Κυριακή, 03 Μαΐ, 2026

Πάγωμα των συγκρούσεων στο Χαλέπι μετά από συμφωνία αποκλιμάκωσης

Οι κυβερνητικές δυνάμεις της Συρίας και οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), που καθοδηγούνται από Κούρδους, συμφώνησαν να σταματήσουν τις μάχες, έπειτα από φονικές συγκρούσεις που ξέσπασαν σε δύο συνοικίες όπου πλειοψηφούν οι Κούρδοι, στο Χαλέπι, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας.

Το υπουργείο Άμυνας της Συρίας ανέφερε στις 22 Δεκεμβρίου ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις έλαβαν εντολή να σταματήσουν να στοχεύουν κατά πηγών πυρών που συνδέονται με τις SDF στο Χαλέπι, σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων SANA.

Οι SDF ανέφεραν αργότερα ότι είχαν εκδώσει οδηγίες να σταματήσουν να ανταποδίδουν επιθέσεις των συριακών κυβερνητικών δυνάμεων, μετά από επαφές αποκλιμάκωσης.

Οι συγκρούσεις ξέσπασαν στις πυκνοκατοικημένες συνοικίες Σεΐχ Μακσούντ και Ασραφιγιέχ, τις οποίες οι τοπικές κουρδικές δυνάμεις ασφαλείας φυλάσσουν εδώ και χρόνια. Οι περιοχές αυτές διατήρησαν έναν βαθμό αυτονομίας σε μεγάλο μέρος του 14ετούς εμφύλιου πολέμου στη Συρία, ο οποίος κορυφώθηκε με την πτώση του καθεστώτος Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024.

Μετά την ανατροπή της κυβέρνησης από τις δυνάμεις των ανταρτών και τη συγκρότηση μεταβατικής κυβέρνησης στη Δαμασκό, οι συνοικίες Σεΐχ Μακσούντ και Ασραφιγιέχ παρέμειναν υπό τον έλεγχο τοπικών κουρδικών δυνάμεων ασφαλείας. Με βάση προηγούμενες συνεννοήσεις, οι δύο συνοικίες αναμενόταν να ενσωματωθούν στην ευρύτερη  πόλη του Χαλεπίου, όπου κυριαρχεί το αραβικό στοιχείο.

Τον Μάρτιο, ο ηγέτης των SDF Μαζλούμ Αμπντί συναντήθηκε με τον ηγέτη των Σύρων ανταρτών, που έγινε ο μεταβατικός πρόεδρος Αχμέντ αλ Σαρά, για να συζητήσουν την ενσωμάτωση των SDF στις εθνικές δυνάμεις ασφαλείας, υπό την εποπτεία της Δαμασκού, έως τα τέλη του 2025. Οι συνοικίες Σεΐχ Μακσούντ και Ασραφιγιέχ παρουσιάζονταν ως πρότυπα για το πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει μια τέτοια ενσωμάτωση σε τοπικό επίπεδο.

Βίαια επεισόδια στο Χαλέπι

Ωστόσο, η τελευταία έκρηξη βίας έριξε σκιά στη διαδικασία αυτή, με εκατέρωθεν κατηγορίες για παραβίαση της συμφωνίας ειρήνης.

Ο Νουρ Εντίν αλ Μπάμπα, εκπρόσωπος του υπουργείου Εσωτερικών της Συρίας, ανέφερε ότι οι συγκρούσεις στις 21 Δεκεμβρίου ξεκίνησαν αφού οι κυβερνητικές δυνάμεις εντόπισαν αυτό που χαρακτήρισε ως ύποπτη εχθρική δραστηριότητα από θέσεις των SDF προς τις δικές τους τοποθεσίες. Ανέφερε ότι αφότου οι κυβερνητικές δυνάμεις εξουδετέρωσαν την απειλή, οι μαχητές των SDF αποχώρησαν από κοινά σημεία ελέγχου και άνοιξαν πυρ σε αρκετές συνοικίες του Χαλεπίου, μεταξύ των οποίων και ένα νοσοκομείο.

Η Δαμασκός ανέφερε ότι τέσσερις άμαχοι σκοτώθηκαν και τουλάχιστον εννέα ακόμη τραυματίστηκαν από τους βομβαρδισμούς των SDF. Παρά τη βία, ο Αλ Μπάμπα ανέφερε ότι η κυβέρνηση διατηρεί τη δέσμευσή της στον διάλογο και στις ειρηνικές λύσεις, σημειώνοντας ότι τα πρόσφατα διπλωματικά κέρδη, που περιλαμβάνουν την άρση ορισμένων κυρώσεων, έχουν ενισχύσει τη νομιμοποίηση του κράτους.

Οι SDF αμφισβήτησαν την εκδοχή της κυβέρνησης για το περιστατικό, κατηγορώντας τη Δαμασκό ότι διαδίδει ψευδείς ισχυρισμούς και αποδίδοντας τους όλμους και τα βαρέα όπλα που έπληξαν τις δύο συνοικίες σε παρατάξεις που συνδέονται με την κυβέρνηση της Δαμασκού. Οι SDF ανέφεραν ότι πέντε άμαχοι τραυματίστηκαν, ανάμεσά τους και ένα μικρό κορίτσι. Περαιτέρω, σε ανακοίνωση στο επίσημο κανάλι τους στο Telegram, οι SDF αμφισβήτησαν την ικανότητα της μεταβατικής κυβέρνησης να ελέγχει τις διάφορες ομάδες που τη συναπαρτίζουν, αποδίδοντας την ευθύνη για το περιστατικό στις κατακερματισμένες παρατάξεις που συνδέονται με την κυβέρνηση της Δαμασκού, οι οποίες, όπως υποστήριξαν, τους τελευταίους τέσσερις μήνες προκαλούν σκόπιμα κρίσεις, πολιορκώντας τις συνοικίες Σεΐχ Μακσούντ και Ασραφιγιέχ και πραγματοποιώντας επανειλημμένες προκλήσεις και επιθέσεις εναντίον αμάχων, ενώ η κυβέρνηση δεν λαμβάνει κανένα μέτρο.

Η Ουάσιγκτον στηρίζει την ενσωμάτωση και ένα ενιαίο κράτος

Οι συγκρούσεις σημειώθηκαν ενώ η νέα διοίκηση της Συρίας έχει λάβει αυξανόμενη περιφερειακή και διεθνή στήριξη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ειδικότερα, έχουν γίνει πιο φιλικές προς τη Δαμασκό τους τελευταίους μήνες, με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να φιλοξενεί τον Αλ Σαρά στον Λευκό Οίκο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εκπαίδευσαν και εξόπλισαν επίσης τις SDF κατά τη διάρκεια του αγώνα κατά του ISIS. Οι SDF αποτελούνται σε μεγάλο βαθμό από μαχητές των Μονάδων Προστασίας του Λαού, του συριακού παρακλαδιού του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK). Το PKK ξεκίνησε ως κουρδικό αυτονομιστικό κίνημα με μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία, επιδιώκοντας τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου Κουρδιστάν που θα εκτεινόταν σε κουρδικές περιοχές της Τουρκίας, της Συρίας, του Ιράκ και του Ιράν.

Τώρα που ο συριακός εμφύλιος πόλεμος έχει τελειώσει, Αμερικανοί αξιωματούχοι ξεκαθάρισαν ότι στηρίζουν την ενσωμάτωση της ομάδας στο συριακό κράτος, αντί για τον μακροχρόνιο στόχο της να δημιουργήσει ένα ξεχωριστό κουρδικό κράτος ή μια ημιαυτόνομη κουρδική οντότητα.

