Δευτέρα, 04 Μαΐ, 2026

Τραμπ: Οι ΗΠΑ θα καθορίσουν τους όρους των δασμών αν δεν υπάρξει συμφωνία με την Κίνα

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε στις 22 Απριλίου ότι αν η Κίνα δεν συναινέσει σε εμπορική συμφωνία, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι εκείνες που θα καθορίσουν τους όρους των δασμών.

Κατά την ορκωμοσία του νέου προέδρου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, Πολ Άτκινς, ο Τραμπ ανέφερε πως, κατά την άποψή του, το Πεκίνο και άλλες χώρες δεν θα μπορέσουν να συνεχίσουν να συναλλάσσονται με τις ΗΠΑ αν δεν καταλήξουν σε συμφωνία. Τόνισε ότι η αμερικανική πλευρά επιθυμεί τη συμμετοχή αυτών των χωρών, ωστόσο η επίτευξη μιας συμφωνίας είναι απαραίτητη. Σε αντίθετη περίπτωση, είπε, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προχωρήσουν μονομερώς στον καθορισμό των όρων.

Αναφερόμενος στη μορφή της συμφωνίας, υποστήριξε ότι αυτή θα είναι δίκαιη για όλους, και θα βάλει τέλος σε υφιστάμενες συμφωνίες τις οποίες χαρακτήρισε επιζήμιες για τις ΗΠΑ, κάνοντας λόγο για «συνεχή εκμετάλλευση».

Συγκεκριμένα, ο πρόεδρος Τραμπ υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ χάνουν σχεδόν 2 τρισεκατομμύρια δολάρια από το εμπόριο, μια κατάσταση που, όπως είπε, δεν πρόκειται να συνεχιστεί.

Σε δηλώσεις του από το Οβάλ Γραφείο, ανέφερε ότι η κυβέρνησή του θα επιδιώξει μια «ευγενική» προσέγγιση μαζί με  τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ με στόχο τη σημαντική μείωση των δασμών — όχι όμως την πλήρη κατάργησή τους. Επανέλαβε την εκτίμησή του ότι τόσο η Κίνα όσο και άλλες χώρες θα επιδιώξουν τελικά μια συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι οι δύο πλευρές μπορούν να συνυπάρξουν και να συνεργαστούν.

Οι δηλώσεις αυτές έγιναν λίγο μετά την ενημέρωση της εκπροσώπου Τύπου του Τραμπ, Κάρολαϊν Λέβιτ, σύμφωνα με την οποία οι διαπραγματεύσεις με το Πεκίνο βρίσκονται σε θετική πορεία. Την περασμένη εβδομάδα, ο Λευκός Οίκος είχε αναφέρει πως «η μπάλα βρίσκεται στο γήπεδο της Κίνας» αναφορικά με τις συνομιλίες για το εμπόριο.

Η Λέβιτ σημείωσε ακόμη πως, κατά την άποψη του προέδρου, οι ΗΠΑ δεν είναι υποχρεωμένες να προχωρήσουν σε συμφωνία με την Κίνα, προσθέτοντας ότι, αν και η Κίνα διαφέρει από άλλες χώρες λόγω μεγέθους, επιδιώκει — όπως και οι υπόλοιπες — πρόσβαση στους Αμερικανούς καταναλωτές ή, αλλιώς, στα αμερικανικά κεφάλαια.

Όσο η κυβέρνηση του Πεκίνου απαντούσε με αντίμετρα, η κυβέρνηση Τραμπ προσαυξάνεται τους δασμούς. Αντίθετα, ανέστειλε την επιβολή των δασμών σε χώρες που επέλεξαν τη διαπραγματευτική οδό.

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, οι δασμοί των ΗΠΑ σε προϊόντα κινεζικής προέλευσης έφτασαν έως και το 245%, ενώ τα αντίμετρα του Πεκίνου κυμάνθηκαν από 84% έως 125%.

Του T.J. Muscaro

Με τη συμβολή του Andrew Moran

Ψεύτικες απειλές για βόμβα σε βιβλιοθήκες της Νέας Υόρκης με στόχο παρέλαση του Φάλουν Γκονγκ

Συναγερμός σήμανε στη Νέα Υόρκη το βράδυ του Σαββάτου, 20 Απριλίου, όταν πολλά παραρτήματα της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Κουήνς έλαβαν απειλητικά email για βόμβα, με αφορμή τη μεγάλη παρέλαση του Φάλουν Γκονγκ στη συνοικία Φλάσινγκ. Τα μηνύματα, που απαιτούσαν να σταματήσει άμεσα η εκδήλωση, εστάλησαν μόλις μία μέρα μετά την πολυπληθή παρέλαση χιλιάδων μελών και υποστηρικτών της πνευματικής αυτής κινεζικής πρακτικής, κατά τη διάρκεια της οποίας καταδίκασαν την καταστολή που υφίσταται στη χώρα τους.

Η εκδήλωση της 19ης Απριλίου αφορούσε τόσο τη διαμαρτυρία κατά των διώξεων όσο και την επέτειο των 26 ετών από την ειρηνική κινητοποίηση της 25ης Απριλίου 1999 στο Πεκίνο, γνωστής στον χώρο του Φάλουν Γκονγκ ως «Έκκληση της 25ης Απριλίου».

Την ίδια νύχτα, παρόμοιο απειλητικό email εστάλη και στο Global Tuidang Center, έναν από τους διοργανωτές της παρέλασης. Ο αποστολέας, σε προκλητικό τόνο, απειλούσε ότι θα εισβάλει με όχημα στους συμμετέχοντες και ότι θα στείλει ομάδα επιτιθέμενων στο Dragon Springs, την έδρα του Shen Yun Performing Arts. Υπενθυμίζεται ότι το Shen Yun έχει γίνει στόχος διωγμών από το κινεζικό καθεστώς, που επιχειρεί συστηματικά να αποτρέψει τις πολιτιστικές του εμφανίσεις διεθνώς. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο αποστολέας των email, αγνοώντας τις ημερομηνίες, θεωρούσε πως η παρέλαση θα γινόταν στις 25 Απριλίου, την πραγματική επέτειο της μνημειώδους συγκέντρωσης του 1999.

«Το μέγεθος και η απήχηση της φετινής εκδήλωσης φαίνεται πως τράβηξαν τα βλέμματα και προκάλεσαν αυτή την αντίδραση», σχολίασαν οι διοργανωτές.

Η Έλιζαμπεθ ντε Μπουρμπόν, εκπρόσωπος της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Κουήνς, εξήγησε πως οι βιβλιοθήκες ενημερώθηκαν επισήμως για τις απειλές τη Δευτέρα και αμέσως προχώρησαν σε εκκένωση του κεντρικού καταστήματος στο Φλάσινγκ. «Ευχαριστούμε το προσωπικό μας που διατήρησε απόλυτη ψυχραιμία και επαγγελματισμό», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Η βιβλιοθήκη της οδού Μέιν, που αποτέλεσε και τερματικό σημείο της παρέλασης της Φάλουν Γκονγκ, ήταν ανάμεσα σε όσες δέχθηκαν απειλές, ενώ ειδοποίηση έλαβαν και άλλα παρακείμενα υποκαταστήματα, εκτός διαδρομής της εκδήλωσης.

Το πρωί της 21ης Απριλίου, περιπολικά και ασθενοφόρα απέκλεισαν προσωρινά δρόμους γύρω από τη βιβλιοθήκη για λόγους ασφαλείας. Μετά από περίπου δύο ώρες ελέγχων, οι αρχές άνοιξαν το χώρο στο κοινό, αφού διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε κίνδυνος.

Πρόκειται για το δεύτερο κύμα παρόμοιων απειλών μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο, μετά από ανάλογη εκστρατεία εκφοβιστικών email τον Σεπτέμβριο του 2024. Σύμφωνα με ειδικούς στην κυβερνοασφάλεια, τα ψηφιακά ίχνη των emails συνδέονται με κύκλους του κινεζικού κράτους ή προσκείμενων σε αυτό. Πηγές με γνώση της αστυνομικής έρευνας ανέφεραν ότι οι διευθύνσεις IP των αποστολέων έχουν εντοπιστεί στην Κίνα.

Η δημοτική σύμβουλος του Φλάσινγκ, Σάντρα Ουνγκ, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη της στις αρχές για την άμεση ανταπόκριση, υπογραμμίζοντας πως «δεν είναι ανεκτές τέτοιου είδους βίαιες απειλές, ιδίως όταν στόχο έχουν να φιμώσουν ελεύθερες φωνές και να τρομοκρατήσουν πολίτες που ασκούν το νόμιμο δικαίωμά τους στη δημόσια συνάθροιση». Παράλληλα, επεσήμανε τη σημασία της πολυπολιτισμικότητας του Φλάσινγκ, χαρακτηρίζοντάς την ως δύναμη για την τοπική κοινωνία.

Από την πλευρά της, η Μάρτα Φλόρες-Βάσκεζ, τοπική ηγετική μορφή στην Πολιτειακή Βουλή της Νέας Υόρκης για το Φλάσινγκ, χαρακτήρισε τις απειλές μέθοδο εκφοβισμού, επέμεινε ωστόσο πως πρέπει να ληφθούν σοβαρά και πως η προστασία των κατοίκων της πόλης παραμένει ύψιστη προτεραιότητα.

Η Μάρθα Φλόρες-Βασκέζ, επικεφαλής της περιφέρειας της πολιτειακής συνέλευσης της Νέας Υόρκης για το Φλάσινγκ, μιλάει σε μια συγκέντρωση του Φάλουν Γκονγκ στο Φλάσινγκ της Νέας Υόρκης, στις 19 Απριλίου 2025. (Mark Zou/The Epoch Times)

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι τέτοια περιστατικά πυκνώνουν παράλληλα με ανάλογα κύματα απειλών εναντίον του Shen Yun, της καλλιτεχνικής ομάδας που θίγει στα έργα της τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εις βάρος του Φάλουν Γκονγκ στην Κίνα. Θεατρικές σκηνές σε ΗΠΑ και αλλού έχουν αναγκαστεί να ενισχύσουν τα μέτρα ασφαλείας μετά από πλήθος απειλητικών email. Σε όλες τις περιπτώσεις διαπιστώθηκε ότι οι απειλές ήταν κενές περιεχομένου.

Αρχές στην Ταϊβάν, που ερευνούν τη σχετική υπόθεση, εντόπισαν ίχνη μηνυμάτων να οδηγούν στην Κίνα, ενώ υπάρχουν υπόνοιες ότι σχετίζονται με ερευνητικό κέντρο της Huawei, της γνωστής τεχνολογικής εταιρείας που βρίσκεται στη μαύρη λίστα διεθνών οργανισμών λόγω των διασυνδέσεών της με τον κινεζικό στρατό.

