο κατά τον χρόνο που συνέβησαν. Προσέθεσε δε ότι οι ΗΠΑ αντιτίθενται έντονα στην προσπάθεια του ψηφίσματος να ιεραρχήσει τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τονίζοντας ότι η άποψη πως ορισμένα τέτοια εγκλήματα είναι λιγότερο σοβαρά από άλλα υποβαθμίζει αντικειμενικά τον πόνο αμέτρητων θυμάτων και επιζώντων άλλων φρικαλεοτήτων στην ιστορία. Όπως σημείωσε, οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν να υπενθυμίσουν εκ νέου πως ο ΟΗΕ υπάρχει για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας και όχι για την προώθηση στενών επιμέρους συμφερόντων και πολιτικών, τη θέσπιση εξειδικευμένων διεθνών ημερών ή τη δημιουργία νέων, δαπανηρών υποχρεώσεων συνεδριάσεων και αναφορών.

Η Βρετανική Αυτοκρατορία είχε έντονη εμπλοκή στο δουλεμπόριο. Το Ηνωμένο Βασίλειο ψήφισε νόμο για την κατάργηση του δουλεμπορίου το 1807, ωστόσο, σύμφωνα με το βρετανικό Κοινοβούλιο, οι σκλάβοι στις αποικίες (με εξαίρεση περιοχές υπό τη διοίκηση της Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών) δεν απελευθερώθηκαν έως το 1838, και αυτό μόνο αφότου αποζημιώθηκαν οι ιδιοκτήτες τους και όχι οι ίδιοι οι σκλάβοι.

Την περίοδο εκείνη, το Ηνωμένο Βασίλειο δανείστηκε 20 εκατομμύρια λίρες — ποσό που αντιστοιχεί σε 2,2 δισεκατομμύρια λίρες το 2026 — για να αποζημιώσει τους ιδιοκτήτες σκλάβων, με το χρέος να εξοφλείται το 2014.

Ο Τζέιμς Καριούκι, επιτετραμμένος της βρετανικής αποστολής στον ΟΗΕ, ανέφερε σε δήλωσή του στις 25 Μαρτίου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει επανειλημμένα αναγνωρίσει την αποτρόπαια φύση της δουλείας και του διατλαντικού δουλεμπορίου, το οποίο προκάλεσε ανείπωτη βλάβη και δυστυχία σε εκατομμύρια ανθρώπους επί πολλές δεκαετίες, προσθέτοντας ότι οι φρικαλεότητές του ήταν βαθιές και η κληρονομιά του εξακολουθεί να αφήνει βαθιά τραύματα μέχρι σήμερα. Παρατήρησε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο διαφωνεί με βασικές θέσεις του κειμένου και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να το υπερψηφίσει, και τόνισε ότι δεν πρέπει να δημιουργείται ιεράρχηση ιστορικών φρικαλεοτήτων, επισημαίνοντας πως καμία από τις αναγνωρισμένες πηγές του Διεθνούς Δικαίου, όπως ορίζονται στο άρθρο 38 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου, δεν προσδιορίζει απαγόρευση της δουλείας και του δουλεμπορίου πριν από τον 20ό αιώνα.

Και τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης απείχαν από την ψηφοφορία, με την αναπληρώτρια πρέσβη της Κύπρου στον ΟΗΕ, Γαβριέλλα Μιχαηλίδου, να δηλώνει εκ μέρους της ΕΕ ότι το ψήφισμα περιλαμβάνει μια ανισόρροπη ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων.

Ο Μαχάμα, ο οποίος εξελέγη το 2024, επεσήμανε ότι η ψηφοφορία πραγματοποιήθηκε κατά την Παγκόσμια Ημέρα Μνήμης των Θυμάτων της Δουλείας και του Διατλαντικού Δουλεμπορίου. Πριν από την ψηφοφορία, ανέφερε ότι το ψήφισμα λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι στη λήθη, προσθέτοντας ότι πρέπει να καταγραφεί πως οι χώρες έπραξαν το σωστό για τη μνήμη των εκατομμυρίων που υπέστησαν την ταπείνωση της δουλείας.

Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, ο οποίος πρόκειται να αποχωρήσει από τη θέση του εντός του έτους, δήλωσε ότι χαιρετίζει τα βήματα ορισμένων χωρών να ζητήσουν συγγνώμη για τον ρόλο τους στην πρακτική της δουλείας, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι απαιτούνται πολύ πιο τολμηρές ενέργειες από πολύ περισσότερα κράτη, συμπεριλαμβανομένων δεσμεύσεων για σεβασμό της κυριότητας των αφρικανικών χωρών επί των φυσικών τους πόρων.

Του Chris Summers

Με πληροφορίες από το Associated Press

Το χριστιανικό φυλλάδιο αποτελεί «ρητορική μίσους», αποφαίνεται το Ανώτατο Δικαστήριο της Φινλανδίας

Το Ανώτατο Δικαστήριο της Φινλανδίας εξέδωσε απόφαση σύμφωνα με την οποία ένα φυλλάδιο του 2004, που εξηγεί τις παραδοσιακές χριστιανικές αντιλήψεις για το σεξ και τον γάμο, συνιστά «λόγο μίσους». Η απόφαση, που εκδόθηκε στις 26 Μαρτίου, επέφερε την επιβολή προστίμων σε μία βουλευτή, έναν επίσκοπο της Λουθηρανικής Εκκλησίας και ένα εκκλησιαστικό ίδρυμα, προκαλώντας έντονο διάλογο σχετικά με την προστασία της ελευθερίας λόγου.

Η υπόθεση αφορά τη βουλευτή και πρώην υπουργό Εσωτερικών Πάιβι Ρασάνεν, με το δικαστήριο να εκδίδει διχασμένη απόφαση. Η Ρασάνεν απαλλάχθηκε για ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης του 2019, στην οποία παρέθετε απόσπασμα της Αγίας Γραφής, καταδικάστηκε ωστόσο για δηλώσεις που περιλαμβάνονται στο εκκλησιαστικό φυλλάδιο, το οποίο δημοσιεύθηκε πριν από είκοσι δύο χρόνια. Σημειώνεται ότι η φινλανδική νομοθεσία επιτρέπει στους εισαγγελείς να ασκήσουν έφεση κατά απαλλακτικών αποφάσεων.

Η καταδίκη αφορά τη διακίνηση κειμένου που κρίθηκε προσβλητικό για κοινωνική ομάδα. Με τη στήριξη της νομικής οργάνωσης ADF International, η υπόθεση έχει αναδειχθεί σε σημείο αναφοράς για τη συζήτηση γύρω από τα όρια της νομοθεσίας περί λόγου μίσους και την έκφραση θρησκευτικών πεποιθήσεων στην Ευρώπη.

Μετά από την ανακοίνωση της απόφασης, η Ρασάνεν εξέφρασε την απογοήτευσή της, δηλώνοντας ότι «η απόφαση είναι δύσκολη και απογοητευτικά αμφίσημη», προειδοποιώντας ότι εντείνει την αβεβαιότητα γύρω από τις θεμελιώδεις ελευθερίες και ότι «στέλνει ένα ανησυχητικό και αντιφατικό μήνυμα για την κατάσταση των βασικών ελευθεριών στη Φινλανδία».