Ο ειδικός απεσταλμένος του Ντόναλντ Τραμπ για τη Συρία, Τομ Μπάρακ, ανέφερε τον Ιούλιο ότι αυτό που οφείλουν οι Ηνωμένες Πολιτείες προς τις SDF δεν είναι η δυνατότητα να έχουν τη δική τους ανεξάρτητη κυβέρνηση μέσα σε μια κυβέρνηση, αλλά ένα νέο καθεστώς, στο οποίο θα υπάρχει λογική προσέγγιση ως προς το πώς θα ενσωματωθούν σε μία συριακή κυβέρνηση. Ανέφερε επίσης ότι η Συρία απέρριψε την προοπτική μίας χώρας υπό ομοσπονδιακό σύστημα, όπου θα υπάρχει ξεχωριστή δύναμη Δρούζων με στολές Δρούζων, ξεχωριστή δύναμη αλαουιτών με στολές αλαουιτών, ξεχωριστή κουρδική δύναμη με στολές Κούρδων, και ούτω καθ’ εξής. Υποστήριξε ότι θα υπάρξει μία ενιαία οντότητα.

Κατέληξε ότι βρίσκονται στην εξουσία εδώ και επτά μήνες προσπαθώντας να ευθυγραμμίσουν αυτά τα συμφέροντα και ότι είναι κατανοητό ότι πρόκειται για ένα πολύ δύσκολο ζήτημα για τις SDF.

Του Bill Pan

Ο ουκρανικός στρατός αποσύρεται από την πόλη Σιβέρσκ

Οι ουκρανικές δυνάμεις αποσύρθηκαν από την εμπόλεμη πόλη Σιβέρσκ στην ανατολική Ουκρανία, ανακοίνωσε η στρατιωτική ηγεσία του Κιέβου, καθώς τα ρωσικά στρατεύματα εντείνουν την επίθεση τους στο πεδίο της μάχης κατά μήκος της εκτεταμένης γραμμής του μετώπου.

Σε ανακοίνωση του, το Γενικό Επιτελείο του ουκρανικού στρατού αναφέρει ότι απέσυρε τους στρατιώτες του για να προστατεύσει τη ζωή τους, προσθέτοντας ότι έχουν προκαλέσει μεγάλες απώλειες στον εχθρό.

«Οι εισβολείς κατάφεραν να προελάσουν λόγω της σημαντικής αριθμητικής τους υπεροχής και τη συνεχή πίεση από μικρές ομάδες εφόδου, υπό δύσκολες καιρικές συνθήκες», αναφέρεται στην ανακοίνωση.

Το Σιβέρσκ βρίσκεται σε απόσταση 30 χιλιομέτρων περίπου από το Σλαβιάνσκ. Η Ρωσία είχε ανακοινώσει ότι κατέλαβε στις 11 Δεκεμβρίου το Σιβέρσκ, το τελευταίο οχυρό που εμπόδιζε τις ρωσικές δυνάμεις να πλησιάσουν τις μεγάλες περιφερειακές πόλεις Κραματόρσκ και Σλαβιάνσκ, οι οποίες εξακολουθούσαν να βρίσκονται υπό ουκρανικό έλεγχο.

Με πληθυσμό περίπου 11.000 πριν από τον πόλεμο, το Σιβέρσκ έχει πλέον σε μεγάλο βαθμό καταστραφεί.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Τουρκία: Συνετρίβη το αεροσκάφος που μετέφερε τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου της Λιβύης

Συνετρίβη έξω από την Άγκυρα ιδιωτικό αεροσκάφος στο οποίο, σύμφωνα με τις τουρκικές αρχές, επέβαινε υψηλόβαθμη στρατιωτική αποστολή από τη Λιβύη.

Μεταξύ των επιβαινόντων ήταν ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων της κυβέρνησης της Τρίπολης, ο αντιστρατηγός Μοχάμεντ Αλί Αχμέντ αλ Χαντάντ, καθώς και o αρχηγός του Στρατού, όπως μεταδίδει το CNN Türk.

Σύμφωνα με τον υπουργό Εσωτερικών της Τουρκίας, Αλί Γερλίκαγια, στις 20:52 (τοπική ώρα, 19:52 ώρα Ελλάδος) χάθηκε η επαφή με το αεροσκάφος τύπου Falcon 50, το οποίο είχε απογειωθεί 40 λεπτά πριν, στις 20:10, από το αεροδρόμιο Εσένμπογα της Άγκυρας με προορισμό την Τρίπολη, την πρωτεύουσα της Λιβύης.

Από το αεροσκάφος ελήφθη σήμα με αίτημα για έκτακτη προσγείωση, την ώρα που αυτό πετούσε πάνω από την περιοχή Χάιμανα, στα νοτιοδυτικά της Άγκυρας. Ακολούθως χάθηκε η επαφή με το αεροσκάφος. Τα συντρίμμια του αεροσκάφους εντοπίστηκαν από τα σωστικά συνεργεία που έσπευσαν επί τόπου, σε απόσταση 2 χλμ από το χωριό Κεσίκαβακ στην περιοχή Χάιμανα. Όπως προκύπτει από μαρτυρίες περιοίκων και βίντεο από κάμερα ασφαλείας που μετέδωσε το κρατικό πρακτορείο Anadolu, κατά τη συντριβή του αεροσκάφους σημειώθηκε έκρηξη.

Το αεροσκάφος μετέφερε πέντε επιβάτες και τριμελές πλήρωμα. Οι πρώτες πληροφορίες αναφέρουν ότι το αεροσκάφος ήταν ναυλωμένο από εταιρεία της Μάλτας.

Η ηγεσία των λιβυκών Ενόπλων Δυνάμεων βρισκόταν για αυθημερόν επίσκεψη στην Άγκυρα, όπου είχε νωρίτερα συνάντηση με τον αρχηγό του τουρκικού Γενικού Επιτελείου, στρατηγό Σελτσούκ Μπαϊρακτάρογλου, και τον υπουργό Άμυνας, Γιασάρ Γκιουλέρ.

Τη Δευτέρα, η Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας ενέκρινε διάταγμα του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με το οποίο παρατείνεται για δύο χρόνια, από τις 2 Ιανουαρίου 2026, η παραμονή τουρκικών στρατευμάτων στη Λιβύη.

Του Γ. Μανδαλίδη

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ο Μακρόν επιβεβαιώνει τη στήριξη της Γαλλίας στην κυριαρχία της Γροιλανδίας

Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμμανουέλ Μακρόν, επανέλαβε τη στήριξή του στην κυριαρχία της Δανίας επί της Γροιλανδίας, μετά την αναζωπύρωση του αμερικανικού ενδιαφέροντος για την προσάρτηση της περιοχής: «Στο Νουούκ, επιβεβαίωσα την αταλάντευτη στήριξη της Γαλλίας στην κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα της Δανίας και της Γροιλανδίας. Η Γροιλανδία ανήκει στον λαό της. Η Δανία αποτελεί τον εγγυητή της. Ενώνω τη φωνή μου με αυτή των Ευρωπαίων, εκφράζοντας πλήρη αλληλεγγύη».

Οι κάτοικοι της Γροιλανδίας διαθέτουν πλήρη δανέζικη υπηκοότητα, γεγονός που τους καθιστά μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά τη γεωγραφική εγγύτητα του νησιού με τη Βόρεια Αμερική. Η Γροιλανδία μοιράζεται χερσαία σύνορα μικρότερα του 1,5 χιλιομέτρου με τον Καναδά, στη νήσο Χανς, μεταξύ Αρκτικού και Ατλαντικού Ωκεανού, ανατολικά του Αρκτικού Αρχιπελάγους του Καναδά. Ιστορικά, διατηρεί στενούς πολιτικούς και πολιτισμικούς δεσμούς με τα βόρεια ευρωπαϊκά βασίλεια της Νορβηγίας και της Δανίας εδώ και περισσότερα από χίλια χρόνια.

Προωθώντας το ενδιαφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών για τη Γροιλανδία, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ανακοίνωσε τον διορισμό του κυβερνήτη της Λουιζιάνα, Τζεφ Λάντρυ, ως ειδικού απεσταλμένου της Ουάσιγκτον για τη Γροιλανδία, υποστηρίζοντας: «Πρέπει να την αποκτήσουμε». Στην πλατφόρμα του, ο Τραμπ συμπλήρωσε: «Ο Λάντρυ αντιλαμβάνεται πόσο ζωτικής σημασίας είναι η Γροιλανδία για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ και θα προωθήσει σθεναρά τα εθνικά συμφέροντα, καθώς και την ασφάλεια των συμμάχων αλλά και του ευρύτερου κόσμου».