Υπενθυμίζεται ότι το Φάλουν Γκονγκ βασίζεται στις αρχές της αλήθειας, της καλοσύνης και της ανεκτικότητας, πλαισιωμένες από διαλογιστικές ασκήσεις. Υπολογίζεται ότι το 1999 οι ασκούμενοί του στην Κίνα ανέρχονταν σε 70 ως 100 εκατομμύρια ανθρώπους, γεγονός που ανησύχησε το καθεστώς με αποτέλεσμα την εκστρατεία εξάλειψης που εξαπέλυσε στις 20 Ιουλίου 1999.

Στις 25 Απριλίου 1999, περίπου 10.000 πολίτες κινητοποιήθηκαν ειρηνικά έξω από το κυβερνητικό κτίριο στο Πεκίνο, διεκδικώντας ελευθερία θρησκευτικής πίστης. Η αρχική ανταπόκριση των αρχών ήταν συναινετική, ωστόσο τρεις μήνες αργότερα ξεκίνησε η βίαιη καταστολή.

Ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ συμμετέχουν σε παρέλαση για να ζητήσουν τον τερματισμό των διώξεων στην Κίνα, στο Φλάσινγκ της Νέας Υόρκης, στις 19 Απριλίου 2025. (Zhang Jingyi/The Epoch Times)

 

Η Μάρτα Φλόρες-Βάσκεζ, που παρευρέθηκε στην παρέλαση της 19ης Απριλίου και μίλησε στη συγκέντρωση, τόνισε την ανάγκη ενότητας απέναντι στους εκφοβισμούς και ζήτησε την παρέμβαση ανώτερων ομοσπονδιακών αρχών για την αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών.

«Το να διακοπούν τέτοιες παρελάσεις θα ήταν ιδανικό για το κινεζικό καθεστώς, που επιθυμεί να καλύψει τα ατοπήματά του», σχολίασε ο Μάικλ Γιου, εκ μέρους της οργανωτικής επιτροπής.

Το FBI δήλωσε πως δεν μπορεί να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει συγκεκριμένες έρευνες, παραπέμποντας στις διωκτικές αρχές της Νέας Υόρκης, που ως τώρα δεν έχουν τοποθετηθεί επίσημα.

Με τη συμβολή της Λίντα Λιν

Λευκός Οίκος: Θετικές προοπτικές για εμπορική συμφωνία ΗΠΑ–Κίνας

Με κλίμα αισιοδοξίας αντιμετωπίζει ο Λευκός Οίκος το ενδεχόμενο σύναψης εμπορικής συμφωνίας με την Κίνα. Όπως δήλωσε στις 22 Απριλίου η εκπρόσωπος Τύπου του Προέδρου, Καρολάιν Λέβιτ, ο Ντόναλντ Τραμπ θεωρεί πως η αμερικανική κυβέρνηση «τα πηγαίνει πολύ καλά» και «κινείται στη σωστή κατεύθυνση» όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις με το κινεζικό καθεστώς.

Τις δηλώσεις της Λέβιτ ήρθαν να ενισχύσουν και τα αισιόδοξα μηνύματα του υπουργού Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, ο οποίος σε κλειστή συνάντηση στην Ουάσιγκτον ανέφερε σε ομάδα επενδυτών ότι η εμπορική αντιπαράθεση μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας ενδέχεται να αποκλιμακωθεί σύντομα. Όπως μεταφέρουν πηγές προσκείμενες στις διαπραγματεύσεις στην Epoch Times, ο Μπέσεντ σκιαγράφησε το αδιέξοδο ως μη βιώσιμο για τις δύο πλευρές και σημείωσε ότι η αποκλιμάκωση είναι αναπόφευκτη. Παρομοίωσε μάλιστα τη σημερινή κατάσταση με «εμπάργκο», καθώς οι δύο μεγαλύτερες εμπορικές δυνάμεις ανταλλάσσουν εξοντωτικούς δασμούς.

Στις αρχές του μήνα, η αμερικανική κυβέρνηση επέβαλε δασμούς έως και 245% σε κινεζικά προϊόντα, με το Πεκίνο να απαντά με επιβαρύνσεις 125% στα αμερικανικά αγαθά.

Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Bloomberg, ο Μπέσεντ εξέφρασε την ελπίδα για ουσιαστική συμφωνία και υπογράμμισε ότι η Κίνα χρειάζεται ένα «ειδικό μίγμα προσέγγισης» λόγω του γεωπολιτικού της βάρους τόσο ως οικονομικού ανταγωνιστή όσο και ως στρατιωτικού αντιπάλου των ΗΠΑ.

«Δεν πρόκειται για αστεία. Οι αριθμοί είναι τεράστιοι», επισήμανε. «Γνωρίζουμε όλοι πως αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να διατηρηθεί επ’ αόριστον και κανείς δεν το επιθυμεί».

Το υπουργείο Οικονομικών της Κίνας, από την πλευρά του, χαρακτήρισε στις 11 Απριλίου με ανακοίνωσή του τους αμερικανικούς δασμούς «υπερβολικά υψηλούς» και έκανε λόγο για «μονομερείς εκφοβισμούς και πιέσεις». Ο Λευκός Οίκος απάντησε ότι η «μπάλα βρίσκεται πλέον στο γήπεδο της Κίνας» και κάλεσε το Πεκίνο να κάνει βήματα για συμφωνία.

«Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να κλείσουμε συμφωνία μαζί τους», δήλωσε η Λέβιτ στη συνέντευξη Τύπου, μεταφέροντας τη θέση του προέδρου Τραμπ. «Η μόνη διαφορά με την Κίνα είναι το μέγεθος. Όπως και κάθε άλλη χώρα, αυτό που επιδιώκει η Κίνα είναι ο Αμερικανός καταναλωτής. Εν ολίγοις, χρειάζονται τα χρήματά μας».

Ο Πρόεδρος Τραμπ επανέλαβε μέσω κοινωνικών δικτύων ότι αργά ή γρήγορα το Πεκίνο θα επιδιώξει επαναπροσέγγιση. «Η Κίνα θέλει συμφωνία, απλώς δεν ξέρει πώς να τη διαπραγματευτεί», είχε δηλώσει και σε εκδήλωση στον Λευκό Οίκο στις 9 Απριλίου. «Είναι υπερήφανοι, γι’ αυτό διστάζουν».

Τα χρηματιστήρια αντέδρασαν άμεσα στις δηλώσεις Μπέσεντ, με τον δείκτη Dow Jones να ενισχύεται κατά 1000 μονάδες, δείκτης S&P 500 και ο τεχνολογικός Nasdaq να κερδίζουν πάνω από 2%. Ιδιαίτερα θετική ήταν η εικόνα και για εταιρείες με εκτεταμένη έκθεση στην κινεζική αγορά. Η Nvidia σημείωσε άνοδο έως και 6%, ενώ η AMD ξεπέρασε το 1%.

Παρά τα θετικά σινιάλα, ο Γκρεγκ ΜακΜπράιντ, επικεφαλής οικονομικών αναλύσεων της Bankrate, επισημαίνει ότι η αβεβαιότητα παραμένει. «Οι αγορές εξακολουθούν να ταλανίζονται από την αβεβαιότητα σχετικά με τους δασμούς, το εμπόριο και τον αντίκτυπό τους στον πληθωρισμό και στη συνολική οικονομία», τονίζει σε δήλωσή του στην The Epoch Times. «Επιπλέον, είμαστε και στην καρδιά της περιόδου ανακοινώσεων εταιρικών κερδών, γεγονός που συνήθως εντείνει τη μεταβλητότητα ακόμη και σε ήρεμες εποχές».

Οι ΗΠΑ επιβάλλουν δασμούς-μαμούθ έως 3.521% στις εισαγωγές φωτοβολταϊκών από Ασία

Με μια ασυνήθιστα σκληρή απόφαση, το αμερικανικό υπουργείο Εμπορίου ανακοίνωσε τη Δευτέρα την πρόθεσή του να επιβάλει δασμούς που φθάνουν έως και το 3.521% σε εισαγόμενα φωτοβολταϊκά κύτταρα από τέσσερις χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, προκειμένου να μπει φρένο σε πρακτικές αθέμιτου ανταγωνισμού.

Η απόφαση ακολουθεί καταγγελία αμερικανών κατασκευαστών από το προηγούμενο έτος, οι οποίοι κατηγόρησαν φωτοβολταϊκές εταιρείες κινεζικών συμφερόντων που δραστηριοποιούνται στην Καμπότζη, τη Μαλαισία, την Ταϊλάνδη και το Βιετνάμ ότι «ξεφορτώνουν» στην αμερικανική αγορά προϊόντα σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές, ενώ παράλληλα επιδοτούνται, πλήττοντας σοβαρά την εγχώρια βιομηχανία.

Σε επίσημη ανακοίνωσή του, το υπουργείο επισημαίνει ότι η έρευνά του για τα εισαγόμενα κρυσταλλικά φωτοβολταϊκά κύτταρα – βασικό συστατικό των ηλιακών πάνελ – κατέδειξε πως οι εμπλεκόμενες εταιρείες λαμβάνουν κρατικές ενισχύσεις από το κινεζικό καθεστώς.

«Πρόκειται για μία από τις πρώτες περιπτώσεις εφαρμογής δασμών αντιστάθμισης, όπου διαπιστώθηκε με σαφήνεια ότι επιχειρήσεις λαμβάνουν διακρατικές επιδοτήσεις», σημειώνει το υπουργείο.

Το ύψος των δασμών που ανακοινώθηκαν διαφέρει σημαντικά ανά εταιρεία και χώρα. Ανάμεσα στις θιγόμενες εταιρείες συγκαταλέγονται οι Jinko Solar, Trina Solar και Solar Long PV-Tech, όλες με δεσμούς με κινεζικούς ομίλους.

Για παράδειγμα, στα προϊόντα της Jinko Solar από τη Μαλαισία επιβάλλονται οι χαμηλότεροι συνδυαστικοί δασμοί (αντιντάμπινγκ και αντιστάθμισης), της τάξης του 41,56%. Αντίθετα, τα προϊόντα της Trina Solar που προέρχονται από την Ταϊλάνδη επιβαρύνονται με δασμό-μαμούθ ύψους 375,19% σύμφωνα με τις τελικές αποφάσεις του υπουργείου.

Η μεγαλύτερη επιβάρυνση αφορά τις εισαγωγές από την Καμπότζη, όπου λόγω μη συνεργασίας των παραγωγών με την αμερικανική έρευνα, οι δασμοί εκτοξεύονται πάνω από το 3.521%.

Οι νέοι δασμοί θα τεθούν σε εφαρμογή μόνο εάν λάβουν την τελική έγκριση της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου, η οποία αναμένεται να αποφανθεί έως τις 2 Ιουνίου. Σε περίπτωση αρνητικής απόφασης, δεν θα εκδοθούν οι σχετικές διαταγές, όπως διευκρίνισε το υπουργείο.

Τις αποφάσεις χαιρέτισε η Αμερικανική Συμμαχία Εμπορίου Ηλιακής Τεχνολογίας, το βασικό σχήμα αμερικανών κατασκευαστών πίσω από την υπόθεση, κάνοντας λόγο για «καθαρή νίκη» της εγχώριας βιομηχανίας ηλιακής ενέργειας.

