Το Κρεμλίνο δήλωσε στις 26 Μαρτίου ότι δεν έχει σημειωθεί πρόοδος σε καίριες πτυχές της σύγκρουσης στην Ουκρανία, ωστόσο παραμένει ανοιχτό σε διάλογο. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, ανέφερε ότι η Ρωσία διατηρεί επαφές με τις Ηνωμένες Πολιτείες για την πιθανότητα περαιτέρω συνομιλιών.
«Παραμένουμε ανοιχτοί, βρισκόμαστε σε επαφή με τους Αμερικανούς και υπολογίζουμε ότι θα πραγματοποιηθεί ο επόμενος γύρος συνομιλιών μόλις το επιτρέψουν οι συνθήκες», δήλωσε ο Πεσκόφ. Η τελευταία συνάντηση ανάμεσα στις ρωσικές και ουκρανικές αντιπροσωπείες έγινε στη Γενεύη, με τη διαμεσολάβηση των ΗΠΑ, στις 17 Φεβρουαρίου.
Παράλληλα, ο Πεσκόφ διέψευσε δημοσίευμα άποψης των New York Times της 25ης Μαρτίου, σύμφωνα με το οποίο ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν είχε χάσει το ενδιαφέρον του για τις διαπραγματεύσεις μετά την έναρξη της επιχείρησης «Epic Fury» από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, στις 28 Φεβρουαρίου, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του Ιρανού ηγέτη, αγιατολλάχ Αλί Χαμενεΐ.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ. Μόσχα, 18 Φεβρουαρίου 2022. (Σεργκέι Γκουνέεφ/Sputnik/Κρεμλίνο μέσω Reuters)
Στο άρθρο, ο Ρώσος δημοσιογράφος Μιχαήλ Ζίγκαρ ανέφερε ότι ο Πούτιν δεχόταν έντονες πιέσεις να προσέλθει σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις με την Ουκρανία εξαιτίας της επιδείνωσης της ρωσικής οικονομίας. «Με ένα παράδοξο της ιστορίας, η έναρξη του πολέμου στο Ιράν ανέκοψε τις προοπτικές λήξης του πολέμου στην Ουκρανία, ακριβώς τη στιγμή που ο κος Πούτιν φαινόταν έτοιμος να εξετάσει [το ενδεχόμενο]», έγραφε ο Ζίγκαρ.
Ο Πεσκόφ απέρριψε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του δημοσιογράφου, τονίζοντας: «Πρόκειται για απολύτως ψευδή επινόηση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα». Σημείωσε επίσης ότι κατά τις προηγούμενες τριμερείς διαπραγματεύσεις είχε υπάρξει κάποια πρόοδος προς την κατεύθυνση της επίλυσης.
Σύμφωνα με τον σύμβουλο του Κρεμλίνου, Γιούρι Ουσακόφ, η κυβέρνηση Τραμπ είχε ενημερώσει τη ρωσική πλευρά για τις τελευταίες συνομιλίες ουκρανικής αντιπροσωπείας στη Φλόριντα, στις 21 Μαρτίου. Η Epoch Times απηύθυνε ερώτημα στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, χωρίς να έχει λάβει απάντηση μέχρι τη δημοσίευση του ρεπορτάζ.
Εν τω μεταξύ, η Ρωσία συνεχίζει να ασκεί στρατιωτική πίεση στην Ουκρανία. Η ουκρανική Πολεμική Αεροπορία ανακοίνωσε στις 24 Μαρτίου ότι η Ρωσία εξαπέλυσε 400 μη επανδρωμένα μακράς εμβέλειας κατά διαφόρων στόχων στην Ουκρανία μέσα στη νύχτα. Ο επικεφαλής των ουκρανικών Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Ολεξάντρ Σίρσκι, ανέφερε στις 23 Μαρτίου ότι οι ρωσικές δυνάμεις προέβησαν σε 619 επιθέσεις μέσα σε διάστημα τεσσάρων ημερών.
Ο Σίρσκι υπογράμμισε: «Χάρη στις επαγγελματικές και συντονισμένες ενέργειες των Ουκρανών στρατιωτών, οι επιθετικές ενέργειες του εχθρού ανακόπηκαν σε πολλά μέτωπα», προσθέτοντας ότι συνεχίζονται σφοδρές μάχες σε ορισμένες περιοχές, ενώ οι ρωσικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να ανασυγκροτηθούν.
Το Κίεβο αναμένει πιθανή εαρινή αντεπίθεση της Ρωσίας, καθώς βελτιώνονται οι καιρικές συνθήκες.
Εργάτες τοποθετούν αντιδρονικά δίχτυα στους δρόμους της Ντρουζκίβκα. Ουκρανία, 2 Μαρτίου 2026. (Chris McGrath/Getty Images)
Στις 26 Μαρτίου 2026, οι τοπικές αρχές της περιοχής Μπέλγκοροντ ισχυρίστηκαν ότι η Ουκρανία εξαπέλυσε περίπου 170 μη επανδρωμένα κατά της περιοχής το τελευταίο 24ωρο, σύμφωνα με το επίσημο πρακτορείο ειδήσεων TASS.
Ο περιφερειάρχης Βιατσεσλάβ Γκλάντκοφ ανέφερε ότι ουκρανικά χτυπήματα με μη επανδρωμένα προκάλεσαν δύο θανάτους στις 25 Μαρτίου: ενός 18χρονου σε μοτοσικλέτα σε χωριό κοντά στα σύνορα, καθώς και μιας γυναίκας μέσα στο αυτοκίνητό της στην πόλη Γκραϊβορόν. Επιπλέον, πρόσφατος βομβαρδισμός δημόσιου κτιρίου στην πόλη Μπέλγκοροντ από ουκρανικές δυνάμεις είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους τέσσερις πολίτες.
Ο πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ ανακοίνωσε ότι η Πολωνία θα μειώσει τον ΦΠΑ στα καύσιμα από 23% σε 8% και θα περιορίσει τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στο ελάχιστο που επιτρέπεται από τους κανόνες της ΕΕ, προκειμένου να αντιμετωπίσει την άνοδο των τιμών που συνδέεται με τον πόλεμο στον Κόλπο.
Μιλώντας πριν από έκτακτη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου την Πέμπτη, ο Τουσκ δήλωσε επίσης ότι η κυβέρνηση θα εισαγάγει ανώτατες τιμές λιανικής για τα καύσιμα, με την προσδοκία ότι οι τιμές θα μειωθούν έως και κατά 1,20 ζλότι (€0,28) ανά λίτρο.
Ο πρωθυπουργός πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση θα μειώσει τους φόρους καυσίμων σε 29 γρόσια (€0,068) ανά λίτρο για τη βενζίνη και 28 γρόσια (€0,066) για το ντίζελ. Όπως ανέφερε, στο πλαίσιο των σχεδίων, ο υπουργός Ενέργειας θα καθορίζει καθημερινά τη μέγιστη επιτρεπόμενη τιμή καυσίμων ανά λίτρο.
Ο Τουσκ είπε ότι το κοινοβούλιο αναμένεται να εγκρίνει τη σχετική νομοθεσία την Παρασκευή, ώστε το νομοσχέδιο να αποσταλεί στον πρόεδρο για υπογραφή την ίδια ημέρα.
Αναταραχή στις αγορές
Από τότε που το Ισραήλ και οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν επιθέσεις κατά του Ιράν στις 29 Φεβρουαρίου, οι παγκόσμιες ενεργειακές αγορές βρίσκονται σε αναταραχή και η τιμή του πετρελαίου έχει εκτοξευθεί έως και 120 δολάρια/βαρέλι.
Η αύξηση του κόστους του αργού πετρελαίου έχει επηρεάσει τις τιμές στα πρατήρια παγκοσμίως, με το ντίζελ να κοστίζει περίπου 28% περισσότερο στην Πολωνία σε σχέση με πριν από τον πόλεμο, ενώ η βενζίνη έχει αυξηθεί περισσότερο από 17%.
Οι μειώσεις ΦΠΑ που ανακοινώθηκαν την Πέμπτη αναμένεται από μόνες τους να ρίξουν την τιμή του ντίζελ από τα 8,69 ζλότι (€2,04) στα 7,63 ζλότι (€1,79), σύμφωνα με το wnp.pl, έναν κορυφαίο οικονομικό ιστότοπο που εστιάζει στον ενεργειακό τομέα.
Αντίστοιχα, ένα λίτρο απλής (95 οκτανίων) βενζίνης εκτιμάται ότι θα μειωθεί από 7,14 ζλότι (€1,67) σε 6,27 (€1,47).
Η μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης θα επιφέρει επιπλέον μειώσεις κατά 15 γρόσια ανά λίτρο για το ντίζελ και 16 γρόσια για τη βενζίνη. Ωστόσο, η τελική τιμή θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την τιμή του αργού πετρελαίου ανά βαρέλι.
Η τιμή αυτή παραμένει υψηλή και χαρακτηρίζεται από έντονη μεταβλητότητα, καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή εξελίσσεται απρόβλεπτα.