Ο Λάντρυ σχολίασε: «Είναι τιμή μου να υπηρετήσω εθελοντικά με στόχο να γίνει η Γροιλανδία μέρος των ΗΠΑ. Αυτό δεν επηρεάζει σε καμία περίπτωση τη θέση μου ως κυβερνήτη της Λουιζιάνα».

Ο κυβερνήτης της Λουιζιάνα, Τζεφ Λάντρυ, μιλάει στον Γιαν Γιεκέλεκ της EpochTV. Ουάσιγκτον, 16 Οκτωβρίου 2025. (The Epoch Times)

 

Η Γροιλανδία, αναγνωρισμένη ως αυτόνομη επικράτεια υπό δανέζικη κυριαρχία, θεωρείται σημαντική για τις ΗΠΑ λόγω της στρατηγικής της θέσης και των τεράστιων ορυκτών της πόρων – εκτιμάται πως διαθέτει 1,5 εκατομμύριο τόνους σπάνιων γαιών. Το 2024, ο Τραμπ χαρακτήρισε την απόκτηση του νησιού, το οποίο αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, ως «απόλυτη αναγκαιότητα» για την οικονομική και εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών, παρομοιάζοντας την πιθανή συμφωνία με μια μεγάλη συναλλαγή ακινήτων. Ο Λάντρυ συμμερίστηκε τη θέση Τραμπ, δηλώνοντας: «Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τζ. Τραμπ έχει απόλυτο δίκιο. Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι η Γροιλανδία θα ενταχθεί στις ΗΠΑ. Καλό για αυτούς, καλό για εμάς. Ας το προχωρήσουμε».

Τη Δευτέρα, ο Τραμπ επανήλθε στο ζήτημα της εθνικής ασφάλειας, δηλώνοντας: «Χρειαζόμαστε τη Γροιλανδία για λόγους εθνικής ασφάλειας, όχι για τα ορυκτά. Αν κοιτάξετε κατά μήκος της ακτογραμμής, βλέπετε ρωσικά και κινεζικά πλοία παντού. Τη χρειαζόμαστε για την εθνική ασφάλεια. Πρέπει να την αποκτήσουμε. Είναι απολύτως απαράδεκτο». Ωστόσο, τόσο η Δανία όσο και η Γροιλανδία απορρίπτουν σταθερά προτάσεις πώλησης της επικράτειας, η οποία καλύπτει έκταση 2.165.086 τετραγωνικών χιλιομέτρων, αποτελώντας το μεγαλύτερο νησί στον κόσμο.

Η Γροιλανδία λειτουργεί με αποκεντρωμένη κυβέρνηση στο πλαίσιο κοινοβουλευτικής συνταγματικής μοναρχίας, με τον Φρειδερίκο Ι΄,  βασιλιά της Δανίας, ως αρχηγό κράτους και τον Γενς Φρέντρικ Νίλσεν ως πρωθυπουργό της Γροιλανδίας. Βάσει συμφωνίας του 2009, η Γροιλανδία διατηρεί το δικαίωμα να κηρύξει την ανεξαρτησία της.

Ο Νίλσεν απάντησε μέσω Facebook στα σχόλια Τραμπ, γράφοντας: «Ξυπνήσαμε ξανά με μια νέα ανακοίνωση από τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Μπορεί να ακούγεται σημαντικό, αλλά δεν αλλάζει τίποτα για εμάς. Εμείς αποφασίζουμε για το μέλλον μας».

Ο Δανός υπουργός Εξωτερικών, Λαρς Λόκε Ράσμουσεν, εξέφρασε τη Δευτέρα την ανησυχία του, δηλώνοντας ότι θα καλέσει τον πρέσβη των ΗΠΑ, Κένεθ Χάουερι, για συζήτηση, καθώς ο Χάουερι είχε δεσμευτεί πρόσφατα για «αμοιβαίο σεβασμό» κατά την επίσκεψή του στη Γροιλανδία. «Ξαφνικά εμφανίζεται ένας ειδικός προεδρικός απεσταλμένος των ΗΠΑ, ο οποίος, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, έχει ως αποστολή να αναλάβει τη Γροιλανδία. Αυτό, φυσικά, είναι εντελώς απαράδεκτο», τόνισε ο Ράσμουσεν.

Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, η υπουργός Εξωτερικών της Γροιλανδίας, Βίβιαν Μότσβελτ, επεσήμανε ότι τα μηνύματα που εκπέμπει η Ουάσιγκτον σχετικά με τη Γροιλανδία προκαλούν αβεβαιότητα στους κατοίκους, υπογραμμίζοντας: «Η χώρα μας και οι ΗΠΑ συνεργάζονται εδώ και 80 χρόνια στη βάση κοινών συμφερόντων. Χρειάζεται να αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη για να συνεχίσουμε τη γόνιμη συνεργασία».

Κατά τη διάρκεια της πρώτης του προεδρικής θητείας, ο Τραμπ είχε εκφράσει και πάλι το ενδιαφέρον του για την αγορά της οικονομικά δοκιμαζόμενης νήσου, εξηγώντας: «Ουσιαστικά, είναι μια μεγάλη αγοραπωλησία ακινήτων. Μπορούν να γίνουν πολλά πράγματα. Αυτό κοστίζει πολύ ακριβά στη Δανία, η οποία χάνει σχεδόν 700 εκατ. δολάρια τον χρόνο για τη συντήρησή της. Έτσι, το αναλαμβάνουν με μεγάλη ζημιά, και στρατηγικά για τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα ήταν καλό. Και είμαστε μεγάλος σύμμαχος της Δανίας, και βοηθάμε τη Δανία, και προστατεύουμε τη Δανία», πρόσθεσε για το μέλος του ΝΑΤΟ.

Η Ουάσιγκτον είχε κάνει και στο παρελθόν προσφορές για την αγορά της Γροιλανδίας, πρώτα το 1867 και ύστερα το 1946 υπό τον πρόεδρο Χάρι Τρούμαν, αλλά οι Δανοί τις απέρριψαν και τις δύο. Η πλειοψηφία του πληθυσμού, λίγο πάνω από το 89,5%, είναι Γροιλανδοί Ινουίτ, με το 7,5% να είναι Δανοί και μικρότερα ποσοστά να ανήκουν σε άλλες εθνοτικές ομάδες.

Η χερσαία έκταση, που είναι περίπου το ένα τέταρτο του μεγέθους των Ηνωμένων Πολιτειών, έχει μικρό πληθυσμό περίπου 57.000 κατοίκων και οικονομία 3,24 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2021 που αναφέρει η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών.

Της Rachel Roberts

Με τη συμβολή των Melanie Sun και Savannah Hulsey Pointer, και πληροφορίες από το Reuters

Τραμπ: «Θα κρατήσουμε το πετρέλαιο και τα δεξαμενόπλοια που κατασχέθηκαν στα ανοικτά της Βενεζουέλας»

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στις 22 Δεκεμβρίου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα κρατήσουν ή θα πουλήσουν το πετρέλαιο που κατασχέθηκε από δεξαμενόπλοια κοντά στις ακτές της Βενεζουέλας τις τελευταίες εβδομάδες.

Ερωτηθείς για τα σχέδιά του σχετικά με το πετρέλαιο, ο Τραμπ απάντησε στους δημοσιογράφους: «Θα το κρατήσουμε. Το κρατάμε. Ίσως το πουλήσουμε, ίσως το κρατήσουμε, ίσως το χρησιμοποιήσουμε στα στρατηγικά μας αποθέματα», ανέφερε κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, όπου ανακοίνωσε τα σχέδια για έναν νέο στόλο μεγάλων πολεμικών πλοίων. «Κρατάμε και τα πλοία», πρόσθεσε.