Το δικαστήριο έκρινε ότι συγκεκριμένες διατυπώσεις του φυλλαδίου του 2004 — με στόχο την παρουσίαση της παραδοσιακής χριστιανικής άποψης για τον γάμο και τη σεξουαλικότητα — συνιστούν αξιόποινη εξύβριση, σύμφωνα με τη φινλανδική νομοθεσία περί λόγου μίσους.

Η καταδίκη περιλαμβάνει 1.800 ευρώ για τη Ρασάνεν, 1.100 ευρώ για τον επίσκοπο Γιουχάνα Πογιόλα και περίπου 5.000 ευρώ για το εκκλησιαστικό ίδρυμα που εξέδωσε το φυλλάδιο, σύμφωνα με τον συνήγορο υπεράσπισης Μάττι Σάνκαμο, ο οποίος ανέφερε πως τα τμήματα του φυλλαδίου που κρίθηκαν παράνομα θα πρέπει να αποσυρθούν.

Της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου είχαν προηγηθεί δύο απαλλακτικές αποφάσεις κατώτερων δικαστηρίων για τη Ρασάνεν, στοιχείο που ανέδειξε το χάσμα εντός της φινλανδικής δικαιοσύνης. Νομικοί παρατηρητές τόνισαν ότι η απόφαση ελήφθη με οριακή πλειοψηφία, γεγονός που υπογραμμίζει το αμφιλεγόμενο της υπόθεσης.

Η εισαγγελική αρχή υποστήριξε ότι ορισμένες διατυπώσεις του φυλλαδίου, συμπεριλαμβανομένης της άποψης πως η ομοφυλοφιλία αποτελεί ψυχοσεξουαλική διαταραχή, πληρούν τις προϋποθέσεις ποινικής ευθύνης. Αντιθέτως, η υπεράσπιση αντέτεινε πως το φυλλάδιο πρέπει να αξιολογηθεί στο σύνολό του, εντός του θρησκευτικού και ιστορικού πλαισίου και όχι απομονώνοντας επιμέρους αποσπάσματα.

Η Ρασάνεν υπογράμμισε ότι η δίωξη υλικού από περασμένες δεκαετίες εγείρει σοβαρότερους προβληματισμούς, δηλώνοντας: «Αυτή η υπόθεση δεν αφορούσε ποτέ μόνο εμένα. Είχε πάντα να κάνει με το αν η Φινλανδία θα παραμείνει χώρα όπου οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να μιλούν, να γράφουν και να ζουν κατά συνείδηση, χωρίς φόβο ή ποινική δίωξη».

Οι νομικοί επεσήμαναν πως η απόφαση βασίζεται σε διάταξη του φινλανδικού ποινικού κώδικα η οποία απαγορεύει εκφράσεις που απειλούν, συκοφαντούν ή προσβάλλουν ομάδες λόγω προστατευόμενων χαρακτηριστικών. Υποστηρικτές της Ράσνεν τόνισαν ότι το κριτήριο για την προσβολή είναι ασαφές και επιδέχεται ερμηνειών.

Ο Πωλ Κόλμαν, διευθυντής της ADF International και μέλος της νομικής ομάδας της Ρασάνεν, σχολίασε: «Το θέμα αναδεικνύει πως αυτοί οι ασαφείς και υποκειμενικοί νόμοι μπορούν να ερμηνευτούν κατά το δοκούν», υπογραμμίζοντας ότι διαφορετικοί δικαστές κατέληξαν σε αντίθετα συμπεράσματα για το ίδιο υλικό.

Η υπόθεση εκκίνησε όταν η Ρασάνεν επέκρινε, με ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το 2019, τη στήριξη της Εκκλησίας της σε διοργάνωση υπέρ των ΛΟΑΤΚΙ, περιλαμβάνοντας σχετική βιβλική φράση. Η ανάρτηση αποτέλεσε αφορμή για αστυνομική έρευνα και κατηγορίες εναντίον της, με τις περισσότερες να καταπέφτουν αργότερα. Το Ανώτατο Δικαστήριο διατήρησε μόνο τις καταδίκες που σχετίζονται με το φυλλάδιο.

Ο Κόλμαν προειδοποίησε πως η απόφαση πιθανόν να διευρύνει το όριο τού τι θεωρείται παράνομος λόγος, δηλώνοντας: «Οι νόμοι αυτοί θεσπίστηκαν αρχικά για ακραία κηρύγματα που οδηγούν σε βία. Τώρα, βλέπουμε να επεκτείνονται σε τομείς όπως οι θεολογικές αντιπαραθέσεις». Το δικαστήριο δεν διαπίστωσε υποκίνηση σε βία ή μίσος, έκρινε ωστόσο ότι συγκεκριμένα αποσπάσματα του φυλλαδίου παραμένουν προσβλητικά με βάση τον νόμο.

Μετά την καταδίκη, η Ρασάνεν εξετάζει το ενδεχόμενο προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, γεγονός που υποδηλώνει ότι η υπόθεση δύσκολα θα κλείσει σύντομα και θα συνεχίσει να προκαλεί συζήτηση για την ελευθερία της έκφρασης και τη θρησκευτική ελευθερία. Διαμηνύει ότι είναι «σωστό και αναγκαίο να μιλά κανείς ανοιχτά για τις πεποιθήσεις του» και, παρά την καταδικαστική απόφαση, δηλώνει αποφασισμένη να συνεχίσει να εκφράζει δημόσια τις θέσεις της και να υπηρετεί το κοινοβούλιο, επισημαίνοντας τη στήριξη συναδέλφων από όλο το φάσμα, ακόμη και από όσους διαφωνούν με τις απόψεις της.

Τρεις συλλήψεις για επίθεση σε εργοστάσιο drone στην Τσεχία – Ενδείξεις τρομοκρατίας

Η τσεχική αστυνομία συνέλαβε τρία άτομα, ανάμεσά τους Αμερικανούς και Τσέχους υπηκόους, μετά από εμπρηστική επίθεση που σημειώθηκε στις 20 Μαρτίου σε βιομηχανικό συγκρότημα drone. Οι ύποπτοι κατηγορούνται για τέλεση τρομοκρατικής ενέργειας και συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση, ενώ οι εισαγγελικές αρχές αιτήθηκαν την προφυλάκισή τους στη Δημοκρατία της Τσεχίας.

«Μπορούμε να επιβεβαιώσουμε τη σύλληψη τριών υπόπτων για τον εκ προθέσεως εμπρησμό κτηρίου», ανέφερε η τσεχική αστυνομία σε ανάρτησή της στη διαδικτυακή πλατφόρμα X στις 24 Μαρτίου. Οι αρχές ξεκίνησαν έρευνα για τη φωτιά που εκδηλώθηκε τη νύχτα σε βιομηχανικό συγκρότημα drone, εξετάζοντάς τη ως πιθανή εσκεμμένη επίθεση.