Μεγάλο μέρος της πρόσφατης αύξησης των τιμών οφείλεται στο γεγονός ότι χιλιάδες δεξαμενόπλοια έχουν εγκλωβιστεί στον Κόλπο λόγω αποκλεισμού από το Ιράν, που πλήττει πλοία στα Στενά του Ορμούζ, ένα κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα που συνδέει τον Περσικό Κόλπο με τον Κόλπο του Ομάν και την Αραβική Θάλασσα. Καθώς από το Ορμούζ διέρχεται έως και το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, το κλείσιμο του πορθμού ασκεί έντονες πιέσεις στις τιμές.
Πρόσφατες κινήσεις των ΗΠΑ και άλλων χωρών για το άνοιγμα της θαλάσσιας οδού έχουν ενισχύσει την αισιοδοξία, ωστόσο οι αναλυτές προειδοποιούν ότι ακόμη και αν το Ορμούζ επανέλθει σε κανονική λειτουργία, η παγκόσμια αγορά θα χρειαστεί χρόνο για να σταθεροποιηθεί.
Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ υιοθέτησε στις 25 Μαρτίου ψήφισμα που χαρακτηρίζει το δουλεμπόριο Αφρικανών ως το «βαρύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας» και ζητά αποζημιώσεις.
Κατά την ψηφοφορία στην έδρα του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, 123 χώρες ψήφισαν υπέρ, ενώ μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και η Αργεντινή καταψήφισαν.
Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ολλανδία — χώρες που είχαν σημαντική εμπλοκή στο δουλεμπόριο κατά τον 17ο, 18ο και 19ο αιώνα — συγκαταλέγονταν στις 52 που απείχαν. Τα ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης, σε αντίθεση με εκείνα του Συμβουλίου Ασφαλείας, δεν είναι νομικά δεσμευτικά.
Το ψήφισμα, που κατατέθηκε από την Γκάνα, αναφέρει ότι το δουλεμπόριο Αφρικανών και το σύστημα δουλείας που βασιζόταν σε φυλετικά κριτήρια εις βάρος των Αφρικανών συνιστούν το βαρύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, επισημαίνοντας ότι τα αιτήματα για αποζημιώσεις αποτελούν συγκεκριμένο βήμα για την αποκατάσταση ιστορικών αδικιών εις βάρος των Αφρικανών και των ανθρώπων αφρικανικής καταγωγής.
Ο πρόεδρος της Γκάνας, Τζον Ντραμάνι Μαχάμα, που συνέβαλε στη διαμόρφωση του ψηφίσματος, ανέφερε ότι εκτιμάται πως περίπου 13 εκατομμύρια άνδρες, γυναίκες και παιδιά από την Αφρική υποδουλώθηκαν κατά τη διάρκεια αρκετών αιώνων.
Στο κείμενο επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, τα κράτη φέρουν ευθύνη για διεθνώς παράνομες πράξεις και έχουν την υποχρέωση να παύσουν την πράξη εφ’ όσον συνεχίζεται, να παράσχουν κατάλληλες διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις μη επανάληψης όπου απαιτείται, και να προβούν σε πλήρη αποκατάσταση της ζημίας, η οποία μπορεί να λάβει τη μορφή αποκατάστασης, αποζημίωσης ή ικανοποίησης, είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό.
Ο αναπληρωτής πρέσβης των ΗΠΑ στον ΟΗΕ, Νταν Νεγκρέα, δήλωσε πριν από την ψηφοφορία ότι το κείμενο του ψηφίσματος είναι εξαιρετικά προβληματικό σε πολλαπλά επίπεδα, επισημαίνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αναγνωρίζουν νομικό δικαίωμα σε αποζημιώσεις για ιστορικές πράξεις που δεν ήταν παράνομες σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο κατά τον χρόνο που συνέβησαν. Προσέθεσε δε ότι οι ΗΠΑ αντιτίθενται έντονα στην προσπάθεια του ψηφίσματος να ιεραρχήσει τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τονίζοντας ότι η άποψη πως ορισμένα τέτοια εγκλήματα είναι λιγότερο σοβαρά από άλλα υποβαθμίζει αντικειμενικά τον πόνο αμέτρητων θυμάτων και επιζώντων άλλων φρικαλεοτήτων στην ιστορία. Όπως σημείωσε, οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν να υπενθυμίσουν εκ νέου πως ο ΟΗΕ υπάρχει για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας και όχι για την προώθηση στενών επιμέρους συμφερόντων και πολιτικών, τη θέσπιση εξειδικευμένων διεθνών ημερών ή τη δημιουργία νέων, δαπανηρών υποχρεώσεων συνεδριάσεων και αναφορών.
Η Βρετανική Αυτοκρατορία είχε έντονη εμπλοκή στο δουλεμπόριο. Το Ηνωμένο Βασίλειο ψήφισε νόμο για την κατάργηση του δουλεμπορίου το 1807, ωστόσο, σύμφωνα με το βρετανικό Κοινοβούλιο, οι σκλάβοι στις αποικίες (με εξαίρεση περιοχές υπό τη διοίκηση της Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών) δεν απελευθερώθηκαν έως το 1838, και αυτό μόνο αφότου αποζημιώθηκαν οι ιδιοκτήτες τους και όχι οι ίδιοι οι σκλάβοι.
Την περίοδο εκείνη, το Ηνωμένο Βασίλειο δανείστηκε 20 εκατομμύρια λίρες — ποσό που αντιστοιχεί σε 2,2 δισεκατομμύρια λίρες το 2026 — για να αποζημιώσει τους ιδιοκτήτες σκλάβων, με το χρέος να εξοφλείται το 2014.
Ο Τζέιμς Καριούκι, επιτετραμμένος της βρετανικής αποστολής στον ΟΗΕ, ανέφερε σε δήλωσή του στις 25 Μαρτίου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει επανειλημμένα αναγνωρίσει την αποτρόπαια φύση της δουλείας και του διατλαντικού δουλεμπορίου, το οποίο προκάλεσε ανείπωτη βλάβη και δυστυχία σε εκατομμύρια ανθρώπους επί πολλές δεκαετίες, προσθέτοντας ότι οι φρικαλεότητές του ήταν βαθιές και η κληρονομιά του εξακολουθεί να αφήνει βαθιά τραύματα μέχρι σήμερα. Παρατήρησε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο διαφωνεί με βασικές θέσεις του κειμένου και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να το υπερψηφίσει, και τόνισε ότι δεν πρέπει να δημιουργείται ιεράρχηση ιστορικών φρικαλεοτήτων, επισημαίνοντας πως καμία από τις αναγνωρισμένες πηγές του Διεθνούς Δικαίου, όπως ορίζονται στο άρθρο 38 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου, δεν προσδιορίζει απαγόρευση της δουλείας και του δουλεμπορίου πριν από τον 20ό αιώνα.
Και τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης απείχαν από την ψηφοφορία, με την αναπληρώτρια πρέσβη της Κύπρου στον ΟΗΕ, Γαβριέλλα Μιχαηλίδου, να δηλώνει εκ μέρους της ΕΕ ότι το ψήφισμα περιλαμβάνει μια ανισόρροπη ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων.
Ο Μαχάμα, ο οποίος εξελέγη το 2024, επεσήμανε ότι η ψηφοφορία πραγματοποιήθηκε κατά την Παγκόσμια Ημέρα Μνήμης των Θυμάτων της Δουλείας και του Διατλαντικού Δουλεμπορίου. Πριν από την ψηφοφορία, ανέφερε ότι το ψήφισμα λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι στη λήθη, προσθέτοντας ότι πρέπει να καταγραφεί πως οι χώρες έπραξαν το σωστό για τη μνήμη των εκατομμυρίων που υπέστησαν την ταπείνωση της δουλείας.
Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, ο οποίος πρόκειται να αποχωρήσει από τη θέση του εντός του έτους, δήλωσε ότι χαιρετίζει τα βήματα ορισμένων χωρών να ζητήσουν συγγνώμη για τον ρόλο τους στην πρακτική της δουλείας, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι απαιτούνται πολύ πιο τολμηρές ενέργειες από πολύ περισσότερα κράτη, συμπεριλαμβανομένων δεσμεύσεων για σεβασμό της κυριότητας των αφρικανικών χωρών επί των φυσικών τους πόρων.
Το Ανώτατο Δικαστήριο της Φινλανδίας εξέδωσε απόφαση σύμφωνα με την οποία ένα φυλλάδιο του 2004, που εξηγεί τις παραδοσιακές χριστιανικές αντιλήψεις για το σεξ και τον γάμο, συνιστά «λόγο μίσους». Η απόφαση, που εκδόθηκε στις 26 Μαρτίου, επέφερε την επιβολή προστίμων σε μία βουλευτή, έναν επίσκοπο της Λουθηρανικής Εκκλησίας και ένα εκκλησιαστικό ίδρυμα, προκαλώντας έντονο διάλογο σχετικά με την προστασία της ελευθερίας λόγου.
