Οι σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν εισήλθαν σε νέα φάση έντασης αυτή την εβδομάδα, καθώς η πτώση αμερικανικού επιθετικού ελικοπτέρου Apache κοντά στα Στενά του Ορμούζ πυροδότησε αλυσιδωτές στρατιωτικές και διπλωματικές εξελίξεις, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την πορεία των συνομιλιών που είχαν ξεκινήσει μετά την κατάπαυση του πυρός του Απριλίου.
Η κατάπαυση του πυρός είχε ανακοινωθεί στις αρχές Απριλίου και συνοδεύτηκε από σχέδια για διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Οι διπλωματικές προσπάθειες επικεντρώνονταν στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, στον τερματισμό του αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών και στη διαμόρφωση πλαισίου συνομιλιών για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είχε δηλώσει επανειλημμένα ότι οποιαδήποτε συμφωνία θα έπρεπε να προσφέρει εγγυήσεις πως το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικά όπλα, παρά τις διαβεβαιώσεις της Τεχεράνης, που υποστηρίζει σταθερά ότι το πυρηνικό της πρόγραμμα έχει αποκλειστικά ειρηνικό χαρακτήρα.
Τις τελευταίες εβδομάδες, η Ουάσιγκτον ενίσχυσε την οικονομική και ναυτική πίεση προς το Ιράν, ενώ τον Απρίλιο διεύρυνε τους θαλάσσιους περιορισμούς, στοχεύοντας πλοία που συνδέονταν με την ιρανική οικονομία και μετέφεραν βιομηχανικά υλικά, ηλεκτρονικό εξοπλισμό και άλλα αγαθά διπλής χρήσης. Ο Τραμπ υποστήριξε επανειλημμένα ότι η οικονομική πίεση έχει αποδειχθεί πιο αποτελεσματική από τις παρατεταμένες στρατιωτικές εκστρατείες, τονίζοντας ότι έχει περιορίσει σημαντικά τις οικονομικές δυνατότητες της Τεχεράνης.
Η κρίση κλιμακώθηκε όταν αμερικανικό επιθετικό ελικόπτερο Apache κατέπεσε σε ύδατα κοντά στις ακτές του Ομάν κατά τη διάρκεια περιπολίας. Σύμφωνα με την Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM), τα δύο μέλη του πληρώματος διασώθηκαν περίπου δύο ώρες αργότερα από μη επανδρωμένο πλωτό μέσο του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού και μεταφέρθηκαν σε ασφαλές σημείο σε σταθερή κατάσταση.
Ο Τραμπ υποστήριξε ότι το ελικόπτερο καταρρίφθηκε από το Ιράν και δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες όφειλαν να απαντήσουν. Παράλληλα, κατηγόρησε την Τεχεράνη ότι κωλυσιεργούσε σκόπιμα στις διαπραγματεύσεις και δεν προχωρούσε στην ολοκλήρωση μιας συμφωνίας που, σύμφωνα με τον ίδιο, θα ήταν προς όφελός της.
Ως απάντηση, σύμφωνα με τη CENTCOM, οι αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν ιρανικά συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, σταθμούς ελέγχου εδάφους, θέσεις ραντάρ επιτήρησης, συστήματα επικοινωνιών και άλλες στρατιωτικές εγκαταστάσεις που θεωρήθηκαν απειλή για αμερικανικές δυνάμεις και διεθνή εμπορικά πλοία στην περιοχή. Σύμφωνα με τον Τραμπ, χρησιμοποιήθηκαν συνολικά σαράντα εννέα πύραυλοι Τόμαχωκ, ενώ αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη πραγματοποίησαν επιχειρήσεις εναντίον ραντάρ και συστημάτων αεράμυνας στη νοτιοδυτική περιοχή του Ιράν.
Πριν από τα πλήγματα, ο υπουργός Πολέμου Πητ Χέγκσεθ είχε δηλώσει ότι το Ιράν εξακολουθούσε να έχει την ευκαιρία να καταλήξει σε συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά συνέχιζε να καθυστερεί τη διαδικασία. Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ουάσιγκτον ήταν έτοιμη να προχωρήσει στα μέτρα που θεωρούσε απαραίτητα για την επίτευξη των στόχων της.
Η απάντηση της Τεχεράνης
Η Τεχεράνη απάντησε εξαπολύοντας επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον αμερικανικών βάσεων στην Ιορδανία, το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν. Ο ιρανικός στρατός ανακοίνωσε ότι στόχευσε συνολικά είκοσι μία εγκαταστάσεις που φιλοξενούσαν αμερικανικά αεροπορικά και ναυτικά μέσα, χαρακτηρίζοντας τις επιθέσεις αντίποινα για τα αμερικανικά πλήγματα στην περιοχή των Στενών του Ορμούζ.
Παράλληλα, οι ιρανικές στρατιωτικές αρχές ανακοίνωσαν ότι θα προχωρήσουν εκ νέου στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, διακόπτοντας τη διέλευση πετρελαιοφόρων και εμπορικών πλοίων από έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους παγκοσμίως. Η Τεχεράνη προειδοποίησε ότι θα ανοίξει πυρ εναντίον οποιουδήποτε πλοίου επιχειρήσει να περάσει από την περιοχή.
Η CENTCOM, ωστόσο, ανέφερε ότι τα Στενά παρέμεναν ανοικτά και ότι εμπορικά πλοία συνέχιζαν να διέρχονται κανονικά. Η αμερικανική διοίκηση διέψευσε επίσης δημοσιεύματα ιρανικών κρατικών μέσων ενημέρωσης περί πλήγματος εναντίον αμερικανικού πολεμικού πλοίου, τονίζοντας ότι κανένα πολεμικό σκάφος των ΗΠΑ δεν είχε χτυπηθεί.
Καθώς οι στρατιωτικές επιχειρήσεις βρίσκονταν σε εξέλιξη, ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών Εσμαΐλ Μπαγκαεΐ δήλωσε ότι η Τεχεράνη θα επανεξετάσει τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον παραβίασε την κατάπαυση πυρός που είχε συμφωνηθεί δύο μήνες νωρίτερα και τόνισε ότι οι πρόσφατες εξελίξεις πρέπει να αξιολογηθούν προσεκτικά, καθώς η χρήση βίας υπονομεύει κάθε διπλωματική διαδικασία. Σύμφωνα με τον ίδιο, απαιτείται ένα ελάχιστο επίπεδο συνθηκών προκειμένου να προχωρήσει η διπλωματία.
Από την πλευρά του, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί προειδοποίησε ότι η Τεχεράνη δεν θα αφήσει αναπάντητη καμία επίθεση ή απειλή και κάλεσε τις ξένες δυνάμεις να αποχωρήσουν από την περιοχή εάν επιθυμούν να παραμείνουν ασφαλείς.
Ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν δήλωσε ότι οι αντίπαλοι της χώρας δεν πέτυχαν τους στόχους τους μέσω στρατιωτικής ισχύος και πλέον επιχειρούν να αποδυναμώσουν το Ιράν προκαλώντας εσωτερικά διχασμό. Αναγνώρισε ότι οι κυρώσεις και οι οικονομικοί περιορισμοί έχουν επιβαρύνει σημαντικά τη χώρα, υποστήριξε όμως ότι η Τεχεράνη δεν πρόκειται να υποκύψει ούτε σε στρατιωτικές απειλές ούτε σε οικονομικές πιέσεις.
Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ συνέχισε να υποστηρίζει ότι η αμερικανική πολιτική πίεσης αποδίδει. Σε αναρτήσεις του στο Truth Social ανέφερε ότι το Ιράν έχει ουσιαστικά αποκοπεί από το διεθνές εμπόριο, δεν πραγματοποιεί σχεδόν καμία επιχειρηματική δραστηριότητα και δυσκολεύεται να καλύψει ακόμη και βασικές οικονομικές του υποχρεώσεις. Υποστήριξε επίσης ότι τίποτε δεν περνά χωρίς την έγκριση των Ηνωμένων Πολιτειών, χαρακτηρίζοντας τον αποκλεισμό «ατσάλινο τείχος», αν και σημείωσε ότι εξακολουθούν να εξάγονται σημαντικές ποσότητες πετρελαίου.
Οι εξελίξεις επηρέασαν και τη διεθνή αγορά ενέργειας. Οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ συνέβαλαν στην άνοδο των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, εντείνοντας τις ανησυχίες για τη σταθερότητα του ενεργειακού εφοδιασμού από την περιοχή του Περσικού Κόλπου.
Παρά τη συνεχιζόμενη στρατιωτική αντιπαράθεση, ο Τραμπ υποστήριξε ότι Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν ζητήσει παρασκηνιακά τον τερματισμό των βομβαρδισμών. Δήλωσε επίσης ότι τα αμερικανικά πλήγματα ενδέχεται σύντομα να περιοριστούν, προειδοποιώντας ωστόσο ότι το Ιράν πρέπει να προχωρήσει γρήγορα σε συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες εάν θέλει να αποτραπεί περαιτέρω κλιμάκωση της κρίσης.
Η όγδοη Σύνοδος Κυβερνοασφάλειας του Παρισιού πραγματοποιήθηκε στις 2 και 3 Ιουνίου στο Maison de la Chimie με θέμα τη «Διατλαντική Επανεκκίνηση» [«The Transatlantic Reset»], εστιάζοντας στο πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη μπορούν να ανασυγκροτήσουν μια κοινή ψηφιακή ατζέντα έπειτα από χρόνια ρυθμιστικών τριβών και γεωπολιτικών αναταράξεων. Οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν σε ένα βασικό ερώτημα: πώς θα πρέπει οι σύμμαχοι να αξιολογούν τις απειλές που προέρχονται από την Κίνα και τη Ρωσία.
Ο Σεμπαστιάν Γκαρνώ, ιδρυτής της συνόδου, άνοιξε τις εργασίες καλώντας τους εταίρους σε ειλικρινείς συζητήσεις. Ανέφερε ότι στόχος των δύο ημερών ήταν να καθοριστεί ο τρόπος με τον οποίο αξιολογούνται οι απειλές και πώς οι σύμμαχοι ανταποκρίνονται σε αυτές.
Η Σύνοδος, στην οποία η συμμετοχή γινόταν μόνο με πρόσκληση, συγκέντρωσε ανώτερους αξιωματούχους, ρυθμιστικές αρχές και ηγετικά στελέχη της βιομηχανίας από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, μεταξύ των οποίων εκπρόσωποι του αμερικανικού υπουργείου Πολέμου, του FBI, του ΝΑΤΟ, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Γαλλίας, της Ουκρανίας, της Google και της CrowdStrike.
(Από α προς δ) Ο Τίμο Μπλενκ, Γερμανός εταίρος και διευθύνων σύμβουλος της Agora Strategy Group· ο Γιάκομπ Έλεμαν-Γένσεν, πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης της Δανίας και αναπληρωτής γενικός διευθυντής του Εμπορικού Επιμελητηρίου Δανίας· ο Ντέιβιντ Λάσγουεϊ, Αμερικανός εταίρος στη δικηγορική εταιρεία Sidley· η Δέσποινα Σπανού, ανώτερο στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής· και ο Γκρεγκορί Βιντεμπέρ, πρόεδρος της γαλλικής Συμμαχίας για την Ψηφιακή Εμπιστοσύνη, στη Σύνοδο Κυβερνοασφάλειας του Παρισιού. (Ευγενική παραχώρηση: Paris Cyber Summit)
Η μακροπρόθεσμη στρατηγική της Κίνας
Η αμερικανική πλευρά στήριξε τα επιχειρήματά της σε δύο χρόνια προειδοποιήσεων σχετικά με κινεζικές διεισδύσεις σε κρίσιμες υποδομές των ΗΠΑ. Η Υπηρεσία Κυβερνοασφάλειας και Ασφάλειας Υποδομών των ΗΠΑ (CISA) έχει περιγράψει εκστρατείες σχεδιασμένες ώστε να μπορέσει το Πεκίνο να διακόψει ζωτικές λειτουργίες τη στιγμή που θα επιλέξει.
Οι επιχειρήσεις γνωστές ως Salt Typhoon και Volt Typhoon, οι οποίες αποδίδονται στην Κίνα, έχουν διεισδύσει σε τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, ενεργειακές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και συστήματα ύδρευσης, σε αυτό που οι αξιωματούχοι χαρακτηρίζουν ως προεγκατεστημένη πρόσβαση για μελλοντικές επιχειρήσεις και όχι ως απλή κατασκοπεία. Η πρόσβαση σε αυτά τα συστήματα συχνά αποκαλύπτεται χρόνια μετά την εγκαθίδρυσή της.
Ο Τοντ Χέμμεν, αναπληρωτής βοηθός διευθυντή, αρμόδιος για τις επιχειρησιακές δυνατότητες στον κυβερνοχώρο στη Διεύθυνση Κυβερνοχώρου του FBI, δήλωσε στη σύνοδο ότι οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι εταίροι συχνά ερμηνεύουν διαφορετικά αυτή την απειλή. Δραστηριότητες που στην Ευρώπη μπορεί να θεωρούνται παρακολούθηση ή ήσσονος σημασίας, στις Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζονται ξεκάθαρα ως προετοιμασία για μελλοντικές επιχειρήσεις.
Αναφέρθηκε στο Salt Typhoon, το οποίο εντοπίστηκε το 2023 και το 2024 αλλά βρισκόταν σε αμερικανικά συστήματα ήδη από το 2021 περίπου, καθώς και στο Volt Typhoon, το οποίο ακολούθησε παρόμοιο μοτίβο. Το Πεκίνο ακολουθεί μακροπρόθεσμη στρατηγική και κάποια στιγμή αυτή οδηγεί σε κάποιας μορφής επιχειρησιακή δραστηριότητα.
Ο Τοντ Χέμμεν, αναπληρωτής βοηθός διευθυντής του Τμήματος Δυνατοτήτων Κυβερνοχώρου της Διεύθυνσης Κυβερνοχώρου του FBI. (Ευγενική παραχώρηση: Paris Cyber Summit)
Ο Φιλ Στούπακ, ανώτερος σύμβουλος στον αμερικανικό οργανισμό κυβερνοασφάλειας ISC2 και πρώην αξιωματούχος του Λευκού Οίκου, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι η Δύση χρειάζεται να εξετάσει με καθαρό βλέμμα τι επιδιώκει να πετύχει η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας· όπως σημείωσε, το Πεκίνο προωθείται κλέβοντας πληροφορίες όχι μόνο από τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και από ευρωπαϊκές βιομηχανίες.