Την ημέρα του περιστατικού, η LPP Holding, με έδρα την Παρντουμπίτσε–περίπου 100 χιλιόμετρα ανατολικά της Πράγας–, είχε αναφέρει ότι εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε μία από τις εγκαταστάσεις της τα ξημερώματα. Η LPP Holding ειδικεύεται στην ανάπτυξη drones και μη επανδρωμένων εναέριων και χερσαίων οχημάτων με αυτόνομη πλοήγηση, καθώς και σε συστήματα C4, αεροηλεκτρονικά και τεχνητή νοημοσύνη για αναγνώριση προσώπων και αντικειμένων.

Μεταξύ των συλληφθέντων βρίσκονται υπήκοοι της Τσεχίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, σύμφωνα με την αστυνομία. Όπως τόνισε η ίδια, «το ένα άτομο συνελήφθη χάρη στην εξαιρετική συνεργασία με τους Σλοβάκους συναδέλφους μας και τις εισαγγελικές αρχές στη Σλοβακία. Οι άλλοι δύο συνελήφθησαν στην επικράτειά μας». Οι ύποπτοι δεν έχουν δημοσιοποιηθεί.

Ακροαριστερή ομάδα διαμαρτυρίας ανήρτησε στις 20 Μαρτίου στο Telegram ότι έβαλε φωτιά σε σημαντική βιομηχανική μονάδα, ισχυριζόμενη ότι η LPP Holding διατηρεί σχέσεις με το Ισραήλ. Η ομάδα, που αυτοαποκαλείται «Facción Terremoto» παρουσιάστηκε ως διεθνιστικό υπόγειο δίκτυο που στοχεύει κρίσιμες εγκαταστάσεις «κρίσιμες για τη σιωνιστική οντότητα».

Ο γενικός εισαγγελέας Ζντένεκ Στεπάνεκ δήλωσε στην τσεχική ιστοσελίδα Denik N. στις 24 Μαρτίου: «Το επικρατέστερο σενάριο αυτή τη στιγμή είναι αυτό που δήλωσαν οι ίδιοι οι δράστες». Η αστυνομία είχε ανακοινώσει αρχικά ότι ερευνούσε αν η πυρκαγιά ήταν εσκεμμένη και εξέταζε δημόσιους ισχυρισμούς για εμπλοκή συγκεκριμένης ομάδας, χωρίς να την κατονομάζει.

Το 2023, η ισραηλινή εταιρεία αμυντικής τεχνολογίας Elbit Systems είχε ανακοινώσει σχέδια δημιουργίας κέντρου τεχνολογίας drone στην Τσεχία σε συνεργασία με την LPP. Ο πολιτικός επιστήμονας και ειδικός στην αντιμετώπιση εξτρεμισμού, Μίροσλαβ Μάρας, σχολίασε στις 26 Μαρτίου: «Δεν προκαλεί έκπληξη. Το ριζοσπαστικό φιλοπαλαιστινιακό φάσμα υπάρχει εδώ και χρόνια».

Υπενθύμισε ότι διαδηλωτές είχαν οργανωθεί και κινητοποιηθεί σε δημόσιους χώρους και διάφορες διαμαρτυρίες, όπως, όταν περίπου 30 διαδηλωτές κρατώντας παλαιστινιακές σημαίες μπλόκαραν τη διέλευση τραμ στο κέντρο της Πράγας τον Μάρτιο του 2025. Η αστυνομία, συμπεριλαμβανομένων δυνάμεων καταστολής, επενέβη και συνέλαβε 17 διαμαρτυρόμενους.

Ο Μάρας πρόσθεσε: «Δεν με εξέπληξε το γεγονός ότι ορισμένοι προχώρησαν σε μαχητική δράση κατά όσων θεωρούσαν ότι συνεργάζονται με την ισραηλινή Elbit Systems».

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Elbit Systems, βασικός προμηθευτής του Υπουργείου Άμυνας, έχει επίσης αποτελέσει στόχο σχετικών ομάδων. Η οργάνωση Palestine Action υιοθετεί στρατηγική καταστροφών με στόχο το κλείσιμο των ισραηλινών αμυντικών βιομηχανιών στη Βρετανία.

Το 2024, ακτιβιστές συνεργάστηκαν με περιβαλλοντική οργάνωση με την ονομασία Shut the System για να πραγματοποιήσουν επιθέσεις σε 20 υποκαταστήματα της τράπεζας Barclays, προκαλώντας φθορές.

Το 2024, ο λόρδος Γουόλνι, κυβερνητικός σύμβουλος για την πολιτική βία και τις διαταραχές, εξέφρασε ανησυχία μέσω X, τονίζοντας ότι οι ακροαριστεροί εξτρεμιστές επιδιώκουν να υπονομεύσουν τις δημοκρατικές αρχές χρησιμοποιώντας εγκληματικές τακτικές.

Όπως ανέφερε: «Και τα δύο κόμματα, Εργατικοί και Συντηρητικοί, θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τα πορίσματά του για την πολιτική βία… Η ακραία διαμαρτυρόμενη οργάνωση Palestine Action δηλώνει σήμερα ότι στοχεύει περίπου 20 καταστήματα Barclays. Η εγκληματική τους δολιοφθορά είναι σήμερα εμφανής».

Το 2022, ακτιβιστές είχαν στοχοποιήσει το αμυντικό εργοστάσιο Thales στη Γλασκώβη, προκαλώντας ζημιές άνω του 1 εκατ. λιρών. Στις 20 Ιουνίου 2025, δύο άτομα έβαψαν με κόκκινο χρώμα αεροσκάφη Voyager στη βάση RAF Μπράιζ Νόρτον –τη μεγαλύτερη αεροπορική βάση της χώρας.

Η ομάδα Palestine Action κηρύχθηκε επισήμως τρομοκρατική οργάνωση τον Ιούλιο του 2025, σύμφωνα με τον Αντιτρομοκρατικό Νόμο του 2000 –με τη συμμετοχή ή στήριξη να τιμωρείται με ποινές έως και 14 ετών κάθειρξης. Αυτό την έφερε νομικά στην ίδια κατηγορία με το Ισλαμικό Κράτος και την Αλ Κάιντα.

Ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου έκρινε στις 13 Φεβρουαρίου ότι η απόφαση της κυβέρνησης να χαρακτηρίσει την Palestine Action τρομοκρατική οργάνωση ήταν άκυρη.

Με τη συμβολή της Evgenia Filimianova

Το Πεκίνο εντείνει τις μη στρατιωτικές μεθόδους για την προσάρτηση της Ταϊβάν

Ανάλυση ειδήσεων

Η πιο πρόσφατη έκθεση των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών αναφέρει ότι η Κίνα δεν σχεδιάζει να εισβάλει στην Ταϊβάν έως το 2027. Η νεότερη αξιολόγηση απειλών της Ουάσιγκτον δείχνει ότι το Πεκίνο δίνει προτεραιότητα στον έλεγχο της Ταϊβάν χωρίς χρήση στρατιωτικής βίας, μια στρατηγική που, σύμφωνα με ειδικούς, θα οδηγήσει το καθεστώς στην εντατικοποίηση τακτικών «γκρίζας ζώνης», πολιτικής διείσδυσης και ψυχολογικού πολέμου κατά του νησιού.