Στις 10 Δεκεμβρίου, το FBI, η Υπηρεσία Ερευνών Εσωτερικής Ασφάλειας και η Ακτοφυλακή των ΗΠΑ, με τη στήριξη του Υπουργείου Άμυνας, κατέσχεσαν το πρώτο δεξαμενόπλοιο. Η Εισαγγελέας Πάμ Μπόντι είχε επιβεβαιώσει τότε ότι εκτελέστηκε ένταλμα κατάσχεσης για το δεξαμενόπλοιο που χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά πετρελαίου υπό κυρώσεις από τη Βενεζουέλα και το Ιράν. Σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα Χ , ανέφερε: «Για πολλά χρόνια, το συγκεκριμένο δεξαμενόπλοιο βρίσκεται υπό αμερικανικές κυρώσεις λόγω της εμπλοκής του σε παράνομο δίκτυο μεταφοράς πετρελαίου που υποστηρίζει ξένες τρομοκρατικές οργανώσεις». Το καθεστώς του Νικολάς Μαδούρο έχει επίσης χαρακτηριστεί ως ξένη τρομοκρατική οργάνωση από τις ΗΠΑ.

Στις 11 Δεκεμβρίου, η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λέβιτ επανέλαβε ότι οι ΗΠΑ «δεν πρόκειται να παραμείνουν αμέτοχες και να βλέπουν πλοία υπό κυρώσεις να διασχίζουν τους ωκεανούς με πετρέλαιο της μαύρης αγοράς, τα έσοδα του οποίου τροφοδοτούν τη ναρκο-τρομοκρατία σε καθεστώτα αδίστακτα και παράνομα σ’ όλον τον κόσμο».

Στις 16 Δεκεμβρίου, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι θα επιβάλει αποκλεισμό στις ακτές της Βενεζουέλας, ώστε να εμποδίσει την είσοδο ή έξοδο δεξαμενόπλοιων υπό κυρώσεις από τη χώρα. «Το παράνομο καθεστώς του Μαδούρο χρησιμοποιεί το πετρέλαιο των κλεμμένων αυτών πεδίων για να χρηματοδοτεί τρομοκρατία με ναρκωτικά, εμπορία ανθρώπων, δολοφονίες και απαγωγές», τόνισε σε ανάρτησή του στο Truth Social. «Για την κλοπή των περιουσιακών μας στοιχείων, και για πολλούς άλλους λόγους, όπως η τρομοκρατία, η διακίνηση ναρκωτικών και το εμπόριο ανθρώπων, το καθεστώς της Βενεζουέλας έχει χαρακτηριστεί ως ξένη τρομοκρατική οργάνωση. Ως εκ τούτου, σήμερα διατάζω έναν πλήρη και ολοκληρωτικό αποκλεισμό όλων των δεξαμενόπλοιων υπό κυρώσεις που κατευθύνονται προς ή αποπλέουν από τη Βενεζουέλα».

Το σαββατοκύριακο, η Ακτοφυλακή των ΗΠΑ ανέκοψε δεύτερο δεξαμενόπλοιο, το οποίο, σύμφωνα με την υπουργό Εσωτερικής Ασφάλειας Κρίστι Νόεμ, είχε πρόσφατα δέσει στη Βενεζουέλα. Η Νόεμ δήλωσε σε ανάρτησή της, στις 20 Δεκεμβρίου: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν την καταδίωξη της διακίνησης πετρελαίου που βρίσκεται υπό κυρώσεις, που χρηματοδοτεί τη ναρκο-τρομοκρατία στην περιοχή. Θα σας εντοπίσουμε και θα σας σταματήσουμε».

Ο Τραμπ ανέφερε, στις 22 Δεκεμβρίου, σε συνέντευξη Τύπου που έδωσε από το Μαρ-α-Λάγκο, ότι οι ΗΠΑ αναζητούν και τρίτο τάνκερ. «Προχωράει η διαδικασία και τελικά θα το πιάσουμε», είπε για το πλοίο. «Το κυνηγάμε, μπορείτε να το φανταστείτε; Επειδή προέρχεται από λάθος τοποθεσία, έφυγε από τη Βενεζουέλα και ήταν υπό κυρώσεις», δήλωσε χαρακτηριστικά στους δημοσιογράφους.

Η κυβέρνηση Μαδούρο χαρακτήρισε την κατάσχεση του τάνκερ αργό πετρέλαιο της Βενεζουέλας ως «διεθνή πειρατεία».

«Οι πραγματικοί λόγοι για τη διαρκή επιθετικότητα [των ΗΠΑ] κατά της Βενεζουέλας αποκαλύφθηκαν», ανακοίνωσε στις 11 Δεκεμβρίου η υπουργός Εξωτερικών της Βενεζουέλας Υβόν Χιλ Πίντο. «Δεν είναι η μετανάστευση. Δεν είναι η διακίνηση ναρκωτικών. Δεν είναι η δημοκρατία. Δεν είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα. Πάντα αφορούσε τον φυσικό μας πλούτο: το πετρέλαιό μας, την ενέργειά μας, τους πόρους που ανήκουν αποκλειστικά στον λαό της Βενεζουέλας».

Της Victoria Friedman

Με τη συμβολή των  T.J. Muscaro και Jack Phillips

Βουλευτές αντιδρούν στην απόφαση Τραμπ για εξαγωγές προηγμένων τσιπ της NVIDIA στην Κίνα

Ερωτήματα σχετικά με την απόφαση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να εγκρίνει την πώληση των εξελιγμένων μικροκυκλωμάτων H200 της NVIDIA στην Κίνα — εξαρτήματα τεχνητής νοημοσύνης που υπερβαίνουν σε ισχύ όσα επιτρέπουν οι ισχύοντες περιορισμοί εξαγωγών των ΗΠΑ στην Κίνα — θέτουν μέλη του Κογκρέσου.

Η γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Ουώρρεν, επικεφαλής της μειοψηφίας στην Επιτροπή Τραπεζικών, Στεγαστικών και Αστικών Υποθέσεων της Γερουσίας, και ο βουλευτής Γκρέγκορυ Μηκς, επικεφαλής της μειοψηφίας στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, απέστειλαν επιστολή στις 22 Δεκεμβρίου προς τον υφυπουργό Βιομηχανίας και Ασφάλειας, Τζέφρυ Κέσλερ, ζητώντας διευκρινίσεις για την αλλαγή της στάσης του προέδρου όσον αφορά τους περιορισμούς στις εξαγωγές τσιπ τεχνητής νοημοσύνης στην Κίνα.

Οι συγκεκριμένες επιτροπές διαθέτουν εποπτική αρμοδιότητα επί των αποφάσεων για τους ελέγχους εξαγωγών. Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε ανακοινώσει στις 8 Δεκεμβρίου στην πλατφόρμα Truth Social ότι εγκρίνει την εξαγωγή των NVIDIA H200 στην Κίνα υπό τον όρο καταβολής 25% των εσόδων στο κράτος και ότι παρόμοιες ρυθμίσεις θα ισχύσουν και για άλλες αμερικανικές εταιρείες μικροκυκλωμάτων.

Αυτή είναι η πρώτη φορά που η σειρά εξελιγμένων τσιπ τεχνητής νοημοσύνης «hopper» της NVIDIA διατίθεται στην κινεζική αγορά χωρίς περιορισμούς ή τεχνικές τροποποιήσεις, σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε ως τώρα. Οι βουλευτές επισημαίνουν πως πρόκειται για ριζική μεταστροφή από τον Απρίλιο, όταν ο Τραμπ είχε απαγορεύσει την πώληση στην Κίνα των NVIDIA H20 — μιας λιγότερο ισχυρής εκδοχής που σχεδιάστηκε ειδικά προκειμένου να πληροί τους αμερικανικούς ελέγχους εξαγωγών. Το μοντέλο H200 συγκαταλέγεται στα πλέον προηγμένα κυκλώματα τεχνητής νοημοσύνης παγκοσμίως και ήδη αξιοποιείται για την ανάπτυξη κορυφαίων συστημάτων, μεταξύ άλλων με στρατιωτικές εφαρμογές. Οι συντάκτες της επιστολής εκφράζουν ανησυχία ότι η απόφαση απειλεί την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Οι βουλευτές ζητούν συγκεκριμένες πληροφορίες: τυχόν αλλαγές στους κανόνες ελέγχου εξαγωγών, συμφωνίες μεταξύ κυβερνήσεων που έχουν υπογραφεί, αξιολόγηση του αμερικανικού υπουργείου Εμπορίου για τα πιο προηγμένα τσιπ και την παραγωγική ικανότητα της Κίνας, καθώς και λεπτομέρειες για τις άδειες που εγκρίθηκαν εντός 48 ωρών από την έγκρισή τους.