Προειδοποίησε επίσης ότι η Κίνα διαθέτει τη δυνατότητα να αφανίσει ολόκληρους πολιτισμούς και ότι η Ευρώπη έχει παραγνωρίσει τη δραστηριότητά της, αποδίδοντας αυτό το κενό στον πόλεμο στην Ουκρανία. Το μεγάλο λάθος θα ήταν να αντιμετωπιστεί η Κίνα απλώς ως οικονομικός ανταγωνιστής. Η Κίνα, η οποία παραδοσιακά αυτοπροσδιορίζεται ως «Κεντρικό Βασίλειο», έχει ήδη κατατάξει τη Δύση στους αντιπάλους της, παρατήρησε.
Η Άλισον Κινγκ, αντιπρόεδρος κυβερνητικών υποθέσεων της αμερικανικής εταιρείας κυβερνοασφάλειας ForeScout, δήλωσε στην Epoch Times ότι οι δύο δυνάμεις δεν μπορούν να εξισώνονται.
Υποστήριξε ότι πρέπει να εγκαταλειφθεί αποφασιστικά η ψευδής εξίσωση σύμφωνα με την οποία η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν εξίσου υψηλού κινδύνου προμηθευτές. Η σύγκριση αυτή είναι παράλογη, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι ένα αυταρχικό, τεχνοκρατικό καθεστώς που κλέβει πνευματική ιδιοκτησία ούτε παραβιάζει ανθρώπινα δικαιώματα, προσθέτοντας ότι οι δύο περιπτώσεις δεν είναι συγκρίσιμες.
Μετά από την κρατική επίσκεψη που πραγματοποίησε στην Κίνα τον Απρίλιο του 2023, ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμμανουέλ Μακρόν έχει επανειλημμένα ανανεώσει και ενισχύσει τις μακροχρόνιες εκκλήσεις του για μεγαλύτερη ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, προτρέποντας την Ευρώπη να μειώσει την εξάρτησή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες και να αναπτύξει ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας.
Παρόμοιες απόψεις έχουν εκφράσει και άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες. Ο πρώην Ύπατος Εκπρόσωπος της ΕΕ για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, Ζοζέπ Μπορέλ, έχει επίσης καλέσει την Ένωση να ενισχύσει τις δικές της δυνατότητες και να ακολουθήσει πιο αυτόνομες πολιτικές απέναντι στην Κίνα και στον τομέα της άμυνας.
Αναφερόμενη στις κρυφές διεισδύσεις που έχουν εντοπιστεί σε κρίσιμα πολιτικά δίκτυα και υποδομές που εξυπηρετούν πολίτες, η Κινγκ τόνισε ότι οι συνέπειες είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Οι κρίσιμες υποδομές που εξυπηρετούν αμάχους δεν θα έπρεπε να αποτελούν πεδίο μάχης, όμως δυστυχώς αυτή είναι η πραγματικότητα. Σημείωσε ακόμη ότι τα περισσότερα περιστατικά κακόβουλου λογισμικού εκβιασμού που αντιμετωπίζονται σήμερα προέρχονται από μία κυρίως πηγή, και ότι οι σύμμαχοι δεν πρέπει να αντιμετωπίζουν με αφέλεια τα γεγονότα.
Για τον Άνταμ Σ. Λη, επικεφαλής ασφάλειας της Dominion Energy και πρώην αξιωματούχο του FBI, το παρελθόν αποτελεί τον καλύτερο οδηγό για την εκτίμηση μελλοντικών ενεργειών. Όπως δήλωσε στην Epoch Times, η συμπεριφορά που έχουν επιδείξει στο παρελθόν άτομα και κράτη αποτελεί τον πιο αξιόπιστο δείκτη για το πώς θα ενεργήσουν στο μέλλον, παραπέμποντας στη συνέχεια που παρουσιάζουν τα δημοσιευμένα πενταετή σχέδια του Πεκίνου.
Μια διαφορετική ευρωπαϊκή οπτική
Ο Γκαρνώ ανέφερε ότι σε κάθε έκθεση που παράγει η Γαλλία, η κατασκοπεία, η δολιοφθορά και η προετοιμασία για μελλοντικές επιχειρήσεις μέσω κρυφής πρόσβασης οδηγούν πίσω στην Κίνα, παρότι για τους Ευρωπαίους η Ρωσία παραμένει μια πιο άμεση απειλή.
Η ευρωπαϊκή ματιά αντανακλά έναν πόλεμο που διεξάγεται στις πύλες της Ευρώπης. Υπηρεσίες της ΕΕ αναφέρουν ότι ομάδες που συνδέονται με το ρωσικό κράτος έχουν εντείνει τις κυβερνοεπιχειρήσεις κατά της Ουκρανίας και των χωρών που τη στηρίζουν, κατατάσσοντας αυτές τις δραστηριότητες μεταξύ των σημαντικότερων ανησυχιών ασφαλείας της Ένωσης.
Η Δέσποινα Σπανού, αναπληρώτρια γενική διευθύντρια της DG CONNECT της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία διαμορφώνει την ψηφιακή πολιτική της ΕΕ, δήλωσε στην Epoch Times ότι όλοι είναι ευάλωτοι σε παράγοντες που υποστηρίζονται από το ρωσικό κράτος και ότι η επιθετικότητα στα σύνορα της Ευρώπης διατηρεί την ειρήνη στην Ουκρανία στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας.
Αμερικανικές και ευρωπαϊκές αντιπροσωπείες συναντήθηκαν στη Γαλλική Γερουσία, όπου ο γερουσιαστής Ολιβιέ Καντίκ, αντιπρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων, Άμυνας και Ενόπλων Δυνάμεων, φιλοξένησε συζητήσεις σχετικά με τις προσπάθειες ενίσχυσης των δυνατοτήτων κυβερνοασφάλειας στα Βαλκάνια. (Ευγενική παραχώρηση: Paris Cyber Summit)
Η Ίεβα Κρεκόφσκα, διευθύντρια του τμήματος πολιτικής κυβερνοασφάλειας του υπουργείου Άμυνας της Λετονίας, δήλωσε στη σύνοδο ότι πιστεύει πως η Ρωσία βρίσκεται ουσιαστικά σε πόλεμο με την Ευρώπη εδώ και αρκετά χρόνια. Πρόσθεσε επίσης ότι η Λετονία αντιμετωπίζει καθημερινά υβριδικές εκστρατείες και δραστηριότητες.
Η Ίεβα Ίλβες, σύμβουλος κυβερνοασφάλειας του ουκρανικού υπουργείου Ψηφιακού Μετασχηματισμού και πρώην πρώτη κυρία της Εσθονίας, δήλωσε στην Epoch Times ότι η Ρωσία έχει μετατοπίσει τη δράση της από επιθέσεις σε τράπεζες και ενεργειακές εταιρείες προς την προσέγγιση συστημάτων μέσω των ίδιων των ανθρώπων, χρησιμοποιώντας κοινωνική μηχανική ενισχυμένη από την τεχνητή νοημοσύνη, καθώς οι άνθρωποι συνιστούν ευκολότερο στόχο όντας λιγότερο προστατευμένοι.
Κατά τη διάρκεια της συνόδου ανέφερε επίσης ότι η Ρωσία μαθαίνει από τον πόλεμο και ότι οι τακτικές που τελειοποιεί στην Ουκρανία μπορούν να χρησιμοποιηθούν οποιαδήποτε στιγμή εναντίον των χωρών της Βαλτικής, άλλων ευρωπαϊκών κρατών ή ακόμη και σε παγκόσμιο επίπεδο.
Πέρα από την αμυντική στάση
Η σύνοδος πραγματοποιήθηκε παράλληλα με μια αλλαγή στο αμερικανικό δόγμα. Τον Μάρτιο του 2026, ο Λευκός Οίκος δημοσίευσε την Εθνική Στρατηγική Κυβερνοχώρου, η οποία έθεσε τις επιθετικές επιχειρήσεις στο προσκήνιο ως συνηθισμένο εργαλείο άσκησης κρατικής ισχύος, συνδυάζοντάς τες με προσπάθεια κινητοποίησης του ιδιωτικού τομέα κατά των δικτύων αντιπάλων.
Ο Πωλ Τζ. Λάυονς, κύριος αναπληρωτής βοηθός υπουργός Πολέμου για την πολιτική κυβερνοχώρου, δήλωσε στη σύνοδο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εγκαταλείψει την αμυντική στάση στον κυβερνοχώρο. Περιέγραψε την κυβερνοδιάσταση ως πλήρως ενσωματωμένη πλέον στον στρατιωτικό σχεδιασμό, παραπέμποντας σε πρόσφατες επιχειρήσεις στη Βενεζουέλα και το Ιράν.
Ο Πωλ Τζ. Λάιονς, κύριος αναπληρωτής βοηθός υπουργός Πολέμου των ΗΠΑ για την πολιτική κυβερνοχώρου (α), και ο Σεμπαστιάν Γκαρνώ (δ), ιδρυτής της Συνόδου Κυβερνοασφάλειας του Παρισιού, στο Παρίσι. (Ευγενική παραχώρηση: Paris Cyber Summit)
Ο Λάυονς παρουσίασε τον ανταγωνισμό με το Πεκίνο ως ζήτημα «δυνατοτήτων και πρόθεσης», υποστηρίζοντας ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να βοηθήσει την Ουάσιγκτον να καλύψει το χάσμα χωρίς να χρειαστεί να το επιλύσει απλώς με περισσότερες δαπάνες. Σημειώνεται ότι την ίδια ημέρα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα για τη διασφάλιση της ανάπτυξης προηγμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης.
Κοινό μέτωπο παρά τις διαφωνίες
Αν και η αποτίμηση των απειλών δίχασε το ακροατήριο, η συζήτηση για την απάντηση σε αυτές επανέφερε το κλίμα ενότητας. Κατά τη διάρκεια της συνόδου, ο Γκαρνώ υπογράμμισε την ανάγκη για ειλικρινή διάλογο μεταξύ των συμμάχων. Σε συνέντευξή του στην Epoch Times δήλωσε ότι η δυτική συμμαχία δεν είναι νέα αλλά μετρά πάνω από έναν αιώνα ζωής. Για τον λόγο αυτό, μπορεί να διαφωνεί αλλά πρέπει να αποφύγει τη διάσπαση.
Η Σπανού επανήλθε στη σημασία αυτού του δεσμού αναφερόμενη στην ίδια τη σύνοδο. Τόνισε τη συμμαχική σχέση μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών ήταν πάντοτε σύμμαχοι, με κοινή ιστορία και κοινές αξίες, παρατηρώντας ότι η συνάντηση στο Παρίσι προσφέρει μια ευκαιρία να ενισχυθούν οι δεσμοί τους, καθώς οι εξελίξεις πιέζουν όσους μοιράζονται κοινές αρχές να συνεργαστούν πιο στενά για να τις υποστηρίξουν.
Από αμερικανικής πλευράς, ο δεσμός περιγράφηκε ως εξίσου πολιτισμικός όσο και στρατηγικός. Ο Στούπακ δήλωσε ότι η σύνοδος αποτελούσε ιδανικό χώρο για την κατανόηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και σημείωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες απέχουν λίγες εβδομάδες από τον εορτασμό της 250ής επετείου τους — επέτειος που, όπως ανέφερε, δεν θα υπήρχε χωρίς τον γαλλικό λαό. Περιέγραψε δε τον στόχο ως τη διατήρηση της παλαιότερης συμμαχίας της Αμερικής. Ανέφερε ακόμη ότι ο ίδιος έχει γερμανικές, ολλανδικές και σλοβακικές ρίζες και ότι η αποκοπή της χώρας του από την Ευρώπη θα ήταν κατάφωρα ανόητη, επειδή η σχέση και η εγγύτητα είναι εξαιρετικά βαθιά.
Αμερικανικές και ευρωπαϊκές αντιπροσωπείες συναντήθηκαν στη Γαλλική Γερουσία, όπου ο γερουσιαστής Ολιβιέ Καντίκ, αντιπρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων, Άμυνας και Ενόπλων Δυνάμεων, φιλοξένησε συζητήσεις για τις προσπάθειες ενίσχυσης των δυνατοτήτων κυβερνοασφάλειας σε ολόκληρα τα Βαλκάνια. (Ευγενική παραχώρηση: Paris Cyber Summit)
Ο Λη διαχώρισε την πολιτική ρητορική από την πρακτική πραγματικότητα. Όπως ανέφερε, άλλο είναι η πολιτική ρητορική και άλλο όσα συμβαίνουν πίσω από κλειστές πόρτες, προσθέτοντας ότι εκεί η συνεργασία είναι ιδιαίτερα εποικοδομητική. Οι δυτικές δημοκρατίες, είτε το θέλουν είτε όχι, είναι σήμερα σύμμαχοι σε αυτό που χαρακτήρισε παγκόσμιο τεχνολογικό πόλεμο και, σε επιχειρησιακό επίπεδο, όλοι γνωρίζουν ποιοι είναι οι αντίπαλοί τους.
Η Κινγκ δήλωσε ότι οι εταίροι είναι δημοκρατίες που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή και υποστήριξε την ανάγκη για διάλογο με επιχειρησιακό και όχι ακαδημαϊκό χαρακτήρα. Προειδοποίησε ότι τα δίκτυα δεν έχουν σύνορα και ότι οι αλυσιδωτές επιπτώσεις επιθέσεων, όπως το WannaCry και η παγκόσμια έξαρση κακόβουλου λογισμικού εκβιασμού του 2017, θα γίνονται ολοένα και πιο καταστροφικές.