Η Κοινότητα Πληροφοριών των ΗΠΑ δημοσιοποίησε στις 18 Μαρτίου την Ετήσια Αξιολόγηση Απειλών για το 2026, περιγράφοντας τους παγκόσμιους κινδύνους για τα αμερικανικά συμφέροντα, μεταξύ των οποίων και την αυξανόμενη απειλή της Κίνας προς την Ταϊβάν. Η Ταϊβάν είναι μια αυτοδιοικούμενη δημοκρατία που δεν έχει ποτέ κυβερνηθεί από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ), αν και το Πεκίνο διεκδικεί διαρκώς το νησί ως δικό του έδαφος και δεν έχει αποκλείσει τη χρήση βίας για την προσάρτησή του.

Στο έγγραφο αναφέρεται ότι το Πεκίνο προτιμά, εφόσον είναι δυνατόν, να επιτύχει την «ενοποίηση χωρίς χρήση βίας», την ώρα που το ΚΚΚ εξακολουθεί να διατηρεί την απειλή ένοπλης επίθεσης κατά της Ταϊβάν.

Η έκθεση εκτιμά ότι οι κινεζικές αρχές δεν σχεδιάζουν επί του παρόντος να πραγματοποιήσουν εισβολή στην Ταϊβάν το 2027, ούτε διαθέτουν συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την επίτευξη της προσάρτησης. Ωστόσο, υποδηλώνεται ότι ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΛΑΣ) συνεχίζει να αναπτύσσει στρατιωτικά σχέδια και δυνατότητες για την κατάληψη της Ταϊβάν διά της βίας, εφόσον δοθεί εντολή από το Πεκίνο.

Σύμφωνα με την έκθεση, η Κίνα επιμένει δημοσίως ότι η κατάληψη της Ταϊβάν είναι απαραίτητη για την επίτευξη του στόχου της «εθνικής αναζωογόνησης» έως το 2049, δηλαδή την εκατονταετηρίδα από την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας από το ΚΚΚ. Όπως σημειώνεται, όταν το Πεκίνο αποφασίζει εάν θα χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ, θα αξιολογεί κρίσιμες παραμέτρους, όπως η ετοιμότητα του στρατού, το πολιτικό κλίμα στην Ταϊβάν και η πιθανότητα στρατιωτικής παρέμβασης των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ανεπαρκής ετοιμότητα έως το 2027

Το συμπέρασμα αυτό διαφοροποιείται από την ετήσια ανασκόπηση του Πενταγώνου για το 2025, η οποία αναφέρει ότι ο κινεζικός στρατός επιδιώκει να διαθέτει την ικανότητα να πολεμήσει και να κερδίσει έναν πόλεμο για την Ταϊβάν έως το 2027.

Ο Ντένις Ουένγκ Λου-τσουνγκ (Dennis Weng Lu-chung), αναπληρωτής καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο Sam Houston State University, ανέφερε στην εφημερίδα Τhe Epoch Times ότι η έκθεση δεν υποδηλώνει πως η Ουάσιγκτον θεωρεί μηδενικό τον κίνδυνο για την Ταϊβάν τα επόμενα ένα έως δύο χρόνια, αλλά διευκρινίζει ότι το 2027 πιθανότατα δεν αποτελεί προκαθορισμένο έτος για πόλεμο.

Σύμφωνα με τον Ουένγκ, το Πεκίνο αναγνωρίζει σαφώς ότι μια αμφίβια επίθεση είναι εξαιρετικά δύσκολη και ενέχει τεράστιο ρίσκο, ενώ το κόστος ενός πολέμου είναι αποτρεπτικό. Πρόσθεσε επίσης ότι η έκθεση δείχνει πως οι Ηνωμένες Πολιτείες εκτιμούν ότι ο ΛΑΣ εξακολουθεί να στερείται επαρκών δυνατοτήτων για συνδυασμένες επιχειρήσεις και προβολή ισχύος σε αμφίβιο περιβάλλον. Συνολικά, όπως είπε, οι απαραίτητες προϋποθέσεις και τα κίνητρα για την έναρξη επίθεσης κατά της Ταϊβάν στο άμεσο μέλλον απλώς δεν υφίστανται.

Ο Γιε Γιαο-γιουάν (Yeh Yao-yuan), καθηγητής διεθνών σπουδών στο University of St. Thomas στο Χιούστον, ανέφερε ότι η συρρίκνωση του παγκόσμιου μεριδίου αγοράς της Κίνας μετά τον εμπορικό πόλεμο ΗΠΑ–Κίνας το 2018, καθώς και η εσωτερική πολιτική αστάθεια στον κινεζικό στρατό, αποτελούν βασικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τη μεταβολή της αμερικανικής εκτίμησης.

Επεσήμανε ότι η εκκαθάριση στρατηγών αποτελεί σοβαρό πλήγμα για τη δομή διοίκησης και οδηγεί τις Ηνωμένες Πολιτείες στο συμπέρασμα ότι ο στρατός δεν μπορεί επί του παρόντος να εκτελέσει αποτελεσματικά μεγάλες τακτικές αναπτύξεις.

Παράλληλα, σημείωσε ότι, με την κινεζική οικονομία σε ύφεση, παραμένει ασαφές πόσα κεφάλαια μπορεί πραγματικά να διαθέσει το ΚΚΚ για στρατιωτική επέκταση, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι προηγούμενες εκτιμήσεις για εισβολή το 2027 ήταν υπερβολικές.

Κλιμάκωση τακτικών «γκρίζας ζώνης»

Παρά την απουσία άμεσου σχεδίου εισβολής, το ΚΚΚ έχει εντείνει τις τακτικές «γκρίζας ζώνης» —δηλαδή ενέργειες που δεν φτάνουν σε ανοιχτή στρατιωτική σύγκρουση— γύρω από την Ταϊβάν, ιδίως μετά την επίσκεψη της τότε προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, Νάνσυ Πελόζι, στο νησί το 2022.

Ενδεικτικά, ο ΛΑΣ πραγματοποίησε στρατιωτικό αποκλεισμό της Ταϊβάν από τις 29 έως τις 31 Δεκεμβρίου, στην έβδομη τέτοια επιχείρηση που στοχεύει το νησί από τον Αύγουστο του 2022.

Ο Γιε ανέφερε ότι το Πεκίνο χρησιμοποιεί αυτές τις ασκήσεις για να καθιερώσει σταδιακά τα ύδατα γύρω από την Ταϊβάν ως δικά του, αντί να εξαπολύσει μια ολοκληρωμένη επίθεση. Προειδοποίησε ότι, εάν η διεθνής κοινότητα αποδεχθεί αυτές τις ασκήσεις χωρίς αντίδραση, το ΚΚΚ θα μπορούσε τελικά να ισχυριστεί ότι η παγκόσμια σιωπή ισοδυναμεί με αναγνώριση της κυριαρχίας του επί της Ταϊβάν, γεγονός που συνιστά σοβαρό κίνδυνο.

Ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος αναγνώρισης μεγάλου ύψους WZ-7 της Πολεμικής Αεροπορίας του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΛΑΣ) διακρίνεται μία ημέρα πριν από τη 13η Διεθνή Έκθεση Αεροπορίας και Αεροδιαστημικής της Κίνας στο Τζουχάι, στη νότια επαρχία Γκουανγκντόνγκ της Κίνας, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021. (Noel Celis/AFP μέσω Getty Images)

 

Σύμφωνα με τον Γιε, οι συνεχείς στρατιωτικοί ελιγμοί αποσκοπούν στο να απευαισθητοποιήσουν την κοινωνία της Ταϊβάν, οδηγώντας ενδεχομένως τους πολίτες σε λανθασμένη εκτίμηση μελλοντικών απειλών μεγάλης κλίμακας και σε αμφισβήτηση των αποφάσεων της κυβέρνησής τους για την εθνική άμυνα. Όπως ανέφερε, εάν οι πολίτες της Ταϊβάν καταστούν αδιάφοροι απέναντι σε αυτές τις κινήσεις, θα αιφνιδιαστούν σε περίπτωση σύγκρουσης, επιτρέποντας στην Κίνα να επιτύχει τον στόχο της.

Ο Ουένγκ υποστήριξε ότι η κλιμάκωση των δραστηριοτήτων του κινεζικού στρατού γύρω από το νησί τα τελευταία χρόνια λειτουργεί ως συνεχής πίεση και δοκιμή αντιδράσεων και όχι απλώς ως επίδειξη ισχύος. Όπως εξήγησε, οι επιχειρήσεις «γκρίζας ζώνης» έχουν χαμηλό κόστος, σωρευτικό χαρακτήρα και υψηλό βαθμό ελέγχου, επιτρέποντας στον στρατό να θολώνει σταδιακά τα όρια και να δοκιμάζει αντιδράσεις μέσω αεροσκαφών, σκαφών της ακτοφυλακής και ασκήσεων. Μακροπρόθεσμα, πρόσθεσε, αυτό όχι μόνο μεταβάλλει το υφιστάμενο καθεστώς μεταξύ Ταϊβάν και Κίνας, αλλά αυξάνει και τον κίνδυνο εσφαλμένων υπολογισμών και σύγκρουσης.

Υπονόμευση του πολιτικού συστήματος

Ο Ουένγκ εκτίμησε ότι η προτίμηση του Πεκίνου για μη στρατιωτική «ενοποίηση» περιλαμβάνει πιθανότατα και υπονόμευση του πολιτικού συστήματος της Ταϊβάν. Όπως ανέφερε, πρόσφατες υποθέσεις κατασκοπείας δείχνουν ότι το ΚΚΚ στοχεύει άτομα και ομάδες σε όλο το πολιτικό φάσμα που κινούνται με γνώμονα το κέρδος και είναι εύκολα χειραγωγήσιμα, προκειμένου να διαταράξει το σύστημα διακυβέρνησης και τη λειτουργία χάραξης πολιτικής της Ταϊβάν.

Τον Ιανουάριο, η Εισαγγελία της περιφέρειας Τσιαοτού της Ταϊβάν κατηγόρησε δημοσιογράφο του τηλεοπτικού σταθμού Chung T’ien Television (CTiTV) —μέσο γνωστό για τη φιλοκινεζική του στάση— ότι κατέβαλε χρηματικά ποσά σε εν ενεργεία στρατιωτικούς για την απόκτηση στρατιωτικών πληροφοριών, οι οποίες στη συνέχεια μεταβιβάζονταν σε Κινέζους υπηκόους.

Ο Γιε ανέφερε ότι το ΚΚΚ επιχειρεί επίσης να διεισδύσει στο πολιτικό τοπίο της Ταϊβάν χρηματοδοτώντας και επηρεάζοντας κρυφά πολιτικά κόμματα με φιλοκινεζικό προσανατολισμό, ώστε να μπλοκάρουν νομοθεσίες ευνοϊκές για την Ταϊπέι. Όπως σημείωσε, ορισμένα κόμματα καθυστερούν ανοιχτά τον εθνικό προϋπολογισμό με στόχο την παράλυση της κυβερνητικής λειτουργίας, αν και αποφεύγουν να δράσουν υπερβολικά φανερά υπέρ του Πεκίνου, καθώς η πλειονότητα των πολιτών της Ταϊβάν απορρίπτει την ενοποίηση και θα τους τιμωρούσε εκλογικά.

Βουλευτές της αντιπολιτευόμενης παράταξης Κουομιντάνγκ (KMT) επιχειρούν να διαταράξουν τη συνεδρίαση στο Κοινοβούλιο στην Ταϊπέι, στις 25 Φεβρουαρίου 2025. (Yu Chien Huang/AFP μέσω Getty Images)

 

Η αντιπρόεδρος της κυβέρνησης της Ταϊβάν, Τσενγκ Λι-τσούν, δήλωσε στις 22 Μαρτίου ότι το νομοθετικό αδιέξοδο γύρω από τον γενικό προϋπολογισμό και ένα ειδικό νομοσχέδιο για την άμυνα —το οποίο εμποδίζεται από το Κουομιντάνγκ (KMT) και το μικρότερο Κόμμα του Λαού της Ταϊβάν (TPP)— απειλεί να καθυστερήσει την έρευνα για μη επανδρωμένα αεροσκάφη και την αλυσίδα εφοδιασμού της άμυνας της χώρας.

Ψυχολογικός πόλεμος

Πέρα από την πολιτική διείσδυση, ο Γιε επισήμανε ότι ο ψυχολογικός πόλεμος του ΚΚΚ αποτελεί επίσης μία από τις μη στρατιωτικές πιεστικές τακτικές κατά των πολιτών της Ταϊβάν και είναι πολύ πιο επιθετικός. Όπως ανέφερε, η κινεζική κυβέρνηση αξιοποιεί τοπικούς ναούς, προσλαμβάνει το λεγόμενο «διαδικτυακό στρατό» και χειραγωγεί συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης της Ταϊβάν, με στόχο την προπαγάνδα και την αποδυνάμωση της αρνητικής στάσης των πολιτών απέναντι στο καθεστώς.