Η υπόθεση αφορά τη βουλευτή και πρώην υπουργό Εσωτερικών Πάιβι Ρασάνεν, με το δικαστήριο να εκδίδει διχασμένη απόφαση. Η Ρασάνεν απαλλάχθηκε για ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης του 2019, στην οποία παρέθετε απόσπασμα της Αγίας Γραφής, καταδικάστηκε ωστόσο για δηλώσεις που περιλαμβάνονται στο εκκλησιαστικό φυλλάδιο, το οποίο δημοσιεύθηκε πριν από είκοσι δύο χρόνια. Σημειώνεται ότι η φινλανδική νομοθεσία επιτρέπει στους εισαγγελείς να ασκήσουν έφεση κατά απαλλακτικών αποφάσεων.
Η καταδίκη αφορά τη διακίνηση κειμένου που κρίθηκε προσβλητικό για κοινωνική ομάδα. Με τη στήριξη της νομικής οργάνωσης ADF International, η υπόθεση έχει αναδειχθεί σε σημείο αναφοράς για τη συζήτηση γύρω από τα όρια της νομοθεσίας περί λόγου μίσους και την έκφραση θρησκευτικών πεποιθήσεων στην Ευρώπη.
Μετά από την ανακοίνωση της απόφασης, η Ρασάνεν εξέφρασε την απογοήτευσή της, δηλώνοντας ότι «η απόφαση είναι δύσκολη και απογοητευτικά αμφίσημη», προειδοποιώντας ότι εντείνει την αβεβαιότητα γύρω από τις θεμελιώδεις ελευθερίες και ότι «στέλνει ένα ανησυχητικό και αντιφατικό μήνυμα για την κατάσταση των βασικών ελευθεριών στη Φινλανδία».
Το δικαστήριο έκρινε ότι συγκεκριμένες διατυπώσεις του φυλλαδίου του 2004 — με στόχο την παρουσίαση της παραδοσιακής χριστιανικής άποψης για τον γάμο και τη σεξουαλικότητα — συνιστούν αξιόποινη εξύβριση, σύμφωνα με τη φινλανδική νομοθεσία περί λόγου μίσους.
Η καταδίκη περιλαμβάνει 1.800 ευρώ για τη Ρασάνεν, 1.100 ευρώ για τον επίσκοπο Γιουχάνα Πογιόλα και περίπου 5.000 ευρώ για το εκκλησιαστικό ίδρυμα που εξέδωσε το φυλλάδιο, σύμφωνα με τον συνήγορο υπεράσπισης Μάττι Σάνκαμο, ο οποίος ανέφερε πως τα τμήματα του φυλλαδίου που κρίθηκαν παράνομα θα πρέπει να αποσυρθούν.
Της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου είχαν προηγηθεί δύο απαλλακτικές αποφάσεις κατώτερων δικαστηρίων για τη Ρασάνεν, στοιχείο που ανέδειξε το χάσμα εντός της φινλανδικής δικαιοσύνης. Νομικοί παρατηρητές τόνισαν ότι η απόφαση ελήφθη με οριακή πλειοψηφία, γεγονός που υπογραμμίζει το αμφιλεγόμενο της υπόθεσης.
Η εισαγγελική αρχή υποστήριξε ότι ορισμένες διατυπώσεις του φυλλαδίου, συμπεριλαμβανομένης της άποψης πως η ομοφυλοφιλία αποτελεί ψυχοσεξουαλική διαταραχή, πληρούν τις προϋποθέσεις ποινικής ευθύνης. Αντιθέτως, η υπεράσπιση αντέτεινε πως το φυλλάδιο πρέπει να αξιολογηθεί στο σύνολό του, εντός του θρησκευτικού και ιστορικού πλαισίου και όχι απομονώνοντας επιμέρους αποσπάσματα.
Η Ρασάνεν υπογράμμισε ότι η δίωξη υλικού από περασμένες δεκαετίες εγείρει σοβαρότερους προβληματισμούς, δηλώνοντας: «Αυτή η υπόθεση δεν αφορούσε ποτέ μόνο εμένα. Είχε πάντα να κάνει με το αν η Φινλανδία θα παραμείνει χώρα όπου οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να μιλούν, να γράφουν και να ζουν κατά συνείδηση, χωρίς φόβο ή ποινική δίωξη».
Οι νομικοί επεσήμαναν πως η απόφαση βασίζεται σε διάταξη του φινλανδικού ποινικού κώδικα η οποία απαγορεύει εκφράσεις που απειλούν, συκοφαντούν ή προσβάλλουν ομάδες λόγω προστατευόμενων χαρακτηριστικών. Υποστηρικτές της Ράσνεν τόνισαν ότι το κριτήριο για την προσβολή είναι ασαφές και επιδέχεται ερμηνειών.
Ο Πωλ Κόλμαν, διευθυντής της ADF International και μέλος της νομικής ομάδας της Ρασάνεν, σχολίασε: «Το θέμα αναδεικνύει πως αυτοί οι ασαφείς και υποκειμενικοί νόμοι μπορούν να ερμηνευτούν κατά το δοκούν», υπογραμμίζοντας ότι διαφορετικοί δικαστές κατέληξαν σε αντίθετα συμπεράσματα για το ίδιο υλικό.
Η υπόθεση εκκίνησε όταν η Ρασάνεν επέκρινε, με ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το 2019, τη στήριξη της Εκκλησίας της σε διοργάνωση υπέρ των ΛΟΑΤΚΙ, περιλαμβάνοντας σχετική βιβλική φράση. Η ανάρτηση αποτέλεσε αφορμή για αστυνομική έρευνα και κατηγορίες εναντίον της, με τις περισσότερες να καταπέφτουν αργότερα. Το Ανώτατο Δικαστήριο διατήρησε μόνο τις καταδίκες που σχετίζονται με το φυλλάδιο.
Ο Κόλμαν προειδοποίησε πως η απόφαση πιθανόν να διευρύνει το όριο τού τι θεωρείται παράνομος λόγος, δηλώνοντας: «Οι νόμοι αυτοί θεσπίστηκαν αρχικά για ακραία κηρύγματα που οδηγούν σε βία. Τώρα, βλέπουμε να επεκτείνονται σε τομείς όπως οι θεολογικές αντιπαραθέσεις». Το δικαστήριο δεν διαπίστωσε υποκίνηση σε βία ή μίσος, έκρινε ωστόσο ότι συγκεκριμένα αποσπάσματα του φυλλαδίου παραμένουν προσβλητικά με βάση τον νόμο.
Μετά την καταδίκη, η Ρασάνεν εξετάζει το ενδεχόμενο προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, γεγονός που υποδηλώνει ότι η υπόθεση δύσκολα θα κλείσει σύντομα και θα συνεχίσει να προκαλεί συζήτηση για την ελευθερία της έκφρασης και τη θρησκευτική ελευθερία. Διαμηνύει ότι είναι «σωστό και αναγκαίο να μιλά κανείς ανοιχτά για τις πεποιθήσεις του» και, παρά την καταδικαστική απόφαση, δηλώνει αποφασισμένη να συνεχίσει να εκφράζει δημόσια τις θέσεις της και να υπηρετεί το κοινοβούλιο, επισημαίνοντας τη στήριξη συναδέλφων από όλο το φάσμα, ακόμη και από όσους διαφωνούν με τις απόψεις της.
Η τσεχική αστυνομία συνέλαβε τρία άτομα, ανάμεσά τους Αμερικανούς και Τσέχους υπηκόους, μετά από εμπρηστική επίθεση που σημειώθηκε στις 20 Μαρτίου σε βιομηχανικό συγκρότημα drone. Οι ύποπτοι κατηγορούνται για τέλεση τρομοκρατικής ενέργειας και συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση, ενώ οι εισαγγελικές αρχές αιτήθηκαν την προφυλάκισή τους στη Δημοκρατία της Τσεχίας.
«Μπορούμε να επιβεβαιώσουμε τη σύλληψη τριών υπόπτων για τον εκ προθέσεως εμπρησμό κτηρίου», ανέφερε η τσεχική αστυνομία σε ανάρτησή της στη διαδικτυακή πλατφόρμα X στις 24 Μαρτίου. Οι αρχές ξεκίνησαν έρευνα για τη φωτιά που εκδηλώθηκε τη νύχτα σε βιομηχανικό συγκρότημα drone, εξετάζοντάς τη ως πιθανή εσκεμμένη επίθεση.
Την ημέρα του περιστατικού, η LPP Holding, με έδρα την Παρντουμπίτσε–περίπου 100 χιλιόμετρα ανατολικά της Πράγας–, είχε αναφέρει ότι εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε μία από τις εγκαταστάσεις της τα ξημερώματα. Η LPP Holding ειδικεύεται στην ανάπτυξη drones και μη επανδρωμένων εναέριων και χερσαίων οχημάτων με αυτόνομη πλοήγηση, καθώς και σε συστήματα C4, αεροηλεκτρονικά και τεχνητή νοημοσύνη για αναγνώριση προσώπων και αντικειμένων.