Κατέληξε λέγοντας ότι η αντιμετώπιση των απειλών απαιτεί συλλογική δράση και στενή συνεργασία μεταξύ των συμμάχων.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαπέλυσαν αντίποινα κατά του Ιράν στις 9 Ιουνίου, με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να κατηγορεί την Τεχεράνη ότι κατέρριψε αμερικανικό επιθετικό ελικόπτερο κοντά στα Στενά του Ορμούζ την προηγουμένη.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, ο πρόεδρος των ΗΠΑ ανέφερε ότι ενημερώθηκε από τον αμερικανικό στρατό πως οι Ιρανοί κατέρριψαν το προηγούμενο βράδυ ένα από τα πλέον προηγμένα ελικόπτερα Apache των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ πραγματοποιούσε περιπολία πάνω από τα Στενά του Ορμούζ. Οι δύο πιλότοι δεν τραυματίστηκαν και είναι ασφαλείς, ωστόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν αναγκασμένες να απαντήσουν στην επίθεση,προσέθεσε.
Το ελικόπτερο AH-64 Apache του Αμερικανικού Στρατού καταρρίφθηκε περίπου την ίδια χρονική περίοδο κατά την οποία το Ιράν ανακοίνωσε ότι είχε σταματήσει τις επιθέσεις κατά του Ισραήλ. Η Τεχεράνη είχε παρουσιάσει τις επιθέσεις που εξαπέλυσε κατά του Ισραήλ το σαββατοκύριακο ως αντίποινα για τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις στον Λίβανο.
Σε ανακοίνωση που μεταδόθηκε από κρατικά συνδεδεμένα μέσα ενημέρωσης στις 8 Ιουνίου, ο ιρανικός στρατός προειδοποίησε ότι, εάν συνεχιστούν οι επιθέσεις και οι εχθρικές ενέργειες, αυτές στον νότιο Λίβανο συμπεριλαμβανόμενες, θα ακολουθήσουν πολύ σφοδρότερα και πιο συντριπτικά μέτρα από όσα είχαν ληφθεί μέχρι τότε.
Διάσωση με μη επανδρωμένο σκάφος
Ο πλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού Τίμοθυ Χώκινς, εκπρόσωπος της CENTCOM, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι μη επανδρωμένο σκάφος επιφανείας Corsair μήκους περίπου 7,3 μέτρων ήταν το πρώτο μέσο που έφτασε στο πλήρωμα του καταρριφθέντος Apache. Το σκάφος υπάγεται στη Δύναμη Κρούσης 59, η οποία διαχειρίζεται μη επανδρωμένα συστήματα στις πλωτές οδούς της Μέσης Ανατολής. Ο Χώκινς ανέφερε ότι το μη επανδρωμένο σκάφος μετέφερε το πλήρωμα σε άλλη τοποθεσία, όπου κατέφθασε ελικόπτερο διάσωσης για να τους παραλάβει και να τους μεταφέρει σε πιο ασφαλές σημείο.
Η CENTCOM ανακοίνωσε τη διάσωση του πληρώματος τη Δευτέρα στις 19:33, ώρα Ανατολικής Ακτής των ΗΠΑ, περίπου δύο ώρες μετά την πτώση του ελικοπτέρου.
Η Δύναμη Κρούσης 59 άρχισε να εντάσσει σε επιχειρησιακή χρήση τα μη επανδρωμένα σκάφη Corsair στα τέλη Μαρτίου, έναν μήνα μετά την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν. Στην επιχείρηση διάσωσης συμμετείχαν επίσης στοιχεία της 82ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας του Αμερικανικού Στρατού και της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ.
Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) ανακοίνωσε ότι οι δυνάμεις της άρχισαν να εξαπολύουν «πλήγματα αυτοάμυνας» κατά του Ιράν στις 17:00, ώρα Ανατολικής Ακτής των ΗΠΑ (01:30 π.μ. ώρα Ιράν), κατόπιν εντολής του ανώτατου διοικητή, ως απάντηση στην κατάρριψη του ελικοπτέρου. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η αποστολή αποτελούσε «αναλογική απάντηση» σε «αδικαιολόγητη ιρανική επιθετικότητα». Λιγότερο από τέσσερις ώρες αργότερα, η CENTCOM ανακοίνωσε ότι τα πλήγματα είχαν ολοκληρωθεί.
Οι αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν με κατευθυνόμενα πυρομαχικά ιρανικά συστήματα αεράμυνας, σταθμούς ελέγχου εδάφους και θέσεις ραντάρ επιτήρησης κοντά στα Στενά του Ορμούζ, χρησιμοποιώντας μαχητικά αεροσκάφη της Πολεμικής Αεροπορίας και του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ. Η CENTCOM ανέφερε ότι η επιχείρηση ήταν απάντηση στις πρόσφατες επιθέσεις κατά αμερικανικών δυνάμεων και διεθνών εμπορικών πλοίων που διέρχονταν από την περιοχή. Προσέθεσε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις παραμένουν σε επιφυλακή και έτοιμες να αμυνθούν απέναντι σε αδικαιολόγητη ιρανική επιθετικότητα.
Ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν ότι τα αμερικανικά πλήγματα έπληξαν το Κεσμ, νησί στα Στενά του Ορμούζ, ενώ επιβεβαιώθηκε και δεύτερο πλήγμα στο Σιρίκ, ιρανική λιμενική πόλη στον πορθμό. Σύμφωνα με το πρακτορείο Mehr News Agency, εκρήξεις ακούστηκαν και στην κοντινή πόλη Μπαντάρ Αμπάς.
Ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Μάικ Τζόνσον (R-La.) δήλωσε ότι ενημερώθηκε για τα επικείμενα πλήγματα πριν αυτά πραγματοποιηθούν. Ανέφερε ότι πέρασε αρκετές ώρες στην Αίθουσα Επιχειρήσεων μαζί με τον Τραμπ, τον αντιπρόεδρο Τζ. Ντ. Βανς, τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, τον υπουργό Πολέμου Πητ Χέγκσεθ και τον διευθυντή της CIA, προκειμένου να συζητήσουν ζητήματα που σχετίζονται με τη συνεχιζόμενη στρατιωτική δραστηριότητα, μεταξύ αυτών και την ανανέωση του Άρθρου 702 του Νόμου για την Επιτήρηση Ξένων Πληροφοριών.
Ο Τζόνσον χαρακτήρισε τα πλήγματα κατά του Ιράν «στοχευμένα» και «αμυντικού χαρακτήρα». Δήλωσε ότι λυπάται που κατέστη αναγκαία αυτή η ενέργεια, αλλά περιέγραψε την αμερικανική επίθεση ως αναλογική απάντηση σε ιρανικό πλήγμα κατά αμερικανικών μέσων και προσωπικού στην περιοχή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να επιτρέψουν μια τέτοια ενέργεια, σημείωσε.
Η δέσμευση του Τραμπ να απαντήσει στο περιστατικό ενδέχεται να περιπλέξει περαιτέρω τις προσπάθειες για επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας με την Τεχεράνη. Λίγες ώρες νωρίτερα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ είχε δηλώσει ότι οι διαπραγματεύσεις βρίσκονταν στο τελικό στάδιο και ότι προτιμούσε τη διπλωματία από περαιτέρω αιματοχυσία. Μιλώντας σε δημοσιογράφους στη Νέα Υόρκη, ο Τραμπ ανέφερε ότι, σε περίπτωση βομβαρδισμού, θα σκοτώνονταν πολλοί άνθρωποι και ότι ο ίδιος δεν επιθυμούσε μια τέτοια εξέλιξη. Όπως παρατήρησε, μια υπογεγραμμένη συμφωνία θα ήταν ισχυρότερη από μια στρατιωτική επίθεση.
Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν πρόκειται να συνάψει κακή συμφωνία με την Τεχεράνη, παρά την πίεση. Σύμφωνα με τον ίδιο, η διαπραγματευτική θέση των ΗΠΑ είναι ισχυρή και υπάρχει άνεση χρόνου ώστε ο Ντόναλντ Τραμπ πετύχει την καλύτερη δυνατή συμφωνία για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον κόσμο.
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί δεσμεύθηκε ότι το Ιράν θα απαντήσει, αναφέροντας σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επέλεξαν να δοκιμάσουν την αποφασιστικότητα της χώρας του. Τόνισε ότι οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις δεν θα αφήσουν καμία επίθεση ή απειλή αναπάντητη και προειδοποίησε τους ξένους να εγκαταλείψουν την περιοχή εάν θέλουν να είναι ασφαλείς.
Μετά την προειδοποίηση του Τραμπ για αντίποινα, ο Αραγτσί δήλωσε επίσης ότι τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν κοινή θαλάσσια οδό του Ιράν και του Ομάν και ότι οι ξένες δυνάμεις διατρέχουν κίνδυνο όταν επιχειρούν σε αυτά τα ύδατα. Όπως ανέφερε, η καλύτερη λύση για τη μείωση του κινδύνου είναι η αποχώρηση των ξένων δυνάμεων το συντομότερο δυνατόν από ένα περιβάλλον που, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν θα είναι ποτέ φιλικό προς μια εχθρική παρουσία.
Το Ιράν εξαπολύει επιθέσεις σε Μπαχρέιν, Κουβέιτ και Ιορδανία
Λίγες ώρες μετά την ολοκλήρωση των αμερικανικών πληγμάτων, το Ιράν εξαπέλυσε επιθέσεις κατά του Μπαχρέιν, του Κουβέιτ και της Ιορδανίας.
Το Μπαχρέιν και το Κουβέιτ ενεργοποίησαν τα συστήματα αντιαεροπορικής άμυνάς τους για να αντιμετωπίσουν τις ιρανικές επιθέσεις, ενώ η Ιορδανία ανακοίνωσε ότι αναχαίτισε πέντε πυραύλους που κατευθύνονταν προς αεροπορική βάση όπου σταθμεύουν αμερικανικές δυνάμεις, σύμφωνα με πολλαπλά δημοσιεύματα.
Οι επιθέσεις σημειώθηκαν λίγες ώρες αφότου η CENTCOM ανακοίνωσε την ολοκλήρωση της επιχείρησής της κατά ιρανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων κοντά στα Στενά του Ορμούζ.
Η Τεχεράνη προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε περαιτέρω ισραηλινή επίθεση θα προκαλούσε ακόμη σφοδρότερη απάντηση, ενώ το Ισραήλ δήλωσε ότι θα ανταποδώσει οποιαδήποτε νέα ιρανική επίθεση.
Οι Καναδοί γιατροί παρεμβαίνουν ολοένα και συχνότερα για να αποτρέψουν ή να αντιμετωπίσουν αρνητικές συνέπειες, αφότου ασθενείς έχουν αποκτήσει πρόσβαση σε ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες υγείας στο διαδίκτυο, συμπεριλαμβανομένων συμβουλών που δημιουργούνται από συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, σύμφωνα με νέα μελέτη.
Το 97% των γιατρών που συμμετείχαν σε έρευνα της εταιρείας ερευνών Abacus Data για λογαριασμό της Καναδικής Ιατρικής Ένωσης (Canadian Medical Association – CMA) ανέφερε ότι έχει βρεθεί αντιμέτωπο με τέτοιες προκλήσεις, πολλές από τις οποίες προέκυψαν από καθοδήγηση που οι ασθενείς έλαβαν από συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.
Το 34% των 645 εν ενεργεία ιατρών που συμμετείχαν στην έρευνα, η οποία διεξήχθη μεταξύ 6 και 13 Απριλίου, δήλωσε ότι αντιμετωπίζει «συχνά» συνέπειες από ασθενείς που ακολουθούν διαδικτυακές συμβουλές, ενώ το 45% ανέφερε ότι αυτό συμβαίνει «μερικές φορές».
Επιπλέον, το 92% των γιατρών που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσε ότι τα ασύνδετα συστήματα υγείας, όπως η αδυναμία εύκολης κοινοποίησης ιατρικών φακέλων ασθενών, αποτελεσμάτων εξετάσεων ή κλινικών σημειώσεων, επηρεάζουν επίσης την ικανότητά τους να παρέχουν φροντίδα. Το 66% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι αυτό συμβαίνει συχνά, έναντι 26% που είπε ότι συμβαίνει μερικές φορές, 6% που ανέφερε ότι συμβαίνει σπάνια και 1% που δήλωσε ότι δεν συμβαίνει ποτέ.
Σχεδόν οι μισοί από τους γιατρούς που συμμετείχαν στην έρευνα — το 48% — δήλωσαν ότι έχουν δει ασθενή να υφίσταται σοβαρές αρνητικές συνέπειες για την υγεία του, συμπεριλαμβανομένης της επιδείνωσης μιας ασθένειας ή της μη έγκαιρης διάγνωσης, εξαιτίας αυτών των ασύνδετων συστημάτων.
Η πρόεδρος της Καναδικής Ιατρικής Ένωσης, Δρ Μαργκό Μπαρνέλ, χαρακτήρισε την κατάσταση «ανησυχητική».
Σε ανακοίνωση Τύπου, η Μπαρνέλ ανέφερε ότι οι γιατροί δίνουν έναν δύσκολο αγώνα για να παρέχουν έγκαιρη φροντίδα στους ασθενείς, όταν έρχονται αντιμέτωποι με συστήματα υγείας που δεν μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους και όταν οι ασθενείς κατακλύζονται από ψευδείς πληροφορίες υγείας, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε ακούσια βλάβη. Πρόσθεσε ότι απαιτούνται σύγχρονα, διασυνδεδεμένα ψηφιακά συστήματα υγείας, καθώς και ισχυρότερη δράση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για την προώθηση αξιόπιστων πληροφοριών υγείας.
Υγεία και τεχνητή νοημοσύνη
Οι ανησυχίες των γιατρών σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη ακολουθούν δημοσκόπηση που δημοσίευσε η CMA τον Φεβρουάριο. Η Έρευνα Παρακολούθησης Υγείας και Μέσων Ενημέρωσης 2026 διαπίστωσε ότι το 89% των 5.000 Καναδών που συμμετείχαν λαμβάνει πληροφορίες για θέματα υγείας μέσω διαδικτύου.
Η μελέτη έδειξε ότι η έκθεση σε εσφαλμένες πληροφορίες υγείας παρέμεινε γενικά σταθερή σε όλες τις ηλικιακές ομάδες που εξετάστηκαν. Ωστόσο, καταγράφηκε σημαντική αύξηση μεταξύ της μεταπολεμικής γενιάς από το 2024. Η έκθεσή τους σε ψευδείς πληροφορίες υγείας αυξήθηκε από 47% το 2024 σε 58% φέτος.
Παρά την αύξηση, η Γενιά Ζ και οι άνδρες ηλικίας 30 και 40 ετών ήταν πιθανότερο να χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη για τη διάγνωση και την αντιμετώπιση ενός προβλήματος υγείας, σε ποσοστά 70% και 71% αντίστοιχα.