Ο επικεφαλής νομικός σύμβουλος της συμμαχίας Τιμ Μπράιτμπιλ τόνισε πως το υπουργείο επικύρωσε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι οι κινεζικές εταιρείες «υπονομεύουν το σύστημα, καταστρέφοντας τον ανταγωνισμό και στερώντας την εργασία από Αμερικανούς».

«Η εφαρμογή των εμπορικών μας νόμων δεν είναι απλά θέμα νομικής τάξης. Είναι βασική προϋπόθεση για την αναγέννηση της βιομηχανικής μας βάσης, για την ασφάλεια στην ενεργειακή ανεξαρτησία και για τη διασφάλιση των αμερικανικών θέσεων εργασίας», σημείωσε εμφατικά.

Η ανακοίνωση των δασμών έρχεται εν μέσω επιθετικής εμπορικής πολιτικής του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει προαναγγείλει την επιβολή ελάχιστου δασμού 10% σε όλους τους εμπορικούς εταίρους και πολύ πιο αυξημένα ποσοστά – έως 60% – σε περίπου 60 χώρες με μεγάλες εμπορικές ανισορροπίες έναντι των ΗΠΑ.

Στη συνέχεια, η κυβέρνηση Τραμπ χορήγησε προσωρινή αναστολή 90 ημερών για τις περισσότερες χώρες, πλην της Κίνας, στην οποία επιβλήθηκαν δασμοί έως 245% ως αντίποινα για τις δικές της πολιτικές.

Ως απάντηση, το Πεκίνο προχώρησε σε αύξηση των δασμών στα αμερικανικά προϊόντα από 84% σε 125%, αφότου οι ΗΠΑ θέσπισαν επιβάρυνση 145% σε όλες τις κινεζικές εισαγωγές. Επίσης, η κινεζική κυβέρνηση ανέστειλε ορισμένες εξαγωγές σπάνιων μεταλλευμάτων προς τις ΗΠΑ ως μέτρο αντιποίνων.

Την ίδια περίοδο, ο Τραμπ αποκάλυψε σε δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο ότι υπήρξαν επαφές του Πεκίνου με την αμερικανική κυβέρνηση προκειμένου να υπάρξουν διαπραγματεύσεις στη σκιά του εμπορικού πολέμου.

«Πιστεύω ότι θα καταλήξουμε σε συμφωνία με την Κίνα – κι αν όχι, πάλι θα τα βρούμε, βάζοντας σαφείς κανόνες στο τραπέζι», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ο Αμερικανός πρόεδρος.

Σημειώνεται ότι το αμερικανικό υπουργείο Εμπορίου είχε διαπιστώσει από τον Αύγουστο του 2023 πως ορισμένες κινεζικές εταιρείες φωτοβολταϊκών εξήγαγαν τα προϊόντα τους μέσω Καμπότζης, Μαλαισίας, Ταϊλάνδης και Βιετνάμ, προχωρώντας σε ελάχιστη επεξεργασία ώστε να αποφύγουν τους δασμούς που ισχύουν για τις εισαγωγές απευθείας από την Κίνα.

Όπως επισημαίνει ο αρθρογράφος και συγγραφέας Γκόρντον Τσανγκ, οι συγκεκριμένοι νέοι δασμοί του Τραμπ «κλείνουν αυτή τη χαραμάδα», αποτρέποντας άλλες χώρες να διευκολύνουν την παράκαμψη των αμερικανικών μέτρων από την Κίνα.

«Η Κίνα διαθέτει τεράστια εμπειρία στην παράκαμψη δασμών, όχι μόνο με ψευδή παραστατικά αλλά και με την κατασκευή μονάδων σε τρίτες χώρες, στέλνοντας από εκεί την παραγωγή στις ΗΠΑ», ανέφερε ο Τσανγκ σε συνέντευξή του.

Με την συμβολή των Jacob Burg και Reuters.

Το Χάρβαρντ μηνύει την κυβέρνηση Τραμπ για την αναστολή της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης

Το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ μήνυσε την κυβέρνηση Τραμπ, ζητώντας από ένα ομοσπονδιακό δικαστήριο να επιβάλει την απόδοση των κρατικών επιχορηγήσεων που λαμβάνει το Πανεπιστήμιο σε ομοσπονδιακά συμβόλαια και επιχορηγήσεις, τις οποίες η κυβέρνηση έχει ‘παγώσει’ λόγω της άρνησης του Πανεπιστημίου να καταργήσει τις προϋποθέσεις DEI (διαφορετικότητα, ισότητα και συμπερίληψη) και να καταπολεμήσει τον αντισημιτισμό στην πανεπιστημιούπολη.

«Οι συνέπειες της υπέρβασης των ορίων εκ μέρους της κυβέρνησης θα είναι σοβαρές και μακροχρόνιες», δήλωσε ο πρόεδρος του Χάρβαρντ Άλαν Γκάρμπερ, στις 21 Απριλίου, ανακοινώνοντας την αγωγή. «Η έρευνα που θέτει σε κίνδυνο η κυβέρνηση [με τη μη καταβολή των επιχορηγήσεων] περιλαμβάνει προσπάθειες για τη βελτίωση των προοπτικών των παιδιών που επιβιώνουν από τον καρκίνο, για την κατανόηση σε μοριακό επίπεδο τού πώς ο καρκίνος εξαπλώνεται σε όλο το σώμα, για την πρόβλεψη της εξάπλωσης εστιών μολυσματικών ασθενειών και για την ανακούφιση του πόνου των στρατιωτών που τραυματίζονται στο πεδίο της μάχης.»

Η μήνυση κατατέθηκε λίγες ώρες μετά την αναφορά ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ σχεδιάζει να αναστείλει την καταβολή στο Χάρβαρντ ακόμη ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων, ανεβάζοντας το συνολικό ποσό στα 3,2 δισεκατομμύρια δολάρια. Η Wall Street Journal ανέφερε την εξέλιξη, την οποία επιβεβαίωσε αξιωματούχος του Λευκού Οίκου στην Epoch Times.

Το δισεκατομμύριο προοριζόταν για ιατρική έρευνα, όπως και τα 2,26 δισεκατομμύρια δολάρια, των οποίων η καταβολή ανεστάλη την περασμένη εβδομάδα. Ο Τραμπ έχει επίσης απειλήσει να ανακαλέσει το καθεστώς φοροαπαλλαγής του Χάρβαρντ.

Ο αξιωματούχος του Λευκού Οίκου δεν διευκρίνισε τον λόγο για τις πρόσθετες περικοπές.

Η μήνυση του Χάρβαρντ σημειώνει πως το δίλημμα που τίθεται στο Χάρβαρντ και σε άλλα πανεπιστήμια είναι ξεκάθαρο: «Αν δεν επιτρέψετε στην κυβέρνηση να διαχειρίζεται το ακαδημαϊκό σας ίδρυμα, θέτετε σε κίνδυνο τη δυνατότητα του ιδρύματος να ασχολείται με [την έρευνα που οδηγεί σε] ιατρικές ανακαλύψεις, επιστημονικές ανακαλύψεις και καινοτόμες λύσεις».

Η μήνυση σημειώνει επίσης ότι το Χάρβαρντ έχει λάβει μέτρα για την καταπολέμηση του αντισημιτισμού στην πανεπιστημιούπολη από τον περασμένο χρόνο. Αναφέρει ότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν μπορεί να συνδέσει την ιατρική έρευνα του Χάρβαρντ με οποιαδήποτε εκδήλωση αντισημιτισμού.

Η καταγγελία ανέφερε ότι η απώλεια δισεκατομμυρίων δολαρίων που προορίζονται για τη χρηματοδότηση της έρευνας θα καταστρέψει το Χάρβαρντ και άλλα υγειονομικά και ερευνητικά ιδρύματα των ΗΠΑ.

«Εάν το Χάρβαρντ συνεχίσει να καλύπτει το έλλειμα της χρηματοδότησης από τους δικούς του πόρους, θα αναγκαστεί να μειώσει τον αριθμό των μεταπτυχιακών φοιτητών που δέχεται και τον αριθμό του διδακτικού προσωπικού και του ερευνητικού προσωπικού που πληρώνει για τη διεξαγωγή έρευνας. Δεν θα είναι σε θέση να συνεχίσει να προμηθεύεται και να συντηρεί υλικό αιχμής, εξοπλισμό και εγκαταστάσεις για έρευνα», ανέφερε.

Το πάγωμα της χρηματοδότησης θα βλάψει τη φήμη του Χάρβαρντ ως κορυφαίου ερευνητικού ιδρύματος, αναφέρει η καταγγελία, καθώς και τη σχέση του με άλλα ιδρύματα και την ικανότητά του να στρατολογεί ταλέντα και να εξασφαλίζει χρηματοδότηση.

Σύμφωνα με τη μήνυση, το Χάρβαρντ είναι ένας από τους μεγαλύτερους εργοδότες της Μασσαχουσέτης και η περικοπή της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης θα προκαλούσε επιπτώσεις οικονομικής ζημίας σε τοπικό, πολιτειακό και εθνικό επίπεδο:

«Ως αποδέκτης ομοσπονδιακής χρηματοδότησης για την έρευνα, το Χάρβαρντ εκδίδει υποβραβεία σε ιδρύματα σε όλη την Αμερική, όπως το Ερευνητικό Νοσοκομείο Παίδων St. Jude, το Πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα και το Baylor College of Medicine.»

Αυτή η σύγκρουση ξεκίνησε με εκτελεστικά εντάλματα σχετικά με τα προγράμματα DEI στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και τον αντισημιτισμό στην πανεπιστημιούπολη. Οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες άρχισαν να ερευνούν τα πλουσιότερα πανεπιστήμια λίγο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του Τραμπ, στοχεύοντας αναφορές για παρενόχληση Εβραίων φοιτητών στην πανεπιστημιούπολη του Χάρβαρντ μετά την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023. Η επίθεση πυροδότησε την έντονη αντίδραση του Ισραήλ, που απάντησε με σφοδρούς βομβαρδισμούς στη Λωρίδα της Γάζας. Σε πολλές περιοχές, μεταξύ αυτών και πανεπιστημιουπόλεις των ΗΠΑ, υπήρξαν εκδηλώσεις συμπαράστασης στους Παλαιστινίους, ακόμα και συγκρούσεις με διαδηλωτές υπέρ του Ισραήλ. Στην πανεπιστιμιούπολη του Χάρβαρντ, διαδηλωτές υπέρ των Παλαιστινίων κατηγορήθηκαν για βανδαλισμούς.

Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, το υπουργείο Παιδείας, το υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών και η Διοίκηση Γενικών Υπηρεσιών εξήγησαν τους όρους που θα έπρεπε να πληροί το Χάρβαρντ για να αποφευχθεί η απώλεια περίπου 9 εκατομμυρίων δολαρίων από ομοσπονδιακή χρηματοδότηση.

