Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι δημοσίευσε στις 4 Ιουνίου ανοικτή επιστολή προς τον πρόεδρο της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν, προτείνοντας προσωπική συνάντηση των δύο ηγετών με στόχο την επίτευξη συμφωνίας για τον τερματισμό του τετραετούς πολέμου.
Στην επιστολή, η οποία αναρτήθηκε στην επίσημη ιστοσελίδα της ουκρανικής προεδρίας, ανέφερε ότι, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στραμμένη την προσοχή τους στη σύγκρουση με το Ιράν, θα ήταν λάθος να αναμένεται η επιστροφή του πολέμου στην Ευρώπη στο επίκεντρο του αμερικανικού ενδιαφέροντος.
Σύμφωνα με τον Ουκρανό πρόεδρο, η σημερινή γραμμή του μετώπου αποτελεί το σημείο από το οποίο πρέπει να ξεκινήσει η διπλωματία. Τόνισε ότι η Ουκρανία είναι έτοιμη να αποδεχθεί πλήρη κατάπαυση πυρός καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για καθιερωμένη διεθνή πρακτική. Παράλληλα, υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν την τήρηση μιας τέτοιας συμφωνίας κατά μήκος της γραμμής όπου θα σταματήσουν οι εχθροπραξίες.
Ο Ζελένσκι πρότεινε τον καθορισμό ημερομηνίας συνάντησης και ανέφερε χώρες που έχουν φιλοξενήσει συνομιλίες για ζητήματα πολέμου και ειρήνης, όπως η Ελβετία, η Τουρκία και χώρες του αραβικού κόσμου. Υπογράμμισε δε ότι η συνάντηση δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί ούτε στη Ρωσία ούτε στην Ουκρανία.
Αναφερόμενος σε προηγούμενες δηλώσεις Ρώσων αξιωματούχων, υποστήριξε ότι είχαν αφήσει να εννοηθεί πως θα μπορούσε να μεταβεί στη Μόσχα. Παρατήρησε, ωστόσο, ότι έπειτα από 26 χρόνια ένας Ουκρανός ηγέτης δεν έχει καμία δουλειά στη ρωσική πρωτεύουσα, όπως αντίστοιχα ένας Ρώσος ηγέτης στο Κίεβο.
Προειδοποίησε ακόμη ότι, εάν ο Πούτιν δεν πιστεύει πως έχει έρθει η ώρα να τερματιστεί ο πόλεμος, η Ουκρανία θα συνεχίσει να αγωνίζεται για την ύπαρξή της, αποδίδοντας την ευθύνη για τον τερματισμό της σύγκρουσης στον Πούτιν. Εκτίμησε δε ότι οι Ρώσοι πολίτες είναι πλέον έτοιμοι για ειρήνη, έχοντας κουραστεί από τις ουκρανικές επιθέσεις, τον πληθωρισμό και τις ελλείψεις καυσίμων.
Κατά τον Ζελένσκι, η απόφαση του Πούτιν μπορεί να καθορίσει ακόμη και το πολιτικό του μέλλον. Απευθυνόμενος προσωπικά στον Ρώσο ηγέτη, σημείωσε ότι έχει περάσει σχεδόν τα μισά από τα 26 χρόνια παραμονής του στην εξουσία διεξάγοντας πόλεμο κατά της Ουκρανίας και υποστήριξε ότι, ανεξαρτήτως των επιχειρημάτων περί ΝΑΤΟ, γεωπολιτικής ή ρωσικής γλώσσας, πρόκειται για πόλεμο που αποτελεί προσωπική επιλογή του Πούτιν και δεν έχει πραγματική αιτία.
Η απάντηση του Κρεμλίνου
Το Κρεμλίνο επιβεβαίωσε ότι έχει λάβει γνώση της επιστολής και ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν θα ενημερωθεί για το περιεχόμενό της. Ο εκπρόσωπος της ρωσικής προεδρίας Ντμίτρι Πεσκόφ δήλωσε αργότερα ότι είναι πιθανό ο Ρώσος πρόεδρος να σχολιάσει την πρωτοβουλία κατά τη διάρκεια της ολομέλειας του Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας Αντρίι Σιμπίχα ανακοίνωσε ότι η επιστολή θα αποσταλεί και μέσω των επίσημων διπλωματικών διαύλων. Όπως ανέφερε, πρόκειται για σοβαρή και ουσιαστική πρόταση για τον τερματισμό του πολέμου, η οποία περιλαμβάνει σαφή και εφαρμόσιμα βήματα, καθώς και πρόσκληση για προσωπική συνάντηση των δύο ηγετών. Σημείωσε ότι αναμένει ουσιαστική απάντηση από τη ρωσική πλευρά και ότι έχει έρθει η ώρα για ειρήνη.