Η έρευνα διαπίστωσε ότι το 78% των Καναδών που αναζητούν πληροφορίες υγείας στο διαδίκτυο αναζητούν πληροφορίες σχετικά με κάποια πάθηση ή σύμπτωμα. Το 71% αναζητά θεραπευτικές επιλογές για συγκεκριμένη ασθένεια ή πάθηση, ενώ το 59% αναζητά συμβουλές για τη διαχείριση χρόνιων παθήσεων ή ασθενειών.
Οι συμμετέχοντες στην έρευνα ανέφεραν διάφορους λόγους για τους οποίους στρέφονται στο Google, το ChatGPT ή άλλες πλατφόρμες για απαντήσεις σχετικά με θέματα υγείας. Το 80% δήλωσε ότι πρόκειται για τον ταχύτερο τρόπο λήψης απαντήσεων και το 66% ότι είναι πιο βολικός. Ένα ακόμη 58% δήλωσε ότι η αναζήτηση στο διαδίκτυο προσφέρει μεγαλύτερο όγκο πληροφοριών και περισσότερες εικόνες σε σύγκριση με μια συζήτηση με επαγγελματία υγείας.
Το 57% ανέφερε ότι καταφεύγει σε διαδικτυακές πληροφορίες λόγω έλλειψης πρόσβασης σε δια ζώσης υπηρεσίες υγείας, ενώ το 45% εκτίμησε ότι οι πληροφορίες αυτές είναι συχνά εξίσου ακριβείς με εκείνες που λαμβάνει κανείς από επαγγελματία υγείας. Παρά την αυξανόμενη χρήση διαδικτυακών πηγών για θέματα υγείας, μόλις το 27% των συμμετεχόντων στην έρευνα δήλωσε ότι εμπιστεύεται την τεχνητή νοημοσύνη όσον αφορά την ακρίβεια των ιατρικών πληροφοριών.
Ωστόσο, οι Καναδοί φαίνεται να αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό και πηγές που παραδοσιακά θεωρούνται αξιόπιστες. Το 69% όσων συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσε ότι δεν εμπιστεύεται τις πληροφορίες υγείας στο διαδίκτυο «ακόμη και αν προέρχονται από πηγή που κανονικά θα έπρεπε να εμπιστεύομαι», ενώ το 49% ανέφερε ότι είναι πιο επιφυλακτικό απέναντι σε ιατρικές συμβουλές «από τους δικούς μου παρόχους υγειονομικής περίθαλψης».
Καθώς ο Καναδάς προχωρά προς την επίτευξη των κλιματικών του στόχων, αυξάνονται τα ερωτήματα σχετικά με το εάν ενδεχομένως υπερβολικά απαισιόδοξες προβλέψεις για το κλίμα οδήγησαν τη χώρα σε απώλεια επενδύσεων δισεκατομμυρίων δολαρίων και ταχείας οικονομικής ανάπτυξης επί χρόνια.
Η προσπάθεια του Καναδά να επιτύχει μηδενικές εκπομπές άνθρακα έως το 2050 έχει διαμορφώσει σημαντικές κυβερνητικές πολιτικές τα τελευταία χρόνια, συμπεριλαμβανομένης της τιμολόγησης του άνθρακα, των κανόνων για τις εκπομπές, των περιβαλλοντικών κανονισμών, καθώς και δαπάνες δισεκατομμυρίων δολαρίων σε πρωτοβουλίες καθαρής ενέργειας.
Οι εξελίξεις στο πεδίο της αξιολόγησης της κλιματικής κρίσης και του κινδύνου υπερθέρμανσης του πλανήτη δείχνουν ότι ερευνητές που συνεργάζονται με την κλιματική επιτροπή του ΟΗΕ διατυπώνουν προσδοκίες λιγότερο απαισιόδοξες πλέον, υποστηρίζοντας ότι αυτό αποτελεί ένδειξη πως οι δράσεις για το κλίμα αποδίδουν.
Παρότι η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή [United Nations’s Intergovernmental Panel on Climate Change – IPCC] του ΟΗΕ δεν έχει εγκαταλείψει τα χειρότερα σενάρια, ερευνητές που συνδέονται με τον οργανισμό περιγράφουν τώρα τα σενάρια υψηλών εκπομπών άνθρακα ως λιγότερο πιθανά, λόγω αλλαγών στην τεχνολογία, στις αγορές ενέργειας και στις προβλέψεις για τη χρήση άνθρακα. Οι ερευνητές δημοσίευσαν τον περασμένο μήνα μελέτη στην οποία ανέφεραν ότι τα μελλοντικά μοντέλα θα βασίζονται περισσότερο σε σενάρια που θεωρούνται «πιο πιθανά».
Ενώ ορισμένοι από τους συμμετέχοντες στις μελέτες υποστηρίζουν ότι αυτό αποτελεί ένδειξη πως η πολιτική για μηδενικές εκπομπές άνθρακα επηρεάζει τις κλιματικές τάσεις, άλλοι αντιτείνουν ότι σημαντικές οικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται με βάση αβέβαια και διαρκώς εξελισσόμενα μοντέλα.
Ο Ρος ΜακΚίτρικ, καθηγητής περιβαλλοντικής οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Γκουέλφ, δήλωσε ότι οι εκτιμήσεις των κανονιστικών επιπτώσεων που διαμόρφωναν τις αναλύσεις κόστους-οφέλους, και κατ’ επέκταση τη ρύθμιση των κανονισμών, είναι πλέον ξεπερασμένες.
Μεγάλα καναδικά ενεργειακά έργα που ακυρώθηκαν λόγω κανονιστικών και περιβαλλοντικών προκλήσεων
• Northern Gateway Pipeline (2006–2016): Η έγκριση ανατράπηκε από ομοσπονδιακό δικαστήριο και το έργο απορρίφθηκε από την κυβέρνηση για περιβαλλοντικούς λόγους.
• Prince Rupert LNG (2012–2016): Η Shell αποχώρησε έπειτα από χρόνια καθυστερήσεων στην αδειοδότηση και κανονιστικής αβεβαιότητας στη Βρετανική Κολομβία.
• Mackenzie Gas Project (2003–2017): Δεκατετραετής κανονιστική διαδικασία και εκκρεμή ζητήματα διαβούλευσης με αυτόχθονες κοινότητες οδήγησαν στην εγκατάλειψη του έργου.
• Aurora LNG (2013–2017): Ακυρώθηκε λόγω κανονιστικών καθυστερήσεων στη Βρετανική Κολομβία και χαμηλών τιμών LNG.
• Energy East Pipeline (2013–2017): Η διεύρυνση της αξιολόγησης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προηγήθηκε της απόφασης της TransCanada να το ακυρώσει.
• Pacific NorthWest LNG (2012–2017): Πενταετής περιβαλλοντική αξιολόγηση του βιότοπου σολωμού στην περιοχή Flora Bank συνέβαλε στην ακύρωσή του.
• Teck Frontier Oil Sands Mine (2011–2020): Η εταιρεία απέσυρε αίτηση ύψους 20,6 δισ. δολαρίων Καναδά, επικαλούμενη τη συζήτηση γύρω από την κλιματική πολιτική της χώρας.
• Goldboro LNG (2012–2023): Καθυστερήσεις στις διαβουλεύσεις και άρνηση ομοσπονδιακής χρηματοδότησης οδήγησαν στην εγκατάλειψη του έργου.
(Πηγές: CBC News, The Globe and Mail / Επεξεργασία: The Epoch Times)
Έργα που έμειναν στα χαρτιά
Οι πολέμιοι των πολιτικών μηδενικών εκπομπών άνθρακα του Καναδά υποστηρίζουν ότι οι οικονομικές επιπτώσεις είναι ήδη ορατές στον τομέα των φυσικών πόρων, όπου μεγάλα έργα πετρελαίου και φυσικού αερίου, εξόρυξης και υποδομών έχουν αντιμετωπίσει πολυετείς καθυστερήσεις, ακυρώσεις ή κανονιστική αβεβαιότητα.
Ο Canada’s Oil Sands Alliance, συνασπισμός που εκπροσωπεί τους έξι μεγαλύτερους παραγωγούς πετρελαϊκής άμμου της χώρας, ανέφερε σε ανακοίνωσή του τον Μάιο ότι οι πολύπλοκες κανονιστικές διαδικασίες, το μη ανταγωνιστικό πλαίσιο τιμολόγησης του άνθρακα και τα δημοσιονομικά συστήματα που δεν ενθαρρύνουν την ανάπτυξη έχουν συμβάλει σε απότομη μείωση των μεγάλων νέων επενδύσεων στον τομέα. Σύμφωνα με τον συνασπισμό, δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία σημαντική νέα επένδυση στον κλάδο από το 2013.
Σύμφωνα με εκτίμηση της ομάδας υπεράσπισης Canada Action, έργα φυσικών πόρων αξίας 670 δισεκατομμυρίων δολαρίων — συμπεριλαμβανομένων τερματικών σταθμών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), αγωγών και έργων πετρελαίου και φυσικού αερίου — έχουν ακυρωθεί ή τεθεί σε αναστολή στον Καναδά από το 2015.
Το Fraser Institute έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι οι κανονισμοί που σχετίζονται με το κλίμα αποθαρρύνουν τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην ενεργειακή βιομηχανία του Καναδά. Μία ανάλυση του οργανισμού εκτίμησε ότι το προτεινόμενο ομοσπονδιακό ανώτατο όριο εκπομπών για τον τομέα πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσε να μειώσει την αξία του κλάδου έως και κατά 255 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το 2040, ανάλογα με το σενάριο.
Ορισμένοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η συνολική επίδραση της κλιματικής πολιτικής πιθανότατα δεν μπορεί να μετρηθεί μόνο μέσω των ακυρωμένων έργων. Στο κόστος θα πρέπει επίσης να συνυπολογιστούν επενδύσεις που οι εταιρείες δεν επεδίωξαν ποτέ, επειδή θεωρούσαν τον Καναδά υπερβολικά δαπανηρό, αβέβαιο ή δύσκολο για την ανάπτυξη μεγάλων έργων.
Ο οικονομολόγος Τζακ Μιντζ δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι το κόστος των χαμένων ευκαιριών είναι ακόμη μεγαλύτερο για έργα που δεν ξεπέρασαν ποτέ το αρχικό στάδιο της ιδέας, επειδή κάποιοι έκριναν ότι δεν άξιζε καν να προσπαθήσουν στον Καναδά.
Χαμένες ευκαιρίες στο LNG και σε άλλα ενεργειακά έργα
Τα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου του Καναδά είναι από τα μεγαλύτερα στον κόσμο, ωστόσο η χώρα διαθέτει μόνο έναν λειτουργικό τερματικό σταθμό εξαγωγής LNG, έπειτα από χρόνια κανονιστικών εμποδίων, περιορισμών στους αγωγούς και ακυρωμένων προτάσεων. Στον αντίποδα, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέκτειναν ταχύτατα τις υποδομές τους για εξαγωγές LNG και εξελίχθηκαν σε έναν από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς παγκοσμίως.
Ο ΜακΚίτρικ δήλωσε ότι η περιορισμένη δυνατότητα εξαγωγών LNG του Καναδά αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα χαμένης οικονομικής ευκαιρίας. Το γεγονός ότι η χώρα διαθέτει σήμερα μόνο μία εγκατάσταση εξαγωγής LNG συνιστά τεράστια χαμένη ευκαιρία.
Παράλληλα, ανέφερε τα κέντρα δεδομένων και άλλες ενεργοβόρες βιομηχανίες ως παραδείγματα επενδύσεων που ενδέχεται να δυσκολεύεται ο Καναδάς να προσελκύσει λόγω του αυξανόμενου κόστους και της αβεβαιότητας γύρω από την ενεργειακή πολιτική και την ανάπτυξη υποδομών. Το γεγονός ότι ο Καναδάς δεν έχει καταφέρει να προσελκύσει σημαντικές επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων αποτελεί άλλη μία σημαντική χαμένη ευκαιρία σε σύγκριση με άλλες χώρες.
Ο Μάικλ Μπίννιον, ιδρυτής της Questerre Energy, δήλωσε ότι οι αυστηρότερες κλιματικές πολιτικές έχουν πλήξει την ανταγωνιστικότητα του Καναδά, μεταφέροντας επενδύσεις και παραγωγή σε άλλες χώρες με λιγότερους περιβαλλοντικούς περιορισμούς, εάν ο τελικός στόχος είναι πράγματι η μείωση των παγκόσμιων εκπομπών.
Κατά κεφαλήν ΑΕΠ (δολάρια ΗΠΑ), 1990–2024
Πηγή: The Epoch Times. Στοιχεία: Παγκόσμια Τράπεζα (World Development Indicators). Δημιουργήθηκε με το Datawrapper
Σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ των ΗΠΑ έχει αυξηθεί κατά περίπου 18 έως 20% από το 2015, ενώ του Καναδά κατά μόλις 1,1% την ίδια περίοδο.
Ο Μιντζ υποστήριξε ότι πολλές από τις οικονομικές προκλήσεις του Καναδά προέρχονται από πολιτικές που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τις δεσμεύσεις της χώρας για μηδενικές εκπομπές άνθρακα, συμπεριλαμβανομένης της τιμολόγησης του άνθρακα, των κανόνων για τις εκπομπές και της αβεβαιότητας στις εγκρίσεις έργων.
Όπως ανέφερε, υπάρχουν πολλά παραδείγματα. Ο Νόμος για την Εκτίμηση των Επιπτώσεων [«Impact Assessment Act»], κατέστησε εξαιρετικά δύσκολη την υλοποίηση οποιουδήποτε έργου, είτε επρόκειτο για αγωγό είτε για νέα πετρελαϊκή ανάπτυξη, και περιόρισε σημαντικά τις επενδύσεις στον τομέα της αξιοποίησης φυσικών πόρων.
Η νομοθεσία, που εισήχθη από την κυβέρνηση Τρυντώ, απαιτεί πρόσθετες ομοσπονδιακές περιβαλλοντικές αξιολογήσεις. Οι επαρχίες της Αλμπέρτα και του Σασκάτσουαν έχουν υποστηρίξει ότι οι αξιολογήσεις αυτές παρεμποδίζουν τα έργα αγωγών επιβάλλοντας πρόσθετο κανονιστικό βάρος.