Αυτή η λίστα περιελάμβανε απαγόρευση μάσκας για διαδηλωτές στην πανεπιστημιούπολη, το τέλος των προγραμμάτων DEI και των φυλετικών κριτηρίων στις προσλήψεις προσωπικού και στις εισαγωγές φοιτητών, μεταρρυθμίσεις σε προγράμματα που τροφοδοτούν τον αντισημιτισμό, αναμόρφωση του τρέχοντος πειθαρχικού συστήματος των φοιτητών και συνεργασία με το υπουργείο Εσωτερικής Ασφαλείας.

Στις 14 Απριλίου, ο πρόεδρος του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, Άλαν Γκάρμπερ, απέρριψε αυτά τα αιτήματα, λέγοντας στην κοινότητα της πανεπιστημιούπολης ότι αυτές οι ομοσπονδιακές ενέργειες «υπερβαίνουν την [κυβερνητική] εξουσία και παραβιάζουν τόσο την ανεξαρτησία του πανεπιστημίου όσο και τα συνταγματικά του δικαιώματα».

Αυτό προκάλεσε το άμεσο πάγωμα της χρηματοδότησης των 2,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, όπως ανακοινώθηκε την ίδια μέρα από τις τρεις ομοσπονδιακές υπηρεσίες, οργανωμένες ως ειδική ομάδα κατά του σημιτισμού.

«Η διακοπή της μάθησης που ταλαιπώρησε τις πανεπιστημιουπόλεις τα τελευταία χρόνια είναι απαράδεκτη», ανέφερε η δήλωση της ομάδας εργασίας. «Η παρενόχληση των Εβραίων φοιτητών είναι αφόρητη. Είναι καιρός τα κορυφαία πανεπιστήμια να λάβουν σοβαρά υπ’ όψιν το πρόβλημα και να δεσμευτούν για ουσιαστική αλλαγή εάν επιθυμούν να συνεχίσουν να λαμβάνουν υποστήριξη από τους φορολογούμενους.»

Του Aaron Gifford

Επιχειρηματίες που παρασκευάζουν στην Αμερική βλέπουν ευκαιρίες στους παγκόσμιους δασμούς

ΠΡΕΣΚΟΤ, Αριζ.—Είναι κάτι περισσότερο από μια απλή ετικέτα. Το «Κατασκευασμένο στην Αμερική» αντιπροσωπεύει την υπερηφάνεια και το εθνικό πνεύμα, λέει ο Τζον Ρόυ, διευθυντής της Dawson Knives στο Πρέσκοτ της Αριζόνα.

Η εταιρεία που διευθύνει είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του πνεύματος. Ιδρύθηκε πριν από περισσότερα από 50 χρόνια από έναν βετεράνο του Βιετνάμ με μηχανήματα κατασκευασμένα από εξαρτήματα που βρέθηκαν σε τοπική χωματερή, και η εταιρεία υπερηφανεύεται ότι είναι «συνεχίζει για τρεις γενιές».

Ο Ρόυ πιστεύει ότι οι εγχώριες εταιρείες θα ευδοκιμήσουν υπό τους δασμούς εισαγωγής που θεσπίστηκαν από την κυβέρνηση Τραμπ.

Με την κατανάλωση να αντιπροσωπεύει σχεδόν το 70 τοις εκατό της οικονομίας των ΗΠΑ, ο Ρόυ πιστεύει ότι υπάρχει μια ισχυρή αγορά για προϊόντα που κατασκευάζονται στην Αμερική.

Το 2023, σχεδόν τα μισά από τα αγαθά που αγοράστηκαν από Αμερικανούς ήταν «κατασκευασμένα στην Αμερική», σύμφωνα με το Υπουργείο Εμπορίου. Αυτός ο αριθμός συνοδεύεται από την προειδοποίηση ότι το «κατασκευασμένο στην Αμερική» ​​μερικές φορές σημαίνει «συναρμολογημένο στην Αμερική», με προϊόντα που περιέχουν εισαγόμενα εξαρτήματα.

Οι συνολικές ακαθάριστες εγχώριες αγορές στη χώρα έφτασαν τα 3,7 τρισεκατομμύρια δολάρια, με 1,9 τρισεκατομμύρια δολάρια από αυτό το ποσό να αποδίδονται στις βιομηχανίες των ΗΠΑ.

«Όταν το κρατάς εγχώριο και τα δολάριά σου εδώ [στην Αμερική], αποδίδει», λέει ο Ρόυ περήφανα, φορώντας ένα μπλουζάκι και καπέλο με το λογότυπο της εταιρείας του.

«Περάσαμε μια πανδημία και θα ξεπεράσουμε αυτούς τους δασμούς», είπε στην Epoch Times.

Αυτό δεν είναι απλώς μια τολμηρή δήλωση, είπε ο Ρόυ.

Αφού ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε μια σαρωτική σειρά δασμών στις 2 Απριλίου, ο Ρόυ ανέφερε ότι οι πωλήσεις μαχαιριών της Ντόσον [της εταιρείας του] αυξήθηκαν από 11.000 δολάρια σε 15.000 δολάρια την ημέρα.

Είπε ότι η εταιρεία αναμένει να διπλασιαστούν οι παραγγελίες από 4.000 σε 8.000 για το 2025. Παράγει 40 διαφορετικά μοντέλα μαχαιριών, συμπεριλαμβανομένων ποικιλιών κυνηγιού, επιβίωσης, μαγειρικής, και παλιού τύπου.

Ο Ρόυ είναι πεπεισμένος ότι πολλές αμερικανικές εταιρείες μπορούν να αντέξουν έναν παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο προμηθευόμενες υλικά στο εσωτερικό και μεγιστοποιώντας την αποδοτικότητα της παραγωγής.

«Για να έχουμε αυτή την αποτελεσματικότητα, πρέπει να επενδύσουμε πραγματικά σε υπολογιστές … στα πάντα για να μας βοηθήσουν να κάνουμε καλύτερα μοντέλα, καλύτερη κατασκευή και να μειώσουμε τα βήματα», είπε.

Η εταιρεία απασχολεί σήμερα 15 άτομα και λειτουργεί σε 1.000 τετραγωνικά μέτρα βιομηχανικού χώρου.

Ο Ρόυ είπε ότι πολλοί καταναλωτές προτιμούν προϊόντα που είναι «εντελώς αμερικανικής κατασκευής».

Ο Τζον Ρόυ, διευθυντής της Dawson Knives, παρουσιάζει ένα μέρος της περίπλοκης διαδικασίας κατασκευής μαχαιριών, στο Πρέσκοτ της Αριζ., στις 14 Απριλίου 2025. Allan Stein/The Epoch Times

 

Δεν προβλέπει προβλήματα στην προμήθεια υλικών, εφόσον η εγχώρια προμήθειά του παραμένει σταθερή σε ένα παγκόσμιο δασμολογικό περιβάλλον.

Οι κυβερνητικές πολιτικές που επηρεάζουν τους προμηθευτές του ήταν επίσης μια πρόκληση.

Ο Ρόυ είπε ότι ένας μακροχρόνιος παραγωγός και προμηθευτής χάλυβα στη Νέα Υόρκη έφυγε πρόσφατα λόγω περιορισμών στον άνθρακα — βασικό συστατικό στην παραγωγή χάλυβα.

Η Dawson Knives διατηρούσε εργασιακή σχέση με τον παραγωγό χάλυβα από τότε που ξεκίνησε η εταιρεία το 1973.

Ωστόσο, μια άλλη εταιρεία με έδρα τις ΗΠΑ έχει παρέμβει για να λιώσει τον απαραίτητο χάλυβα, είπε ο Ρόυ.

Παρά το δυνητικά υψηλότερο κόστος για ορισμένες πρώτες ύλες στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Ρόυ αναμένει ότι η χρήση εγχώριων προμηθευτών θα σημαίνει λιγότερους «πονοκεφάλους» που σχετίζονται με τη ναυτιλία και έλλειψη δασμών εισαγωγής.

Το θεωρεί αυτό ως ξεχωριστό πλεονέκτημα.

Με τα υλικά που έχει αυτή τη στιγμή σε απόθεμα, και απουσία απρόβλεπτων περιστάσεων, αναμένει να αντιμετωπίσει μια παγκόσμια εμπορική αναταραχή για τουλάχιστον ενάμιση χρόνο.

Ο Ρόυ στήριξε το χρονοδιάγραμμά του στο απόθεμα χάλυβα του προμηθευτή του για τον επόμενο ενάμιση χρόνο.

«Μετά από αυτό, θα έπρεπε να πληρώσουμε δασμούς στον χάλυβα, επειδή ένα συστατικό του χάλυβα που χρησιμοποιούμε μπορεί να βρεθεί μόνο στην Ελβετία», είπε.

«Οι δασμοί δεν θα μας επηρεάσουν αν δεν συνεχιστούν για μεγάλο χρονικό διάστημα».

Γλυκιά επιτυχία


Ο Τζέυ Λεβίν είναι ιδιοκτήτης της San Francisco Chocolate Factory, μιας εταιρείας με έδρα το Φοίνιξ με περισσότερα από 28 χρόνια εμπειρίας.

Η εταιρεία του απασχολεί επί του παρόντος τέσσερα μέλη προσωπικού πλήρους απασχόλησης, τα οποία παράγουν γκουρμέ σοκολάτες, φοντάν και λιχουδιές για ειδικές εκδηλώσεις και πελάτες.

Ο σοκολατοποιός προμηθεύεται τα συστατικά του από την εγχώρια αγορά, καθιστώντας την επιχείρησή του σε μεγάλο βαθμό απρόσβλητη από τους δασμούς.

«Ό,τι αγοράζω είναι τοπικό [ή προέρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες», είπε ο Λεβίν, που γεννήθηκε στο Μόντρεαλ, στην Epoch Times.

Ο Τζέυ Λεβίν, ιδιοκτήτης του San Francisco Choclate Factory, στέκεται πίσω από τον πάγκο της νέας του εγκατάστασης στο Φοίνιξ στις 10 Απριλίου 2025. Allan Stein/The Epoch Times

 

Αγοράζει τα μήλα του από την πολιτεία Ουάσιγκτον, φράουλες και ξηρούς καρπούς από άλλους εγχώριους προμηθευτές. Τα είδη που παράγονται στην Αμερική δεν υπόκεινται σε περιορισμούς εισαγωγής και είναι άμεσα διαθέσιμα.

Η μοναδική εξαίρεση είναι η υψηλής ποιότητας σοκολάτα Callebaut από το Βέλγιο, ένα συστατικό που υπόκειται πλέον σε εισαγωγικό δασμό 10%.

Καθώς ολοκληρώνει μια νέα εγκατάσταση στην οδό Van Buren στο Φοίνιξ, ο Λεβίν είπε ότι η επιχείρησή του συνέχισε να πηγαίνει καλά παρά την επιβολή νέων δασμών.