Το πρακτορείο Reuters μετέδωσε, στις 18 Δεκεμβρίου, ότι ήδη βρίσκονται υπό εξέταση αιτήματα εξαγωγής των H200 στην Κίνα από δημόσιες υπηρεσίες. Πολλοί βουλευτές ασκούν σκληρή κριτική, υποστηρίζοντας ότι η διάθεση των H200 στους Κινέζους αποδυναμώνει τους αμερικανικούς περιορισμούς στις εξαγωγές, οι οποίοι αποσκοπούν στην ανάσχεση του εκσυγχρονισμού των κινεζικών Ενόπλων Δυνάμεων. Το H200 είναι πιο προηγμένο από οτιδήποτε μπορεί να παράγει αυτή τη στιγμή η κινεζική βιομηχανία, δεδομένων και των περιορισμών που εμποδίζουν τις κινεζικές εταιρείες να προμηθεύονται τα πιο εξελιγμένα μηχανήματα κατασκευής ημιαγωγών. Αναλυτές έχουν εστιάσει στη σημασία της πρόσβασης των Κινέζων στα H200 για την «κούρσα» τεχνητής νοημοσύνης, καθώς η κυβέρνηση Μπάιντεν είχε απαγορεύσει τις εξαγωγές αυτού του προϊόντος στην Κίνα.

Ακαδημαϊκές εκτιμήσεις συγκλίνουν πως, εάν εγκριθούν οι πωλήσεις των H200, το χάσμα σε υπολογιστική ισχύ ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα θα μειωθεί δραστικά ή μπορεί ακόμη και να εξαλειφθεί στο μέλλον. Το Ινστιτούτο για την Πρόοδο είχε δημοσιεύσει σχετική ανάλυση λίγο προτού ο Τραμπ ανακοινώσει την απόφασή του, εκτιμώντας ότι αν συνεχιστεί η απαγόρευση, το 2026 οι ΗΠΑ θα διαθέτουν 21 έως 49 φορές περισσότερη υπολογιστική ισχύ AI από την Κίνα. Ωστόσο, εάν επιτραπούν οι πωλήσεις των H200, εκτιμάται ότι το προβάδισμα των ΗΠΑ θα περιοριστεί μόλις στις 1,3 έως 4 φορές. Από την άλλη, εάν οι αμερικανικές εταιρείες περάσουν στις επόμενης γενιάς «Blackwell», η δυνητική διαφορά ενδέχεται να ανέβει στο 2,1- 6,7..

Σε ανάλυση που δημοσίευσε λίγο μετά την ανακοίνωση Τραμπ, ο Κρις Μαγκουάιρ, ανώτερος εταίρος για Θέματα Κίνας και Αναδυόμενων Τεχνολογιών στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων, υπολόγισε ότι τα H200 μπορούν να τριπλασιάσουν τη δυναμική της κινεζικής υπολογιστικής ισχύος στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης. Ο Μαγκουάιρ σημειώνει ότι η άποψη των τεχνολογικών διευθυντών πως οι αμερικανικοί περιορισμοί θα «πυροδοτήσουν» ταχύτερη κινεζική πρόοδο στην τεχνητή νοημοσύνη, αντιβαίνει στα στοιχεία των ίδιων των κινεζικών κολοσσών cloud («hyperscalers»), οι οποίοι εκτιμούν μείωση της ισχύος τους αν δεν έχουν πια πρόσβαση στα τσιπ της NVIDIA.

Εταιρείες όπως η Huawei και η DeepSeek στηρίζονται στη λογική ότι η χρήση περισσότερων τσιπ χαμηλότερων δυνατοτήτων μπορεί να αντισταθμίσει την έλλειψη προηγμένων μικροκυκλωμάτων. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Μαγκουάιρ, ακόμη και αυτή η στρατηγική δεν αρκεί, καθώς το τεχνολογικό χάσμα με τις ΗΠΑ θα διευρύνεται εκθετικά όσο οι αμερικανικές εταιρείες προχωρούν σε μαζική παραγωγή συνεχώς καλύτερων τσιπ εκτός Κίνας.

Στη σύγκριση της δυναμικότητας AI ανάμεσα σε Huawei και NVIDIA, διαπιστώνεται ότι ακόμα κι αν η Huawei εκατονταπλασιάσει την παραγωγή της έως το 2027, δεν θα φτάσει ούτε στο μισό της παραγωγής της NVIDIA. Ακόμη και στα πλέον αισιόδοξα σενάρια για τη Huawei — να κατασκευάσει 800.000 τσιπ τεχνητής νοημοσύνης το 2025, 2 εκατομμύρια το 2026 και 4 εκατομμύρια το 2027 — τα νούμερα παραμένουν ανεπαρκή. 

Όπως γράφει ο Μαγκουάιρ, «η Huawei θα παράγει μόνο περίπου το 5% της συνολικής υπολογιστικής ισχύος τεχνητής νοημοσύνης της NVIDIA το 2025, ποσοστό που θα μειωθεί σε 4% το 2026 και σε μόλις 2% το 2027». Καταλήγει πως «η Huawei δεν συνιστά απειλή που να δικαιολογεί χαλάρωση των ελέγχων εξαγωγών. Αντιθέτως, τα δεδομένα δείχνουν ότι οι έλεγχοι αποδίδουν».

Ο Βανς αμφιβάλλει για την επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας

Επιφυλακτικός ως προς το ενδεχόμενο οι Ηνωμένες Πολιτείες να επιλύσουν τον πόλεμο ανάμεσα στη Ρωσία και την Ουκρανία εμφανίστηκε ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς.

Σε συνέντευξή του στο UnHerd, που δημοσιεύθηκε στις 22 Δεκεμβρίου, δήλωσε: «Νομίζω πως έχει σημειωθεί πρόοδος, αλλά στη σημερινή συγκυρία δεν μπορώ να πω με σιγουριά ότι οδεύουμε προς μια ειρηνική λύση. Υπάρχει μια σοβαρή πιθανότητα να τα καταφέρουμε. Υπάρχει όμως και σοβαρή πιθανότητα να μην τα καταφέρουμε».

Με τις διαπραγματεύσεις με εκπροσώπους της Ρωσίας και της Ουκρανίας να συνεχίζονται, ο Βανς πρόσθεσε ότι οι πρόσφατες επαφές βοήθησαν την Ουάσιγκτον να διακρίνει ποια ζητήματα θεωρεί η κάθε πλευρά αδιαπραγμάτευτα και ποια όχι. Συγκεκριμένα ανέφερε: «Οι Ρώσοι επιδιώκουν έντονα τον έλεγχο του Ντονέτσκ. Οι Ουκρανοί, δικαίως, το θεωρούν μείζον πρόβλημα ασφαλείας. Σε ιδιωτικό επίπεδο παραδέχονται ότι αργά ή γρήγορα πιθανόν να χάσουν το Ντονέτσκ, αλλά αυτό ίσως συμβεί έπειτα από έναν χρόνο, ίσως και περισσότερο».

Ο Βανς χαρακτήρισε το ζήτημα του ελέγχου των εδαφών ως βασικό αγκάθι στις διαπραγματεύσεις, κάνοντας λόγο για «βαριά εδαφική παραχώρηση». Επεσήμανε παράλληλα και άλλες εκκρεμότητες που επιβαρύνουν τις συζητήσεις, όπως τον έλεγχο του πυρηνικού σταθμού στη Ζαπορίζια, την προστασία των εθνοτικών Ρώσων στην Ουκρανία και των εθνοτικών Ουκρανών στις περιοχές υπό ρωσικό έλεγχο, και τη μεταπολεμική ανοικοδόμηση.