Μεταξύ των συλληφθέντων βρίσκονται υπήκοοι της Τσεχίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, σύμφωνα με την αστυνομία. Όπως τόνισε η ίδια, «το ένα άτομο συνελήφθη χάρη στην εξαιρετική συνεργασία με τους Σλοβάκους συναδέλφους μας και τις εισαγγελικές αρχές στη Σλοβακία. Οι άλλοι δύο συνελήφθησαν στην επικράτειά μας». Οι ύποπτοι δεν έχουν δημοσιοποιηθεί.
Ακροαριστερή ομάδα διαμαρτυρίας ανήρτησε στις 20 Μαρτίου στο Telegram ότι έβαλε φωτιά σε σημαντική βιομηχανική μονάδα, ισχυριζόμενη ότι η LPP Holding διατηρεί σχέσεις με το Ισραήλ. Η ομάδα, που αυτοαποκαλείται «Facción Terremoto» παρουσιάστηκε ως διεθνιστικό υπόγειο δίκτυο που στοχεύει κρίσιμες εγκαταστάσεις «κρίσιμες για τη σιωνιστική οντότητα».
Ο γενικός εισαγγελέας Ζντένεκ Στεπάνεκ δήλωσε στην τσεχική ιστοσελίδα Denik N. στις 24 Μαρτίου: «Το επικρατέστερο σενάριο αυτή τη στιγμή είναι αυτό που δήλωσαν οι ίδιοι οι δράστες». Η αστυνομία είχε ανακοινώσει αρχικά ότι ερευνούσε αν η πυρκαγιά ήταν εσκεμμένη και εξέταζε δημόσιους ισχυρισμούς για εμπλοκή συγκεκριμένης ομάδας, χωρίς να την κατονομάζει.
Το 2023, η ισραηλινή εταιρεία αμυντικής τεχνολογίας Elbit Systems είχε ανακοινώσει σχέδια δημιουργίας κέντρου τεχνολογίας drone στην Τσεχία σε συνεργασία με την LPP. Ο πολιτικός επιστήμονας και ειδικός στην αντιμετώπιση εξτρεμισμού, Μίροσλαβ Μάρας, σχολίασε στις 26 Μαρτίου: «Δεν προκαλεί έκπληξη. Το ριζοσπαστικό φιλοπαλαιστινιακό φάσμα υπάρχει εδώ και χρόνια».
Υπενθύμισε ότι διαδηλωτές είχαν οργανωθεί και κινητοποιηθεί σε δημόσιους χώρους και διάφορες διαμαρτυρίες, όπως, όταν περίπου 30 διαδηλωτές κρατώντας παλαιστινιακές σημαίες μπλόκαραν τη διέλευση τραμ στο κέντρο της Πράγας τον Μάρτιο του 2025. Η αστυνομία, συμπεριλαμβανομένων δυνάμεων καταστολής, επενέβη και συνέλαβε 17 διαμαρτυρόμενους.
Ο Μάρας πρόσθεσε: «Δεν με εξέπληξε το γεγονός ότι ορισμένοι προχώρησαν σε μαχητική δράση κατά όσων θεωρούσαν ότι συνεργάζονται με την ισραηλινή Elbit Systems».
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Elbit Systems, βασικός προμηθευτής του Υπουργείου Άμυνας, έχει επίσης αποτελέσει στόχο σχετικών ομάδων. Η οργάνωση Palestine Action υιοθετεί στρατηγική καταστροφών με στόχο το κλείσιμο των ισραηλινών αμυντικών βιομηχανιών στη Βρετανία.
Το 2024, ακτιβιστές συνεργάστηκαν με περιβαλλοντική οργάνωση με την ονομασία Shut the System για να πραγματοποιήσουν επιθέσεις σε 20 υποκαταστήματα της τράπεζας Barclays, προκαλώντας φθορές.
Το 2024, ο λόρδος Γουόλνι, κυβερνητικός σύμβουλος για την πολιτική βία και τις διαταραχές, εξέφρασε ανησυχία μέσω X, τονίζοντας ότι οι ακροαριστεροί εξτρεμιστές επιδιώκουν να υπονομεύσουν τις δημοκρατικές αρχές χρησιμοποιώντας εγκληματικές τακτικές.
Όπως ανέφερε: «Και τα δύο κόμματα, Εργατικοί και Συντηρητικοί, θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τα πορίσματά του για την πολιτική βία… Η ακραία διαμαρτυρόμενη οργάνωση Palestine Action δηλώνει σήμερα ότι στοχεύει περίπου 20 καταστήματα Barclays. Η εγκληματική τους δολιοφθορά είναι σήμερα εμφανής».
Το 2022, ακτιβιστές είχαν στοχοποιήσει το αμυντικό εργοστάσιο Thales στη Γλασκώβη, προκαλώντας ζημιές άνω του 1 εκατ. λιρών. Στις 20 Ιουνίου 2025, δύο άτομα έβαψαν με κόκκινο χρώμα αεροσκάφη Voyager στη βάση RAF Μπράιζ Νόρτον –τη μεγαλύτερη αεροπορική βάση της χώρας.
Η ομάδα Palestine Action κηρύχθηκε επισήμως τρομοκρατική οργάνωση τον Ιούλιο του 2025, σύμφωνα με τον Αντιτρομοκρατικό Νόμο του 2000 –με τη συμμετοχή ή στήριξη να τιμωρείται με ποινές έως και 14 ετών κάθειρξης. Αυτό την έφερε νομικά στην ίδια κατηγορία με το Ισλαμικό Κράτος και την Αλ Κάιντα.
Ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου έκρινε στις 13 Φεβρουαρίου ότι η απόφαση της κυβέρνησης να χαρακτηρίσει την Palestine Action τρομοκρατική οργάνωση ήταν άκυρη.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στις 26 Μαρτίου ότι το Ιράν προσέφερε στις Ηνωμένες Πολιτείες ένα «δώρο», αποστέλλοντας αρκετά πλοία με πετρέλαιο. «Για να δείξουν πως είναι σοβαροί και αξιόπιστοι, το Ιράν είχε σχεδιάσει να στείλει οκτώ μεγάλα δεξαμενόπλοια με πετρέλαιο», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Τραμπ.
Κατά τη διάρκεια συνεδρίασης του υπουργικού συμβουλίου, ο Τραμπ επανέλαβε ότι η κυβέρνησή του βρίσκεται σε ουσιαστικές συνομιλίες με την Τεχεράνη για την επίλυση της κρίσης. «Ιρανοί αξιωματούχοι χάρισαν στις Ηνωμένες Πολιτείες δέκα πλοία με αργό πετρέλαιο για να αποδείξουν τη σοβαρότητά τους κατά τις διαπραγματεύσεις. Νομίζω πως διαπραγματευόμαστε με τους κατάλληλους ανθρώπους», συμπλήρωσε. Μερικές ημέρες πριν, ο Τραμπ είχε υπαινιχθεί ότι η Τεχεράνη προσφέρει στις ΗΠΑ ένα πολύτιμο «δώρο», σχετικό με πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Σύμφωνα με το ναυτιλιακό πρακτορείο πληροφοριών Lloyd’s List, τις τελευταίες ημέρες το Ιράν εφαρμόζει ένα καθεστώς υποβολής εγγράφων και ελέγχου για τη διέλευση πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ. Σε ορισμένες περιπτώσεις, σημειώνεται ότι το Σώμα των Φρουρών της Επαναστάσεως της Ισλαμικής Δημοκρατίας εισπράττει τέλος διέλευσης. Ανάλυση των στοιχείων του Lloyd’s List δείχνει ότι τουλάχιστον δεκαέξι (16) πλοία έχουν διασχίσει το Ορμούζ από την Παρασκευή, σύμφωνα με έκθεση της 25ης Μαρτίου. Δεκατρία πλοία κατευθύνθηκαν ανατολικά, φεύγοντας από τον Περσικό Κόλπο, ενώ τρία μπήκαν πλέοντας προς δυσμάς. Παραμένει ασαφές αν η αναφορά του Τραμπ στα δέκα δεξαμενόπλοια σχετίζεται με αυτή τη ροή.
Οι δηλώσεις αυτές έγιναν λίγες ώρες αφότου ο Τραμπ έγραψε στο Truth Social: «Θα είναι καλό να σοβαρευτούν οι ηγέτες του Ιράν πριν να είναι αργά. […] Οι Ιρανοί διαπραγματευτές είναι πολύ διαφορετικοί και παράξενοι. Παρακαλούν να κάνουμε συμφωνία — όπως θα έπρεπε, μιας και έχουν υποστεί ολοκληρωτική στρατιωτική συντριβή, χωρίς καμία ελπίδα αντεπίθεσης — αλλά δημόσια δηλώνουν πως απλώς εξετάζουν την πρότασή μας. Σφάλμα».
Ο ειδικός απεσταλμένος Στηβ Γουίτκοφ επιβεβαίωσε, κατά τη συνεδρίαση, πως παρέδωσε στην Τεχεράνη πρόταση δεκαπέντε σημείων με στόχο τον τερματισμό των εχθροπραξιών.
Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ εξέφρασε την εκτίμηση ότι οι τιμές της ενέργειας θα αποκλιμακωθούν όταν αποκατασταθεί η ναυσιπλοΐα στη ζωτικής σημασίας θαλάσσια αρτηρία ανάμεσα στο Ιράν και το Ομάν. «Περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και προϊόντων διέρχονται ημερησίως από αυτό το παγκόσμιο σημείο συμφόρησης, με την πλειονότητα να προορίζεται για την Ασία. Είμαι βέβαιος ότι η κυκλοφορία θα συνεχίσει να αυξάνεται καθημερινά, ακόμη και πριν εξασφαλίσουμε πλήρως τον πορθμό», δήλωσε ο Μπέσσεντ.
Οι τιμές του αργού εκτοξεύθηκαν μετά το ξέσπασμα της σύρραξης στο Ιράν, αν και παρατηρείται απόκλιση μεταξύ των αμερικανικών και παγκόσμιων δεικτών αναφοράς. Στις 26 Μαρτίου, το αμερικανικό WTI σημείωσε άνοδο σχεδόν 5%, ξεπερνώντας τα 94 δολάρια στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, ενώ το Brent — διεθνές σημείο αναφοράς — ενισχύθηκε επίσης σχεδόν 5%, στα 102 δολάρια το βαρέλι. Παρότι στις ΗΠΑ οι τιμές είχαν εκτιναχθεί στα 119 δολάρια/βαρέλι, στη συνέχεια αποκλιμακώθηκαν, χάρη σε πληθώρα μέτρων της σημερινής κυβέρνησης.
Ο Λευκός Οίκος θέσπισε πρόγραμμα ασφάλισης πολιτικών κινδύνων ύψους 20 δισ. δολαρίων, ανέστειλε προσωρινά τον Νόμο Jones που ίσχυε επί έναν αιώνα, και ήρε προσωρινά τις κυρώσεις σε ιρανικό και ρωσικό πετρέλαιο. Οι ΗΠΑ και δεκάδες άλλες χώρες προσέφυγαν στα στρατηγικά τους αποθέματα.
Ωστόσο, ο Τραμπ εκτιμά πως η αντίδραση των αγορών δεν ήταν τόσο έντονη όσο πίστευε αρχικά. «Οι τιμές δεν ανέβηκαν όσο φοβόμουν. Όλα θα επανέλθουν στα πρότερα επίπεδα — και ίσως ακόμη χαμηλότερα», ανέφερε.
Τα αμερικανικά χρηματιστήρια είδαν σημαντικό περιορισμό στα κέρδη τους μέσα στην εβδομάδα, με τους βασικούς δείκτες να καταγράφουν απώλειες έως 1,5% στις 26 Μαρτίου. Οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων αυξήθηκαν, ενώ ο δείκτης δολαρίου ενισχύθηκε σχεδόν 0,3%. Ο Τραμπ σχολίασε: «Η πιθανή οικονομική ζημία θα αντιστραφεί μόλις τελειώσει ο πόλεμος. Οι προβλέψεις μου επιβεβαιώθηκαν».
Το οικονομικό τοπίο εξακολουθεί να επισκιάζεται από τη σύγκρουση με το Ιράν. Κάποιοι εκτιμούν πως ο κίνδυνος ύφεσης — διαδοχικών τριμήνων με αρνητική ανάπτυξη — παραμένει αυξημένος, ενώ άλλοι υποστηρίζουν πως η αμερικανική οικονομία παραμένει θωρακισμένη απέναντι σε σοκ τιμών πετρελαίου και τις αναταράξεις στη Μέση Ανατολή.
Η Δανία αναζητά από σήμερα τη νέα της κυβέρνηση, μία ημέρα μετά τις βουλευτικές εκλογές που έφεραν τους Σοσιαλδημοκράτες της απερχόμενης πρωθυπουργού Μέττε Φρέντρικσεν στην πρώτη θέση, αλλά χωρίς πλειοψηφία εδρών στο Κοινοβούλιο, δίνοντας το κλειδί για τις διαπραγματεύσεις στους κεντρώους Μετριοπαθείς.
Ο αριστερός συνασπισμός, στον οποίο συμμετέχουν πέντε κόμματα ανάμεσά τους και οι Σοσιαλδημοκράτες, συγκέντρωσε 84 έδρες, έναντι 77 για τη δεξιά και την άκρα δεξιά.
Οι Μετριοπαθείς του απερχόμενου υπουργού Εξωτερικών της Δανίας Λαρς Λόκε Ράσμουσεν κέρδισαν 14 έδρες και αναμένεται να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Από την πλευρά τους, οι Σοσιαλδημοκράτες στο χειρότερο αποτέλεσμά τους από το 1903 συγκέντρωσαν 38 έδρες από τις 179 του Κοινοβουλίου. Τώρα, η Φρέντρικσεν εξετάζει τον σχηματισμό μιας αριστερής κυβέρνησης συνασπισμού με τους κεντρώους σε πρώτο πλάνο. «Η πιο ρεαλιστική λύση είναι να δούμε αν είναι δυνατόν να σχηματιστεί μια κυβέρνηση που να εκπροσωπεί τα κόμματα, από το (αριστερό) κόμμα Alternative της Φραντσίσκα Ρόζενκιλντε και καταλήγει στον (κεντρώο) Λαρς Λόκε Ράσμουσεν», δήλωσε σήμερα το πρωί στη διάρκεια μιας συζήτησης μεταξύ των ηγετών των κομμάτων.
«Είναι πολύ πιθανό να παραμείνει πρωθυπουργός η Μέττε Φρέντρικσεν», δήλωσε στο AFP ο Ρούνε Στούμπαγκερ, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Όρχους. «Ωστόσο, αυτό παραμένει αβέβαιο, καθώς ο Λαρς Λόκε Ράσμουσεν θα προσπαθήσει επίσης να εξασφαλίσει τη θέση, παρά τους ισχυρισμούς του περί του αντιθέτου».
Σήμερα το πρωί η Φρέντρικσεν παρουσίασε την παραίτησή της στον βασιλιά της Δανίας.
«Μια χαοτική εκλογική αναμέτρηση κατέληξε με πολλούς ηττημένους, λίγους νικητές και έναν μεγάλο νικητή: τον Λαρς Λόκε Ράσμουσεν», συνοψίζει η εφημερίδα Politiken στην πρώτη σελίδα της. Αυτός ο βετεράνος της δανικής πολιτικής — που έχει διατελέσει δύο φορές πρωθυπουργός — μπορεί να στρέψει την πλειοψηφία προς τα δεξιά ή τα αριστερά, αλλά θα μπορούσε επίσης να επιχειρήσει να σχηματίσει έναν συνασπισμό γύρω από τον εαυτό του, σύμφωνα με τους σχολιαστές.
Οι Δανοί προετοιμάζονται για μακρές συζητήσεις πριν τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης. Το 2022, οι διαπραγματεύσεις διήρκεσαν έξι εβδομάδες. «Είναι πραγματικά δύσκολο να πει κανείς ποιος θα συμμετέχει στον συνασπισμό», σημείωσε ο Στούμπαγκερ. Με δώδεκα κόμματα στο κοινοβούλιο το πολιτικό τοπίο είναι κατακερματισμένο, αλλά η Δανία έχει συνηθίσει τις κυβερνήσεις μειοψηφίας. «Σε ένα βαθμό με αυτόν τον τρόπο λειτουργεί η δανέζικη πολιτική: υπάρχει μια κυβέρνηση μειοψηφίας στο κέντρο, η οποία σε κάποια ζητήματα σχηματίζει πλειοψηφία με την αριστερά και σε άλλα με τη δεξιά», εξήγησε ο πανεπιστημιακός.
Ο βασιλιάς θα συναντηθεί το απόγευμα με όλα τα κόμματα που εισήλθαν στο κοινοβούλιο και θα διορίσει έναν «βασιλικό ερευνητή» που θα διεξάγει τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των κομμάτων.
Σύμφωνα με τον Στούμπαγκερ, οι συνομιλίες αναμένεται να επικεντρωθούν σε οικονομικά ζητήματα, στο θέμα των συντάξεων, στο περιβάλλον και στη μετανάστευση.
Το παραδοσιακό ακροδεξιό κόμμα, το Δανικό Λαϊκό Κόμμα, αύξησε σημαντικά το ποσοστό του, κερδίζοντας το 9,1% των ψήφων και τριπλασιάζοντας τον αριθμό των εδρών του σε σύγκριση με τις τελευταίες εκλογές. Ωστόσο, τα τρία αντιμεταναστευτικά κόμματα συγκέντρωσαν από κοινού το 17%, ένα ποσοστό που παραμένει σταθερό για τη λαϊκιστική δεξιά στη Δανία τα τελευταία είκοσι χρόνια.
«Εάν οι διαπραγματεύσεις πραγματοποιηθούν εντός του αριστερού μπλοκ με τους Μετριοπαθείς, τότε θα δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στο περιβαλλοντικό ζήτημα παρά στη μετανάστευση. Όμως εάν, αντίθετα, οι Μετριοπαθείς διαπραγματευτούν με τα δεξιά κόμματα, τότε το κεντρικό ζήτημα θα είναι η μετανάστευση», σημείωσε ο Στούμπαγκερ.