Εάν συνεχιστούν οι δασμοί, ο Λεβίν είπε ότι «θα στραφεί σε καλή [εγχώρια] σοκολάτα, η οποία μεγαλώνει τοπικά εδώ». Ωστόσο, ακόμη και αυτός ο τοπικός προμηθευτής προμηθεύεται τους κόκκους κακάο από την Ακτή Ελεφαντοστού.

Σύμφωνα με το Observatory of Economic Complexity, μια πλατφόρμα διεθνών εμπορικών δεδομένων, οι κύριες εισαγωγές της Ακτής Ελεφαντοστού στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Ιανουάριο περιελάμβαναν κόκκους κακάο αξίας 161 εκατομμυρίων δολαρίων και πάστα κακάο αξίας 41,7 εκατομμυρίων δολαρίων, ακολουθούμενες από καουτσούκ αξίας 19,1 εκατομμυρίων δολαρίων.

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ επέβαλε δασμούς 21 τοις εκατό σε προϊόντα από τη μικροσκοπική χώρα της Δυτικής Αφρικής, αν και τέθηκαν σε παύση για 90 ημέρες για να διευκολυνθούν οι διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, όλοι οι εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ εξακολουθούν να υπόκεινται σε βασικό δασμολόγιο 10%.

Ωστόσο, οι δασμοί δεν προκαλούν τις τρέχουσες υψηλές τιμές.

«Γνωρίζω ότι η σοκολάτα διπλασιάστηκε [σε τιμή] τον περασμένο χρόνο – και ο λόγος για αυτό ήταν απλώς ο πληθωρισμός των τιμών», είπε ο Λεβίν. «Ποτέ δεν έχω δει σοκολάτα τόσο ψηλά—ποτέ».

Ο Λεβίν εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι η εταιρεία του μπορεί να αντέξει τους τρέχοντες δασμούς, λόγω της σταθερής ζήτησης για σοκολάτα στην Αμερική.

«Είναι μια απόλαυση», είπε. «Οι άνθρωποι θα πληρώσουν επιπλέον για αυτό».

Παρ’ όλα αυτά, «δεν θα αγοράζουν τόση σοκολάτα» υπό τους δασμούς, προέβλεψε. «Η τιμή είναι ένας παράγοντας».

Μια υπάλληλος τυλίγει γλυκά στο Εργοστάσιο Σοκολάτας Σαν Φρανσίσκο στο Φοίνιξ στις 10 Απριλίου 2025. Η εταιρεία απασχολεί επί του παρόντος τέσσερα μέλη προσωπικού πλήρους απασχόλησης που παράγουν γκουρμέ σοκολάτες, φοντάν και λιχουδιές για ειδικές εκδηλώσεις και πελάτες. Allan Stein/The Epoch Times

 

Βαδίζοντας με αυτοπεποίθηση

Το Don’t Tread On Me ιδρύθηκε το 2004 και τα πουκάμισα και τα φούτερ αμερικανικής κατασκευής αποτελούν τη βάση της σειράς προϊόντων ένδυσης.

Εξαίρεση αποτελούν τα καπέλα της εταιρείας, τα οποία διαθέτουν αμερικανικά μοτίβα με το χαρακτηριστικό έμβλημα του κροταλία της εταιρείας.
«Αυτή τη στιγμή, όλα τα καπέλα και τα σκουφιά [παράγονται] στο εξωτερικό, αλλά έχω ψάξει για εγχώριες επιλογές», δήλωσε ο πρόεδρος της εταιρείας Τάιλερ Γουίντς στην Epoch Times.

«Δεν υπάρχουν πολλοί κατασκευαστές καπέλων στις ΗΠΑ, επομένως δυσκολεύει η προμήθεια».

Ο Γουίντς είπε ότι ακόμη και πριν από τις πρόσφατες αλλαγές δασμών, η εταιρεία σκέφτηκε να μεταφέρει την παραγωγή καπέλων της στις Ηνωμένες Πολιτείες.

«Αυτές οι νέες πολιτικές απλώς ενίσχυσαν τη δέσμευσή μας και επιτάχυναν αυτό το χρονοδιάγραμμα», είπε ο Γουίντς.

Η προμήθεια των καπέλων του από έναν εγχώριο κατασκευαστή ήταν πρόκληση, ωστόσο ο Γουίντς εξακολουθεί να ελπίζει ότι οι δασμοί θα οδηγήσουν σε αυξημένες επενδύσεις στην αμερικανική παραγωγή κλωστοϋφαντουργίας και ένδυσης.

Αυτή η εξέλιξη θα διευκόλυνε τις εταιρείες σαν τη δική του να κατασκευάζουν τα προϊόντα τους πλήρως εντός των Ηνωμένων Πολιτειών, είπε.

Με την κλιμάκωση των δασμών, οι ΗΠΑ και η Κίνα εισέρχονται σε μια νέα εποχή
«Ενθαρρυντικά, αρχίσαμε να βλέπουμε ορισμένους κατασκευαστές ρούχων από τις ΗΠΑ να επιστρέφουν στο βαμβάκι που παράγεται στην Αμερική, κάτι που είναι ένα καθησυχαστικό σημάδι για το τι πρόκειται να ακολουθήσει», είπε ο Γουίντς.

«Στον πυρήνα μας, πάντα πιστεύαμε στην προσφορά υψηλής ποιότητας, άνετων ενδυμάτων, ενώ παράλληλα επανεπενδύουμε ξανά σε αμερικανικές επιχειρήσεις. Κάθε ένδυμα που παράγουμε βοηθά στη διατήρηση των θέσεων εργασίας και της δεξιοτεχνίας εδώ στην χώρα μας.»

Η μακροχρόνια δέσμευση της εταιρείας στην αμερικανική παραγωγή αποδίδει τώρα, είπε. «Το γεγονός ότι μπορούμε να συνεχίσουμε να κάνουμε αυτό που κάναμε πάντα —και τώρα να παρακάμπτουμε την αύξηση των δασμών—είναι ένα ευπρόσδεκτο μπόνους».

Ο Γουίντς είπε ότι εάν το κόστος κατασκευής αυξηθεί απροσδόκητα λόγω των πρόσφατων αλλαγών, η εταιρεία δεν θα μετακυλίσει αυτά τα υψηλότερα κόστη στους πελάτες της.

«Πιστεύουμε ότι ο ευρύτερος στόχος της αναζωογόνησης της αμερικανικής μεταποίησης ευθυγραμμίζεται στενά με την αποστολή μας και δεσμευόμαστε να είμαστε μέρος αυτής της θετικής αλλαγής», είπε.

Άνθρωποι ψωνίζουν σε ένα κατάστημα λιανικής στη Νέα Υόρκη στις 21 Μαρτίου 2025. Samira Bouaou/The Epoch Times

 

Ο αντίκτυπος της παγκοσμιοποίησης

Ωστόσο, η μεταποίηση στις Ηνωμένες Πολιτείες μειώνεται εδώ και πολλά χρόνια, όπως αναφέρει το Ίδρυμα Τεχνολογίας Πληροφορικής και Καινοτομίας, ένα μη κομματικό ινστιτούτο έρευνας και εκπαίδευσης.

«Κάποτε ήταν παγκόσμιος ηγέτης στον τομέα της μεταποίησης, οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκατέλειψαν αυτόν τον τίτλο το 2010, παράγοντας τώρα 2,4 τρισεκατομμύρια δολάρια λιγότερα από την Κίνα στη μεταποίηση», σημειώνει ο οργανισμός στον ιστότοπό του.

Το Γραφείο Στατιστικών Εργασίας σημείωσε ότι αφού ήταν επικεφαλής την αύξηση της απασχόλησης για δεκαετίες, ο μεταποιητικός τομέας έχασε θέσεις εργασίας τα τελευταία 40 χρόνια καθώς η οικονομία των ΗΠΑ έχει μεταβεί σε βιομηχανίες που βασίζονται στις υπηρεσίες.

Τον Ιούνιο του 1979, το γραφείο ανέφερε ότι η απασχόληση στη μεταποίηση είχε φτάσει στο ιστορικό υψηλό των 19,6 εκατομμυρίων.

Μέχρι τον Ιούνιο του 2019, ο αριθμός αυτός είχε μειωθεί σε 12,8 εκατομμύρια, μείωση 35 τοις εκατό.

Καταφύγιο από τη δασμολογική καταιγίδα

Τον Νοέμβριο του 2023, η εταιρεία μεταφορικής αλυσίδας SKU Distribution στο Τσάντλερ, Αριζόνα, έλαβε καθεστώς ομοσπονδιακής ζώνης εξωτερικούς εμπορίου (FTZ), την πρώτη στην πολιτεία.

Ο ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος Τζέιμς Πήκοκ είπε ότι οι εταιρείες βρίσκονται επί του παρόντος σε «πανικό» σχετικά με ζητήματα ροών μετρητών που προκύπτουν από τους νέους δασμούς στις ΗΠΑ.

«Προβλέπουν ποιο θα είναι αυτό το κόστος, αλλά όταν έχουν διπλό, τριπλάσιο, ίσως και τετραπλάσιο, ανάλογα με το πού βρίσκεται — [αυτό είναι] ένα στοιχείο για το οποίο δεν είχαν ετοιμαστεί», είπε ο Πήκοκ.

Οι ζώνες εξωτερικού εμπορίου είναι ασφαλείς περιοχές που εποπτεύονται από τα Τελωνεία και Προστασία Συνόρων (CBP). Μοιάζουν με μια οικονομική «γη για κανέναν άνθρωπο», όπου οι εισαγωγικοί δασμοί αναβάλλονται έως ότου ο κατασκευαστής ή ο διανομέας είναι έτοιμος να μεταφέρει το προϊόν.

Ο Τζέιμς Πήκοκ. Allan Stein/The Epoch Times

Τυπικά τοποθετημένες κοντά σε πύλες εισόδου, οι ζώνες εξωτερικού εμπορίου θεωρούνται ωστόσο ότι βρίσκονται εκτός της επικράτειας της CBP. Λειτουργούν ως το αντίστοιχο των διεθνώς αναγνωρισμένων ζωνών ελεύθερου εμπορίου των ΗΠΑ.

Εκ του σχεδιασμού, οι ζώνες εξωτερικού εμπορίου επιτρέπουν στις εταιρείες να αναβάλουν τις πληρωμές των δασμών, απελευθερώνοντας τους προϋπολογισμούς ενώ τα προϊόντα τους παραμένουν εντός της ζώνης, είπε ο Πήκοκ.

Μια ζώνη εξωτερικού εμπορίου επιτρέπει στις εταιρείες να «πάρουν μια βαθιά ανάσα», είπε.

«Τους δίνει την ευκαιρία να ξεπεράσουν την καταιγίδα από την άποψη των ροών μετρητών μέχρι να καταλάβουν πώς να μετακυλίσουν αυτούς τους δασμούς», είπε ο Πήκοκ.

«Μπορείτε να αποθηκεύσετε αυτά τα αγαθά, να μην πληρώσετε τους δασμούς και τους φόρους για όλα αυτά τα εμπορεύματα που ξέρετε ότι θα μείνουν εκεί για μήνες».