Την ίδια μέρα, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι ανακοίνωσε ότι οι διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη βαίνουν προς ένα πιθανό πλαίσιο επίλυσης του πολέμου με τη Ρωσία, δηλώνοντας: «Τα πράγματα φαίνονται αξιόλογα, και εδώ είναι σημαντικό ότι αυτό είναι αποτέλεσμα της δουλειάς τόσο των δικών μας όσο και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Αυτό σημαίνει ότι βρισκόμαστε πολύ κοντά σε ένα πραγματικό αποτέλεσμα».

Διευκρίνισε ότι οι εργασίες γίνονται επί σχεδίου που προέκυψε μετά από αναθεώρηση της αρχικής πρότασης της Ουάσιγκτον, η οποία περιείχε πολλές παραχωρήσεις προς τη Ρωσία, σύμφωνα με τον ίδιο και Ευρωπαίους συμμάχους, και υπογράμμισε ότι έχουν ετοιμαστεί σχέδια που αφορούν τις εγγυήσεις ασφαλείας, την αποκατάσταση και το θεσμικό πλαίσιο τερματισμού του πολέμου. «Τα σημεία που συζητούνται στοχεύουν πραγματικά στον τερματισμό του πολέμου και στην ανάγκη αποτροπής μιας τρίτης ρωσικής εισβολής», δήλωσε, επισημαίνοντας την ανάγκη προστασίας των συμφερόντων της Ουκρανίας

Αντίθετα, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, σχολιάζοντας τις διαβουλεύσεις κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στη Φλόριντα, μίλησε για τη δυσκολία της κατάστασης: «Θα κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου για να τελειώσει ο πόλεμος… Όλοι έχουν κουραστεί από αυτόν τον πόλεμο».

Η Μόσχα επίσης διεμήνυσε ότι το Κρεμλίνο επιδιώκει μια σταθερή ειρήνη στην Ουκρανία. Ο Ρώσος υφυπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Ριαμπκόφ σημείωσε: «Ένα προσωρινό σχέδιο ανακωχής δεν πρόκειται να μας βοηθήσει να προχωρήσουμε. Δεν είμαστε υπέρ μιας προσωρινής κατάπαυσης του πυρός. Θέλουμε ένα σταθερό τέλος στις εχθροπραξίες, στο πλαίσιο μιας συμφωνίας που θα επιλύει τα βαθύτερα αίτια αυτής της σύγκρουσης και θα εγγυάται τη συνταγματική τάξη της Ρωσίας, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις αποφάσεις που έχουν λάβει τα τελευταία χρόνια οι κάτοικοι των εμπλεκόμενων περιοχών».

Ζελένσκι: Πολύ κοντά σε απτά αποτελέσματα για τον τερματισμό του πολέμου

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, δήλωσε στις 22 Δεκεμβρίου ότι οι διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη βρίσκονται πολύ κοντά στον στόχο του τερματισμού του πολέμου με τη Ρωσία.

«Όλα δείχνουν αρκετά αξιοπρεπή. Και είναι σημαντικό ότι αυτή είναι η δουλειά τόσο της δικής μας πλευράς όσο και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Αυτό δείχνει ότι είμαστε πολύ κοντά σε ένα πραγματικό αποτέλεσμα», επεσήμανε ο Ζελένσκι μιλώντας σε συγκέντρωση Ουκρανών διπλωματών. «Δεν είναι όλα ιδανικά, αλλά το σχέδιο υπάρχει. Το βασικό ‘πακέτο’ των εγγράφων είναι έτοιμο — αυτό είναι πολύ σημαντικό. Υπάρχουν κάποια ζητήματα για τα οποία εμείς δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι και είμαι βέβαιος ότι και η ρωσική πλευρά έχει τα δικά της θέματα», ανέφερε χαρακτηριστικά. Όπως είπε, στις διαπραγματεύσεις συζητείται ένα σχέδιο είκοσι (20) σημείων βασισμένο σε πρόταση της Ουάσιγκτον, την οποία η Ουκρανία και άλλοι Ευρωπαίοι θεώρησαν υπερβολικά ευνοϊκή για τη Ρωσία.

Στο βραδινό του διάγγελμα προς τον ουκρανικό λαό, ο Ζελένσκι τόνισε τη σημασία των κυρώσεων προς  τη Ρωσία, που θα την αναγκάσουν να εγκαταλείψει την επιθετική οδό. «Η μείωση στην τιμή του ρωσικού πετρελαίου, οι σκληρές παγκόσμιες κυρώσεις και η συνέχιση κάθε άλλης μορφής πίεσης είναι τα μέσα», τόνισε. «Ο Πούτιν συνεχίζει τον πόλεμο όσο έχει τα χρήματα να εξαγοράζει την αφοσίωση του περιβάλλοντός του και του ρωσικού πληθυσμού, ενώ παράλληλα χρηματοδοτεί τις δολοφονίες στο μέτωπο», υπογράμμισε ο Ουκρανός ηγέτης, προσθέτοντας πως «τον τελευταίο χρόνο, ήδη έχουν γίνει πολλά για να περιοριστούν τα διαθέσιμα ποσά προς τη ρωσική πολεμική μηχανή».

Στις συνομιλίες εξετάζονται επίσης εγγυήσεις ασφαλείας για την αποτροπή μελλοντικών ρωσικών επιθέσεων, καθώς και σχέδια για την ανοικοδόμηση της ουκρανικής οικονομίας ύστερα από τέσσερα χρόνια πολέμου. Ο Ζελένσκι αναφέρθηκε σε αυτές τις εγγυήσεις μέσω ανάρτησής του στην πλατφόρμα X, όπου τις προσδιόρισε ως εξής: διατήρηση ισχυρού και επαρκώς χρηματοδοτούμενου ουκρανικού στρατού 800.000 ατόμων, ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στήριξη από τη «Συμμαχία των Προθύμων» και νομικά δεσμευτικές εγγυήσεις ασφαλείας από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι Ουκρανοί διαπραγματευτές, υπό την ηγεσία του Ρουστέμ Ουμέροφ, μαζί με εκπροσώπους Ευρωπαϊκών συμμάχων, έχουν πραγματοποιήσει σειρά επαφών με Αμερικανούς αξιωματούχους, με το τελευταίο ραντεβού να λαμβάνει χώρα στο Μαϊάμι. Ο Ρώσος διαπραγματευτής Κιρίλ Ντμιτρίεφ, προσωπικός απεσταλμένος επενδύσεων του Πούτιν, πραγματοποιεί ξεχωριστές συνομιλίες με Αμερικανούς αξιωματούχους στην ίδια πόλη.

Επικεφαλής της αμερικανικής αποστολής είναι ο ειδικός απεσταλμένος Στηβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρός του Ντόναλντ Τραμπ. Ο πρόεδρος Τραμπ, ερωτηθείς σχετικά με την πρόοδο των συνομιλιών, δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι οι επαφές συνεχίζονται, προσθέτοντας ότι υπάρχει «τεράστιο μίσος» μεταξύ Πούτιν και Ζελένσκι. Σε ερώτηση για το αν έχει μιλήσει με κάποιον από τους δύο ηγέτες, απάντησε: «Θα κάνω ό,τι χρειάζεται για να τελειώσει ο πόλεμος. Το συμπέρασμά μου είναι πως όλοι έχουν κουραστεί από αυτόν τον πόλεμο. Όλοι είναι κουρασμένοι από αυτόν τον πόλεμο».

Η Μόσχα, από την άλλη, διαμηνύει πως επιδιώκει βιώσιμη ειρήνη στην Ουκρανία, σύμφωνα με ρεπορτάζ του ρωσικού πρακτορείου ειδήσεων TASS.

«Το σχέδιο προσωρινής κατάπαυσης πυρός δεν μας οδηγεί μπροστά», ανέφερε ο Ρώσος υφυπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Ριαμπκόφ. «Δεν ζητούμε μια προσωρινή κατάπαυση πυρός, ζητούμε βιώσιμο τερματισμό των εχθροπραξιών στο πλαίσιο μιας συμφωνίας που θα διασφαλίζει την επίλυση των θεμάτων που αποτελούν τη ‘ρίζα’ αυτής της σύγκρουσης και θα εγγυάται τη συνταγματική τάξη της Ρωσίας, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις αποφάσεις που έλαβαν οι πληθυσμοί των σχετικών περιοχών τα τελευταία χρόνια».