Οι νήσοι Φερόες και η Γροιλανδία εκλέγουν από δύο βουλευτές στην Κοπεγχάγη. Οι νήσοι Φερόες επανεξέλεξαν τους απερχόμενους βουλευτές, όμως στη Γροιλανδία κέρδισαν οι υποψήφιοι του αριστερού κόμματος και του Naleraq που τάσσονται υπέρ της ταχείας ανεξαρτητοποίησης του νησιού από τη Δανία.
Η πιο πρόσφατη έκθεση των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών αναφέρει ότι η Κίνα δεν σχεδιάζει να εισβάλει στην Ταϊβάν έως το 2027. Η νεότερη αξιολόγηση απειλών της Ουάσιγκτον δείχνει ότι το Πεκίνο δίνει προτεραιότητα στον έλεγχο της Ταϊβάν χωρίς χρήση στρατιωτικής βίας, μια στρατηγική που, σύμφωνα με ειδικούς, θα οδηγήσει το καθεστώς στην εντατικοποίηση τακτικών «γκρίζας ζώνης», πολιτικής διείσδυσης και ψυχολογικού πολέμου κατά του νησιού.
Η Κοινότητα Πληροφοριών των ΗΠΑ δημοσιοποίησε στις 18 Μαρτίου την Ετήσια Αξιολόγηση Απειλών για το 2026, περιγράφοντας τους παγκόσμιους κινδύνους για τα αμερικανικά συμφέροντα, μεταξύ των οποίων και την αυξανόμενη απειλή της Κίνας προς την Ταϊβάν. Η Ταϊβάν είναι μια αυτοδιοικούμενη δημοκρατία που δεν έχει ποτέ κυβερνηθεί από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ), αν και το Πεκίνο διεκδικεί διαρκώς το νησί ως δικό του έδαφος και δεν έχει αποκλείσει τη χρήση βίας για την προσάρτησή του.
Στο έγγραφο αναφέρεται ότι το Πεκίνο προτιμά, εφόσον είναι δυνατόν, να επιτύχει την «ενοποίηση χωρίς χρήση βίας», την ώρα που το ΚΚΚ εξακολουθεί να διατηρεί την απειλή ένοπλης επίθεσης κατά της Ταϊβάν.
Η έκθεση εκτιμά ότι οι κινεζικές αρχές δεν σχεδιάζουν επί του παρόντος να πραγματοποιήσουν εισβολή στην Ταϊβάν το 2027, ούτε διαθέτουν συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την επίτευξη της προσάρτησης. Ωστόσο, υποδηλώνεται ότι ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΛΑΣ) συνεχίζει να αναπτύσσει στρατιωτικά σχέδια και δυνατότητες για την κατάληψη της Ταϊβάν διά της βίας, εφόσον δοθεί εντολή από το Πεκίνο.
Σύμφωνα με την έκθεση, η Κίνα επιμένει δημοσίως ότι η κατάληψη της Ταϊβάν είναι απαραίτητη για την επίτευξη του στόχου της «εθνικής αναζωογόνησης» έως το 2049, δηλαδή την εκατονταετηρίδα από την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας από το ΚΚΚ. Όπως σημειώνεται, όταν το Πεκίνο αποφασίζει εάν θα χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ, θα αξιολογεί κρίσιμες παραμέτρους, όπως η ετοιμότητα του στρατού, το πολιτικό κλίμα στην Ταϊβάν και η πιθανότητα στρατιωτικής παρέμβασης των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ανεπαρκής ετοιμότητα έως το 2027
Το συμπέρασμα αυτό διαφοροποιείται από την ετήσια ανασκόπηση του Πενταγώνου για το 2025, η οποία αναφέρει ότι ο κινεζικός στρατός επιδιώκει να διαθέτει την ικανότητα να πολεμήσει και να κερδίσει έναν πόλεμο για την Ταϊβάν έως το 2027.
Ο Ντένις Ουένγκ Λου-τσουνγκ (Dennis Weng Lu-chung), αναπληρωτής καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο Sam Houston State University, ανέφερε στην εφημερίδα Τhe Epoch Times ότι η έκθεση δεν υποδηλώνει πως η Ουάσιγκτον θεωρεί μηδενικό τον κίνδυνο για την Ταϊβάν τα επόμενα ένα έως δύο χρόνια, αλλά διευκρινίζει ότι το 2027 πιθανότατα δεν αποτελεί προκαθορισμένο έτος για πόλεμο.
Σύμφωνα με τον Ουένγκ, το Πεκίνο αναγνωρίζει σαφώς ότι μια αμφίβια επίθεση είναι εξαιρετικά δύσκολη και ενέχει τεράστιο ρίσκο, ενώ το κόστος ενός πολέμου είναι αποτρεπτικό. Πρόσθεσε επίσης ότι η έκθεση δείχνει πως οι Ηνωμένες Πολιτείες εκτιμούν ότι ο ΛΑΣ εξακολουθεί να στερείται επαρκών δυνατοτήτων για συνδυασμένες επιχειρήσεις και προβολή ισχύος σε αμφίβιο περιβάλλον. Συνολικά, όπως είπε, οι απαραίτητες προϋποθέσεις και τα κίνητρα για την έναρξη επίθεσης κατά της Ταϊβάν στο άμεσο μέλλον απλώς δεν υφίστανται.
Ο Γιε Γιαο-γιουάν (Yeh Yao-yuan), καθηγητής διεθνών σπουδών στο University of St. Thomas στο Χιούστον, ανέφερε ότι η συρρίκνωση του παγκόσμιου μεριδίου αγοράς της Κίνας μετά τον εμπορικό πόλεμο ΗΠΑ–Κίνας το 2018, καθώς και η εσωτερική πολιτική αστάθεια στον κινεζικό στρατό, αποτελούν βασικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τη μεταβολή της αμερικανικής εκτίμησης.
Επεσήμανε ότι η εκκαθάριση στρατηγών αποτελεί σοβαρό πλήγμα για τη δομή διοίκησης και οδηγεί τις Ηνωμένες Πολιτείες στο συμπέρασμα ότι ο στρατός δεν μπορεί επί του παρόντος να εκτελέσει αποτελεσματικά μεγάλες τακτικές αναπτύξεις.
Παράλληλα, σημείωσε ότι, με την κινεζική οικονομία σε ύφεση, παραμένει ασαφές πόσα κεφάλαια μπορεί πραγματικά να διαθέσει το ΚΚΚ για στρατιωτική επέκταση, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι προηγούμενες εκτιμήσεις για εισβολή το 2027 ήταν υπερβολικές.
Κλιμάκωση τακτικών «γκρίζας ζώνης»
Παρά την απουσία άμεσου σχεδίου εισβολής, το ΚΚΚ έχει εντείνει τις τακτικές «γκρίζας ζώνης» —δηλαδή ενέργειες που δεν φτάνουν σε ανοιχτή στρατιωτική σύγκρουση— γύρω από την Ταϊβάν, ιδίως μετά την επίσκεψη της τότε προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, Νάνσυ Πελόζι, στο νησί το 2022.
Ενδεικτικά, ο ΛΑΣ πραγματοποίησε στρατιωτικό αποκλεισμό της Ταϊβάν από τις 29 έως τις 31 Δεκεμβρίου, στην έβδομη τέτοια επιχείρηση που στοχεύει το νησί από τον Αύγουστο του 2022.
Ο Γιε ανέφερε ότι το Πεκίνο χρησιμοποιεί αυτές τις ασκήσεις για να καθιερώσει σταδιακά τα ύδατα γύρω από την Ταϊβάν ως δικά του, αντί να εξαπολύσει μια ολοκληρωμένη επίθεση. Προειδοποίησε ότι, εάν η διεθνής κοινότητα αποδεχθεί αυτές τις ασκήσεις χωρίς αντίδραση, το ΚΚΚ θα μπορούσε τελικά να ισχυριστεί ότι η παγκόσμια σιωπή ισοδυναμεί με αναγνώριση της κυριαρχίας του επί της Ταϊβάν, γεγονός που συνιστά σοβαρό κίνδυνο.
Ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος αναγνώρισης μεγάλου ύψους WZ-7 της Πολεμικής Αεροπορίας του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΛΑΣ) διακρίνεται μία ημέρα πριν από τη 13η Διεθνή Έκθεση Αεροπορίας και Αεροδιαστημικής της Κίνας στο Τζουχάι, στη νότια επαρχία Γκουανγκντόνγκ της Κίνας, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021. (Noel Celis/AFP μέσω Getty Images)
Σύμφωνα με τον Γιε, οι συνεχείς στρατιωτικοί ελιγμοί αποσκοπούν στο να απευαισθητοποιήσουν την κοινωνία της Ταϊβάν, οδηγώντας ενδεχομένως τους πολίτες σε λανθασμένη εκτίμηση μελλοντικών απειλών μεγάλης κλίμακας και σε αμφισβήτηση των αποφάσεων της κυβέρνησής τους για την εθνική άμυνα. Όπως ανέφερε, εάν οι πολίτες της Ταϊβάν καταστούν αδιάφοροι απέναντι σε αυτές τις κινήσεις, θα αιφνιδιαστούν σε περίπτωση σύγκρουσης, επιτρέποντας στην Κίνα να επιτύχει τον στόχο της.