Το φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης
Για πρώτη φορά έπειτα από αρκετά χρόνια, αμερικανική αντιπροσωπεία συμμετείχε στο Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης (SPIEF), το οποίο συχνά χαρακτηρίζεται ως το αντίστοιχο του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ για το Κρεμλίνο. Η διοργάνωση πραγματοποιήθηκε από τις 3 έως τις 6 Ιουνίου.
Παρά την παρουσία Αμερικανών εκπροσώπων, το Κρεμλίνο ξεκαθάρισε ότι δεν υπήρχαν σχέδια για συναντήσεις ή συνομιλίες μεταξύ του Πούτιν και της αμερικανικής αντιπροσωπείας.
Στο περιθώριο του φόρουμ, ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας Σεργκέι Λαβρόφ δήλωσε ότι δεν έχει σημειωθεί καμία πρόοδος στο ουκρανικό ζήτημα μετά τη σύνοδο κορυφής του Άνκορατζ τον Αύγουστο του 2025. Όπως υποστήριξε, η ρωσική ηγεσία αποδέχθηκε τότε τις αμερικανικές προτάσεις, αλλά έκτοτε δεν έχει διαπιστώσει καμία πρόοδο ούτε κάποια προσπάθεια να πειστεί η Ουκρανία να αποδεχθεί τις ίδιες προτάσεις.
Παράλληλα, σημείωσε ότι ο προϋπολογισμός του Πενταγώνου περιλαμβάνει προβλέψεις για τη στήριξη της ασφάλειας της Ουκρανίας έως το 2029, γεγονός που, σύμφωνα με τον ίδιο, αποτελεί επιλογή της σημερινής αμερικανικής κυβέρνησης και όχι απλώς συνέχεια πολιτικών της προηγούμενης κυβέρνησης.

Οι όροι της Μόσχας
Μιλώντας σε δημοσιογράφους στην Αγία Πετρούπολη, στο περιθώριο του ετήσιου οικονομικού φόρουμ της Ρωσίας, ο Πούτιν δήλωσε ότι οι ειρηνευτικές προτάσεις του Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσαν να συμβάλουν στον τερματισμό του πολέμου, εφόσον η Ουκρανία αποδεχθεί ορισμένους συμβιβασμούς. Ανέφερε ότι είχε τονίσει στον πρόεδρο των ΗΠΑ ήδη από το 2025 πως ήταν έτοιμος να τερματίσει τη σύγκρουση μέσω της διπλωματίας και με σεβασμό σε αμοιβαίους συμβιβασμούς.
Σύμφωνα με τον Ρώσο πρόεδρο, η χώρα του είναι έτοιμη να καταλήξει σε συμφωνία με την Ουκρανία στη βάση όσων συζητήθηκαν κατά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο Τραμπ στο Άνκορατζ της Αλάσκας, τον Αύγουστο του 2025. Όπως υποστήριξε, η Μόσχα αποδέχεται τους συμβιβασμούς που συζητήθηκαν τότε και αναμένει από το Κίεβο να πράξει το ίδιο. Εκτίμησε μάλιστα ότι, εάν συμβεί αυτό, η σύγκρουση θα μπορούσε να οδηγηθεί γρήγορα σε μια φυσική κατάληξη.
Ο Πούτιν δήλωσε ακόμη ότι κατανοεί πως η προσοχή του Τραμπ είναι αυτή την περίοδο στραμμένη στον πόλεμο με το Ιράν και υποστήριξε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την επιρροή της προκειμένου να πείσει το Κίεβο να υιοθετήσει πιο συμβιβαστική στάση.
Οι αμερικανικές πρωτοβουλίες
Στην Ουάσιγκτον, ο πρόεδρος Τραμπ αρνήθηκε να αποκαλύψει τη φύση των συμβιβασμών που συζητήθηκαν στην Αλάσκα, δηλώνοντας μόνο ότι ήταν ο ίδιος που τους πρότεινε.