Ο Πήκοκ είπε ότι το ενδιαφέρον για την εταιρεία του έχει αυξηθεί από τότε που τέθηκαν σε ισχύ υψηλότεροι δασμοί στις αρχές Απριλίου.

«Οι εταιρείες σχεδιάζουν στρατηγικά», είπε. «Η ζώνη εξωτερικού εμπορίου έχει απολύτως νόημα για αυτούς, ανεξάρτητα από το μέγεθός τους».

Ποιος θέλει δουλειά;

Εκτός από τους δασμούς, ο Ρόυ είπε ότι ένα ακόμη μεγαλύτερο ζήτημα είναι η εύρεση ειδικευμένων εργαζομένων σε έναν ολοένα και πιο περίπλοκο και τεχνολογικό βιομηχανικό τομέα.

Η δημιουργία ενός μαχαιριού Dawson δεν είναι απλή δουλειά.

Ο Τζον Ρόυ κρατά ένα ιαπωνικό κατάνα στο Πρέσκοτ, Aριζ., στις 14 Απριλίου 2025. Allan Stein/The Epoch Times

 

Πρώτον, περιλαμβάνει την προμήθεια υλικών υψηλής ποιότητας που κατασκευάζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στη συνέχεια, υπάρχει η περίπλοκη διαδικασία κατεργασίας και λείανσης του χάλυβα με ακριβείς προδιαγραφές και ανοχές.

Ο απώτερος στόχος είναι να παραχθεί ένα μαχαίρι που θα διαρκέσει για γενιές, είπε ο Ρόυ.

Το σχέδιό του για το 2025 είναι να συνεχίσει να προμηθεύεται υλικά στο εσωτερικό, ενώ θα αγοράζει και θα αποθηκεύει όσο το δυνατόν περισσότερο χάλυβα για να καλύψει την αυξανόμενη ζήτηση για τα προϊόντα του.

«Η χαλυβουργική μας εταιρεία είναι πολύ δίκαιη, κάτι που εκτιμώ», είπε ο Ρόυ. «Δίνουν σε κάθε εταιρεία μια ευκαιρία και δεν αφήνουν έναν μεγάλο να αγοράσει τα πάντα. Στόχος μας είναι να κρατάμε τις παραγγελίες μας, να παραγγείλουμε επιπλέον και να το αποθηκεύσουμε εδώ. Επειδή είναι εξ ολοκλήρου αμερικανικός χάλυβας — μέχρι να τελειώσει», είπε ο Ρόυ.

Η ερευνητική δημοσιογραφία της Ελίζαμπεθ Κόκρεϊν

Η Ελίζαμπεθ Κόκρεϊν, ευρέως γνωστή με το ψευδώνυμο Νέλλι Μπλάυ, γεννήθηκε το 1864 στο Κόκρεϊν Μιλς της Πενσυλβάνια. Η καριέρα της ξεκίνησε όταν έστειλε ένα θυμωμένο γράμμα ως απάντηση σε άρθρο της τοπικής εφημερίδας Pittsburgh Dispatch. Το άρθρο ονομαζόταν «What Girls Are Good For» (Σε τι είναι καλά τα κορίτσια) και σύμφωνα με αυτό, όχι για πολλά . Η απάντηση της Κόκρεϊν και ο τρόπος έκφρασής της, τράβηξαν αμέσως την προσοχή του εκδότη της εφημερίδας με αποτέλεσμα να της προσφέρει δουλειά.

Η Κόκρεϊν χαρακτηριζόταν από παρατηρητικότητα και ευσυνειδησία. Τα πρώτα της άρθρα σχετίζονταν με τις συνθήκες των εργαζομένων γυναικών και με την ζωή στις φτωχογειτονιές. Το 1886-87 ταξίδεψε για αρκετούς μήνες στο Μεξικό, στέλνοντας αναφορές για τη διαφθορά των αξιωματούχων του Μεξικού, εξετάζοντας και συγκρίνοντας τη ζωή των φτωχών σε διαφορετικές περιοχές. Τα άρθρα της εξόργισαν τους Μεξικανούς αξιωματούχους και προκάλεσαν την απέλασή της από τη χώρα.

Photograph of Nellie Bly in 1890 from the Museum of the City of New York. (Public domain)
Φωτογραφία της Ελίζαμπεθ Κόκρεϊν (Νέλλι Μπλάυ) το 1890, από το Μουσείο της Πόλης της Νέας Υόρκης. (Public domain)

 

Το 1887 η Κόκρεϊν έφυγε από την εφημερίδα Pittsburgh Dispatch και έπιασε δουλειά στη New York World του Τζόζεφ Πούλιτζερ, στη Νέα Υόρκη.

Η Κόκρεϊν έδειξε ενδιαφέρον για την αντιμετώπιση των ψυχικά ασθενών στα άσυλα και αποφάσισε να διεξάγει μία εμπειρική έρευνα, όπου η ίδια θα παρίστανε την ψυχικά ασθενή για δέκα ημέρες. Η έρευνα έλαβε χώρα στο άσυλο του νησιού Blackwell (τώρα ονομάζεται Roosevelt) που βρίσκεται κοντά στη Νέα Υόρκη. Τα αποτελέσματα της έρευνάς της, η οποία και εκδόθηκε, ήταν τόσο σοκαριστικά που παρακίνησαν περαιτέρω έρευνες, οι οποίες οδήγησαν στην εφαρμογή αλλαγών.

Ακόμη, η Κόκρεϊν διεξήγαγε έρευνες για τη μεταχείριση και την ποιότητα ζωής στις φυλακές και σε εργοστάσια (sweatshop), αποκάλυψε μία μαύρη αγορά που γινόταν αγοραπωλησία βρεφών και, τέλος, ερεύνησε τη νομοθετική εξουσία για διαφθορά, φέρνοντας στο φως δωροδοκίες και δωροληψίες στο σύστημα των λομπιστών.

ZoomInImage
Σκίτσο που δείχνει την Κόκρεϊν να εξασκείται σε συμπτώματα παραφροσύνης, από το βιβλίο της «Δέκα ημέρες σε ένα τρελοκομείο» του 1887. (Public domain)

 

Ο γύρος του κόσμου σε 72 ημέρες

Επηρεασμένη από το βιβλίο του Ιουλίου Βερν «Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες», αποφάσισε να προσπαθήσει να σπάσει αυτό το ρεκόρ. Ξεκίνησε το ταξίδι της, στις 14 Νοεμβρίου 1889, με την υποστήριξη της εφημερίδας στην οποία εργαζόταν.

Η New York World δημοσίευε καθημερινά άρθρα για την πορεία της και θέσπισε έναν διαγωνισμό με έπαθλο ένα δωρεάν ταξίδι στην Ευρώπη. Όποιος έπεφτε πιο κοντά στον χρόνο που η Κόκρεϊν θα ολοκλήρωνε τον γύρο του κόσμου, θα ήταν ο νικητής. Υπήρξαν σχεδόν ένα εκατομμύριο συμμετοχές στον διαγωνισμό.

Η Κόκρεϊν ταξίδεψε με πλοία, με τρένα, με άλογα και με γαϊδούρια. Στο τελευταίο μέρος του ταξιδιού της, η New York World την μετέφερε από το Σαν Φρανσίσκο στη Νέα Υόρκη με ειδικό τρένο. Στη επιστροφή της, την υποδέχτηκαν με μπάντες χάλκινων πνευστών και με πυροτεχνήματα. Ο χρόνος που έκανε ήταν 72 ημέρες, 6 ώρες, 11 λεπτά και 14 δευτερόλεπτα.

A publicity photograph taken by the New York World newspaper to promote Bly's around-the-world voyage. (Public Domain)
Η διαφημιστική φωτογραφία που τραβήχτηκε από την εφημερίδα New York World για την προώθηση του παγκόσμιου ταξιδιού της Κόκρεϊν. (Public Domain)

 

Μετά το μεγάλο ταξίδι

Σε ηλικία των 30 ετών, η Κόκρεϊν παντρεύτηκε τον εκατομμυριούχο Ρόμπερτ Σίμεν και αποσύρθηκε από τη δημοσιογραφία. Ο σύζυγος της πέθανε το 1903, αφήνοντάς της τον έλεγχο της των τεράστιων εταιρειών Iron Clad Manufacturing Company και American Steel Barrel Company.

Στις επιχειρήσεις, το ερευνητικό και ανεξάρτητο πνεύμα της άνθισε. Η Κόκρεϊν κατοχύρωσε με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας αρκετές εφευρέσεις που σχετίζονται με την παραγωγή πετρελαίου, πολλές από τις οποίες εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα. Έδωσε επίσης προτεραιότητα στην ευημερία των εργαζομένων, παρέχοντας υγειονομική περίθαλψη και εγκαταστάσεις αναψυχής. Ωστόσο, δεν διαχειρίστηκε καλά τα οικονομικά της και έπεσε θύμα απάτης υπαλλήλων της, γεγονός που οδήγησε την εταιρεία να κηρύξει πτώχευση.

Στα τελευταία της χρόνια, η Κόκρεϊν επέστρεψε στη δημοσιογραφία, γράφοντας για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο από την Ευρώπη και συνεχίζοντας να ρίχνει φως σε σημαντικά ζητήματα που επηρέαζαν τις γυναίκες.

Η Κόκρεϊν έφερε ένα νέο είδος δημοσιογραφίας, την ερευνητική. Χρησιμοποιούσε τη φαντασία σε συνεργασία με τη λογική της και ύστερα, αφού ανέπτυσσε μία θεωρία, την εξέταζε εμπειρικά. Βασική της κινητήρια δύναμη, το πνεύμα της αμφισβήτησης και της αναζήτησης της αλήθειας.

Πηγές

  1. Michael MacDonough, 8 of Nellie Bly’s Most Sensational Stories, Britannica
  2. Nellie Bly American journalist, Britannica, 2025
  3. Arlisha R. Norwood, Updated by: Mariana Brandman, Nellie Bly, National Women’s History Museum, (1864-1922), 2022

Συνάντηση Βανς με αξιωματούχους του Βατικανού: Θέμα συζήτησης η θρησκευτική ελευθερία και η μετανάστευση

Ο Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζ. Ντι. Βανς, συνέχισε την πασχαλινή του περιοδεία στην Ιταλική Χερσόνησο με ιδιαίτερα σημαντικές συναντήσεις στο Βατικανό το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, 19 Απριλίου. Ο κ. Βανς είχε συνομιλίες με τον Καρδινάλιο Πιέτρο Παρολίν, Γραμματέα του Βατικανού, καθώς και με τον Αρχιεπίσκοπο Πολ Γκάλαχερ, επικεφαλής των διεθνών σχέσεων της Αγίας Έδρας, περίπου στις 10 το πρωί τοπική ώρα.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της Αγίας Έδρας, το κλίμα των συνομιλιών ήταν θερμό, με τις δύο πλευρές να δηλώνουν ικανοποιημένες για τις άριστες διμερείς σχέσεις ανάμεσα στο Βατικανό και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εξέφρασαν εκ νέου τη σταθερή κοινή τους δέσμευση στην προστασία της ελευθερίας της πίστης και της συνείδησης. Επίσης, αντάλλαξαν απόψεις για διεθνείς εξελίξεις και επικεντρώθηκαν σε «δύσκολες ανθρωπιστικές καταστάσεις», με ιδιαίτερη αναφορά σε περιοχές που πλήττονται από πολέμους και πολιτικές εντάσεις, αλλά και σε ζητήματα μεταναστών, προσφύγων και κρατουμένων.