Ο Ουένγκ υποστήριξε ότι η κλιμάκωση των δραστηριοτήτων του κινεζικού στρατού γύρω από το νησί τα τελευταία χρόνια λειτουργεί ως συνεχής πίεση και δοκιμή αντιδράσεων και όχι απλώς ως επίδειξη ισχύος. Όπως εξήγησε, οι επιχειρήσεις «γκρίζας ζώνης» έχουν χαμηλό κόστος, σωρευτικό χαρακτήρα και υψηλό βαθμό ελέγχου, επιτρέποντας στον στρατό να θολώνει σταδιακά τα όρια και να δοκιμάζει αντιδράσεις μέσω αεροσκαφών, σκαφών της ακτοφυλακής και ασκήσεων. Μακροπρόθεσμα, πρόσθεσε, αυτό όχι μόνο μεταβάλλει το υφιστάμενο καθεστώς μεταξύ Ταϊβάν και Κίνας, αλλά αυξάνει και τον κίνδυνο εσφαλμένων υπολογισμών και σύγκρουσης.
Υπονόμευση του πολιτικού συστήματος
Ο Ουένγκ εκτίμησε ότι η προτίμηση του Πεκίνου για μη στρατιωτική «ενοποίηση» περιλαμβάνει πιθανότατα και υπονόμευση του πολιτικού συστήματος της Ταϊβάν. Όπως ανέφερε, πρόσφατες υποθέσεις κατασκοπείας δείχνουν ότι το ΚΚΚ στοχεύει άτομα και ομάδες σε όλο το πολιτικό φάσμα που κινούνται με γνώμονα το κέρδος και είναι εύκολα χειραγωγήσιμα, προκειμένου να διαταράξει το σύστημα διακυβέρνησης και τη λειτουργία χάραξης πολιτικής της Ταϊβάν.
Τον Ιανουάριο, η Εισαγγελία της περιφέρειας Τσιαοτού της Ταϊβάν κατηγόρησε δημοσιογράφο του τηλεοπτικού σταθμού Chung T’ien Television (CTiTV) —μέσο γνωστό για τη φιλοκινεζική του στάση— ότι κατέβαλε χρηματικά ποσά σε εν ενεργεία στρατιωτικούς για την απόκτηση στρατιωτικών πληροφοριών, οι οποίες στη συνέχεια μεταβιβάζονταν σε Κινέζους υπηκόους.
Ο Γιε ανέφερε ότι το ΚΚΚ επιχειρεί επίσης να διεισδύσει στο πολιτικό τοπίο της Ταϊβάν χρηματοδοτώντας και επηρεάζοντας κρυφά πολιτικά κόμματα με φιλοκινεζικό προσανατολισμό, ώστε να μπλοκάρουν νομοθεσίες ευνοϊκές για την Ταϊπέι. Όπως σημείωσε, ορισμένα κόμματα καθυστερούν ανοιχτά τον εθνικό προϋπολογισμό με στόχο την παράλυση της κυβερνητικής λειτουργίας, αν και αποφεύγουν να δράσουν υπερβολικά φανερά υπέρ του Πεκίνου, καθώς η πλειονότητα των πολιτών της Ταϊβάν απορρίπτει την ενοποίηση και θα τους τιμωρούσε εκλογικά.
Βουλευτές της αντιπολιτευόμενης παράταξης Κουομιντάνγκ (KMT) επιχειρούν να διαταράξουν τη συνεδρίαση στο Κοινοβούλιο στην Ταϊπέι, στις 25 Φεβρουαρίου 2025. (Yu Chien Huang/AFP μέσω Getty Images)
Η αντιπρόεδρος της κυβέρνησης της Ταϊβάν, Τσενγκ Λι-τσούν, δήλωσε στις 22 Μαρτίου ότι το νομοθετικό αδιέξοδο γύρω από τον γενικό προϋπολογισμό και ένα ειδικό νομοσχέδιο για την άμυνα —το οποίο εμποδίζεται από το Κουομιντάνγκ (KMT) και το μικρότερο Κόμμα του Λαού της Ταϊβάν (TPP)— απειλεί να καθυστερήσει την έρευνα για μη επανδρωμένα αεροσκάφη και την αλυσίδα εφοδιασμού της άμυνας της χώρας.
Ψυχολογικός πόλεμος
Πέρα από την πολιτική διείσδυση, ο Γιε επισήμανε ότι ο ψυχολογικός πόλεμος του ΚΚΚ αποτελεί επίσης μία από τις μη στρατιωτικές πιεστικές τακτικές κατά των πολιτών της Ταϊβάν και είναι πολύ πιο επιθετικός. Όπως ανέφερε, η κινεζική κυβέρνηση αξιοποιεί τοπικούς ναούς, προσλαμβάνει το λεγόμενο «διαδικτυακό στρατό» και χειραγωγεί συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης της Ταϊβάν, με στόχο την προπαγάνδα και την αποδυνάμωση της αρνητικής στάσης των πολιτών απέναντι στο καθεστώς.
Ο όρος «διαδικτυακός στρατός» αναφέρεται σε πληρωμένους διαδικτυακούς χρήστες που κατακλύζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με προπαγάνδα και παραπληροφόρηση, συμπεριλαμβανομένου του λεγόμενου «στρατού των 50 σεντς», γνωστού για τη διάδοση φιλοκινεζικών αφηγήσεων. Το Γραφείο Εθνικής Ασφάλειας της Ταϊβάν ανέφερε τον Ιανουάριο ότι το ΚΚΚ διεξήγαγε εκστρατείες διάδοσης αφηγημάτων με στόχο τη διάβρωση της εμπιστοσύνης του κοινού προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον στρατό της Ταϊβάν, καταγράφοντας περισσότερα από 2,3 εκατομμύρια περιστατικά παραπληροφόρησης και 45.000 ύποπτους λογαριασμούς το 2025. Σύμφωνα με τον Γιε, αυτές τα κατασκευασμένα αφηγήματα πέτυχαν έναν από τους βασικούς στόχους του Πεκίνου, οδηγώντας ορισμένους πολίτες της Ταϊβάν να αμφισβητούν την αξιοπιστία και τη δέσμευση της Ουάσιγκτον για την υπεράσπιση του νησιού.
Ένας άνδρας χρησιμοποιεί υπολογιστή σε καφετέρια στο Πεκίνο, την 1η Ιουνίου 2017. (Greg Baker/AFP μέσω Getty Images)
Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτών των ψυχολογικών επιχειρήσεων παραμένουν περιορισμένα. Το ΚΚΚ διεξάγει ψυχολογικό πόλεμο κατά της Ταϊβάν εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες, αλλά η θετική στάση των πολιτών προς το Πεκίνο συνεχίζει να μειώνεται κάθε χρόνο, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι εκστρατείες αυτές δεν έχουν μεταβάλει τη συνολική κοινή γνώμη. Ακόμη και οι νεότεροι πολίτες, που εκτίθενται έντονα στην κινεζική προπαγάνδα, συμπεριλαμβανομένων εφήβων σε πλατφόρμες όπως το TikTok, εξακολουθούν σε συντριπτικό ποσοστό να απορρίπτουν την ενοποίηση και να προτιμούν τη δημοκρατία.
Σε παρόμοιο πνεύμα, ο Ουένγκ ανέφερε ότι οι εκστρατείες επιρροής του Πεκίνου στοχεύουν κυρίως στην εκμετάλλευση της υφιστάμενης εσωτερικής πόλωσης, παρά στην ουσιαστική αλλαγή της επιθυμίας των πολιτών για ενοποίηση. Όπως τόνισε, βασικός στόχος δεν είναι να πειστούν όλοι, αλλά να διευρυνθούν οι κοινωνικές διαιρέσεις και να διαβρωθεί η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, γεγονός που θα δυσκολέψει τη διαμόρφωση ενιαίας στάσης στην Ταϊβάν και καθιστά αναγκαία την αυξημένη επαγρύπνηση της κοινωνίας.
Η Αυστραλία και η Γερμανία προχώρησαν σε ενίσχυση των αμυντικών τους δεσμών, υπογράφοντας σειρά συμφωνιών για την επέκταση της στρατιωτικής συνεργασίας και των δυνατοτήτων τους στο διάστημα. Ο υπουργός Άμυνας της Αυστραλίας Ρίτσαρντ Μάρλς και ο Γερμανός ομόλογός του Μπόρις Πιστόριους επικύρωσαν τις συμφωνίες στις 26 Μαρτίου.
Κεντρικό στοιχείο αποτελεί μια προτεινόμενη συμφωνία «καθεστώτος δυνάμεων», η οποία έχει σχεδιαστεί ώστε να διευκολύνει τη δράση των αυστραλιανών και γερμανικών δυνάμεων στα εδάφη της άλλης χώρας. Ο Μάρλς χαρακτήρισε τη συνεργασία ως μια σχέση που ενισχύεται διαρκώς, ενώ ο Πιστόριους επισήμανε ότι η Αυστραλία αποτελεί τον στενότερο εταίρο της Γερμανίας στον Ειρηνικό, σε έναν κόσμο με λιγότερη αξιοπιστία, λιγότερη ειλικρίνεια και μικρότερη προβλεψιμότητα. Η συμφωνία για το καθεστώς των στρατιωτικών δυνάμεων θα απλοποιήσει τις διαδικασίες για κοινές επιχειρήσεις, εκπαίδευση και αναπτύξεις μεταξύ των στρατών των δύο χωρών.