Ο όρος «διαδικτυακός στρατός» αναφέρεται σε πληρωμένους διαδικτυακούς χρήστες που κατακλύζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με προπαγάνδα και παραπληροφόρηση, συμπεριλαμβανομένου του λεγόμενου «στρατού των 50 σεντς», γνωστού για τη διάδοση φιλοκινεζικών αφηγήσεων. Το Γραφείο Εθνικής Ασφάλειας της Ταϊβάν ανέφερε τον Ιανουάριο ότι το ΚΚΚ διεξήγαγε εκστρατείες διάδοσης αφηγημάτων με στόχο τη διάβρωση της εμπιστοσύνης του κοινού προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον στρατό της Ταϊβάν, καταγράφοντας περισσότερα από 2,3 εκατομμύρια περιστατικά παραπληροφόρησης και 45.000 ύποπτους λογαριασμούς το 2025. Σύμφωνα με τον Γιε, αυτές τα κατασκευασμένα αφηγήματα πέτυχαν έναν από τους βασικούς στόχους του Πεκίνου, οδηγώντας ορισμένους πολίτες της Ταϊβάν να αμφισβητούν την αξιοπιστία και τη δέσμευση της Ουάσιγκτον για την υπεράσπιση του νησιού.

Ένας άνδρας χρησιμοποιεί υπολογιστή σε καφετέρια στο Πεκίνο, την 1η Ιουνίου 2017. (Greg Baker/AFP μέσω Getty Images)

 

Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτών των ψυχολογικών επιχειρήσεων παραμένουν περιορισμένα. Το ΚΚΚ διεξάγει ψυχολογικό πόλεμο κατά της Ταϊβάν εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες, αλλά η θετική στάση των πολιτών προς το Πεκίνο συνεχίζει να μειώνεται κάθε χρόνο, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι εκστρατείες αυτές δεν έχουν μεταβάλει τη συνολική κοινή γνώμη. Ακόμη και οι νεότεροι πολίτες, που εκτίθενται έντονα στην κινεζική προπαγάνδα, συμπεριλαμβανομένων εφήβων σε πλατφόρμες όπως το TikTok, εξακολουθούν σε συντριπτικό ποσοστό να απορρίπτουν την ενοποίηση και να προτιμούν τη δημοκρατία.

Σε παρόμοιο πνεύμα, ο Ουένγκ ανέφερε ότι οι εκστρατείες επιρροής του Πεκίνου στοχεύουν κυρίως στην εκμετάλλευση της υφιστάμενης εσωτερικής πόλωσης, παρά στην ουσιαστική αλλαγή της επιθυμίας των πολιτών για ενοποίηση. Όπως τόνισε, βασικός στόχος δεν είναι να πειστούν όλοι, αλλά να διευρυνθούν οι κοινωνικές διαιρέσεις και να διαβρωθεί η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, γεγονός που θα δυσκολέψει τη διαμόρφωση ενιαίας στάσης στην Ταϊβάν και καθιστά αναγκαία την αυξημένη επαγρύπνηση της κοινωνίας.

Του Jarvis Lim

Συμφωνία Αυστραλίας–Γερμανίας για ενίσχυση άμυνας και διαστημικών δυνατοτήτων

Η Αυστραλία και η Γερμανία προχώρησαν σε ενίσχυση των αμυντικών τους δεσμών, υπογράφοντας σειρά συμφωνιών για την επέκταση της στρατιωτικής συνεργασίας και των δυνατοτήτων τους στο διάστημα. Ο υπουργός Άμυνας της Αυστραλίας Ρίτσαρντ Μάρλς και ο Γερμανός ομόλογός του Μπόρις Πιστόριους επικύρωσαν τις συμφωνίες στις 26 Μαρτίου.

Κεντρικό στοιχείο αποτελεί μια προτεινόμενη συμφωνία «καθεστώτος δυνάμεων», η οποία έχει σχεδιαστεί ώστε να διευκολύνει τη δράση των αυστραλιανών και γερμανικών δυνάμεων στα εδάφη της άλλης χώρας. Ο Μάρλς χαρακτήρισε τη συνεργασία ως μια σχέση που ενισχύεται διαρκώς, ενώ ο Πιστόριους επισήμανε ότι η Αυστραλία αποτελεί τον στενότερο εταίρο της Γερμανίας στον Ειρηνικό, σε έναν κόσμο με λιγότερη αξιοπιστία, λιγότερη ειλικρίνεια και μικρότερη προβλεψιμότητα. Η συμφωνία για το καθεστώς των στρατιωτικών δυνάμεων θα απλοποιήσει τις διαδικασίες για κοινές επιχειρήσεις, εκπαίδευση και αναπτύξεις μεταξύ των στρατών των δύο χωρών.

Η συμφωνία για τη συνεργασία στο διάστημα αποσκοπεί στη βελτίωση της επίγνωσης σε αυτόν τον αναδυόμενο τομέα, όπου οι απειλές αυξάνονται λόγω της εκτεταμένης χρήσης δορυφόρων. Ο Πιστόριους δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι η Κίνα και η Ρωσία αποτελούν άμεσους γείτονες, έχουν ενισχύσει τις επιθετικές τους δυνατότητες στο διάστημα και είναι σε θέση να παρεμβάλλουν ή να χρησιμοποιούν όπλα κινητικής ενέργειας για την καταστροφή δορυφόρων, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συνεχή παρακολούθηση των εξελίξεων. Η Γερμανία σχεδιάζει να επενδύσει πάνω από 35 δισ. ευρώ σε διαστημικά συστήματα, συμπεριλαμβανομένων αισθητήρων, για τη δημιουργία ενός παγκόσμιου δικτύου επιτήρησης.

Παράλληλα, προβλέπεται περαιτέρω συνεργασία στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας, με τη γερμανική Rheinmetall να κατασκευάζει ήδη οχήματα μάχης αναγνώρισης στις εγκαταστάσεις της στο Μπρίσμπεϊν. Επιπροσθέτως, μια νέα συμφωνία με την TDW θα στηρίξει την παραγωγή πυραύλων στο πλαίσιο του αυστραλιανού προγράμματος κατευθυνόμενων όπλων, σε συνεργασία με την Kongsberg.

Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στον απόηχο των δηλώσεων της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία προειδοποίησε για την απειλή που συνιστά το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ). Η φον ντερ Λάιεν ανέφερε, απευθυνόμενη στο Ευρωπαϊκό-Αυστραλιανό Επιχειρηματικό Συμβούλιο στις 25 Μαρτίου, ότι περισσότερο από το 40% των ευρωπαϊκών εισαγωγών προέρχεται από την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού. Πρόσθεσε ότι η Ταϊβάν παράγει το 60% των παγκόσμιων ημιαγωγών και το 90% των πιο προηγμένων μικροκυκλωμάτων, υπογραμμίζοντας ότι η ασφάλεια και η σταθερότητα στην περιοχή αυτή έχουν σημασία για την Ευρώπη και για ολόκληρο τον κόσμο.

Επισήμανε επίσης ότι οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρακολουθούν στενά τις δραστηριότητες της ναυτικής δύναμης του ΚΚΚ, η οποία πραγματοποίησε περίπλου της Αυστραλίας στις αρχές του 2025 και προκάλεσε διαταραχές σε 49 εμπορικές πτήσεις, όταν τα πλοία διεξήγαγαν άσκηση προσομοίωσης πραγματικών πυρών στη Θάλασσα Τάσμαν.