Η κυβέρνηση Κάρνεϋ εισήγαγε νέα νομοθεσία, που επιτρέπει την επιτάχυνση επιλεγμένων έργων που αξιολογούνται από την κυβέρνηση, ενώ οι Συντηρητικοί υποστηρίζουν ότι νομοθετήματα όπως ο Νόμος για την Εκτίμηση των Επιπτώσεων θα πρέπει να καταργηθούν πλήρως, ώστε η βιομηχανία να λειτουργεί χωρίς η κυβέρνηση να επιλέγει ποια έργα θα προωθεί κατά προτεραιότητα.
Οι επικριτές των κλιματικών πολιτικών του Καναδά υποστηρίζουν ότι η χώρα εισήλθε στις πρόσφατες οικονομικές αναταράξεις — συμπεριλαμβανομένης της πανδημίας, της έξαρσης του πληθωρισμού και της αύξησης των εμπορικών εντάσεων — με ασθενέστερη αύξηση της παραγωγικότητας από ό,τι θα μπορούσε διαφορετικά να έχει, γεγονός που ενίσχυσε την οικονομική ζημία.
Επιχειρήματα υπέρ των μηδενικών εκπομπών άνθρακα
Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές των πολιτικών αυτών υποστηρίζουν ότι η μετάβαση προς πηγές ενέργειας χαμηλότερων εκπομπών δημιουργεί επίσης σημαντικές οικονομικές ευκαιρίες, και προβλέπουν ότι ο Καναδάς θα αναδειχθεί σε παγκόσμιο ηγέτη στη διεθνή μετάβαση προς χαμηλότερες εκπομπές.
Η Οττάβα αναφέρει ότι η δέσμευσή της βασίζεται τόσο σε περιβαλλοντικές όσο και σε οικονομικές παραμέτρους, υποστηρίζοντας ότι οι καθαρότερες βιομηχανίες και οι εξαγωγές χαμηλότερων εκπομπών θα γίνουν πιο ανταγωνιστικές καθώς οι χώρες αυστηροποιούν τους κλιματικούς κανόνες και αναζητούν εφοδιαστικές αλυσίδες χαμηλότερου ενεργειακού αποτυπώματος.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει επίσης δηλώσει ότι η επιδίωξη μηδενικών εκπομπών άνθρακα έως το 2050 θα προσελκύσει επενδύσεις και θα ενισχύσει την οικονομική θέση του Καναδά μακροπρόθεσμα μέσω της ανάπτυξης καθαρής ενέργειας και της αντικατάστασης συστημάτων που λειτουργούν με ορυκτά καύσιμα από συστήματα που λειτουργούν με ηλεκτρική ενέργεια.
Ηλεκτρικό όχημα που προωθεί το κυβερνητικό πρόγραμμα Greening Government Fund. Οττάβα, 27 Ιουνίου 2023. (The Canadian Press/Justin Tang)
Έκθεση της Clean Energy Canada πέρυσι ανέφερε ότι η παγκόσμια ζήτηση για τεχνολογίες όπως οι μπαταρίες, οι ηλεκτρολύτες και οι αντλίες θερμότητας αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά κατά την επόμενη δεκαετία, από περίπου 700 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ το 2023 σε περισσότερα από 2 τρισεκατομμύρια δολάρια έως το 2035. Σύμφωνα με την έκθεση, ο Καναδάς διαθέτει τεράστια ευκαιρία να αξιοποιήσει το πλεονέκτημά του στην καθαρή ηλεκτρική ενέργεια, ώστε να προσελκύσει νέες βιομηχανίες και να καταστήσει καθαρότερες τις ήδη υπάρχουσες.
Ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϋ έχει επίσης επανειλημμένα περιγράψει τις δυνατότητες του Καναδά να εξελιχθεί σε «υπερδύναμη καθαρής ενέργειας», υποστηρίζοντας ότι η μετάβαση μακριά από πηγές ενέργειας υψηλότερων εκπομπών δημιουργεί σημαντικές οικονομικές ευκαιρίες και ότι οι παγκόσμιες αγορές θα αναζητούν πηγές ενέργειας χαμηλών εκπομπών. Σε μία τέτοια δήλωση, τον Νοέμβριο του 2025, ανέφερε ότι η μείωση των εκπομπών δεν αποτελεί μόνο ηθικό καθήκον, αλλά και οικονομική αναγκαιότητα.
Ενδείξεις μεταστροφής
Παρότι η Οττάβα διατηρεί τη δέσμευσή της για επίτευξη μηδενικών εκπομπών άνθρακα έως το 2050, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει πρόσφατα δείξει μεγαλύτερη διάθεση να αναπτύξει συμβατικές πηγές ενέργειας. Μεταξύ άλλων συζητάται η επέκταση της δυναμικότητας των αγωγών και η επιτάχυνση των εγκρίσεων μεγάλων έργων, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη σημερινή επιβράδυνση της εγχώριας οικονομίας και της παγκόσμιας ζήτησης για ενέργεια.
Ο ομοσπονδιακός υπουργός Ενέργειας Τιμ Χότζσον ανακοίνωσε στις 27 Μαΐου ότι γερμανική εταιρεία κοινής ωφέλειας υπέγραψε συμφωνία για την αγορά ενός εκατομμυρίου τόνων LNG ετησίως από το έργο Ksi Lisims στη βόρεια Βρετανική Κολομβία.
Ο Κάρνεϋ και ο Χότζσον έχουν αμφότεροι μιλήσει για τη μετατροπή του Καναδά σε «ενεργειακή υπερδύναμη», ενώ η Οττάβα και η Αλμπέρτα έχουν συζητήσει τρόπους επιτάχυνσης εθνικής σημασίας υποδομών μέσω του Ομοσπονδιακού Γραφείου Μεγάλων Έργων.
Σειρές ατμογεννητριών κατά μήκος δρόμου, σε εγκαταστάσεις εξόρυξης πετρελαϊκής άμμου με τη μέθοδο υποβοηθούμενης αποστράγγισης μέσω ατμού και βαρύτητας (SAGD) Christina Lake της Cenovus Energy, νότια του Φορτ ΜακΜάρρεϋ της Αλμπέρτα. (Todd Korol/File Photo/Reuters)
Η πρωθυπουργός της Αλμπέρτα, Ντανιέλ Σμιθ, δήλωσε ότι η επαρχία σχεδιάζει να υποβάλει πρόταση για νέο αγωγό αργού πετρελαίου προς τις ακτές της Βρετανικής Κολομβίας έως τον Ιούλιο, αν και η ιδέα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει αντιδράσεις από την κυβέρνηση της Βρετανικής Κολομβίας και αρκετές ομάδες Πρώτων Εθνών κατά μήκος της προτεινόμενης διαδρομής.
Οι Συντηρητικοί υποστηρίζουν ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα πρέπει να άρει περιορισμούς όπως ο βιομηχανικός φόρος άνθρακα και να επιτρέψει στη βιομηχανία να αναπτυχθεί αυτόνομα, χωρίς η κυβέρνηση να παρεμβαίνει επιλέγοντας ποιους κλάδους ή έργα θα ευνοήσει.
Ο Μπίννιον δήλωσε ότι η αλλαγή στη ρητορική υποδηλώνει πως οι κυβερνήσεις αρχίζουν να αναγνωρίζουν τις αυξανόμενες ανησυχίες σχετικά με τις επενδύσεις, την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα, αν και παραμένει ασαφές κατά πόσο αυτό θα οδηγήσει σε ουσιαστική αλλαγή πολιτικής.
Η 6η Ιουνίου σηματοδότησε την 82η επέτειο της απόβασης των συμμαχικών δυνάμεων στη Γαλλία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν περίπου 133.000 στρατιώτες από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βρετανική Κοινοπολιτεία και τους συμμάχους τους αποβιβάστηκαν στις νορμανδικές ακτές. Οι απώλειες των Συμμάχων ανήλθαν σε 10.300 άνδρες και, μέχρι το τέλος εκείνου του μήνα, περισσότεροι από 850.000 άνδρες είχαν αποβιβαστεί στη Γαλλία.
Σε εκδήλωση για την επέτειο, στη Γαλλία, παρευρέθη και ο υπουργός Πολέμου των ΗΠΑ, Πητ Χέγκσεθ, ο οποίος μνημόνευσε τη συμμαχική προσπάθεια, αναφερόμενος ταυτόχρονα και στις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη στα παράλιά της.
Όπως είπε, σήμερα σε άλλες ευρωπαϊκές ακτές — της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Ελλάδας και της Βουλγαρίας — καταφθάνουν σκάφη γεμάτα ανθρώπους και επικίνδυνες ιδέες, χαρακτηρίζοντας τις μαζικές αφίξεις των παράνομων μεταναστών ως εισβολή, και αναρωτήθηκε πότε οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα αναλάβουν δράση απέναντι σε αυτό το φαινόμενο ή αν είναι ήδη πολύ αργά.
Τα σχόλια του Χέγκσεθ απηχούν την προειδοποίηση που είχε απευθύνει στην Ευρώπη ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, μιλώντας σε δημοσιογράφους τον Ιούλιο του 2025, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στη Σκωτία, σχετικά με το μεταναστευτικό. Όπως είχε υπογραμμίσει, αν η Ευρώπη δεν αντιμετωπίσει την εισβολή που λαμβάνει χώρα στα εδάφη της, θα πάψει να υπάρχει όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, υποστηρίζοντας ότι η μετανάστευση «σκοτώνει την Ευρώπη».
Ο Χέγκσεθ αναφέρθηκε και στη θυσία των Αμερικανών στρατιωτών την ημέρα της απόβασης, περιγράφοντας το εγχείρημα από εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο και αυτοκτονικό, παρατηρώντας ότι ήταν η αποστολή ελεύθερων ανθρώπων. ΄Όπως είπε, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις ηγήθηκαν μιας μεγάλης σταυροφορίας με στόχο τη συντριβή της ναζιστικής πολεμικής μηχανής και την απελευθέρωση μιας ολόκληρης ηπείρου, τονίζοντας τη σημασία της συμβολής όλων των συμμαχικών χωρών στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Όπως είπε, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ηγούνται και πρέπει να ηγούνται, και οι σύμμαχοι οφείλουν να βρίσκονται δίπλα τους στο μέτωπο όταν χρειάζεται.
Στην τελετή παρευρέθησαν και είκοσι εννέα βετεράνοι του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Άρτ Ρόουζ, 107 ετών, βετεράνος του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ, ο οποίος υπηρέτησε ως αξιωματικός μηχανικού στην παραλία Ομάχα, την ημέρα της απόβασης.
Κατά την παραμονή του στη Γαλλία, ο Χέγκσεθ συναντήθηκε με τη Γαλλίδα υπουργό Ενόπλων Δυνάμεων και Βετεράνων, Κατρίν Βωτρίν. Μετά τη συνάντηση, η Βωτρίν ανέφερε σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα X ότι συζήτησαν για μια ισχυρότερη Ευρώπη στο πλαίσιο ενός ισχυρότερου ΝΑΤΟ, τη στήριξη προς την Ουκρανία, την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, καθώς και την κατάσταση στον Λίβανο και στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού.
Επίσης, αναφέρθηκε στη μακρόχρονη και ισχυρή φιλία Γαλλίας και Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία μετρά 250 χρόνια, και την οποία τιμούν με αφορμή την ημέρα μνήμης της απόβασης στη Νορμανδία.
Καθώς οι Ευρωπαίοι ηγέτες προωθούν τους τελευταίους μήνες ψηφιακές μεταρρυθμίσεις με στόχο την προστασία των παιδιών στο διαδίκτυο, επικριτές εκφράζουν ανησυχίες ότι οι προτάσεις αυτές ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο τις ατομικές ελευθερίες. Μεταξύ των μέτρων που εξετάζονται περιλαμβάνεται σύστημα επαλήθευσης ηλικίας, το οποίο θα εμποδίζει ανηλίκους κάτω των 16 ετών να χρησιμοποιούν μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Στο πλαίσιο της προσπάθειας να αποτραπεί η παράκαμψη των ηλικιακών ελέγχων, ορισμένοι έχουν επίσης προτείνει περιορισμούς στη χρήση εικονικών ιδιωτικών δικτύων (VPN). Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αρνηθεί ότι επιδιώκει την απαγόρευση των VPN, ωστόσο ορισμένοι πολιτικοί παραμένουν δύσπιστοι. Ακόμη και τον Μάιο, η εκτελεστική αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Χέννα Βίρκκουνεν δήλωσε ότι τα VPN δεν πρέπει να λειτουργήσουν ως «παραθυράκι» για την παράκαμψη των μέτρων.
Η πρόταση βασίζεται σε ψήφισμα που υιοθέτησε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Νοέμβριο του 2025, ο οποίο ορίζει τα 16 έτη ως το ηλικιακό ελάχιστο όριο για πρόσβαση σε κοινωνικές πλατφόρμες χωρίς γονική συναίνεση. Το ψήφισμα δεν είναι δεσμευτικό, αλλά χαράσσει σαφή πολιτική κατεύθυνση, την οποία οι Βρυξέλλες επιδιώκουν να μετατρέψουν σε νομοθεσία. Οι ευρωβουλευτές παρουσίασαν την ψηφοφορία ως απάντηση σε αυτό που χαρακτηρίζουν κρίση ψυχικής υγείας των νέων, η οποία τροφοδοτείται από τον εθιστικό σχεδιασμό των πλατφορμών.
Το βασικό εργαλείο εφαρμογής είναι ο Νόμος για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες, η εκτεταμένη νομοθεσία της ΕΕ για το περιεχόμενο και τις διαδικτυακές πλατφόρμες. Ο νόμος δίνει στις Βρυξέλλες τη δυνατότητα να επιβάλλουν πρόστιμα έως και 6% των παγκόσμιων ετήσιων εσόδων μιας εταιρείας σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.
Για να καταστεί δυνατή η επαλήθευση ηλικίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναπτύξει δική της εφαρμογή ελέγχου ηλικίας, η οποία συνδέεται με το ευρωπαϊκό ψηφιακό πορτοφόλι ταυτότητας. Το πλαίσιο του ψηφιακού πορτοφολιού θα επιτρέπει τελικά στους πολίτες να αποθηκεύουν ταυτότητες, πτυχία και άλλα διαπιστευτήρια σε ένα ενιαίο σύστημα αναγνωρισμένο από τις κυβερνήσεις.