Σχολιάζοντας τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, ο Ριαμπκόφ αρνήθηκε να τοποθετηθεί αναφορικά με εκλογικές ημερομηνίες σε διάφορες χώρες. «Πρέπει να δουλεύουμε συγκεντρωμένα, και ακριβώς αυτό κάνουμε. Βάση του έργου μας αποτελούν όσα συζητήθηκαν τις τελευταίες ημέρες, ιδιαίτερα κατά τις συναντήσεις στη Φλόριντα, ενώ οι προδιαγραφές τους είχαν τεθεί αρχικώς από τους δύο προέδρους, στη συνάντηση που πραγματοποίησαν στο Άνκορατζ της Αλάσκας», υπογράμμισε.

Με πληροφορίες από το Reuters

Οι ιπποπόταμοι δεν είναι χοντροί· πρόκειται για παρεξήγηση

Οι ιπποπόταμοι συγκαταλέγονται στα πιο παρεξηγημένα ζώα του πλανήτη. Η εικόνα τους ως αργών, παχύσαρκων και σχεδόν αδέξιων πλασμάτων απέχει δραματικά από την πραγματικότητα. Κάτω από το ογκώδες εξωτερικό τους δεν κρύβεται λίπος, αλλά ένα εξαιρετικά αποδοτικό «σύστημα μάχης»: πυκνή μυϊκή μάζα, βαριά οστική δομή και ένα δέρμα σχεδιασμένο να αντέχει συνθήκες που θα ήταν απαγορευτικές για τα περισσότερα θηλαστικά.

Αυτό που πολλοί αντιλαμβάνονται ως παχυσαρκία είναι στην πραγματικότητα ένα σώμα σχεδόν εξ ολοκλήρου μυϊκό. Οι ιπποπόταμοι διαθέτουν ελάχιστο υποδόριο λίπος, σε πολύ μικρότερο ποσοστό από άλλα μεγάλα ζώα αντίστοιχου βάρους. Το δέρμα τους μπορεί να φτάσει τα έξι εκατοστά πάχος, λειτουργώντας ως φυσική πανοπλία, ενώ η υψηλή πυκνότητα του σώματός τους τούς καθιστά σχεδόν ανίκανους να επιπλέουν. Αντίθετα από ό,τι πιστεύεται, δεν κολυμπούν· κινούνται στον πυθμένα των ποταμών και των λιμνών, «τρέχοντας» κυριολεκτικά κάτω από το νερό.

Η κινητική τους ικανότητα είναι εντυπωσιακή. Στη στεριά μπορούν να αναπτύξουν ταχύτητα έως και 30–35 χιλιόμετρα την ώρα για μικρές αποστάσεις, καθιστώντας μάταιη κάθε ανθρώπινη προσπάθεια διαφυγής από άνθρωπο. Στο νερό, αξιοποιώντας τη μειωμένη επίδραση της βαρύτητας, προωθούνται με δυναμικά άλματα από τον πυθμένα, φτάνοντας ταχύτητες που αρκούν για να καταδιώξουν και να προλάβουν έναν κολυμβητή. Η εικόνα του δυσκίνητου ζώου καταρρέει πλήρως μπροστά σε αυτά τα δεδομένα.

Ακόμη πιο τρομακτική είναι η δύναμη της γνάθου τους. Το δάγκωμα ενός ιπποπόταμου υπολογίζεται στα 1.800–2.000 PSI, συγκρίσιμο με εκείνο μεγάλων κροκοδείλων. Οι τεράστιοι κυνόδοντές τους, που μπορούν να ξεπεράσουν τα 40 εκατοστά, δεν χρησιμοποιούνται για την τροφή — ο ιπποπόταμος είναι χορτοφάγος — αλλά ως όπλα κυριαρχίας και άμυνας. Το στόμα τους ανοίγει σε γωνία σχεδόν 180 μοιρών, μετατρέποντας κάθε σύγκρουση σε δυνητικά θανατηφόρο γεγονός.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η χαρακτηριστική κοκκινωπή ουσία που εκκρίνουν από το δέρμα τους, συχνά αποκαλούμενη λανθασμένα «αίμα ιδρώτα». Δεν πρόκειται ούτε για αίμα ούτε για ιδρώτα, αλλά για ένα διαφανές υγρό που οξειδώνεται και σκουραίνει με την έκθεσή του στον αέρα. Περιέχει ενώσεις με ισχυρή αντιβακτηριακή δράση και λειτουργεί ταυτόχρονα ως φυσικό αντηλιακό, προστατεύοντας το δέρμα τους από την υπεριώδη ακτινοβολία και τις μολύνσεις, σε ένα περιβάλλον πλούσιο σε παθογόνους οργανισμούς.

Περνούν το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας στο νερό, αποφεύγοντας την υπερθέρμανση και μειώνοντας τη μηχανική καταπόνηση του σώματος, ενώ τη νύχτα βγαίνουν στη στεριά για βοσκή. Παρά το τεράστιο μέγεθός τους, μπορούν να επιβιώσουν με σχετικά χαμηλής ποιότητας φυτική τροφή, χάρη στον αποδοτικό μεταβολισμό τους.

Πίσω από αυτή την άρτια προσαρμογή, κρύβεται ένας από τους πιο επικίνδυνους χαρακτήρες της αφρικανικής πανίδας. Οι ιπποπόταμοι είναι εξαιρετικά επιθετικοί και ευθύνονται για μεγάλο αριθμό θανατηφόρων επιθέσεων σε ανθρώπους κάθε χρόνο. Ο συνδυασμός δύναμης, ταχύτητας και απρόβλεπτης συμπεριφοράς τούς καθιστά πιο φονικούς, στατιστικά, ακόμη και από μεγάλους θηρευτές όπως τα λιοντάρια.

Ο ιπποπόταμος δεν είναι ένα «χοντρό» ζώο με αθώα όψη. Είναι μια εξαιρετικά αποδοτική μηχανή επιβίωσης, όπου η φύση συνδύασε μυϊκή ισχύ, ακραία αντοχή και επιθετικότητα σε έναν οργανισμό. Η παραπλανητική του εμφάνιση υπενθυμίζει ότι στη φύση, όπως και στη ζωή, οι πιο επικίνδυνες δυνάμεις συχνά κρύβονται πίσω από μια απατηλά ήπια επιφάνεια.

Εμπόριο ή παραγωγή; Ποιο είναι το DNA της Ελλάδας;

Συχνά η Ελλάδα περιγράφεται ως μια χώρα με διαχρονική κλίση προς το εμπόριο και τη ναυτιλία μάλλον παρά προς την εγχώρια παραγωγή με την έννοια της αυτάρκειας. Η αντίληψη αυτή δεν προκύπτει αυθαίρετα· έχει βαθιές ιστορικές ρίζες. Από την αρχαιότητα, οι Έλληνες έμαθαν να λειτουργούν μέσα σε ένα περιβάλλον περιορισμένων φυσικών πόρων, δύσκολου αναγλύφου και μικρών εύφορων εκτάσεων. Αντί να επιδιώξουν την πλήρη αυτάρκεια, που δεν ταίριαζε στη γεωγραφία τους, ανέπτυξαν δίκτυα εμπορίου, ναυσιπλοΐας και διακίνησης αγαθών, χτίζοντας ισχύ πάνω στη ροή και όχι στην κατοχή των μέσων παραγωγής.