Τέλος, τόνισε ότι στη νέα αυτή πραγματικότητα ο ρόλος της Αυστραλίας ως πυλώνα ειρήνης και σταθερότητας καθίσταται ακόμη πιο σημαντικός για την Ευρώπη, επισημαίνοντας ότι ήδη από το προηγούμενο έτος ευρωπαϊκές χώρες συμμετείχαν σε ασκήσεις ελευθερίας ναυσιπλοΐας στη Νότια Σινική Θάλασσα, καθώς και στην εκπαιδευτική αποστολή «Talisman Sabre».

Της Naziya Alvi Rahman

Ηνωμένο Βασίλειο: Έλεγχος και περιορισμός της χρήσης κοινωνικών δικτύων από παιδιά

Η βρετανική κυβέρνηση ανακοίνωσε στις 25 Μαρτίου την έναρξη μιας πιλοτικής δοκιμής, πρώτης στο είδος της, με στόχο να διερευνήσει αν η απαγόρευση εφαρμογών, ο χρονικός περιορισμός και οι ψηφιακές «απαγόρευσεις κυκλοφορίας» μπορούν να βελτιώσουν τη ζωή των παιδιών.

Κατά τη διάρκεια έξι εβδομάδων, 300 οικογένειες σε όλη τη χώρα θα δοκιμάσουν διάφορα μέτρα, ώστε η κυβέρνηση να στηριχθεί σε πραγματικά δεδομένα πριν αποφασίσει την εφαρμογή εθνικής πολιτικής.

Η υπουργός Τεχνολογίας, Λιζ Κένταλ, τόνισε πως η χάραξη πολιτικής θα βασιστεί σε πραγματικά στοιχεία. Όπως δήλωσε η ίδια: «Αυτές οι πιλοτικές δοκιμές θα μας δώσουν τα αποδεικτικά στοιχεία που χρειαζόμαστε για τα επόμενα βήματα, με βάση τις ίδιες τις εμπειρίες των οικογενειών».

Οι δοκιμές πραγματοποιούνται παράλληλα με ξεχωριστή εθνική διαβούλευση για την ψηφιακή ευημερία των παιδιών, στην οποία έχουν ήδη απαντήσει σχεδόν 30.000 γονείς και παιδιά, σύμφωνα με την κυβέρνηση.

Κάθε οικογένεια που συμμετέχει στην πιλοτική φάση θα ενταχθεί σε μία από τέσσερις ομάδες που θα εφαρμόσουν διαφορετικό περιορισμό:

  1. Η πρώτη ομάδα θα αξιοποιήσει εργαλεία γονικού ελέγχου ώστε να μπλοκάρει εντελώς επιλεγμένες εφαρμογές κοινωνικής δικτύωσης.

 

  1. Η δεύτερη θα θέσει ανώτατο ημερήσιο όριο στη χρήση δημοφιλών πλατφορμών, όπως το Instagram, το TikTok και το Snapchat, περιορίζοντάς τη στη μία ώρα.

 

  1. Η τρίτη ομάδα θα απαγορεύει την πρόσβαση στις εφαρμογές από τις 9 μ.μ. έως τις 7 π.μ., επιτρέποντας τη χρήση τους τις ώρες πριν και μετά το σχολείο.

 

  1. Η τέταρτη ομάδα λειτουργεί ως ομάδα ελέγχου, χωρίς να αλλάξει κάτι στις συνήθειες των παιδιών.

 

Οι ερευνητές θα συνομιλήσουν τόσο με τα παιδιά όσο και με τους γονείς στην αρχή και το τέλος της δοκιμής, προκειμένου να διαπιστώσουν πώς οι περιορισμοί επηρεάζουν τον ύπνο, το σχολείο και την οικογενειακή ζωή. Παράλληλα, θα καταγραφούν πρακτικές δυσκολίες, όπως η ευκολία στην εγκατάσταση των γονικών ελέγχων ή κατά πόσο τα εφήβοι καταφέρνουν να παρακάμψουν τους περιορισμούς.

Καθώς βρίσκονται σε εξέλιξη οι πιλοτικές δοκιμές και η διαβούλευση, η κυβέρνηση ξεκίνησε και την εκστρατεία «Δεν θα το μάθεις αν δεν ρωτήσεις». Στόχος είναι να προσφέρει άμεσα και πρακτικά εργαλεία στους γονείς για να μιλούν με τα παιδιά τους για όσα βλέπουν στο διαδίκτυο.

Η καμπάνια στηρίζεται σε ερευνητικά δεδομένα της συμπεριφορικής επιστήμης, προσφέροντας οδηγίες για τις ρυθμίσεις ασφαλείας, προτάσεις για κατάλληλες ηλικιακά συνομιλίες και συμβουλές ως προς την αντιμετώπιση επικίνδυνου περιεχομένου, συμπεριλαμβανομένου, όπως ανέφεραν οι αρχές, «εμπρηστικού» και μισογυνιστικού υλικού.

Τα δεδομένα από τις πιλοτικές ομάδες και τις απαντήσεις στη δημόσια διαβούλευση —που ολοκληρώνεται στις 26 Μαΐου— θα μελετηθούν από την κυβέρνηση και μια ομάδα ειδικών πανεπιστημιακών.

Άνθρωποι με τα κινητά τους στη Νέα Υόρκη στις 10 Ιουνίου 2024. Samira Bouaou/The Epoch Times

 

Στις 21 Ιανουαρίου, η κυβέρνηση ηττήθηκε στη Βουλή των Λόρδων σε νομοτεχνική βελτίωση που προέβλεπε την πλήρη απαγόρευση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για ανηλίκους κάτω των 16 ετών, πρόταση στην οποία η κυβέρνηση αντιτάχθηκε.

Όταν το σχετικό νομοσχέδιο επέστρεψε στη Βουλή των Κοινοτήτων στις 9 Μαρτίου, η τροπολογία απορρίφθηκε και έγιναν δεκτές τροπολογίες της κυβέρνησης, οι οποίες δίνουν στα αρμόδια υπουργεία τη δυνατότητα να απαιτούν από παρόχους διαδικτύου να μπλοκάρουν, ή να περιορίζουν, την πρόσβαση ανηλίκων σε συγκεκριμένες πλατφόρμες ή λειτουργίες. Το νομοσχέδιο επρόκειτο να επιστρέψει στη Βουλή των Λόρδων στις 25 Μαρτίου.

Παγκόσμιο κύμα παρόμοιων πρωτοβουλιών

Η βρετανική πιλοτική δοκιμή ακολουθεί ένα παγκόσμιο κύμα αντίστοιχων μέτρων. Τον Δεκέμβριο του 2025, η Αυστραλία έγινε η πρώτη χώρα που υιοθέτησε διά νόμου πλήρη απαγόρευση χρήσης μέσων κοινωνικής δικτύωσης από παιδιά κάτω των 16 ετών. Έκτοτε, η Γαλλία, η Ελλάδα, η Δανία, η Ισπανία και η Σλοβενία έχουν ανακοινώσει αντίστοιχα σχέδια.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν έχει θεσπιστεί ακόμη ομοσπονδιακός νόμος, αν και ορισμένες πολιτείες έχουν λάβει μέτρα περιορισμού της πρόσβασης ανηλίκων στα κοινωνικά δίκτυα. Μέχρι τον Φεβρουάριο του 2026, τουλάχιστον 17 πολιτείες, ανάμεσά τους η Φλόριντα και η Νεμπράσκα, είχαν υιοθετήσει σχετική νομοθεσία που αφορά την πρόσβαση ή την αντιμετώπιση ανηλίκων από τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Παρόχων Επαλήθευσης Ηλικίας. Κάποιες από τις διατάξεις έχουν ήδη τεθεί σε ισχύ, ενώ άλλες παραμένουν σε εκκρεμότητα λόγω δικαστικών περιορισμών ή επειδή αναμένεται η έκδοση εφαρμοστικών πράξεων.

Έλλειψη καυσίμων απειλεί την Ευρώπη, προειδοποιεί η Shell

Ο Ουάελ Σαουάν διευθύνων σύμβουλος της Shell προειδοποίησε στις 24 Μαρτίου πως η κρίση καυσίμων που ήδη επηρεάζει τμήματα της Ασίας μπορεί να φτάσει στην Ευρώπη ακόμη και τον επόμενο μήνα, καθώς συνεχίζεται η αναταραχή που πυροδοτεί η σύρραξη στη Μέση Ανατολή.

Μιλώντας στο συνέδριο CERAWeek του S&P Global στο Χιούστον, ο Σαουάν τόνισε: «Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ίσως χρειαστεί να περιορίσουν τη ζήτηση ενέργειας για να αποτρέψουν ελλείψεις», σύμφωνα με τη βρετανική εφημερίδα The Telegraph.

Αναφερόμενος στη διεθνή πίεση στην προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου, ο Σαουάν ανέφερε: «Βλέπουμε πρώτα τη Νότια Ασία να δέχεται το μεγαλύτερο βάρος, μετά αυτό μεταφέρεται στη Νοτιοανατολική και Βορειοανατολική Ασία, και στη συνέχεια περνά όλο και περισσότερο στην Ευρώπη όσο μπαίνουμε στον Απρίλιο».

Και προσέθεσε: «Προσπαθούμε να συνεργαστούμε με κυβερνήσεις, ώστε να τις προειδοποιήσουμε για τα μέσα που ίσως χρειαστεί να ενεργοποιήσουν, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων μείωσης ζήτησης, της διαχείρισης των αποθεμάτων και άλλων σχετικών ενεργειών».

Μέχρι και πριν από μερικές εβδομάδες, τάνκερ διέσχιζαν τακτικά τα Στενά του Ορμούζ, μεταφέροντας ζωτικής σημασίας φορτία πετρελαίου μέσα από έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους του κόσμου. Περίπου το 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και ανάλογο ποσοστό του υγροποιημένου φυσικού αερίου διέρχεται από την στενή λωρίδα ανάμεσα σε Ιράν και Ομάν. Από τις 28 Φεβρουαρίου, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν επιθέσεις κατά του Ιράν, η θαλάσσια κυκλοφορία έχει σχεδόν παγώσει.

Ο διευθύνων σύμβουλος της Chevron, Μάικ Γουερθ, δήλωσε στο ίδιο συνέδριο στις 23 Μαρτίου: «Η αγορά προθεσμιακών συμβολαίων πετρελαίου δεν έχει ενσωματώσει πλήρως το μέγεθος της διακοπής στην προσφορά».

Ο Γουερθ συνέχισε: «Υπάρχουν πολύ πραγματικές, φυσικές συνέπειες από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, οι οποίες διαχέονται σε ολόκληρο τον κόσμο και το σύστημα. Δεν πιστεύω ότι αυτό αποτυπώνεται ακόμη πλήρως στις τιμές των προθεσμιακών».

Συμπλήρωσε: «Έχουμε τώρα μεγάλες ποσότητες πετρελαίου και φυσικού αερίου που δεν φτάνουν στην αγορά. Υπάρχει πραγματική διαφορά στην προσφορά αυτή τη φορά σε σύγκριση με περιστατικά του παρελθόντος».

Ο Γουερθ προειδοποίησε πως ακόμη και αν τα στενά ανοίξουν εκ νέου, θα απαιτηθεί χρόνος για να αναπληρωθούν τα αποθέματα.

Αεροφωτογραφία των ιρανικών ακτών και του νησιού Κεσμ στο Στενό του Ορμούζ, στις 10 Δεκεμβρίου 2023. STR/Reuters

 

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε στις 24 Μαρτίου ότι η Ουάσιγκτον βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη, ωστόσο, εκπρόσωπος του ιρανικού στρατού απέρριψε κάθε ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες στις 25 Μαρτίου.

Οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν περίπου 5% στις 25 Μαρτίου, με το μπρεντ να καταγράφει πτώση 5,4% στα 98,83 δολάρια το βαρέλι στις 10.22 ώρα Γκρίνουιτς, έπειτα από κατρακύλα έως τα 97,57 δολάρια νωρίτερα. Αντίστοιχα, το αμερικανικό West Texas Intermediate σημείωσε απώλειες κατά 5,2% στα 87,53 δολάρια, αγγίζοντας προς στιγμήν χαμηλό στα 86,72 δολάρια.

Κλειστές αντλίες σε ένα βενζινάδικο στο Μέιντενχεντ του Μπέρκσαϊρ, στην Αγγλία, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021. Jonathan Brady/PA

 

Σε αρκετές χώρες της Ασίας, ανάμεσά τους το Μπαγκλαντές, η Σρι Λάνκα, το Πακιστάν, οι Φιλιππίνες και η Νότια Κορέα, έχουν ήδη υιοθετηθεί μέτρα που κυμαίνονται από δελτίο καυσίμων και όρια στις πωλήσεις έως τη μείωση των εργάσιμων ημερών και εκστρατείες εξοικονόμησης ενέργειας, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι πιέσεις.

Στη Σλοβενία, στις 22 Μαρτίου επιβλήθηκαν προσωρινά όρια στην αγορά καυσίμων για να αντιμετωπιστούν ελλείψεις στα πρατήρια, που αποδόθηκαν εν μέρει σε διασυνοριακές αγορές και αποθεματοποίηση εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν, σύμφωνα με το εθνικό πρακτορείο STA στις 21 Μαρτίου.

Ο πρωθυπουργός Ρόμπερτ Γκολούμπ εξήγησε: «Η ανεφοδίαση σε κάθε πρατήριο περιορίστηκε στα 50 λίτρα ημερησίως για τα ιδιωτικά οχήματα και στα 200 λίτρα για εταιρείες και άλλους χρήστες κατά προτεραιότητα, όπως οι αγρότες».

Ο Γκολούμπ πρόσθεσε ότι: «Ο στρατός θα κληθεί να βοηθήσει τους λιανεμπόρους στη διακίνηση καυσίμων».

Με τη συμβολή της Victoria Friedman

Με πληροφορίες από το Reuters