Αποδεικτικά στοιχεία για τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
Οι υποστηρικτές του μέτρου υποστηρίζουν ότι η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί. Η Δανή σοσιαλίστρια ευρωβουλευτής Κρίστελ Σάλντεμοζε, η οποία προώθησε το ψήφισμα του Κοινοβουλίου, δήλωσε στους συναδέλφους της ότι οι υπηρεσίες των πλατφορμών δεν έχουν σχεδιαστεί για παιδιά. Χαρακτηριστικά όπως η ατελείωτη κύλιση, η αυτόματη αναπαραγωγή και οι μηχανισμοί επιβράβευσης θεωρούνται σκόπιμες σχεδιαστικές επιλογές που εκμεταλλεύονται τον αναπτυσσόμενο παιδικό εγκέφαλο.
Επικαλούμενο μελέτη που ανατέθηκε από τη Μονάδα Επιστημονικής Προοπτικής της Υπηρεσίας Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το ψήφισμα αναφέρει ότι ένα στα τέσσερα παιδιά και νέους εμφανίζει «προβληματική» ή «δυσλειτουργική» χρήση έξυπνων τηλεφώνων, δηλαδή πρότυπα συμπεριφοράς που προσομοιάζουν στον εθισμό.
Ωστόσο, το Electronic Frontier Foundation (EFF), μία από τις σημαντικότερες αμερικανικές οργανώσεις ψηφιακών δικαιωμάτων, έχει προειδοποιήσει ότι η συζήτηση γύρω από τη σχέση μεταξύ των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της ψυχικής υγείας των νέων δεν είναι τόσο ξεκάθαρη όσο υποδηλώνει η πολιτική ρητορική, αναφέροντας ότι πολλές από αυτές τις ανησυχίες στερούνται ισχυρών επιστημονικών αποδείξεων και ότι οι μελέτες έχουν παρουσιάσει μια πολύ πιο σύνθετη και πολυδιάστατη εικόνα για τη σχέση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της ψυχικής υγείας των νέων. Σύμφωνα με το EFF, οι εκκλήσεις για υποχρεωτική επαλήθευση ηλικίας έχουν γίνει τόσο διαδεδομένες όσο και δημοφιλείς.
Ποιος ελέγχει την πρόσβαση των παιδιών στο διαδίκτυο
Το σχέδιο ανάπτυξης των συστημάτων επαλήθευσης ηλικίας έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις ακόμη και εντός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η Μπάρμπαρα Μπόντε, Βελγίδα ευρωβουλευτής της ομάδας Πατριώτες για την Ευρώπη, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι οι αποφάσεις για την πρόσβαση των παιδιών ανήκουν στις οικογένειες και στις εθνικές κυβερνήσεις, όχι στις Βρυξέλλες.
Υπερασπιστές της ιδιωτικότητας προειδοποιούν επίσης ότι το βαθύτερο πρόβλημα δεν είναι η ηλικία, αλλά ο ίδιος ο μηχανισμός επαλήθευσης. Επειδή οι πλατφόρμες θα πρέπει να επιβεβαιώνουν την ηλικία κάθε χρήστη, οι επικριτές υποστηρίζουν ότι οι ενήλικοι ενδέχεται τελικά να υποχρεωθούν να παρουσιάζουν ψηφιακή ταυτότητα για να χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ορισμένοι έχουν συγκρίνει την υποδομή αυτή με το αμφιλεγόμενο ψηφιακό πιστοποιητικό της περιόδου της COVID-19.
Συνασπισμός 438 ερευνητών ασφάλειας και προστασίας προσωπικών δεδομένων έχει χαρακτηρίσει τις μαζικές υποχρεωτικές επαληθεύσεις ηλικίας «επικίνδυνες και κοινωνικά απαράδεκτες», εφόσον δεν υπάρχει σαφής κατανόηση των συνεπειών τους. Η οργάνωση European Digital Rights υποστηρίζει ότι οι έλεγχοι αυτοί είναι παρεμβατικοί, αποκλείουν ομάδες πέραν των παιδιών και μπορούν εύκολα να παρακαμφθούν.
Η Βιρζινί Ζορόν, Γαλλίδα ευρωβουλευτής της ομάδας Πατριώτες για την Ευρώπη, εξέφρασε αμφιβολίες για τα κίνητρα όσων προωθούν τη νομοθεσία. Δήλωσε στην Epoch Times ότι η ΕΕ φαίνεται να ενδιαφέρεται πρωτίστως για τον τερματισμό της ανωνυμίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και όχι για την ασφάλεια των ανηλίκων. Υποστήριξε επίσης ότι η αυστηροποίηση αυτή ακολουθεί τα πρόστιμα-ρεκόρ και τη διαρκή ρυθμιστική πίεση που ασκούνται στον Έλον Μασκ και στην πλατφόρμα X, καθώς και στις Google και Meta, προσθέτοντας ότι έκθεση του αμερικανικού Κογκρέσου αποκάλυψε τον Φεβρουάριο ένα ευρωπαϊκό σύμπλεγμα λογοκρισίας.
Στις 3 Φεβρουαρίου, ενδιάμεση έκθεση προσωπικού της Επιτροπής Δικαιοσύνης της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, με τίτλο «Η απειλή της ξένης λογοκρισίας, Μέρος ΙΙ» [«The Foreign Censorship Threat, Part II»], κατηγόρησε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για δεκαετή εκστρατεία λογοκρισίας του παγκόσμιου διαδικτύου, επικαλούμενη περισσότερες από εκατό συναντήσεις κεκλεισμένων των θυρών με πλατφόρμες από το 2020. Η έκθεση ακολούθησε προηγούμενη έκθεση του Ιουλίου 2025, η οποία παρουσίαζε τον Νόμο για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες ως εργαλείο παγκόσμιας λογοκρισίας. Βασιζόμενη σε έγγραφα που παραδόθηκαν από τις Meta, Google, TikTok και X, η έκθεση αναφέρει ότι οι πλατφόρμες πιέστηκαν να λογοκρίνουν νόμιμο πολιτικό λόγο σχετικά με την κρίση της πανδημίας COVID-19, τη μαζική μετανάστευση και ζητήματα ταυτότητας φύλου.
Η Κριστίν Άντερσον, Γερμανίδα ευρωβουλευτής της ομάδας Ευρώπη των Κυρίαρχων Εθνών, δήλωσε στην Epoch Times ότι οι Βρυξέλλες δεν είναι αξιόπιστες όταν ισχυρίζονται ότι προστατεύουν τα παιδιά. Υποστήριξε ότι δεν είχαν πρόβλημα να εκθέτουν τα παιδιά σε «προπαγάνδα φύλου» και ότι προώθησαν επιθετικά μη δοκιμασμένα εμβόλια για παιδιά κατά την κρίση της COVID-19, παρά το χαμηλό, όπως είπε, επίπεδο κινδύνου σοβαρής νόσησης και το γεγονός ότι τα εμβόλια δεν απέτρεπαν τη μετάδοση.
Η Μπόντε δήλωσε ότι η προστασία των ανηλίκων είναι θεμιτή, αλλά το πρόβλημα βρίσκεται στη μέθοδο. Η ΕΕ μπορεί να επιβάλει αυστηρές υποχρεώσεις στις πλατφόρμες, όπως ασφαλέστερο σχεδιασμό, κατάργηση εθιστικών χαρακτηριστικών, απαγόρευση στοχευμένης διαφήμισης προς ανηλίκους και ουσιαστική λογοδοσία, χωρίς όμως να χρησιμοποιεί την προστασία των παιδιών ως πρόσχημα για τη δημιουργία ενός διαδικτύου όπου θα ελέγχεται η ταυτότητα όλων.
Ειδικοί αμφισβητούν την ασφάλεια της εφαρμογής επαλήθευσης ηλικίας
Ανοιχτό παραμένει και το ζήτημα της αποτελεσματικότητας του συστήματος. Η εφαρμογή επαλήθευσης ηλικίας της Επιτροπής, την οποία παρουσίασε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν τον Απρίλιο του 2026 για την επιβολή περιορισμών πρόσβασης ανηλίκων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αμφισβητήθηκε σχεδόν αμέσως λόγω του ανοικτού κώδικά της.
Μέσα σε λίγες ώρες, ερευνητές που εξέτασαν τον κώδικα στο GitHub ανέφεραν σοβαρές αδυναμίες. Ο σύμβουλος κυβερνοασφάλειας Πωλ Μουρ υποστήριξε τον Απρίλιο μέσω της πλατφόρμας X ότι παραβίασε το σύστημα σε περίπου δύο λεπτά και ότι αυτό αποθήκευε ευαίσθητα δεδομένα χωρίς επαρκή προστασία.
Οι Βρυξέλλες απάντησαν ότι επρόκειτο για ημιτελή δοκιμαστική έκδοση και ότι το πρόβλημα είχε ήδη διορθωθεί. Οι ερευνητές, ωστόσο, δήλωσαν ότι είχαν εξετάσει την πιο πρόσφατη δημοσιευμένη έκδοση.
Τα VPN στο στόχαστρο
Επειδή τα VPN επιτρέπουν στους χρήστες να αποκρύπτουν την τοποθεσία τους και να παρακάμπτουν εθνικούς ηλικιακούς ελέγχους με λίγα μόνο βήματα, έχουν βρεθεί στο επίκεντρο της ρυθμιστικής συζήτησης τόσο στην ΕΕ όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η πιο σαφής τοποθέτηση καταγράφηκε τον περασμένο μήνα από ενημερωτικό σημείωμα της Υπηρεσίας Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο προειδοποιούσε ότι τα VPN χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο για την παράκαμψη της επαλήθευσης ηλικίας και χαρακτήριζε την τάση αυτή «παραθυράκι της νομοθεσίας που πρέπει να κλείσει».
Ανώτεροι αξιωματούχοι έχουν υιοθετήσει παρόμοια ρητορική. Σε συνέντευξη Τύπου στις 29 Απριλίου, κατά την παρουσίαση της νέας εφαρμογής επαλήθευσης ηλικίας, η Βίρκκουνεν δήλωσε, απαντώντας σε ερώτηση για τη χρήση VPN, ότι το σύστημα θα πρέπει να είναι μη παρακάμψιμο. Ανάλογες τοποθετήσεις έχουν γίνει και από εθνικές κυβερνήσεις. Η Γαλλίδα υπουργός Ψηφιακών Υποθέσεων Αν Λε Ενάνφ δήλωσε νωρίτερα φέτος ότι τα VPN είναι «τα επόμενα στη λίστα» της, καθώς η Γαλλία ετοιμάζεται να απαγορεύσει την πρόσβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για παιδιά κάτω των 15 ετών.
Μια νομοθεσία που θα στόχευε τα VPN δεν θα ήταν η πρώτη στην ΕΕ. Γαλλικό νομοσχέδιο που υιοθετήθηκε τον Μάιο του 2024, με στόχο την ασφαλέστερη χρήση του διαδικτύου από ανηλίκους και την αντιμετώπιση της διαδικτυακής ρητορικής μίσους και της παραπληροφόρησης, προκάλεσε αντιδράσεις λόγω πρότασης που θα απαγόρευε στους χρήστες μέσων κοινωνικής δικτύωσης να δημοσιεύουν ή να αλληλεπιδρούν χρησιμοποιώντας VPN. Οι υποστηρικτές της πρότασης υποστήριζαν ότι τα VPN αποκρύπτουν την ταυτότητα των χρηστών και τους προστατεύουν από τη λογοδοσία για παράνομες ενέργειες. Ύστερα από έντονες αντιδράσεις της κοινής γνώμης, η διάταξη αποσύρθηκε από τον τελικό νόμο.
Καθώς οι Βρυξέλλες επιδιώκουν να ενισχύσουν την προστασία των ανηλίκων στο διαδίκτυο, επικαλούνται δεδομένα από το Ηνωμένο Βασίλειο. Όταν οι ηλικιακοί έλεγχοι του βρετανικού Νόμου για την Ασφάλεια στο Διαδίκτυο τέθηκαν σε ισχύ στα μέσα Ιουλίου 2025, οι μισές από τις δέκα δημοφιλέστερες δωρεάν εφαρμογές στα βρετανικά ηλεκτρονικά καταστήματα εφαρμογών φέρεται να ήταν υπηρεσίες VPN, σύμφωνα με την Υπηρεσία Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Παράλληλα, ένας προγραμματιστής εφαρμογών ανέφερε αύξηση 1.800% στις λήψεις μέσα στον πρώτο μήνα εφαρμογής της νομοθεσίας. Για τους ρυθμιστές, η εξέλιξη αυτή μετατρέπει τα VPN από εργαλεία προστασίας της ιδιωτικότητας σε εμπόδιο για την εφαρμογή των κανόνων.
Οι αντίπαλοι των μέτρων ελέγχου υποστηρίζουν, ωστόσο, ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις πως τα παιδιά παρακάμπτουν τους ηλικιακούς ελέγχους, και ότι η αύξηση λήψεων VPN οφείλεται κυρίως σε ενήλικους χρήστες. Η Proton VPN, η οποία ανέφερε αύξηση 1.800% στις ημερήσιες εγγραφές χρηστών στο Ηνωμένο Βασίλειο αμέσως μετά την έναρξη ισχύος των κανόνων επαλήθευσης ηλικίας, απέδωσε το φαινόμενο σε ενηλίκους που ανησυχούν για τις επιπτώσεις που θα έχουν οι καθολικοί ηλικιακοί έλεγχοι στην ιδιωτικότητά τους.
Η βρετανική μη κερδοσκοπική οργάνωση Internet Matters, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της διαδικτυακής ασφάλειας των παιδιών, ανέφερε ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν πως τα παιδιά στρέφονται στα VPN για να παρακάμψουν τους νέους ηλικιακούς ελέγχους, οι οποίοι αποσκοπούν στην αποτροπή της πρόσβασης των ανηλίκων σε πορνογραφικό και άλλο επιβλαβές περιεχόμενο. Τα συμπεράσματα αυτά προήλθαν από έρευνα που πραγματοποιήθηκε πέντε μήνες μετά την έναρξη ισχύος του βρετανικού Νόμου για την Ασφάλεια στο Διαδίκτυο.