Στην κλασική αρχαιότητα, αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές. Η Αθήνα, παρά την πολιτική και στρατιωτική της ισχύ, δεν μπορούσε να καλύψει τις διατροφικές της ανάγκες αποκλειστικά από την αττική γη. Η παραγωγή σιτηρών ήταν ανεπαρκής για τον πληθυσμό της πόλης-κράτους, γεγονός που την ανάγκασε να στηριχθεί σε συστηματικές εισαγωγές από περιοχές με υψηλή αγροτική απόδοση, όπως η Μαύρη Θάλασσα και η Αίγυπτος. Η εξασφάλιση αυτών των ροών δεν ήταν δευτερεύον ζήτημα αλλά κεντρικό στοιχείο στρατηγικής και επιβίωσης. Οι θαλάσσιες οδοί, τα λιμάνια και η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας ήταν ζωτικής σημασίας.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι αρχαίοι Έλληνες «δεν παρήγαγαν». Παρήγαγαν, αλλά με διαφορετική λογική. Εξειδικεύτηκαν σε προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, όπως το ελαιόλαδο, το κρασί, τα κεραμικά, η μεταλλουργία και η ναυπηγική. Αυτά τα προϊόντα δεν κάλυπταν μόνο εσωτερικές ανάγκες αλλά εξάγονταν, λειτουργώντας ως αντάλλαγμα για τις απαραίτητες εισαγωγές τροφίμων και πρώτων υλών. Ουσιαστικά, διαμορφώθηκε ένα μοντέλο όπου η οικονομική δύναμη δεν προερχόταν από την αυτάρκεια, αλλά από τη δυνατότητα διαμεσολάβησης, ανταλλαγής και ελέγχου των ροών.

Η έμφαση στο εμπόριο και στη ναυτική ισχύ ήταν συνεπώς προϊόν ρεαλισμού και όχι αδυναμίας. Οι Έλληνες κατάλαβαν νωρίς ότι η γεωγραφία τους τούς ωθούσε να είναι θαλασσινοί, έμποροι και διακινητές, όχι μεγάλοι γαιοκτήμονες ή κάτοχοι φέουδων. Αυτή η λογική διαπερνά αιώνες.

Με τη μετάβαση στη βυζαντινή περίοδο, το πλαίσιο αλλάζει. Οι Έλληνες πλέον αποτελούν τον βασικό κορμό μιας μεγάλης αυτοκρατορίας με εκτεταμένη ενδοχώρα. Η αγροτική παραγωγή αποκτά κεντρικό ρόλο, τόσο για τη διατροφή όσο και για τη φορολογική βάση του κράτους. Η οικονομία του Βυζαντίου στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη γεωργία και στην κατοχή γης, κάτι που διαφοροποιεί ριζικά την κατάσταση σε σχέση με τις πόλεις-κράτη της αρχαιότητας. Για πρώτη φορά, οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί έχουν στη διάθεσή τους μέσα παραγωγής σε μεγάλη κλίμακα.

Ωστόσο, ακόμη και τότε, το εμπόριο δεν παύει να είναι κομβικό. Η Κωνσταντινούπολη εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς κόμβους του κόσμου, ακριβώς επειδή βρίσκεται στο σταυροδρόμι Ευρώπης και Ασίας. Η διαφορά είναι ότι στο Βυζάντιο συνυπάρχουν δύο στοιχεία: παραγωγική ενδοχώρα και εμπορικός έλεγχος. Αυτό δεν αναιρεί την εμπορική ταυτότητα, απλώς τη συμπληρώνει.

Μετά την άλωση και κατά την οθωμανική περίοδο, το ελληνικό στοιχείο χάνει την πολιτική κυριαρχία αλλά διατηρεί και ενισχύει τον εμπορικό του ρόλο. Έλληνες έμποροι και ναυτικοί αναπτύσσουν ισχυρές παροικίες σε μεγάλα λιμάνια και εμπορικά κέντρα της Ευρώπης και της Ανατολής. Δημιουργούνται δίκτυα διασποράς που ελέγχουν διαμετακομιστικό εμπόριο, χρηματοδοτούν δραστηριότητες και συσσωρεύουν πλούτο και τεχνογνωσία.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η εμπλοκή των Ελλήνων στο σιτηρεμπόριο από τη Μαύρη Θάλασσα προς την Ευρώπη, ειδικά τον 18ο αιώνα. Η ναυτιλία γίνεται ξανά το μέσο μέσω του οποίου ο ελληνισμός αποκτά ισχύ, χωρίς να διαθέτει κρατική υπόσταση. Τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου πλουτίζουν από το εμπόριο και τη ναυτιλία· κατά την Επανάσταση του 1821, αυτή η οικονομική δύναμη μετατρέπεται σε πολιτική και στρατιωτική ισχύ.

Στη σύγχρονη εποχή, η συνέχεια είναι εντυπωσιακή. Παρά το μικρό μέγεθος της χώρας, η ελληνική ναυτιλία κατέχει παγκόσμια πρωταγωνιστική θέση. Ο ελληνόκτητος στόλος μεταφέρει ένα τεράστιο ποσοστό των παγκόσμιων θαλάσσιων φορτίων, ειδικά σε κρίσιμες κατηγορίες όπως ενέργεια, πρώτες ύλες και σιτηρά. Αυτό δίνει ουσιαστικό περιεχόμενο στη φράση «ελέγχουμε τις θάλασσες», όχι με στρατιωτικούς όρους, αλλά με όρους εμπορικής ροής.

Η ναυτιλία προσφέρει συνάλλαγμα, γεωοικονομική βαρύτητα και ένα ολόκληρο οικοσύστημα υπηρεσιών. Ταυτόχρονα, μειώνει τον κίνδυνο εφοδιαστικής απομόνωσης: η Ελλάδα είναι ενσωματωμένη βαθιά στις παγκόσμιες αγορές. Όμως, εδώ εμφανίζεται ένα κρίσιμο ερώτημα. Αρκεί αυτό; Μπορεί μια χώρα να στηρίζεται αποκλειστικά στο ότι μεταφέρει αγαθά, χωρίς να παράγει αξία;

Η απάντηση είναι σύνθετη. Η δυνατότητα εισαγωγών εξασφαλίζει επιβίωση, αλλά όχι απαραίτητα ευημερία. Η οικονομική ισχύς κρίνεται και από το τι παράγεις, τι εξάγεις και ποια θέση κατέχεις στην αλυσίδα αξίας. Εκεί ακριβώς εισέρχεται η συζήτηση για τη μεταποίηση και την υψηλή τεχνολογία.

Η μεταποίηση δεν σημαίνει επιστροφή σε ένα μοντέλο βαριάς βιομηχανίας ή μαζικής αγροτικής παραγωγής. Σημαίνει αξιοποίηση πρώτων υλών — εγχώριων ή εισαγόμενων — για τη δημιουργία προϊόντων υψηλότερης αξίας, με πιστοποίηση, ποιότητα και εξαγωγικό προσανατολισμό. Είναι μια λογική που ιστορικά ταιριάζει στην Ελλάδα.

Η υψηλή τεχνολογία, από την άλλη, βασίζεται στο ανθρώπινο κεφάλαιο και όχι στους φυσικούς πόρους. Σε έναν κόσμο όπου η γνώση, το λογισμικό, η καινοτομία και τα δεδομένα αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία, η Ελλάδα μπορεί να συμμετέχει χωρίς να χρειάζεται να αντιγράψει μοντέλα που δεν της ταιριάζουν.

Το να πει κανείς ότι «μόνο» αυτοί οι τομείς έχουν αξία ίσως είναι υπερβολή. Ο πρωτογενής τομέας, ο τουρισμός και βασικές παραγωγικές δραστηριότητες παραμένουν κρίσιμοι, ειδικά σε περιόδους κρίσεων. Όμως το κεντρικό επιχείρημα στέκει: η Ελλάδα δεν χρειάζεται να πιεστεί να γίνει κάτι που ποτέ δεν ήταν. Η ιστορική της ταυτότητα είναι αυτή του εμπόρου, του ναυτικού, του διαμεσολαβητή και, σήμερα, του παραγωγού γνώσης και εξειδικευμένης αξίας.

Το πραγματικό στοίχημα είναι η σύνθεση. Να χρησιμοποιηθεί η ναυτιλία και το εμπόριο ως πλατφόρμα και πολλαπλασιαστής, και πάνω σε αυτά να χτιστεί μεταποίηση και τεχνολογία. Όχι αυτάρκεια για λόγους ιδεολογίας, αλλά παραγωγή εκεί που έχει νόημα. Όχι μεμψιμοιρία για όσα δεν είμαστε, αλλά αξιοποίηση όσων διαχρονικά ξέρουμε να κάνουμε καλά.

Αυτό είναι ένα ρεαλιστικό ζητούμενο.

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.