Αν και ο Πάπας Φραγκίσκος έχει ασκήσει επίσημα κριτική στην αμερικανική πολιτική κατά της παράτυπης μετανάστευσης υπό την κυβέρνηση Τραμπ, οι αξιωματούχοι του Βατικανού αναγνώρισαν τη σημαντική προσφορά των ΗΠΑ στους πλέον ευάλωτους πληθυσμούς. Και από τις δύο πλευρές εκφράστηκε η ελπίδα για «ειρηνική και δημιουργική συνεργασία» μεταξύ Βατικανού, καθολικής εκκλησίας και Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Ποντίφικας, προς το παρόν, δεν έχει προβεί σε δημόσιο σχόλιο για την παρουσία του Αμερικανού αντιπροέδρου, καθώς επικεντρώνει τις δηλώσεις του στα γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδας. Ο κ. Βανς δεν είχε συνάντηση με τον Πάπα, ενώ οι υπεύθυνοι του Βατικανού δεν έχουν ακόμη επιβεβαιώσει τη συμμετοχή του Ποντίφικα στις λειτουργίες του Πάσχα, λόγω της αποθεραπείας του από σοβαρή λοίμωξη του αναπνευστικού νωρίτερα μέσα στη χρονιά.

Εκπρόσωπος του Αντιπροέδρου ανέφερε ότι η συνάντηση διήρκεσε λίγο περισσότερο από μία ώρα, μετά την οποία οι αξιωματούχοι του Βατικανού συνόδευσαν τη σύζυγο και τα παιδιά του κ. Βανς σε επίσκεψη στη Σιξτίνα Παρεκκλήσιο. Η αμερικανική δημοσιογραφική αποστολή αρχικά δεν επετράπη να παρευρεθεί στη συνάντηση και έμεινε εκτός του κράτους του Βατικανού, μεταφέρθηκε όμως αργότερα σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο στην Πλατεία του Αγίου Πέτρου, όπου ξαναβρέθηκε με τη δεύτερη οικογένεια κατά την αποχώρησή τους λίγο μετά το μεσημέρι.

Ο κ. Βανς, ο οποίος έχει ασπαστεί τον καθολικισμό, επισκέφθηκε το Βατικανό και την προηγούμενη ημέρα, Μεγάλη Παρασκευή, συμμετέχοντας μαζί με τη σύζυγο και τα τρία παιδιά τους στους εορτασμούς του Πάθους του Κυρίου στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου, αμέσως μετά τη διμερή συνάντηση με την Ιταλίδα Πρωθυπουργό, Τζόρτζια Μελόνι. Η παρουσία του Αμερικανού αντιπροέδρου στην καρδιά του καθολικού κόσμου συμπίπτει με τη δήλωση στήριξης της Μεγάλης Εβδομάδας εκ μέρους της κυβέρνησης Τραμπ, ενώ η κ. Μελόνι εξέφρασε την ικανοποίησή της που η δεύτερη οικογένεια επέλεξε να περάσει το Πάσχα της στη Ρώμη.

Η Τούλσι Γκάμπαρντ αποχαρακτηρίζει τη στρατηγική του Μπάιντεν για την «εγχώρια τρομοκρατία»

Η διευθύντρια της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ, Τούλσι Γκάμπαρντ, εκπλήρωσε στις 16 Απριλίου την υπόσχεσή της να αποχαρακτηρίσει πληροφορίες που σχετίζονται με την εσωτερική αντιτρομοκρατική στρατηγική του προέδρου Τζο Μπάιντεν.

Με το όνομα «Σχέδιο Στρατηγικής Εφαρμογής» (SIP), το 15σέλιδο έγγραφο περιγράφει λεπτομερώς τα ευρήματα και το σχέδιο δράσης της κυβέρνησης Μπάιντεν για την αντιμετώπιση της υποτιθέμενης αύξησης της εγχώριας τρομοκρατίας.

Η Γκάμπαρντ δημοσίευσε τα έγγραφα ως απάντηση σε προτροπή συντηρητικών ομάδων όπως η America First Legal, οι οποίες εξέφρασαν ανησυχίες για τη φερόμενη «λογοκρισία μη επιθυμητών εκφράσεων στο διαδίκτυο από την κυβέρνηση Μπάιντεν, χαρακτηρίζοντας τέτοιες ομιλίες ‘παραπληροφόρηση’, ‘ρητορική μίσους’, ‘εγχώρια τρομοκρατία’».

Μετά την παραβίαση του Καπιτωλίου στις 6 Ιανουαρίου, μετά την οποία η κυβέρνηση Μπάιντεν ισχυρίστηκε ότι η εγχώρια τρομοκρατία ήταν η μεγαλύτερη τρομοκρατική απειλή που αντιμετώπισαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, το SIP αντιπροσωπεύει την αντιτρομοκρατική στρατηγική σε όλη την κυβέρνηση.

Σχέδιο τεσσάρων πυλώνων

Το σχέδιο στα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα βασίζεται σε τέσσερις πυλώνες: «Κατανόηση και κοινή χρήση πληροφοριών που σχετίζονται με την εγχώρια τρομοκρατία», «Αποτροπή στρατολόγησης και κινητοποίησης εγχώριας τρομοκρατίας για βία», «Διακοπή και αποτροπή της εγχώριας τρομοκρατικής δραστηριότητας» και «Αντιμετώπιση μακροπρόθεσμων συντελεστών εγχώριας τρομοκρατίας».

Οι γενικοί στόχοι που έθεσε το σχέδιο περιελάμβαναν τον εντοπισμό και την παρέμβαση σε «δυνητικά επικίνδυνα άτομα», «την ενίσχυση των κανόνων μη βίαιης πολιτικής έκφρασης και την απόρριψη του ρατσισμού και του φανατισμού» και την αύξηση της «πίστης των Αμερικανών στη δημοκρατία και την κυβέρνηση».

Το σχέδιο απαιτούσε αφοσιωμένη έρευνα και ανάλυση της εγχώριας τρομοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων τυχόν πιθανών δεσμών με διεθνείς οργανισμούς ή κυβερνήσεις. Για τον ίδιο σκοπό, ζήτησε αυξημένη ανταλλαγή πληροφοριών εντός των ομοσπονδιακών αρχών επιβολής του νόμου σχετικά με την εγχώρια τρομοκρατία.

Επιπλέον, αυτός ο πυλώνας πρότεινε στην κυβέρνηση να «διερευνήσει» τρόπους εντοπισμού της εγχώριας τρομοκρατίας μέσω οικονομικής δραστηριότητας, μεταξύ άλλων μέσω μεγάλης εμπλοκής με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και ελέγχου των οικονομικών αρχείων των πολιτών.

Κάλεσε επίσης την κυβέρνηση «να ενισχύσει την κατανόησή της για το πώς οι ξένες κρατικές και μη κρατικές επιχειρήσεις πληροφόρησης, ιδιαίτερα η παραπληροφόρηση, σχετίζονται με την εγχώρια τρομοκρατική απειλή».

Αυτός είναι ουσιαστικά ο τρόπος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για πει: ανάλυση του αντίκτυπου ξένων παραγόντων στο διαδίκτυο. Η κυβέρνηση Μπάιντεν και οι Δημοκρατικοί ισχυρίστηκαν επανειλημμένα ότι ρωσικά «τρολ» ήταν υπεύθυνα για τη διάδοση παραπληροφόρησης στο Διαδίκτυο.

Σχετικά, το SIP αποκαλύπτει ένα σχέδιο για την «εφαρμογή προγραμματισμού ψηφιακού γραμματισμού βασισμένου σε στοιχεία για την καταπολέμηση της διαδικτυακής παραπληροφόρησης, της στρατολόγησης, και των αφηγήσεων ΕΤ».

Το σχέδιο καλεί επίσης το FBI και το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας, μεταξύ άλλων, «να μοιραστούν με τις σχετικές εταιρείες τεχνολογίας και άλλες ιδιωτικές εταιρείες, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και σε συνεπή βάση, σχετικές πληροφορίες σχετικά με το διακρατικό διαδικτυακό περιεχόμενο που σχετίζεται με την [εγχώρια τρομοκρατία]».

Ζήτησε προστατευτικά κιγκλιδώματα σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών με εταιρείες τεχνολογίας, συνυπολογίζοντας την «νομική, την ιδιωτική ζωή, τα πολιτικά δικαιώματα και τις πολιτικές ελευθερίες».

Πολλοί συντηρητικοί επικρίνουν εδώ και καιρό την υποτιθέμενη συμπαιγνία μεταξύ ομοσπονδιακών υπηρεσιών και τεχνολογικών πλατφορμών, με πολλούς να λένε ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν προσπάθησε να λογοκρίνει και να εκτοπίσει τις συντηρητικές απόψεις κατά παράβαση της Πρώτης Τροποποίησης.

Κοινωνικές προτάσεις

Ο τελευταίος πυλώνας του σχεδίου, που καλεί για «αντιμετώπιση μακροπρόθεσμων συντελεστών της εγχώριας τρομοκρατίας», είναι φορτωμένος με δυνητικά αμφιλεγόμενες κοινωνικές προτάσεις.

Αυτή η ενότητα προσδιορίζει τα «όπλα-φαντάσματα» —μη καταχωρημένα όπλα χωρίς σειριακό αριθμό, που δημιουργούνται συχνά μέσω 3D εκτυπωτή— ως έναν τέτοιο συντελεστή, και καλεί για «περιορισμό του πολλαπλασιασμού» τέτοιων όπλων, «ενθάρρυνση της υιοθέτησης εντολών προστασίας από ακραίο κίνδυνο και άλλες εκτελεστικές και νομοθετικές ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης των επιθετικών όπλων και των μεγάλων γεμιστήρων».

Ζήτησε επίσης «προώθηση της ένταξης» ως μέρος της απάντησης στην πανδημία του COVID-19 για «μετριασμό της ξενοφοβίας και της μεροληψίας».

Αυτό θα ήταν προκειμένου να «αντιμετωπιστούν τα εμπόδια αναφοράς εγκλημάτων μίσους που αντιμετωπίζουν οι μειονεκτούσες κοινότητες, προωθώντας την εκπαίδευση των αρχών επιβολής του νόμου και τους πόρους για την πρόληψη και την αντιμετώπιση εγκλημάτων που έχουν κίνητρα μεροληψίας», σύμφωνα με το SIP.