Η Childnet International, βρετανική φιλανθρωπική οργάνωση και εταίρος του Κέντρου Ασφαλούς Διαδικτύου του Ηνωμένου Βασιλείου, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα μαζί με την εταιρεία τεχνολογίας πληροφοριών Nominet, σημειώνοντας ότι η αύξηση αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί στα παιδιά.
Υπερασπιστές της ιδιωτικότητας και οργανώσεις ψηφιακών δικαιωμάτων προειδοποιούν επίσης ότι ο έλεγχος ή ο περιορισμός των VPN θα ωθήσει την Ευρώπη προς ένα μοντέλο ελέγχου του διαδικτύου παρόμοιο με αυτό της Κίνας και της Ρωσίας. Συνδέουν τη συζήτηση για τα VPN με την ευρύτερη ατζέντα του Νόμου για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες και με την αμφιλεγόμενη πρόταση «Chat Control», επισήμως Κανονισμό για την Καταπολέμηση της Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών, την οποία οι επικριτές θεωρούν ότι θα μπορούσε να δημιουργήσει υποδομές επιτήρησης και να αποδυναμώσει την κρυπτογραφημένη επικοινωνία.
Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων, η ανεξάρτητη αρχή προστασίας δεδομένων της ΕΕ, έχει προειδοποιήσει ότι η πρόταση αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για εκ των πραγμάτων γενικευμένη και αδιάκριτη σάρωση του περιεχομένου σχεδόν όλων των μορφών ηλεκτρονικής επικοινωνίας όλων των χρηστών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αντιδράσεις προήλθαν και από τμήματα της Αριστεράς. Η ομάδα Πράσινοι/Ευρωπαϊκή Ελεύθερη Συμμαχία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατηγόρησε τις Βρυξέλλες ότι επιδιώκουν να αποδυναμώσουν το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα με ψευδή προσχήματα. Όπως ανέφερε η ομάδα, τα ιδιωτικά μηνύματα πρέπει να παραμένουν ιδιωτικά.
Ο Γκιγιόμ Μπιγκό, βουλευτής του Εθνικού Συναγερμού στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση, δήλωσε στην Epoch Times ότι υπάρχουν κι άλλες λύσεις πέρα από την επιβολή καθολικής ψηφιακής ταυτότητας και την αντιπαράθεση με τα VPN, αναφέροντας ως παράδειγμα την εφαρμογή αυτοματοποιημένων γονικών ελέγχων. Όπως σημείωσε, αντί να υποχρεώσει η ΕΕ τα λειτουργικά συστήματα να προχωρήσουν σε αυτή την απλή προσαρμογή, προτιμά να παρακολουθεί τους πάντες, ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι προσεγγίζει πρακτικές που, κατά τον ίδιο, θυμίζουν τη Βόρεια Κορέα ως προς την απαγόρευση των VPN.
Ακόμη και ένθερμοι υποστηρικτές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης εξέφρασαν την αντίθεσή τους στον περιορισμό των VPN. Η Γερμανίδα ευρωβουλευτής Σβένια Χαν της ομάδας Renew Europe έγραψε στην πλατφόρμα X ότι η απαγόρευση των VPN με πρόσχημα τα δικαιώματα των παιδιών δεν είναι αποδεκτή.
Αντιμέτωπη με τις αντιδράσεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχείρησε να περιορίσει τις προσδοκίες. Το γραφείο της Βίρκκουνεν δήλωσε ότι δεν υπάρχει απολύτως καμία εκστρατεία κατά των VPN, ενώ εκπρόσωπος της Επιτροπής υποστήριξε ότι η ΕΕ παραμένει προσηλωμένη σε ένα ελεύθερο και ανοικτό διαδίκτυο, παράλληλα με την ενίσχυση της προστασίας των παιδιών. Το κατά πόσο αυτή η διαβεβαίωση θα παραμείνει σε ισχύ καθώς πλησιάζει η προθεσμία εφαρμογής των συστημάτων επαλήθευσης έως τα τέλη του 2026 είναι το βασικό ερώτημα που κυριαρχεί πλέον στη συζήτηση.
Οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις (IDF) ανακοίνωσαν τα ξημερώματα ότι έπληξαν ιρανικούς στρατιωτικούς στόχους στο «δυτικό και κεντρικό Ιράν», λίγες ώρες μετά τον καταιγισμό πυραύλων που εξαπέλυσε το ιρανικό καθεστώς εναντίον του Ισραήλ αργά στις 7 Ιουνίου.
Οι παραστρατιωτικές δυνάμεις του Ιράν ανέφεραν ότι το Ισραήλ εκτόξευσε βαλλιστικούς πυραύλους αέρος-εδάφους προς το ιρανικό έδαφος, χωρίς να δώσουν λεπτομέρειες για ζημιές ή θύματα. Σύμφωνα με την ιρανική κρατική τηλεόραση, εκρήξεις ακούστηκαν στο Ισφαχάν, το Καράτζ, την Ταμπρίζ και την Τεχεράνη, οδηγώντας τις αρχές στο κλείσιμο του εναέριου χώρου γύρω από το Διεθνές Αεροδρόμιο Ιμάμ Χομεϊνί.
Ο IDF είχε προηγουμένως ανακοινώσει ότι εντόπισε και αναχαίτισε πυραύλους που εκτοξεύθηκαν από το Ιράν στις 7 Ιουνίου ως αντίποινα για ισραηλινό πλήγμα σε προπύργιο της Χεζμπολάχ στη Βηρυτό του Λιβάνου.
Η Χεζμπολάχ, η οποία έχει χαρακτηριστεί τρομοκρατική οργάνωση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι σε ευθυγράμμιση με το ισλαμικό καθεστώς του Ιράν, από το οποίο δέχεται υποστήριξη. Οι συγκρούσεις μεταξύ της οργάνωσης και του Ισραήλ, παρά τις προσπάθειες της Ουάσιγκτον να μεσολαβήσει για παράλληλη κατάπαυση πυρός, έχουν περιπλέξει τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν.
Λίγες ώρες πριν από τα ισραηλινά πλήγματα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κάλεσε τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου να μην προχωρήσει σε αντίποινα κατά του Ιράν. Σύμφωνα με όσα ανέφερε στο Axios, επρόκειτο να επικοινωνήσει άμεσα με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό προκειμένου να του ζητήσει αυτοσυγκράτηση, υποστηρίζοντας ότι και οι δύο πλευρές είχαν ήδη πραγματοποιήσει τις επιθέσεις τους και ότι δεν υπήρχε λόγος για περαιτέρω κλιμάκωση.
Ο Αμερικανός πρόεδρος τόνισε επίσης ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται πολύ κοντά στην επίτευξη τελικής συμφωνίας με το Ιράν και εξέφρασε την επιθυμία του να μην εκτροχιαστούν οι συνομιλίες εξαιτίας των στρατιωτικών εξελίξεων.
Παρά τις εκκλήσεις του Τραμπ, αρκετοί Ισραηλινοί αξιωματούχοι έδωσαν το στίγμα μιας πιο επιθετικής στάσης. Ο IDF ανακοίνωσε ότι θα πλήξει τον εχθρό με πλήρη ισχύ μόλις δοθεί το πράσινο φως, ενώ ο πρέσβης του Ισραήλ στις Ηνωμένες Πολιτείες υποστήριξε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X ότι το Ιράν εξαπατά τον Τραμπ, ενώ το Ισραήλ τον σέβεται, προσθέτοντας ότι η χώρα του οφείλει να ανταποδώσει δυναμικά.
Παράλληλα, ο εκπρόσωπος του IDF, ταξίαρχος Έφι Ντέφριν, επιβεβαίωσε τη δέσμευση του Ισραήλ να συνεχίσει τα πλήγματα κατά στόχων της Χεζμπολάχ στη Βηρυτό, τονίζοντας ότι η χώρα δεν θα επιτρέψει στην ιρανική ηγεσία να «καθιερώσει μια νέα εξίσωση».
Από την πλευρά του, ο Τραμπ εμφανίστηκε βέβαιος ότι οποιαδήποτε συμφωνία επιτύχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες με το Ιράν θα γίνει τελικά αποδεκτή από το Ισραήλ. Σε τηλεφωνική συνέντευξή του στους Financial Times υποστήριξε ότι ο Νετανιάχου δεν θα έχει άλλη επιλογή και ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται από τον ίδιο. Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι τα γεγονότα των τελευταίων ημερών δεν θα επηρεάσουν τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη.
Στο μεταξύ, ανακοίνωσε ότι τα αμερικανικά στρατεύματα θα παραμείνουν στη Μέση Ανατολή έως ότου ολοκληρωθεί η αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση στο Ιράν. Μιλώντας στην εκπομπή «Meet the Press» του NBC, στις 7 Ιουνίου, ανέφερε ότι το κόστος διατήρησης των δυνάμεων είναι μικρό και ότι δεν θεωρεί πως βρίσκονται σε κίνδυνο. Προσέθεσε ότι, όταν ολοκληρωθεί η αποστολή, οι εξελίξεις θα είναι πρωτοφανείς, εκτιμώντας ότι οι τιμές του πετρελαίου θα υποχωρήσουν και ότι οι χρηματιστηριακές αγορές θα συνεχίσουν την ανοδική τους πορεία.
Σύμφωνα με τον Τραμπ, περίπου 50.000 Αμερικανοί στρατιώτες βρίσκονται ανεπτυγμένοι στην περιοχή. Από την έναρξη της σύγκρουσης στις 28 Φεβρουαρίου, έχουν σκοτωθεί δεκατρείς στρατιωτικοί, αριθμός που χαρακτήρισε υψηλό, αλλά χαμηλότερο από ό,τι ανέμεναν πολλοί αναλυτές. Υποστήριξε ακόμη ότι οι αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν αποδεκατίσει την ηγεσία και την αλυσίδα διοίκησης του Ιράν και έχουν εξαλείψει το ιρανικό ναυτικό.
Παράλληλα, παραμένει σε ισχύ η κατάπαυση πυρός μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, ενώ οι δύο χώρες συνεχίζουν τις διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ σημείωσε ότι οι συνομιλίες με τους σημερινούς ηγέτες της χώρας εξελίσσονται πολύ καλά και ότι πρόκειται για την τρίτη διαφορετική ομάδα συνομιλητών από ιρανικής πλευράς. Όπως ανέφερε, τα πρόσωπα αυτά διαφέρουν σημαντικά από τους προηγούμενους συνομιλητές και θα μπορούσε κανείς να μιλήσει ακόμη και για αλλαγή καθεστώτος, καθώς τα θεωρεί πιο λογικά και ιδιαίτερα ευφυή.
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο είχε δηλώσει πριν μερικές ημέρες σε γερουσιαστές ότι Ιρανοί αξιωματούχοι φαίνονται πιο πρόθυμοι να συζητήσουν πτυχές του πυρηνικού τους προγράμματος. Σύμφωνα με τον Τραμπ, οι Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν αποδεχθεί το ότι δεν θα αποκτήσουν πυρηνικά όπλα.
Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε επίσης ότι είναι ανοιχτός στο ενδεχόμενο οι δύο χώρες να συνεργαστούν για την εξάλειψη των πυρηνικών αποθεμάτων του ιρανικού καθεστώτος και την απομάκρυνση του εμπλουτισμένου ουρανίου από τη χώρα. Αν επιτευχθεί συμφωνία, ανέφερε, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παράσχουν τον απαραίτητο εξοπλισμό για την απομάκρυνση και καταστροφή του υλικού, είτε αυτή πραγματοποιηθεί εντός είτε εκτός ιρανικού εδάφους.
Ταυτόχρονα, προειδοποίησε ότι είναι έτοιμος να επαναφέρει στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του ισλαμικού καθεστώτος εάν θεωρήσει ότι δεν πρόκειται να υπάρξει συμφωνία. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι αμερικανικές δυνάμεις θα προχωρήσουν, όπως είπε, στην καταστροφή των ιρανικών αποθεμάτων ουρανίου διά της βίας. Προσέθεσε δε ότι, εάν δεν υπάρξει συμφωνία, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα δράσουν στρατιωτικά με ιδιαίτερη σφοδρότητα και θα αποχωρήσουν μόνο όταν ολοκληρωθεί η αποστολή τους.
Εν τω μεταξύ, οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να επιβάλλουν αποκλεισμό στα Στενά του Ορμούζ, ένα από τα σημαντικότερα ναυτικά περάσματα παγκοσμίως, μέσω του οποίου διακινούνταν πριν από την έναρξη της σύγκρουσης περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου. Σύμφωνα με τον Τραμπ, ο αποκλεισμός στερεί από το Ιράν έσοδα ύψους 400 έως 500 εκατομμυρίων δολαρίων ημερησίως, πλήττοντας σοβαρά μια οικονομία που, όπως υποστήριξε, βρίσκεται ήδη σε εξαιρετικά δυσχερή κατάσταση.
Η πρεσβεία των ΗΠΑ στην Ιερουσαλήμ και το παράρτημά της στο Τελ Αβίβ ανακοίνωσαν ότι θα παραμείνουν κλειστά στις 8 Ιουνίου, εκδίδοντας παράλληλα οδηγία παραμονής σε καταφύγια για τους Αμερικανούς κυβερνητικούς υπαλλήλους και τις οικογένειές τους.
Αναφερόμενος στην ιρανική πυραυλική επίθεση κατά του Ισραήλ, ο Τραμπ δήλωσε στο Axios ότι δεν υπήρξαν τραυματισμοί και εξέφρασε την ελπίδα ότι το Ισραήλ δεν θα προχωρήσει σε νέα αντίποινα. Προειδοποίησε ότι μια νέα ισραηλινή απάντηση θα μπορούσε να παρατείνει επ’ αόριστον τον κύκλο της βίας που χαρακτηρίζει τις σχέσεις στην περιοχή εδώ και δεκαετίες.
Παρά τον αποκλεισμό, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και την ένταση, ο πρόεδρος των ΗΠΑ απέφυγε να χαρακτηρίσει τη σύγκρουση με το Ιράν ως πόλεμο, προτιμώντας να την περιγράψει ως «στρατιωτική άσκηση».