Η συμφωνία για τη συνεργασία στο διάστημα αποσκοπεί στη βελτίωση της επίγνωσης σε αυτόν τον αναδυόμενο τομέα, όπου οι απειλές αυξάνονται λόγω της εκτεταμένης χρήσης δορυφόρων. Ο Πιστόριους δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι η Κίνα και η Ρωσία αποτελούν άμεσους γείτονες, έχουν ενισχύσει τις επιθετικές τους δυνατότητες στο διάστημα και είναι σε θέση να παρεμβάλλουν ή να χρησιμοποιούν όπλα κινητικής ενέργειας για την καταστροφή δορυφόρων, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συνεχή παρακολούθηση των εξελίξεων. Η Γερμανία σχεδιάζει να επενδύσει πάνω από 35 δισ. ευρώ σε διαστημικά συστήματα, συμπεριλαμβανομένων αισθητήρων, για τη δημιουργία ενός παγκόσμιου δικτύου επιτήρησης.
Παράλληλα, προβλέπεται περαιτέρω συνεργασία στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας, με τη γερμανική Rheinmetall να κατασκευάζει ήδη οχήματα μάχης αναγνώρισης στις εγκαταστάσεις της στο Μπρίσμπεϊν. Επιπροσθέτως, μια νέα συμφωνία με την TDW θα στηρίξει την παραγωγή πυραύλων στο πλαίσιο του αυστραλιανού προγράμματος κατευθυνόμενων όπλων, σε συνεργασία με την Kongsberg.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στον απόηχο των δηλώσεων της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία προειδοποίησε για την απειλή που συνιστά το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ). Η φον ντερ Λάιεν ανέφερε, απευθυνόμενη στο Ευρωπαϊκό-Αυστραλιανό Επιχειρηματικό Συμβούλιο στις 25 Μαρτίου, ότι περισσότερο από το 40% των ευρωπαϊκών εισαγωγών προέρχεται από την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού. Πρόσθεσε ότι η Ταϊβάν παράγει το 60% των παγκόσμιων ημιαγωγών και το 90% των πιο προηγμένων μικροκυκλωμάτων, υπογραμμίζοντας ότι η ασφάλεια και η σταθερότητα στην περιοχή αυτή έχουν σημασία για την Ευρώπη και για ολόκληρο τον κόσμο.
Επισήμανε επίσης ότι οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρακολουθούν στενά τις δραστηριότητες της ναυτικής δύναμης του ΚΚΚ, η οποία πραγματοποίησε περίπλου της Αυστραλίας στις αρχές του 2025 και προκάλεσε διαταραχές σε 49 εμπορικές πτήσεις, όταν τα πλοία διεξήγαγαν άσκηση προσομοίωσης πραγματικών πυρών στη Θάλασσα Τάσμαν.
Τέλος, τόνισε ότι στη νέα αυτή πραγματικότητα ο ρόλος της Αυστραλίας ως πυλώνα ειρήνης και σταθερότητας καθίσταται ακόμη πιο σημαντικός για την Ευρώπη, επισημαίνοντας ότι ήδη από το προηγούμενο έτος ευρωπαϊκές χώρες συμμετείχαν σε ασκήσεις ελευθερίας ναυσιπλοΐας στη Νότια Σινική Θάλασσα, καθώς και στην εκπαιδευτική αποστολή «Talisman Sabre».
Αμερικανός αξιωματούχος αντέκρουσε δήλωση του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, σύμφωνα με την οποία οι εγγυήσεις ασφαλείας των ΗΠΑ προς την Ουκρανία εξαρτώνται από την παραχώρηση του ελέγχου της περιοχής του Ντονμπάς στη Ρωσία.
Ο Ζελένσκι ανέφερε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι έτοιμες να παράσχουν εγγυήσεις ασφαλείας «μόλις η Ουκρανία είναι έτοιμη να αποσυρθεί από το Ντονμπάς». Ωστόσο, Αμερικανός αξιωματούχος αντέδρασε, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του Ουκρανού προέδρου.
Παρότι ο Ζελένσκι έχει επιμείνει ότι η χώρα του πρέπει να διαθέτει εγγυήσεις προστασίας έναντι μελλοντικών επιθέσεων, έχει εμφανιστεί απρόθυμος να εγκαταλείψει εδάφη ως προϋπόθεση για τον τερματισμό της συνεχιζόμενης σύγκρουσης με τη Ρωσία, η οποία διανύει πλέον το πέμπτο έτος της.
Σε συνέντευξη στο Reuters στις 25 Μαρτίου, ο Ζελένσκι υποστήριξε ότι η Ρωσία ασκεί υπερβολική επιρροή στους όρους της ειρηνευτικής διαδικασίας, εκτιμώντας ότι, κατά την άποψή του, οι Αμερικανοί είναι έτοιμοι να οριστικοποιήσουν αυτές τις εγγυήσεις σε υψηλό επίπεδο, εφόσον η Ουκρανία είναι έτοιμη να αποχωρήσει από το Ντονμπάς.
Παράλληλα, εξέφρασε την εκτίμηση ότι η ρωσική πλευρά διαμορφώνει το κλίμα στον διάλογό της με τους Αμερικανούς γύρω από αυτήν ακριβώς την ιδέα, δηλαδή ότι η Ουκρανία θα πρέπει να αποσυρθεί από το Ντονμπάς, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παράσχουν τότε τις εγγυήσεις ασφαλείας που ζητά το Κίεβο και η Ρωσία θα τερματίσει τον πόλεμο. Πρόσθεσε ότι, σε γενικές γραμμές, αυτό είναι το «τρίγωνο» στο οποίο βρίσκεται η κατάσταση.
Αμερικανός αξιωματούχος που γνωρίζει τις συνεχιζόμενες διαβουλεύσεις αμφισβήτησε τα λεγόμενα του Ζελένσκι, δηλώνοντας στην εφημερίδα The Epoch Times ότι η περιγραφή του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Ομάδες από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ουκρανία συναντήθηκαν στο Μαϊάμι το Σαββατοκύριακο, προκειμένου να προωθήσουν τις συνομιλίες. Στην αμερικανική αντιπροσωπεία συμμετείχαν ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ. Σε ανάρτησή του στις 22 Μαρτίου στο X, ο Γουίτκοφ ανέφερε ότι οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν σε βασικά σημεία για τον καθορισμό ενός διαρκούς και αξιόπιστου πλαισίου ασφαλείας για την Ουκρανία, καθώς και σε κρίσιμες ανθρωπιστικές προσπάθειες στην περιοχή.
Σύμφωνα με τον Ζελένσκι, οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις μεταξύ αμερικανικών και ιρανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή έχουν περιπλέξει τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας, σημειώνοντας σε ανάρτησή του στις 24 Μαρτίου στο X ότι η γεωπολιτική κατάσταση έχει γίνει πιο σύνθετη λόγω του πολέμου κατά του Ιράν και ότι, δυστυχώς, αυτό ενθαρρύνει τη Ρωσία.
Ο Ουκρανός πρόεδρος πρόσθεσε ότι, με τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, ο Ντόναλντ Τραμπ ενδέχεται να αισθάνεται πίεση να επιταχύνει τη διαδικασία ειρήνευσης μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει πιο ευνοϊκούς όρους για τη Μόσχα. Εκτίμησε επίσης ότι η κατάσταση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει σαφώς τον πρόεδρο Τραμπ και τα επόμενα βήματά του, προσθέτοντας ότι ο Τραμπ εξακολουθεί να επιλέγει μια στρατηγική που ασκεί μεγαλύτερη πίεση στην ουκρανική πλευρά.
Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στον Λευκό Οίκο στις 24 Μαρτίου, ο Τραμπ δεν φάνηκε να δεσμεύεται σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την επίτευξη συμφωνίας ειρήνης μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Ερωτηθείς αν αναμένει πρόοδο έως τις ενδιάμεσες εκλογές του 2026, ανέφερε ότι οι δύο πλευρές βρίσκονται κοντά σε συμφωνία, σημειώνοντας όμως ότι αυτή την εκτίμηση την επαναλαμβάνει εδώ και καιρό.
Πρόσθεσε ακόμη ότι έχει διευθετήσει οκτώ πολέμους, οι οποίοι θα έπρεπε να ήταν πιο δύσκολοι από αυτόν, χαρακτηρίζοντας την παρούσα σύγκρουση ως εκείνη που θα έπρεπε να είναι η ευκολότερη. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι πρόκειται για δύο πλευρές που πραγματικά μισούν η μία την άλλη, επισημαίνοντας ότι το μίσος δεν ευνοεί τη σύναψη συμφωνιών.