Παράλληλα, χαρακτήρισε θετική την προοπτική μιας συνάντησης μεταξύ Πούτιν και Ζελένσκι, σημειώνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έκαναν ό,τι ήταν δυνατόν για τη δημιουργία των προϋποθέσεων για έναν τέτοιο διάλογο.
Στο μεταξύ, η Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ ενέκρινε στις 4 Ιουνίου νομοσχέδιο για τη στήριξη της Ουκρανίας και την επιβολή κυρώσεων σε βασικούς τομείς της ρωσικής οικονομίας. Το νομοσχέδιο, γνωστό ως «Ukraine Support Act», εγκρίθηκε με 226 ψήφους υπέρ και 195 κατά.
Η νομοθεσία προβλέπει περισσότερα από ένα δισ. δολάρια σε βοήθεια για την ασφάλεια και την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας, ενώ καθιστά διαθέσιμα επιπλέον οκτώ δισ. δολάρια για την ουκρανική άμυνα μέσω δανείων.

Η κατάσταση στο μέτωπο
Ο Πούτιν υποστήριξε ότι οι ρωσικές δυνάμεις συνεχίζουν να προελαύνουν καθημερινά στο πεδίο της μάχης, σε μια σύγκρουση που έχει εξελιχθεί στη φονικότερη χερσαία πολεμική αναμέτρηση στην Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Παραδέχθηκε ότι η Ρωσία χρειάζεται να ενισχύσει την αεράμυνά της απέναντι στα ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη, αναφέροντας στα κέρδη ότι το τελευταίο διάστημα ο ρωσικός στρατός είχε εκδιώξει τις ουκρανικές δυνάμεις από εδάφη πλέον των 2.500 χιλιομέτρων.
Ο Ρώσος πρόεδρος δήλωσε ότι η επίθεση συνεχίζεται καθημερινά, προσθέτοντας ότι η Ρωσία έχει πλέον θέσει υπό πλήρη έλεγχο τη λεγόμενη Λαϊκή Δημοκρατία του Λουχάνσκ. Υποστήριξε επίσης ότι η χώρα του ελέγχει περισσότερο από το 80% των αμφισβητούμενων εδαφών, συμπεριλαμβανομένης της πόλης Ντονέτσκ.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ουκρανική πλευρά επιθυμεί να σταματήσει η ρωσική προέλαση, αλλά είναι προτιμότερο να τερματιστεί ο πόλεμος μέσω της αποδοχής των συμβιβασμών που συζητήθηκαν στο Άνκορατζ.
Η Μόσχα απαιτεί από την Ουκρανία να παραχωρήσει το υπόλοιπο της περιοχής του Ντονμπάς, στην ανατολική Ουκρανία, το οποίο περιλαμβάνει εξ ολοκλήρου δύο από τις τέσσερις αμφισβητούμενες περιοχές. Ο Ζελένσκι έχει απορρίψει αυτό το ενδεχόμενο, υποστηρίζοντας ότι αυτή η προοπτική θα άφηνε ό,τι απομένει από την Ουκρανία επικίνδυνα εκτεθειμένο σε νέες ρωσικές επιθέσεις και θα επηρέαζε εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους της περιοχής.
Το πολιτικό μέλλον του Πούτιν
Ερωτηθείς για το πολιτικό του μέλλον, ο Πούτιν, ο οποίος βρίσκεται στην εξουσία ως πρόεδρος ή πρωθυπουργός από το 1999, απάντησε ότι η υγεία του βρίσκεται στα χέρια του Θεού.
Παρότι το ρωσικό Σύνταγμα τού επιτρέπει να είναι εκ νέου υποψήφιος το 2030 και, εφόσον εκλεγεί, να παραμείνει στην εξουσία έως το 2036, δήλωσε ότι είναι πολύ νωρίς για να σκέφτεται ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Τόνισε ότι η Ρωσία αντιμετωπίζει πολλά μεγάλης κλίμακας και επείγοντα προβλήματα, τα οποία πρέπει να επιλυθούν με γνώμονα το μέλλον της χώρας.
Των Rachel Roberts και Owen Evans
Με τη συμβολή του Guy Birchall και πληροφορίες από Reuters και Associated Press