Επιπλέον, το σχέδιο ενθάρρυνε τη «διδασκαλία και εκμάθηση της αγωγής του πολίτη που παρέχει στους μαθητές την ικανότητα να συμμετέχουν πλήρως στη ζωή του πολίτη» και προωθεί την «εκπαίδευση του γραμματισμού τόσο για παιδιά όσο και για ενήλικες μαθητές και τις υπάρχουσες αποδεδειγμένες παρεμβάσεις για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας στην παραπληροφόρηση».

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ αλλάζει την ιστοσελίδα της, δηλώνοντας ότι ο COVID-19 ξεκίνησε από κινεζικό εργαστήριο

Η κυβέρνηση Τραμπ άλλαξε χθες, Μ. Παρασκευή, την ιστοσελίδα του Λευκού Οίκου, στην οποία τώρα δηλώνεται ρητά η κυβερνητική θέση για την προέλευση του COVID-19 και επιρρίπτονται ευθύνες σε σειρά οντοτήτων και ατόμων για τις αντιδράσεις τους κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Την ίδια μέρα, η Άννα Κέλλυ, εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου,  επιβεβαίωσε την αλλαγή στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης X δημοσιεύοντας έναν σύνδεσμο προς τη σελίδα covid.gov, η οποία, επί κυβέρνησης Μπάιντεν, περιελάμβανε πληροφορίες για τον τρόπο παραγγελίας εξετάσεων COVID-19, εμβολίων και θεραπείας, καθώς και πληροφορίες για τον χρόνιο COVID, τα συμπτώματα και άλλες λεπτομέρειες. Τώρα, στη σελίδα αναγράφεται με μεγάλα γράμματα η φράση «Διαρροή Εργαστηρίου» στη μέση της οποίας υπάρχει μία ολόσωμη εικόνα του Αμερικανού προέδρου. Χαμηλότερα στη σελίδα διαβάζουμε τη φράση: «Η πραγματική προέλευση του COVID-19».

Αναφέρεται επίσης το όνομα του Δρος Άντονυ Φαούτσι, πρώην συμβούλου του Λευκού Οίκου για τον ιό COVID-19, ο οποίος αποχώρησε από την κυβέρνηση το 2022, ως υπεύθυνου για την προώθηση της μελέτης που είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό Nature με τίτλο «The Proximal Origin of SARS-CoV-2», η οποία απαξίωνε τη θεωρία της διαρροής του ιού από το κινεζικό εργαστήριο.

Στη συνέχεια, παρατίθενται σημεία του ιστορικού της πανδημίας όπως το ότι «στη Γούχαν βρίσκεται το σημαντικότερο ερευνητικό εργαστήριο SARS (σοβαρό οξύ αναπνευστικό σύνδρομο) της Κίνας, το οποίο έχει ιστορικό διεξαγωγής ερευνών GoF (έρευνες με τροποποιημένα γονίδια και υπερφόρτωση οργανισμών), με ανεπαρκή επίπεδα βιοασφάλειας».

Επίσης, το ότι οι ερευνητές του εργαστηρίου της Γούχαν ήταν άρρωστοι με συμπτώματα που έμοιαζαν με αυτά του COVID-19 στα τέλη του 2019 ή και μήνες πριν την επίσημη εμφάνιση του COVID-19 σε μια κοντινή υπαίθρια αγορά της Γούχαν. Το εργαστήριο είχε επίσης ιστορικό μη ασφαλών πρακτικών και εκτέλεσης αμφιλεγόμενων ερευνών, σύμφωνα με την ιστοσελίδα.

«Σύμφωνα με όλα σχεδόν τα μέτρα της επιστήμης, αν υπήρχαν ενδείξεις φυσικής προέλευσης, θα είχαν ήδη αναδυθεί. Αλλά κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί», λέει η διοίκηση για το COVID-19.

Η κυβέρνηση Τραμπ κατηγορεί ακόμη τη ΜΚΟ EcoHealth Alliance ότι χρησιμοποιούσε τις κρατικές επιχορηγήσεις για να συμμετάσχει σε έρευνες gain-of-function (GoFR) στο εργαστήριο της Γούχαν, κατά τις οποίες οι ερευνητές τροποποιούν γενετικά έναν οργανισμό για να ενισχύσουν τις βιολογικές του λειτουργίες. Το υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών απαγόρευσε αργότερα τη χρηματοδότηση της EcoHealth.

Πολλοί από τους ισχυρισμούς που ο Λευκός Οίκος κοινοποίησε τη Μ. Παρασκευή στην ιστοσελίδα είχαν ήδη δημοσιοποιηθεί από τους Ρεπουμπλικανούς στη Βουλή των Αντιπροσώπων στα τέλη του 2024. Η αναφορά τους κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ο ιός προήλθε από ένα εργαστήριο της Γούχαν και κατηγορούσε την EcoHealth για τη διεξαγωγή έρευνας GoF.  Σύνδεσμος για την εν λόγω αναφορά περιλαμβάνεται στη νέα σελίδα του Λευκού Οίκου.

Η Epoch Times επικοινώνησε χθες τόσο με την EcoHealth όσο και με τον Φάουτσι, ο οποίος δεν έχει εκδώσει δήλωση, για σχόλια.

H EcoHealth έχει ήδη αρνηθεί ότι συμμετείχε με τη χρηματοδότηση που λάμβανε σε έρευνες GoF στη Γούχαν και έχει δηλώσει ότι πιστεύει ότι ο COVID-19 έχει φυσική προέλευση και όχι εργαστηριακή.

«Η έρευνα για τον κορονοϊό της νυχτερίδας που διεξήχθη από την EcoHealth Alliance και το Ινστιτούτο Ιολογίας της Wuhan δεν θα μπορούσε να έχει εκκινήσει την πανδημία», ανέφερε η εταιρεία σε δήλωση του Ιουνίου 2024. Αργότερα, επέκρινε την αναφορά των Ρεπουμπλικανών στη Βουλής των Αντιπροσώπων σχετικά με την προέλευση του COVID-19, χαρακτηρίζοντας τους ισχυρισμούς τους ως πολιτικά υποκινούμενους.

Τον Ιούνιο του 2024, ο Φάουτσι δήλωσε σε επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι ποτέ δεν κατέστειλε τη θεωρία ότι ο ιός προέκυψε από το κινεζικό εργαστήριο ούτε επηρέασε την έρευνα σχετικά με την προέλευσή του.

«Ήμουν πάρα πολύ ξεκάθαρος, και το είπα πολλές φορές, ότι δεν νομίζω ότι η ιδέα μιας εργαστηριακής [διαρροής] είναι εγγενώς μια θεωρία συνωμοσίας», είπε στο πάνελ. «Αυτό που είναι συνωμοσία είναι το είδος των διαστρεβλώσεων του συγκεκριμένου θέματος, σαν να επρόκειτο για διαρροή από εργαστήριο και να με πέταξαν […] στη CIA για να τους πω ότι δεν θα έπρεπε να μιλούν για διαρροή από εργαστήριο.»

Ο Λευκός Οίκος επικρίνει επίσης τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) για «παταγώδη αποτυχία», όπως λέει, στην αντιμετώπιση του COVID-19, επειδή ο οργανισμός υγείας που υποστηρίζεται από τα Ηνωμένα Έθνη «υπέκυψε στις πιέσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας και έθεσε τα πολιτικά συμφέροντα της Κίνας πάνω από τα διεθνή του καθήκοντα». Στην αρχή του έτους, ο Τραμπ υπέγραψε διαταγή για την απομάκρυνση των Ηνωμένων Πολιτειών από τον ΠΟΥ και τερμάτισε τις συζητήσεις με τον οργανισμό για τη σύνταξη μιας συνθήκης για την πανδημία.

Το 2021, ο ΠΟΥ είχε δηλώσει ότι είναι «εξαιρετικά απίθανο» ο ιός να μεταδόθηκε από το εργαστήριο στους πολίτες της Γούχαν πυροδοτώντας την πανδημία. Ο υγειονομικός οργανισμός του ΟΗΕ δημοσίευσε έκθεση ένα χρόνο αργότερα, σημειώνοντας ότι υπάρχει έρεισμα για βαθύτερη διερεύνηση της θεωρίας.

Η ομάδα εμπειρογνωμόνων του ΠΟΥ ανέφερε σε έκθεση του Ιουνίου του 2022 ότι εξακολουθούν να λείπουν «βασικά στοιχεία» για να εξηγηθεί πώς ξεκίνησε η πανδημία και ότι η ομάδα «θα παραμείνει ανοικτή σε όλα τα επιστημονικά στοιχεία που θα γίνουν διαθέσιμα στο μέλλον, ώστε να καταστεί δυνατή η ολοκληρωμένη εξέταση όλων των λογικών υποθέσεων».

Οι αξιωματούχοι των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών δημοσίευσαν πολλαπλές εκτιμήσεις κατά τη διάρκεια των ετών λέγοντας ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες κατασκοπείας παραμένουν διχασμένες σχετικά με το πώς ξεκίνησε η πανδημία, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον προήλθε από εργαστήριο ή προέκυψε με φυσικό τρόπο. Στις 26 Ιανουαρίου, η CIA  δήλωσε στα μέσα ενημέρωσης ότι μια πρόσφατη ανασκόπηση σχετικά με την προέλευση του COVID-19 δείχνει ότι η θεωρία της διαρροής από το εργαστήριο είναι «πιο πιθανή από τη φυσική προέλευση», αν και δήλωσε ότι έχει «λίγη εμπιστοσύνη» σε αυτή την εκτίμηση.

Οι μέθοδοι που επιστρατεύθηκαν παγκοσμίως για την αντιμετώπιση της πανδημίας, όπως η διατήρηση απόστασης δύο μέτρων μεταξύ των ανθρώπων, η απαγόρευση κυκλοφορίας και η υποχρεωτική χρήση μάσκας, επικρίνονται επίσης από την κυβέρνηση Τραμπ, η οποία σημειώνει ότι το μέτρο της απόστασης των δύο μέτρων ήταν «αυθαίρετο» και επικαλείται δηλώσεις του Φάουτσι ότι η οδηγία «κατά κάποιο τρόπο απλά εμφανίστηκε».

«Δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία ότι οι μάσκες προστάτευαν αποτελεσματικά [τον κόσμο] από τον COVID-19. Οι αξιωματούχοι της δημόσιας υγείας έλεγαν μία το ένα και μία το άλλο, χωρίς να παρέχουν στους Αμερικανούς επιστημονικά δεδομένα – προκαλώντας μια μαζική αύξηση της δυσπιστίας του κοινού», αναφέρει ο Λευκός Οίκος στην ιστοσελίδα του.

Όσον αφορά την απαγόρευση κυκλοφορίας και τα ‘λουκέτα’ που ξεκίνησαν το 2020, προκάλεσαν σημαντική ζημιά στην αμερικανική οικονομία και στην υγεία των Αμερικανών, ιδίως των παιδιών, επισημαίνει ο Λευκός Οίκος.

Με πληροφορίες από το Associated Press