Ο ισχυρισμός ότι είναι δυνατόν να γίνει μετάβαση από άνδρα σε γυναίκα — και αντίστροφα — αποτελεί μια παράδοξη δήλωση. Επομένως, είναι εύλογο να απαιτούνται εξαιρετικά ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία πριν υποστηριχθεί η πρακτική της «φροντίδας επιβεβαίωσης φύλου», η οποία περιλαμβάνει θεραπεία με αναστολείς εφηβείας, ορμόνες του αντίθετου φύλου — οιστρογόνα ή τεστοστερόνη — και, σε ορισμένες περιπτώσεις, χειρουργικές επεμβάσεις για την αφαίρεση των μαστών ή την τροποποίηση των γεννητικών οργάνων.
Και τι διαπιστώνουμε; Ότι αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία λείπουν.
Πολλαπλές εκτενείς αναλύσεις, μεταξύ των οποίων η βρετανική «Cass Review» και η έκθεση του υπουργείου Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών των ΗΠΑ «Treatment for Pediatric Gender Dysphoria: Review of Evidence and Best Practices», έχουν αναδείξει τα περιορισμένα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται αυτή η προσέγγιση και έχουν υποδείξει με σαφήνεια ότι, αντί να προσφέρουν κάποιο όφελος, οι πρακτικές αυτές προκαλούν πραγματική και μόνιμη βλάβη.
Πλέον υπάρχει ακόμη μία μεγάλη και υψηλής ποιότητας μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε πρόσφατα από Φινλανδούς ερευνητές στο επιστημονικό περιοδικό Acta Paediatrica και εγείρει σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με την αποτελεσματικότητα της «φροντίδας επιβεβαίωσης φύλου».
Οι Φινλανδοί ερευνητές εξέτασαν την ψυχιατρική κατάσταση σχεδόν 2.100 εφήβων και νεαρών ενηλίκων που αναζήτησαν θεραπεία για δυσφορία φύλου μεταξύ 1996 και 2019 και τους συνέκριναν με ομάδα ελέγχου αντίστοιχης ηλικίας και φύλου.
Τα ευρήματα είναι εντυπωσιακά.
Όχι μόνο η ομάδα με δυσφορία φύλου παρουσίαζε σημαντικά περισσότερα προβλήματα ψυχικής υγείας, αλλά η ψυχική της υγεία επιδεινώθηκε μετά τη λήψη «φροντίδας» σε κλινικές ταυτότητας φύλου. Για τους ασθενείς «από άνδρα σε γυναίκα», τα προβλήματα ψυχικής υγείας, όπως η κατάθλιψη και το άγχος, αυξήθηκαν από 10% πριν από την ιατρική μετάβαση φύλου σε 61% μετά από αυτή. Για τους ασθενείς «από γυναίκα σε άνδρα», η αύξηση ήταν από 22% σε 55%.
Εδώ και χρόνια, οι υποστηρικτές του διεμφυλισμού προβάλλουν την άποψη ότι η «επιβεβαίωση» νέων ανθρώπων που αντιμετωπίζουν δυσκολίες με την ταυτότητα του φύλου τους είναι η μόνη υπεύθυνη επιλογή και ότι είναι απαραίτητη για το καλό τους. Σε πολλές περιπτώσεις, γονείς νέων που αντιμετωπίζουν σύγχυση ως προς το φύλο τους έχουν δεχθεί έντονη πίεση να εγκρίνουν τη φυλομετάβαση για τα παιδιά τους από γιατρούς που διατυπώνουν μια παραλλαγή του εξής διλήμματος: «Θα προτιμούσατε μια νεκρή κόρη ή έναν ζωντανό γιο;»
Ωστόσο, τα ευρήματα των Φινλανδών ερευνητών αμφισβητούν έντονα την αντίληψη ότι η «φροντίδα επιβεβαίωσης φύλου» οδηγεί σε βελτίωση της ψυχικής υγείας. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι μία από τις συγγραφείς της φινλανδικής μελέτης είναι η Δρ Ριιτακέρττου Καλτιάλα [Dr. Riittakerttu Kaltiala], ψυχίατρος στο Πανεπιστήμιο του Τάμπερε, η οποία ίδρυσε το 2011 μία από τις δύο παιδιατρικές κλινικές φύλου της Φινλανδίας. Καθώς κατέγραφε τις παρατηρήσεις της με την πάροδο των ετών, η Δρ Καλτιάλα άρχισε να ανησυχεί ολοένα και περισσότερο για τις βλάβες που προκαλούσε το μοντέλο της επιβεβαίωσης φύλου και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στον σημαντικό περιορισμό των προτεινόμενων ιατρικών παρεμβάσεών του για ανηλίκους. Η Φινλανδία δίνει πλέον προτεραιότητα στην ψυχολογική υποστήριξη και όχι στους αναστολείς εφηβείας και τις ορμόνες του αντίθετου φύλου.
Η Δρ Καλτιάλα παρουσίασε την άποψη που διαμόρφωσε μέσα από την εμπειρία της σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα The Free Press με τίτλο «Gender-Affirming Care Is Dangerous. I Know Because I Helped Pioneer It» («Η φροντίδα επιβεβαίωσης φύλου είναι επικίνδυνη. Το γνωρίζω επειδή βοήθησα στα πρώτα της βήματα»).
Και άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν επιβραδύνει την πορεία τους, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες, αρχίζει επίσης να εδραιώνεται μια επιφυλακτικότητα. Η Αμερικανική Εταιρεία Πλαστικών Χειρουργών, για παράδειγμα, εξέδωσε πρόσφατα ανακοίνωση, η οποία στη συνέχεια εγκρίθηκε από την Αμερικανική Ιατρική Ένωση, με την οποία συνιστά στους χειρουργούς να αναβάλλουν τις επεμβάσεις στο στήθος, τα γεννητικά όργανα και το πρόσωπο, όταν σχετίζονται με την αλλαγή φύλου, έως ότου οι ασθενείς συμπληρώσουν τουλάχιστον το 19ο έτος της ηλικίας τους.
Στον Καναδά, όμως, λίγα έχουν αλλάξει, με εξαίρεση την Αλμπέρτα, της οποίας η κυβέρνηση έχει δεχθεί επικρίσεις για τον περιορισμό των ιατρικών και χειρουργικών παρεμβάσεων σε νέους που αντιμετωπίζουν σύγχυση ως προς το φύλο τους. Το μοντέλο της επιβεβαίωσης φύλου εξακολουθεί να αποτελεί το πρότυπο «φροντίδας» για τα παιδιά στη χώρα, με την πλήρη υποστήριξη της Καναδικής Ιατρικής Ένωσης, της Καναδικής Παιδιατρικής Εταιρείας και των επαρχιακών ιατρικών συλλόγων. Υπό το φως όσων είναι πλέον γνωστά για τους κινδύνους αυτής της προσέγγισης, το γεγονός αυτό είναι πράγματι αξιοσημείωτο.
Κάποιος μπορεί να επιλέξει — όπως κάνουν Καναδοί γιατροί και ηγέτες του ιατρικού χώρου — να αγνοήσει τα δεδομένα της ανθρώπινης βιολογίας και να αρνηθεί τη δυαδική φύση του είδους μας. Παρόλα αυτά, όπως είχε παρατηρήσει ο Άλντους Χάξλεϋ, «τα γεγονότα δεν παύουν να υπάρχουν επειδή τα αγνοούμε».
Και αγνοούμε αυτά τα γεγονότα εις βάρος των παιδιών μας.
Το υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Ρουμανίας ανακοίνωσε στις 5 Ιουνίου ότι ένα μη επανδρωμένο σκάφος, το οποίο εντοπίστηκε στο λιμάνι της Κωνστάντζας στη Μαύρη Θάλασσα, αυτοκαταστράφηκε στις 10:30 π.μ. τοπική ώρα, χωρίς να προκαλέσει θανάτους.
Οι Ναυτικές Δυνάμεις της Ουκρανίας επιβεβαίωσαν ότι το σκάφος τούς ανήκε, υποστηρίζοντας ότι ρωσικές παρεμβολές το οδήγησαν εκτός πορείας και σε ύδατα του ΝΑΤΟ. Σε ανάρτησή τους στο Facebook ανέφεραν ότι, κατά την εκτέλεση αποστολής στη ζώνη επιχειρήσεων της Μαύρης Θάλασσας, χάθηκε ο έλεγχος ενός μη επανδρωμένου σκάφους του ουκρανικού ναυτικού λόγω εχθρικών ενεργειών ηλεκτρονικού πολέμου, με αποτέλεσμα το σκάφος να καταλήξει στα ανοικτά των ακτών της Ρουμανίας. Το ουκρανικό ναυτικό παρείχε στο ρουμανικό ναυτικό τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε να αποτραπούν απώλειες αμάχων.
Το λιμάνι της Κωνστάντζας είναι το μεγαλύτερο της Ρουμανίας, με 156 θέσεις ελλιμενισμού και περίπου 31 χιλιόμετρα κρηπιδωμάτων. Η Ουκρανία το χρησιμοποιεί για εισαγωγές καυσίμων και ως διαδρομή εξαγωγής σιτηρών.
Οι αρχές εκκένωσαν το λιμάνι, ενώ περισσότεροι από χίλιοι άνθρωποι απομακρύνθηκαν προληπτικά από παραλίες της Μαύρης Θάλασσας και από το γειτονικό Δέλτα του Δούναβη, δήλωσε σε ενημέρωση ο υφυπουργός Εσωτερικών Ράεντ Αραφάτ.
Ο πρόεδρος της Ρουμανίας Νικουσόρ Νταν ανέφερε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X ότι το μη επανδρωμένο σκάφος αποτελούσε μέρος στρατιωτικής επιχείρησης της Ουκρανίας κατά της Ρωσίας, αποδεχόμενος την εκτίμηση του ουκρανικού ναυτικού ότι οι ουκρανικές δυνάμεις έχασαν τον έλεγχο του μέσου εξαιτίας ρωσικών ενεργειών ηλεκτρονικού πολέμου.
Η Ρωσία αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή
Ο Νταν δήλωσε ότι πέραν του συγκεκριμένου μη επανδρωμένου σκάφους, ένα δεύτερο αυτοκαταστράφηκε ανοικτά του λιμανιού, ενώ δύο ακόμη εξερράγησαν περίπου 145 χιλιόμετρα ανατολικά της Κωνστάντζας. Κανένα από τα μη επανδρωμένα σκάφη δεν προκάλεσε τραυματισμούς ή σημαντικές ζημιές και δεν υφίσταται πλέον απειλή για τους πολίτες και τις υποδομές της Ρουμανίας.
Η Μαύρη Θάλασσα είναι ζωτικής σημασίας για τις μεταφορές πετρελαίου, πετρελαιοειδών και σιτηρών και περιβάλλεται από τη Βουλγαρία, τη Γεωργία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία, την Τουρκία και την Ουκρανία.
Σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα X, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν εξέφρασε τη στήριξή της προς τη Ρουμανία. Σύμφωνα με την ίδια, το περιστατικό αποτελεί συνέπεια του πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, ο οποίος έχει αρχίσει να απειλεί και τις χώρες στα ανατολικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ρωσική πρεσβεία στη Ρουμανία αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή στο συμβάν. Σύμφωνα με το ρωσικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων TASS, η πρεσβεία ανέφερε ότι κάθε προσπάθεια άμεσης ή έμμεσης σύνδεσης των συγκεκριμένων μη επανδρωμένων οχημάτων με τη Ρωσία και απόδοσης ευθύνης στη χώρα για το περιστατικό είναι «εντελώς αβάσιμη».
Μη επανδρωμένο αεροσκάφος προσκρούει σε πολυκατοικία
Η Ρουμανία μοιράζεται χερσαία σύνορα μήκους περίπου 640 χιλιομέτρων με την Ουκρανία και τον Φεβρουάριο του 2022, όταν άρχισε η ρωσική εισβολή, έχει δει επανειλημμένα ρωσικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη να παραβιάζουν τον εναέριο χώρο της, ενώ νάρκες έχουν παρασυρθεί σε βασικές εμπορικές και ενεργειακές διαδρομές.
Αυτή την εβδομάδα, το ρουμανικό ναυτικό πυροδότησε ελεγχόμενα μια ρωσική αντιαποβατική νάρκη τύπου YaRM, η οποία είχε παρασυρθεί έως την ακτή.
Η έκρηξη των ουκρανικών ναυτικών μη επανδρωμένων οχημάτων σημειώθηκε μία εβδομάδα αφότου οι αρχές ανακοίνωσαν ότι ένα ρωσικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος είχε εισέλθει στο ρουμανικό έδαφος και συνετρίβη σε πολυκατοικία στην πόλη Γκαλάτσι, στη νοτιοανατολική Ρουμανία, με αποτέλεσμα το τραυματισμός δύο αμάχων. Ήταν η πρώτη φορά από την έναρξη του πολέμου Ρωσίας–Ουκρανίας που μη επανδρωμένο αεροσκάφος έπληξε πυκνοκατοικημένη περιοχή κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ.
Το υπουργείο Άμυνας της Ρουμανίας ανέφερε ότι το μη επανδρωμένο αεροσκάφος πραγματοποιούσε πλήγματα εναντίον πολιτικών στόχων και υποδομών στην Ουκρανία κατά τη διάρκεια της νύχτας μεταξύ 28 και 29 Μαΐου, κοντά στον ποταμό που αποτελεί το σύνορο με τη Ρουμανία.
Ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν δήλωσε στις 29 Μαΐου ότι ήταν ακόμη πολύ νωρίς για να διαπιστωθεί εάν το μη επανδρωμένο αεροσκάφος ήταν ρωσικό, υποστηρίζοντας ότι θα μπορούσε να ήταν ουκρανικό που ξέφυγε από την πορεία του. Επεσήμανε δε ότι στο παρελθόν είχαν εντοπιστεί ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη στις χώρες της Βαλτικής, στη Φινλανδία και στην Πολωνία.
Ο Πούτιν σχολίασε ότι η πρώτη αντίδραση ήταν ακριβώς η ίδια με εκείνη που παρατηρείται τώρα στη Ρουμανία, δηλαδή ότι «οι Ρώσοι έρχονται», προσθέτοντας ότι λίγο αργότερα αποδείχθηκε πως το περιστατικό δεν είχε καμία σχέση με ρωσικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη.