Δευτέρα, 29 Ιούν, 2026

Ζελένσκι και Πούτιν αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο συνομιλιών για τον τερματισμό του πολέμου

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι δημοσίευσε στις 4 Ιουνίου ανοικτή επιστολή προς τον πρόεδρο της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν, προτείνοντας προσωπική συνάντηση των δύο ηγετών με στόχο την επίτευξη συμφωνίας για τον τερματισμό του τετραετούς πολέμου.

Στην επιστολή, η οποία αναρτήθηκε στην επίσημη ιστοσελίδα της ουκρανικής προεδρίας, ανέφερε ότι, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στραμμένη την προσοχή τους στη σύγκρουση με το Ιράν, θα ήταν λάθος να αναμένεται η επιστροφή του πολέμου στην Ευρώπη στο επίκεντρο του αμερικανικού ενδιαφέροντος.

Σύμφωνα με τον Ουκρανό πρόεδρο, η σημερινή γραμμή του μετώπου αποτελεί το σημείο από το οποίο πρέπει να ξεκινήσει η διπλωματία. Τόνισε ότι η Ουκρανία είναι έτοιμη να αποδεχθεί πλήρη κατάπαυση πυρός καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για καθιερωμένη διεθνή πρακτική. Παράλληλα, υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν την τήρηση μιας τέτοιας συμφωνίας κατά μήκος της γραμμής όπου θα σταματήσουν οι εχθροπραξίες.

Ο Ζελένσκι πρότεινε τον καθορισμό ημερομηνίας συνάντησης και ανέφερε χώρες που έχουν φιλοξενήσει συνομιλίες για ζητήματα πολέμου και ειρήνης, όπως η Ελβετία, η Τουρκία και χώρες του αραβικού κόσμου. Υπογράμμισε δε ότι η συνάντηση δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί ούτε στη Ρωσία ούτε στην Ουκρανία.

Αναφερόμενος σε προηγούμενες δηλώσεις Ρώσων αξιωματούχων, υποστήριξε ότι είχαν αφήσει να εννοηθεί πως θα μπορούσε να μεταβεί στη Μόσχα. Παρατήρησε, ωστόσο, ότι έπειτα από 26 χρόνια ένας Ουκρανός ηγέτης δεν έχει καμία δουλειά στη ρωσική πρωτεύουσα, όπως αντίστοιχα ένας Ρώσος ηγέτης στο Κίεβο.

Προειδοποίησε ακόμη ότι, εάν ο Πούτιν δεν πιστεύει πως έχει έρθει η ώρα να τερματιστεί ο πόλεμος, η Ουκρανία θα συνεχίσει να αγωνίζεται για την ύπαρξή της, αποδίδοντας την ευθύνη για τον τερματισμό της σύγκρουσης στον Πούτιν. Εκτίμησε δε ότι οι Ρώσοι πολίτες είναι πλέον έτοιμοι για ειρήνη, έχοντας κουραστεί από τις ουκρανικές επιθέσεις, τον πληθωρισμό και τις ελλείψεις καυσίμων.

Κατά τον Ζελένσκι, η απόφαση του Πούτιν μπορεί να καθορίσει ακόμη και το πολιτικό του μέλλον. Απευθυνόμενος προσωπικά στον Ρώσο ηγέτη, σημείωσε ότι έχει περάσει σχεδόν τα μισά από τα 26 χρόνια παραμονής του στην εξουσία διεξάγοντας πόλεμο κατά της Ουκρανίας και υποστήριξε ότι, ανεξαρτήτως των επιχειρημάτων περί ΝΑΤΟ, γεωπολιτικής ή ρωσικής γλώσσας, πρόκειται για πόλεμο που αποτελεί προσωπική επιλογή του Πούτιν και δεν έχει πραγματική αιτία.

Η απάντηση του Κρεμλίνου 

Το Κρεμλίνο επιβεβαίωσε ότι έχει λάβει γνώση της επιστολής και ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν θα ενημερωθεί για το περιεχόμενό της. Ο εκπρόσωπος της ρωσικής προεδρίας Ντμίτρι Πεσκόφ δήλωσε αργότερα ότι είναι πιθανό ο Ρώσος πρόεδρος να σχολιάσει την πρωτοβουλία κατά τη διάρκεια της ολομέλειας του Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας Αντρίι Σιμπίχα ανακοίνωσε ότι η επιστολή θα αποσταλεί και μέσω των επίσημων διπλωματικών διαύλων. Όπως ανέφερε, πρόκειται για σοβαρή και ουσιαστική πρόταση για τον τερματισμό του πολέμου, η οποία περιλαμβάνει σαφή και εφαρμόσιμα βήματα, καθώς και πρόσκληση για προσωπική συνάντηση των δύο ηγετών. Σημείωσε ότι αναμένει ουσιαστική απάντηση από τη ρωσική πλευρά και ότι έχει έρθει η ώρα για ειρήνη.

Το φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης 

Για πρώτη φορά έπειτα από αρκετά χρόνια, αμερικανική αντιπροσωπεία συμμετείχε στο Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης (SPIEF), το οποίο συχνά χαρακτηρίζεται ως το αντίστοιχο του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ για το Κρεμλίνο. Η διοργάνωση πραγματοποιήθηκε από τις 3 έως τις 6 Ιουνίου.

Παρά την παρουσία Αμερικανών εκπροσώπων, το Κρεμλίνο ξεκαθάρισε ότι δεν υπήρχαν σχέδια για συναντήσεις ή συνομιλίες μεταξύ του Πούτιν και της αμερικανικής αντιπροσωπείας.

Στο περιθώριο του φόρουμ, ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας Σεργκέι Λαβρόφ δήλωσε ότι δεν έχει σημειωθεί καμία πρόοδος στο ουκρανικό ζήτημα μετά τη σύνοδο κορυφής του Άνκορατζ τον Αύγουστο του 2025. Όπως υποστήριξε, η ρωσική ηγεσία αποδέχθηκε τότε τις αμερικανικές προτάσεις, αλλά έκτοτε δεν έχει διαπιστώσει καμία πρόοδο ούτε κάποια προσπάθεια να πειστεί η Ουκρανία να αποδεχθεί τις ίδιες προτάσεις.

Παράλληλα, σημείωσε ότι ο προϋπολογισμός του Πενταγώνου περιλαμβάνει προβλέψεις για τη στήριξη της ασφάλειας της Ουκρανίας έως το 2029, γεγονός που, σύμφωνα με τον ίδιο, αποτελεί επιλογή της σημερινής αμερικανικής κυβέρνησης και όχι απλώς συνέχεια πολιτικών της προηγούμενης κυβέρνησης.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ με τον πρόεδρο της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν κατά τη συνάντησή τους στο Άνκορατζ. Αλάσκα, 15 Αυγούστου 2025. (Kevin Lamarque/Reuters)

Οι όροι της Μόσχας

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στην Αγία Πετρούπολη, στο περιθώριο του ετήσιου οικονομικού φόρουμ της Ρωσίας, ο Πούτιν δήλωσε ότι οι ειρηνευτικές προτάσεις του Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσαν να συμβάλουν στον τερματισμό του πολέμου, εφόσον η Ουκρανία αποδεχθεί ορισμένους συμβιβασμούς. Ανέφερε ότι είχε τονίσει στον πρόεδρο των ΗΠΑ ήδη από το 2025 πως ήταν έτοιμος να τερματίσει τη σύγκρουση μέσω της διπλωματίας και με σεβασμό σε αμοιβαίους συμβιβασμούς.

Σύμφωνα με τον Ρώσο πρόεδρο, η χώρα του είναι έτοιμη να καταλήξει σε συμφωνία με την Ουκρανία στη βάση όσων συζητήθηκαν κατά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο Τραμπ στο Άνκορατζ της Αλάσκας, τον Αύγουστο του 2025. Όπως υποστήριξε, η Μόσχα αποδέχεται τους συμβιβασμούς που συζητήθηκαν τότε και αναμένει από το Κίεβο να πράξει το ίδιο. Εκτίμησε μάλιστα ότι, εάν συμβεί αυτό, η σύγκρουση θα μπορούσε να οδηγηθεί γρήγορα σε μια φυσική κατάληξη.

Ο Πούτιν δήλωσε ακόμη ότι κατανοεί πως η προσοχή του Τραμπ είναι αυτή την περίοδο στραμμένη στον πόλεμο με το Ιράν και υποστήριξε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την επιρροή της προκειμένου να πείσει το Κίεβο να υιοθετήσει πιο συμβιβαστική στάση.

Οι αμερικανικές πρωτοβουλίες

Στην Ουάσιγκτον, ο πρόεδρος Τραμπ αρνήθηκε να αποκαλύψει τη φύση των συμβιβασμών που συζητήθηκαν στην Αλάσκα, δηλώνοντας μόνο ότι ήταν ο ίδιος που τους πρότεινε.

Παράλληλα, χαρακτήρισε θετική την προοπτική μιας συνάντησης μεταξύ Πούτιν και Ζελένσκι, σημειώνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έκαναν ό,τι ήταν δυνατόν για τη δημιουργία των προϋποθέσεων για έναν τέτοιο διάλογο.

Στο μεταξύ, η Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ ενέκρινε στις 4 Ιουνίου νομοσχέδιο για τη στήριξη της Ουκρανίας και την επιβολή κυρώσεων σε βασικούς τομείς της ρωσικής οικονομίας. Το νομοσχέδιο, γνωστό ως «Ukraine Support Act», εγκρίθηκε με 226 ψήφους υπέρ και 195 κατά.

Η νομοθεσία προβλέπει περισσότερα από ένα δισ. δολάρια σε βοήθεια για την ασφάλεια και την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας, ενώ καθιστά διαθέσιμα επιπλέον οκτώ δισ. δολάρια για την ουκρανική άμυνα μέσω δανείων.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ με τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι, στη Φλόριντα. ΗΠΑ, 28 Δεκεμβρίου 2025. (Jim Watson/Getty Images)

 

Η κατάσταση στο μέτωπο 

Ο Πούτιν υποστήριξε ότι οι ρωσικές δυνάμεις συνεχίζουν να προελαύνουν καθημερινά στο πεδίο της μάχης, σε μια σύγκρουση που έχει εξελιχθεί στη φονικότερη χερσαία πολεμική αναμέτρηση στην Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Παραδέχθηκε ότι η Ρωσία χρειάζεται να ενισχύσει την αεράμυνά της απέναντι στα ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη, αναφέροντας στα κέρδη ότι το τελευταίο διάστημα ο ρωσικός στρατός είχε εκδιώξει τις ουκρανικές δυνάμεις από εδάφη πλέον των 2.500 χιλιομέτρων.

Ο Ρώσος πρόεδρος δήλωσε ότι η επίθεση συνεχίζεται καθημερινά, προσθέτοντας ότι η Ρωσία έχει πλέον θέσει υπό πλήρη έλεγχο τη λεγόμενη Λαϊκή Δημοκρατία του Λουχάνσκ. Υποστήριξε επίσης ότι η χώρα του ελέγχει περισσότερο από το 80% των αμφισβητούμενων εδαφών, συμπεριλαμβανομένης της πόλης Ντονέτσκ.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η ουκρανική πλευρά επιθυμεί να σταματήσει η ρωσική προέλαση, αλλά είναι προτιμότερο να τερματιστεί ο πόλεμος μέσω της αποδοχής των συμβιβασμών που συζητήθηκαν στο Άνκορατζ.

Η Μόσχα απαιτεί από την Ουκρανία να παραχωρήσει το υπόλοιπο της περιοχής του Ντονμπάς, στην ανατολική Ουκρανία, το οποίο περιλαμβάνει εξ ολοκλήρου δύο από τις τέσσερις αμφισβητούμενες περιοχές. Ο Ζελένσκι έχει απορρίψει αυτό το ενδεχόμενο, υποστηρίζοντας ότι αυτή η προοπτική θα άφηνε ό,τι απομένει από την Ουκρανία επικίνδυνα εκτεθειμένο σε νέες ρωσικές επιθέσεις και θα επηρέαζε εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους της περιοχής.

Το πολιτικό μέλλον του Πούτιν

Ερωτηθείς για το πολιτικό του μέλλον, ο Πούτιν, ο οποίος βρίσκεται στην εξουσία ως πρόεδρος ή πρωθυπουργός από το 1999, απάντησε ότι η υγεία του βρίσκεται στα χέρια του Θεού.

Παρότι το ρωσικό Σύνταγμα τού επιτρέπει να είναι εκ νέου υποψήφιος το 2030 και, εφόσον εκλεγεί, να παραμείνει στην εξουσία έως το 2036, δήλωσε ότι είναι πολύ νωρίς για να σκέφτεται ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Τόνισε ότι η Ρωσία αντιμετωπίζει πολλά μεγάλης κλίμακας και επείγοντα προβλήματα, τα οποία πρέπει να επιλυθούν με γνώμονα το μέλλον της χώρας.

Των Rachel Roberts και Owen Evans

Με τη συμβολή του Guy Birchall και πληροφορίες από Reuters και Associated Press

Η Ταϊβάν καλεί την Κίνα να αναγνωρίσει τη Σφαγή της Πλατείας Τιενανμέν

Ο πρόεδρος της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, κάλεσε την Κίνα να αναγνωρίσει τη Σφαγή της Πλατείας Τιενανμέν του 1989, καθώς η επέτειος τιμήθηκε στην Ταϊβάν και σε άλλες χώρες.

Σε ανάρτησή του στην επίσημη σελίδα του στο Facebook, ο Λάι ανέφερε ότι ελπίζει πως η Κίνα θα παραδεχθεί την αλήθεια για τα γεγονότα της 4ης Ιουνίου πριν από 37 χρόνια, θα απαλύνει τον πόνο που προκάλεσαν και θα ανοίξει τον δρόμο για συμφιλίωση και διάλογο. Τόνισε δε ότι μια πραγματικά μεγάλη χώρα δεν πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά στη στρατιωτική ισχύ ούτε να υιοθετεί μιλιταριστικές πρακτικές.

Η Κίνα απέρριψε την κριτική. Η εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών, Μάο Νινγκ, δήλωσε στους δημοσιογράφους στο Πεκίνο ότι η κυβέρνηση έχει καταλήξει σε «σαφές συμπέρασμα» για όσα χαρακτηρίζει πολιτική αναταραχή στα τέλη της δεκαετίας του 1980, και κατηγόρησε την Ουάσιγκτον ότι παρεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας.

Από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι καμία λογοκρισία δεν μπορεί να διαγράψει τη μνήμη της καταστολής και ότι όσοι θυσιάστηκαν υπερασπιζόμενοι το αναφαίρετο δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και την ειρηνική συνάθροιση θα δικαιωθούν κάποια ημέρα.

Στην Ταϊπέι, εκατοντάδες άνθρωποι, μεταξύ των οποίων κάτοικοι της Ταϊβάν από το Χονγκ Κονγκ, συμμετείχαν σε αγρυπνία με κεριά για την επέτειο. Οι δημόσιες εκδηλώσεις μνήμης στο Χονγκ Κονγκ έχουν περιοριστεί σημαντικά μετά την επιβολή του νόμου περί εθνικής ασφάλειας το 2020. Η ετήσια αγρυπνία στο Πάρκο Βικτώριας, που κάποτε αποτελούσε μία από τις μεγαλύτερες εκδηλώσεις μνήμης για την Τιενανμέν παγκοσμίως, έχει πάψει να πραγματοποιείται τα τελευταία χρόνια.

Οι διαδηλώσεις του 1989 ξεκίνησαν ως κίνημα υπό την ηγεσία φοιτητών, οι οποίοι ζητούσαν πολιτικές μεταρρυθμίσεις και μέτρα για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Στρατιωτικές δυνάμεις εισήλθαν στο κέντρο του Πεκίνου τη νύχτα της 3ης προς την 4η Ιουνίου, εκκαθαρίζοντας τους χώρους διαμαρτυρίας επί και γύρω από την Πλατεία Τιενανμέν. Η Κίνα δεν έχει δημοσιεύσει ποτέ πλήρη επίσημο απολογισμό των θυμάτων. Εκτιμήσεις οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυτοπτών μαρτύρων και ερευνητών κάνουν λόγο για εκατοντάδες έως και χιλιάδες νεκρούς.

Η συζήτηση για τη σφαγή εξακολουθεί να υπόκειται σε αυστηρή λογοκρισία στην ηπειρωτική Κίνα, όπου η επέτειος περνά χωρίς καμία επίσημη εκδήλωση μνήμης.

Το ζήτημα αποτελεί εδώ και δεκαετίες σημείο τριβής στις σχέσεις Ταϊβάν–Κίνας. Προηγούμενοι ηγέτες της Ταϊβάν, μεταξύ των οποίων και η Τσάι Ινγκ-γουέν, αξιοποίησαν επίσης τις επετείους της 4ης Ιουνίου για να ζητήσουν μεγαλύτερη διαφάνεια σχετικά με τα γεγονότα του 1989.

Το Πεκίνο, το οποίο θεωρεί την Ταϊβάν μέρος της κινεζικής επικράτειας, έχει χαρακτηρίσει τον νυν πρόεδρο της Ταϊβάν αυτονομιστή και έχει αναστείλει τον επίσημο διάλογο με την κυβέρνησή του. Ο Λάι, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του το 2024, έχει δηλώσει ότι το μέλλον της Ταϊβάν μπορεί να αποφασιστεί μόνο από τον λαό της

Οι δύο πλευρές έχουν ξεχωριστές κυβερνήσεις από το 1949, όταν ο κινεζικός εμφύλιος πόλεμος έληξε με το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) να αναλαμβάνει τον έλεγχο της ηπειρωτικής Κίνας και την εθνικιστική κυβέρνηση να υποχωρεί στην Ταϊβάν.

Του James Xu

Με πληροφορίες από το Reuters

Γερμανία: Νέο ρεκόρ πολιτογραφήσεων πυροδοτεί πολιτική διαμάχη

Η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία της Γερμανίας ανακοίνωσε στις 3 Ιουνίου ότι η χώρα πολιτογράφησε 332.500 άτομα το 2025, καταγράφοντας για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά νέο ετήσιο ρεκόρ πολιτογραφήσεων. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί σε αύξηση 14% σε σχέση με το 2024, όταν πολιτογραφήθηκαν 291.955 άτομα, επίδοση που ήταν αυξημένη κατά 46% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Οι Σύροι και οι Τούρκοι αποτελούν τις δύο μεγαλύτερες ομάδες που απέκτησαν τη γερμανική υπηκοότητα.

Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία, το 90% των 371.100 διαδικασιών πολιτογράφησης που ολοκληρώθηκαν το 2025 είχαν θετική έκβαση. Η Destatis ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια του έτους υποβλήθηκαν συνολικά 467.400 αιτήσεις απόκτησης υπηκοότητας. Στο 5% των περιπτώσεων, οι αιτούντες απέσυραν την αίτησή τους. Περίπου το 3% των αιτήσεων απορρίφθηκε, ενώ άλλο ένα 3% τερματίστηκε για άλλους λόγους, όπως ο θάνατος του αιτούντος ή η μετεγκατάστασή του στο εξωτερικό.

Μεταξύ 85% και 98% όσων αποκτούν τη γερμανική υπηκοότητα επιλέγουν παράλληλα να διατηρήσουν την αρχική τους υπηκοότητα, σύμφωνα με έρευνα της ερευνητικής ομάδας Mediendienst Integration. Πριν από τις μεταρρυθμίσεις, μόνο οι πολίτες άλλων κρατών-μελών της ΕΕ και της Ελβετίας είχαν δικαίωμα να διατηρούν την αρχική τους υπηκοότητα. Τα στοιχεία αυτά έχουν τροφοδοτήσει τη συνεχιζόμενη συζήτηση για τη μεταναστευτική πολιτική και την αφομοίωση.

Επικρίσεις για τη διευρυμένη μετανάστευση

Το κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) έχει ασκήσει έντονη κριτική στην πολιτική της κυβέρνησης Μερτς στο μεταναστευτικό, κατηγορώντας την ότι συνεχίζει τις πολιτικές του προηγούμενου κυβερνητικού συνασπισμού. Η επικεφαλής του AfD, Άλις Βάιντελ, αντιδρώντας στην έκθεση της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας, έγραψε στο X ότι απαιτείται άμεση παύση των πολιτογραφήσεων.

Από τότε που συγκέντρωσε το 20,8% των ψήφων στις ομοσπονδιακές εκλογές του Φεβρουαρίου 2025, το AfD έχει ενισχυθεί στις δημοσκοπήσεις και πλέον κινείται γύρω στο 28%. Το κόμμα έχει εξελιχθεί στη δημοφιλέστερη πολιτική δύναμη της Γερμανίας, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο στήριξης στην ιστορία του.

Ο Ρενέ Σπρίνγκερ, μέλος της ομοσπονδιακής βουλής της Γερμανίας και επικεφαλής του AfD στο κρατίδιο του Βρανδεμβούργου, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι η μετανάστευση έχει προκαλέσει «υποβάθμιση της ποιότητας ζωής, διάβρωση των παραδοσιακών κοινωνικών συστημάτων και απώλεια εμπιστοσύνης προς τις αρχές».

Σύμφωνα με έκθεση του 2024 της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Προσφύγων της Γερμανίας, περίπου 21,2 εκατομμύρια άνθρωποι στη χώρα, πολίτες και μη, έχουν μεταναστευτικό υπόβαθρο, επί συνολικού πληθυσμού 82,8 εκατομμυρίων. Από αυτούς, το 40% προέρχεται από χώρες εκτός Ευρώπης, ποσοστό που αντιστοιχεί περίπου στο 10% του συνολικού πληθυσμού. Οι Τούρκοι μετανάστες αποτελούν τη μεγαλύτερη ομάδα μεταξύ όσων έχουν μεταναστευτικό υπόβαθρο, αντιπροσωπεύοντας το 12,2% όσων προέρχονται από ξένη χώρα.

Η συζήτηση έχει αποκτήσει και διατλαντική διάσταση. Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας της κυβέρνησης Τραμπ, που δημοσιοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2025, προειδοποιούσε ότι η Ευρώπη θα μπορούσε να γίνει «αγνώριστη μέσα σε 20 χρόνια ή και λιγότερο» εάν συνεχιστούν οι σημερινές μεταναστευτικές τάσεις. Παράλληλα, ανέφερε ότι αυτό δημιουργεί «ένα ανοιχτό ερώτημα» για το κατά πόσο οι χώρες αυτές θα εξακολουθήσουν να αντιλαμβάνονται τη συμμαχία τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες όπως οι προκάτοχοί τους.

Ο Σπρίνγκερ υποστήριξε ότι οι ανησυχίες της Ουάσιγκτον είναι δικαιολογημένες. Είναι σαφές ότι η Γερμανία θα είναι διαφορετική χώρα εάν ο πληθυσμός της αποτελείται από ανθρώπους διαφορετικών πολιτισμών και εθνοτικών ομάδων, προσθέτοντας ότι οι μεταναστευτικές πολιτικές των δυτικών κυβερνήσεων συνιστούν πραγματικό κίνδυνο τόσο για την εσωτερική όσο και για την εξωτερική πολιτική.

Ο νέος νόμος περί υπηκοότητας 

Η αύξηση αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό, σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία, στον Νόμο για τον Εκσυγχρονισμό της Νομοθεσίας περί Ιθαγένειας (StaRModG), ο οποίος εγκρίθηκε από τον τότε κυβερνητικό συνασπισμό SPD, Πρασίνων και FDP υπό τον πρώην καγκελάριο Όλαφ Σολτς στις 19 Ιανουαρίου 2024 και τέθηκε σε ισχύ τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Η νομοθεσία μείωσε την τυπική απαίτηση διαμονής για πολιτογράφηση από οκτώ σε πέντε έτη και ήρε τους μακροχρόνιους περιορισμούς σχετικά με τη διπλή υπηκοότητα.

Η υπουργός Εσωτερικών Νάνσι Φέζερ, στέλεχος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) και αρχιτέκτονας της μεταρρύθμισης, είχε δηλώσει ότι η αλλαγή εναρμόνισε τη Γερμανία με τις γειτονικές ευρωπαϊκές χώρες και ήταν απαραίτητη για την προσέλκυση εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, το οποίο χρειάζεται η γηράσκουσα γερμανική οικονομία. Η κυβέρνηση είχε επισημάνει τότε ότι περισσότεροι από 5,3 εκατομμύρια άνθρωποι που ζούσαν στη Γερμανία επί τουλάχιστον μία δεκαετία παρέμεναν χωρίς γερμανική υπηκοότητα.

Ο Σπρίνγκερ απέρριψε το επιχείρημα περί προσέλκυσης εξειδικευμένων εργαζομένων. Όπως δήλωσε, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι ο νέος νόμος περί υπηκοότητας θα προσελκύσει τέτοιους εργαζομένους, ούτε ότι οι κοινωνικές συνέπειες αυτής της πολιτισμικής μεταβολής πρέπει να γίνουν αποδεκτές για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός. Πρόσθεσε ότι πρόκειται για πολιτική υψηλού ρίσκου, η οποία στην πράξη έχει προ πολλού αποτύχει.

Τα στοιχεία για την αγορά εργασίας

Σύμφωνα με στοιχεία της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Απασχόλησης που δημοσιεύθηκαν τον Απρίλιο του 2025, η Γερμανία είχε τον Σεπτέμβριο του 2024 συνολικά 2,8 εκατομμύρια ανέργους. Από αυτούς, 1,5 εκατομμύριο (54%) είχαν μεταναστευτικό υπόβαθρο, ενώ 1,1 εκατομμύριο (39%) δεν κατείχαν γερμανική υπηκοότητα. Οι αλλοδαποί αντιπροσωπεύουν περίπου το 16% του συνολικού πληθυσμού.

Μεταξύ των μακροχρόνια ανέργων, δηλαδή όσων παρέμεναν εκτός εργασίας για δύο ή περισσότερα χρόνια, τα άτομα με μεταναστευτικό υπόβαθρο αποτελούσαν επίσης την πλειονότητα, αντιστοιχώντας στο 52% των 881.000 καταγεγραμμένων περιπτώσεων.

Το εκπαιδευτικό χάσμα είναι εξίσου έντονο. Ενώ το 51% των ανέργων Γερμανών πολιτών δεν διέθετε ολοκληρωμένη επαγγελματική κατάρτιση, το αντίστοιχο ποσοστό ανερχόταν στο 82% μεταξύ των ατόμων χωρίς γερμανική υπηκοότητα και στο 91% μεταξύ όσων προέρχονταν από τις κύριες χώρες προέλευσης αιτούντων άσυλο.

Ο Σπρίνγκερ, ο οποίος είχε ζητήσει την ανάλυση από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Απασχόλησης, δήλωσε κατηγορηματικά ότι όποιος βρίσκεται στη Γερμανία επί χρόνια χωρίς επαγγελματική κατάρτιση ή εργασία δεν αποτελεί δεξαμενή δυνητικών εξειδικευμένων εργαζομένων, αλλά μόνιμο βάρος για το κοινωνικό σύστημα.

Το Γερμανικό Ινστιτούτο Έρευνας για την Απασχόληση (IAB) ανέφερε επίσης τον Ιούλιο του 2025 ότι ο αριθμός των ατόμων με μεταναστευτικό υπόβαθρο των οποίων το εισόδημα προέρχεται κυρίως από κοινωνικά επιδόματα που χορηγούνται με εισοδηματικά κριτήρια υπερδιπλασιάστηκε μεταξύ 2010 και 2023, από 1,2 εκατομμύρια σε 2,1 εκατομμύρια. Η αύξηση αποδίδεται κυρίως στη μεγάλη εισροή προσφύγων μετά το 2015, επί της πρώην καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ.

Το 2024, μόλις 53.000 από τους 610.000 τίτλους διαμονής που χορηγήθηκαν σε πολίτες τρίτων χωρών συνδέονταν με εργασία, σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Ευρωπαϊκής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Bocconi. Το στοιχείο αυτό υπογραμμίζει ότι η συντριπτική πλειονότητα των νέων αφίξεων εισέρχεται μέσω ανθρωπιστικών και όχι εργασιακών διαύλων.

Εγκληματικότητα

Η αύξηση των πολιτογραφήσεων έχει εντείνει και τη συζήτηση για την εγκληματικότητα.

Σύμφωνα με τις Στατιστικές Εγκληματικότητας της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών, οι αλλοδαποί, αν και αντιπροσωπεύουν περίπου το 16% του πληθυσμού, αντιστοιχούσαν στο 43% όλων των υπόπτων για εγκληματικές πράξεις το 2024, καθώς και σε δυσανάλογα υψηλό ποσοστό υπόπτων για βίαια εγκλήματα.

Έκθεση SPACE I του Συμβουλίου της Ευρώπης, βασισμένη σε στοιχεία του 2024, αναφέρει ότι οι αλλοδαποί υπήκοοι αποτελούν το 49% του πληθυσμού των φυλακών στη Γερμανία.

Μερική αναθεώρηση υπό τον Μερτς

Ο Γκίντερ Κρινγκς, ειδικός σε θέματα εσωτερικών υποθέσεων της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU), ζήτησε την τροποποίηση του νόμου περί υπηκοότητας. Μετά τη δημοσιοποίηση των στοιχείων, δήλωσε ότι το γεγονός πως νέες πολιτογραφήσεις τέτοιας κλίμακας οδηγούν σε διπλή υπηκοότητα δεν αποτελεί θετική εξέλιξη και ότι απαιτείται νομοθετική παρέμβαση. Πρόσθεσε ότι υπάρχει «επείγουσα ανάγκη δράσης».

Η κοινοβουλευτική ομάδα CDU/CSU (Χριστιανοκοινωνική Ένωση) είχε ήδη ζητήσει τον Μάιο περαιτέρω αυστηροποίηση των κανόνων απόκτησης υπηκοότητας. Από την ανάληψη της εξουσίας μετά τις εκλογές του Φεβρουαρίου 2025, ο κυβερνητικός συνασπισμός CDU/CSU–SPD υπό τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς έχει κινηθεί προς την κατεύθυνση της αναίρεσης μέρους της μεταρρύθμισης του 2024. Τον Οκτώβριο του 2025, η ομοσπονδιακή βουλή της Γερμανίας ψήφισε με 450 ψήφους υπέρ και 134 κατά την κατάργηση της ταχείας διαδικασίας πολιτογράφησης σε τρία χρόνια για εξαιρετικά καλά ενταγμένους αιτούντες.

Ο Αλεξάντερ Τρομ (CDU), εκπρόσωπος της κοινοβουλευτικής ομάδας CDU/CSU για θέματα εσωτερικών υποθέσεων, δήλωσε ότι απαιτούνται ακόμη περισσότερα μέτρα. Ανέφερε, θα ήταν ορθό να επανέλθει η απαιτούμενη περίοδος πολιτογράφησης στα οκτώ χρόνια και να καταργηθεί η γενική αποδοχή της διπλής υπηκοότητας. Αυτό αποδείχθηκε αδύνατο κατά τις διαπραγματεύσεις σχηματισμού κυβέρνησης με το SPD.

SPD και Πράσινοι χαιρετίζουν τις πολιτογραφήσεις

Τον περασμένο μήνα, το SPD απέρριψε τις επικρίσεις. Ο Σεμπάστιαν Φίντλερ, εκπρόσωπος της κοινοβουλευτικής ομάδας του SPD για θέματα εσωτερικών υποθέσεων, δήλωσε ότι το κόμμα συνεργάζεται άριστα με το CDU/CSU στη βάση της κυβερνητικής συμφωνίας και εξέφρασε την ικανοποίησή του επειδή, στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας, η διπλή υπηκοότητα κατοχυρώθηκε νομικά ως επιτυχημένο μοντέλο.

Ο Φίντλερ τόνισε ότι η πολιτογράφηση στη Γερμανία εξακολουθεί να υπόκειται σε αυστηρές προϋποθέσεις. Οι αιτούντες πρέπει να διαθέτουν καθαρό ποινικό μητρώο, να αποδεικνύουν επάρκεια στη γερμανική γλώσσα, να είναι οικονομικά αυτάρκεις και να επιτυγχάνουν στις εξετάσεις πολιτογράφησης.

Συνοψίζοντας, ανέφερε ότι μόνο καλά ενταγμένα άτομα μπορούν να γίνουν Γερμανοί πολίτες και ότι τα στοιχεία αυτά είναι θετικά για όλους: για την αγορά εργασίας, το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και την κοινωνική συνοχή. Πρόσθεσε ότι όποιος καταχράται τη διαδικασία πολιτογράφησης μέσω απάτης όχι μόνο διαπράττει αδίκημα, αλλά κινδυνεύει να χάσει τη γερμανική υπηκοότητα και να αποκλειστεί προσωρινά από νέα αίτηση.

Μετά τη δημοσιοποίηση των στοιχείων για τις πολιτογραφήσεις αυτή την εβδομάδα, και άλλα κόμματα της αριστεράς χαρακτήρισαν θετικά τα στοιχεία.

Η Φιλίζ Πολάτ, κοινοβουλευτική γραμματέας των Πρασίνων, χαρακτήρισε τα στοιχεία «ιστορία επιτυχίας» της μεταρρύθμισης του νόμου περί υπηκοότητας που υιοθέτησε ο τότε κυβερνητικός συνασπισμός το 2024. Όπως ανέφερε, όποιος υποβάλλει αίτηση για υπηκοότητα επιλέγει συνειδητά τη χώρα. Προειδοποίησε επίσης κατά νέας αλλαγής του νόμου, λέγοντας ότι κάτι τέτοιο θα έστελνε «λάθος μήνυμα σε ανθρώπους που αποτελούν ήδη μέρος της κοινωνίας μας» και θα «ενίσχυε την ανασφάλεια και τον διχασμό».

Το Κόμμα της Αριστεράς (Die Linke) χαρακτήρισε τα στοιχεία για τις πολιτογραφήσεις «καλά νέα». Οι αριθμοί αυτοί αντιπροσωπεύουν 332.500 ανθρώπους που, σύμφωνα με τον κουρδικής καταγωγής βουλευτή της Αριστεράς Φεράτ Κοτσάκ, αποτελούν μέρος αυτής της κοινωνίας εδώ και χρόνια και πλέον μπορούν επιτέλους να συμβάλουν και στη διαμόρφωσή της.

Του Etienne Fauchaire

ΕΕ: Ξεκινούν οι ενταξιακές συνομιλίες με Ουκρανία και Μολδαβία

Η Ευρωπαϊκή Ένωση συμφώνησε να ξεκινήσει επίσημα διαπραγματεύσεις με την Ουκρανία και τη Μολδαβία για την πρώτη ομάδα θεμάτων της ενταξιακής διαδικασίας, δήλωσε στις 4 Ιουνίου η πρωθυπουργός της Ουκρανίας, Γιούλια Σβιριντένκο. Σε ανάρτησή της στο X χαρακτήρισε την εξέλιξη «υπέροχα νέα», σημειώνοντας ότι η χώρα βρίσκεται ένα βήμα πιο κοντά στην ένταξη στην ΕΕ και προχωρά σταθερά προς τον στόχο της.

Η πρόεδρος της Μολδαβίας, Μάια Σάντου, χαιρέτισε επίσης την απόφαση, δηλώνοντας ότι η κυβέρνησή της παραμένει προσηλωμένη στην υλοποίηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων που απαιτεί η ΕΕ.

Και τα 27 κράτη-μέλη της Ένωσης ψήφισαν υπέρ της έναρξης των συνομιλιών, φέρνοντας τις δύο χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, αμφότερες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, ένα βήμα πιο κοντά στην ένταξη.

Η Κύπρος, η οποία ασκεί επί του παρόντος την εκ περιτροπής προεδρία της ΕΕ, ανακοίνωσε ότι έχει ξεκινήσει τις προετοιμασίες για την επίσημη έναρξη διαπραγματεύσεων σχετικά με την πρώτη ομάδα διαπραγματευτικών κεφαλαίων, που καλύπτει νομικά και δημοκρατικά πρότυπα, και με τις δύο χώρες.

Σε ανάρτηση του λογαριασμού της κυπριακής προεδρίας στο X αναφερόταν ότι η εξέλιξη αυτή αποτελεί σημαντικό ορόσημο στην πορεία της ευρωπαϊκής τους ολοκλήρωσης και στέλνει ισχυρό μήνυμα ενότητας και αποφασιστικότητας από την ΕΕ. Ανέφερε επίσης ότι θα εργαστεί για την ολοκλήρωση των απαιτούμενων συζητήσεων, ώστε να ξεκινήσουν επίσημα οι διαπραγματεύσεις.

Δέκα χώρες διεκδικούν θέση στην ΕΕ

Η ένταξη στην ΕΕ αποτελεί μια πολυετή διαδικασία που συντονίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία αξιολογεί τριάντα πέντε σύνολα κριτηρίων, μεταξύ των οποίων τα χρηματοπιστωτικά συστήματα, τη διαφάνεια, τους αγροτικούς κανονισμούς και θεμελιώδη δικαιώματα, όπως η ελευθερία του λόγου και η ανεξιθρησκεία.

Δέκα χώρες βρίσκονται σήμερα σε διαπραγματεύσεις με την Επιτροπή για να ενταχθούν στην Ένωση. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ένωση θα μπορούσε να δεχθεί νέα μέλη εντός της επόμενης τετραετίας. Στη μακρά πορεία προς την ένταξη βρίσκονται επίσης η Αλβανία, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η Γεωργία, το Κόσοβο, το Μαυροβούνιο, η Βόρεια Μακεδονία, η Σερβία και η Τουρκία.

Ο νεοεκλεγείς πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Πήτερ Μαγυάρ, άφησε να εννοηθεί ότι οι προηγούμενες αντιρρήσεις της χώρας του για την ένταξη της Ουκρανίας στην Ένωση ενδέχεται σύντομα να επιλυθούν. Ο Μαγυάρ, ο οποίος κέρδισε τις εθνικές εκλογές απέναντι στον προκάτοχό του, Βίκτορ Ορμπάν, δήλωσε στις 2 Ιουνίου ότι οι δύο χώρες κατέληξαν σε συμφωνία σχετικά με τα δικαιώματα της ουγγρικής μειονότητας (~100.000) στην Ουκρανία.

Ο νέος πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Πήτερ Μαγυάρ, μιλά στους δημοσιογράφους στην έδρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βρυξέλλες, 29 Μαΐου 2026. (AP Photo/Virginia Mayo)

 

Ο Ορμπάν αντιτίθετο στην ένταξη της Ουκρανίας στην Ένωση, καταδικάζοντας φερόμενο σχέδιο της ΕΕ για επιτάχυνση της ενταξιακής πορείας της εμπόλεμης χώρας ως «ευθεία κήρυξη πολέμου κατά της Ουγγαρίας». Ο πρώην πρωθυπουργός, ο οποίος συγκρούστηκε συχνά με τις Βρυξέλλες για ζητήματα που αφορούσαν την Ουκρανία και τη μετανάστευση, είχε δηλώσει ότι η ΕΕ «αποφάσισε πως η Ουκρανία θα ενταχθεί στην Ένωση ήδη από το 2027».

Το Politico ανέφερε τον Φεβρουάριο ότι η ΕΕ «επεξεργαζόταν σχέδιο» για να παραχωρήσει στην Ουκρανία μερική συμμετοχή στην Ένωση και αναζητούσε τρόπους να παρακάμψει το βέτο του Ορμπάν, ο οποίος κατηγορούσε τα θεσμικά όργανα της ΕΕ ότι επιδιώκουν να προωθήσουν τα σχέδια διεύρυνσης χωρίς τη συναίνεση όλων των κρατών-μελών. Είχε επισημάνει δε τα υψηλά επίπεδα διαφθοράς στην Ουκρανία, συμπεριλαμβανομένου του πρόσφατου σκανδάλου δωροδοκίας που αφορούσε κυρίως τον κρατικό φορέα πυρηνικής ενέργειας της χώρας και στο οποίο φέρονται να εμπλέκονται πολιτικοί και στενοί συνεργάτες του προέδρου της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι.

Σε δήλωσή του το 2025, υποστήριξε ότι η Ευρώπη συνεχίζει να στέλνει χρήματα στην Ουκρανία χωρίς ουσιαστικό έλεγχο και ότι σκάνδαλο διαφθοράς αποκάλυψε πως τεράστια ποσά εξαφανίζονται χωρίς ίχνος. Χαρακτήρισε παράλογη την υποστήριξη της ένταξης της Ουκρανίας στην ΕΕ και ξεκαθάρισε σε ανάρτησή του στο X, στις 22 Νοεμβρίου 2025, ότι η Ουγγαρία αρνείται να δεχθεί μία χώρα που δεν μπορεί να ανταποκριθεί ούτε στα βασικά πρότυπα της ΕΕ.

Το κόμμα Fidesz του Ορμπάν, το οποίο κυβερνούσε την Ουγγαρία επί δεκαέξι χρόνια, ηττήθηκε από το κεντροδεξιό, φιλοευρωπαϊκό κόμμα Tisza του Μαγυάρ στις εκλογές του Απριλίου. Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζ. Ντ. Βανς, κατηγόρησε την ΕΕ για «επαίσχυντη παρέμβαση» στις ουγγρικές εκλογές με στόχο την ήττα του Ορμπάν, κατηγορία που οι Βρυξέλλες απέρριψαν.

Η Ουκρανία υπέβαλε επίσημη αίτηση ένταξης στην ΕΕ το 2022, λίγες ημέρες μετά την εισβολή της Ρωσίας τον Φεβρουάριο. Ωστόσο, είχε εκφράσει για πρώτη φορά την επιθυμία ένταξης στην Ένωση το 1993, μόλις δύο χρόνια μετά την ανεξαρτητοποίησή της από τη Σοβιετική Ένωση.

Κορυφαίοι αξιωματούχοι της ΕΕ, μεταξύ αυτών και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έχουν επανειλημμένα δηλώσει ότι η Ουκρανία «ανήκει στην ευρωπαϊκή οικογένεια».

Διαφωνία για το μοντέλο ένταξης της Ουκρανίας

Ο καγκελάριος της Γερμανίας, Φρήντριχ Μερτς, πρότεινε πρόσφατα να δοθεί στην Ουκρανία καθεστώς συνδεδεμένου μέλους της ΕΕ, εκτιμώντας ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβάλει στη διευκόλυνση μιας συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου με τη Ρωσία.

Ο Ζελένσκι απέρριψε την πρόταση ως άδικη, επιμένοντας ότι η Ουκρανία χρειάζεται πλήρη ένταξη. Σε ανάρτησή του στο X υποστήριξε ότι δεν μπορεί να υπάρξει ολοκληρωμένο ευρωπαϊκό εγχείρημα χωρίς την Ουκρανία και ότι η θέση της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να είναι πλήρης και ισότιμη. Ο Ουκρανός πρόεδρος πιέζει επίσης για ένταξη στο ΝΑΤΟ, κάτι που δεν υποστηρίζεται ομόφωνα εντός της συμμαχίας, καθώς η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής θα μπορούσε να εμπλέξει όλα τα μέλη σε πόλεμο με τη Ρωσία.

Ο πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντίμιρ Πούτιν, αντιτίθεται σθεναρά στην επέκταση του ΝΑΤΟ, αλλά έχει δηλώσει ότι δεν έχει αντιρρήσεις για την ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ, καθώς η Ένωση δεν αποτελεί στρατιωτική συμμαχία.

Η Μολδαβία συνεχίζει τις μεταρρυθμίσεις

Η Σάντου κέρδισε μια αμφιλεγόμενη προεδρική εκλογική αναμέτρηση στη Μολδαβία το 2024, η οποία συνοδεύτηκε από καταγγελίες περί ρωσικής παρέμβασης, ισχυρισμούς που η Μόσχα απέρριψε.

Πρώην σύμβουλος της Παγκόσμιας Τράπεζας, η φιλοευρωπαία πρόεδρος, η οποία ανέλαβε για πρώτη φορά τα καθήκοντά της το 2020, αποτελεί έντονη επικρίτρια του Πούτιν και υποστηρίκτρια της γειτονικής Ουκρανίας.

Η πρόεδρος της Μολδαβίας, Μάια Σάντου, φτάνει στην έδρα της Προεδρίας για να παραχωρήσει συνέντευξη Τύπου. Κισινάου, Μολδαβία, 29 Σεπτεμβρίου 2025. (Daniel Mihailescu/AFP μέσω Getty Images)

 

Η Μολδαβία διαθέτει σημαντική ρωσική μειονότητα, ενώ η επιρροή του Κρεμλίνου στις υποθέσεις της χώρας παρέμεινε αισθητή και μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Το 2024, οι Μολδαβοί ψήφισαν οριακά υπέρ της διασφάλισης της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας. Η επίσημη διαδικασία ένταξης στην ΕΕ ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2022, λίγο μετά την αντίστοιχη αίτηση της Ουκρανίας.

Σε δήλωση που μετέδωσε το τοπικό μέσο Moldpres, η Σάντου ανέφερε ότι ιδιωτικές εταιρείες και αναπτυξιακές τράπεζες έχουν αναλάβει σημαντικές επενδυτικές δεσμεύσεις, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για την καλύτερη απόδειξη πως η ευρωπαϊκή πορεία αποφέρει απτά αποτελέσματα σε επενδύσεις, ανάπτυξη και θέσεις εργασίας.

Παράλληλα, τόνισε ότι η χώρα συνεχίζει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων δύσκολων παρεμβάσεων, όπως η μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης και της τοπικής δημόσιας διοίκησης. Πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση παραμένει συνεπής στις μεταρρυθμιστικές της δεσμεύσεις και προσηλωμένη στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Μετά τη δημοσίευση της τελευταίας ετήσιας έκθεσης διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η αντιπρόεδρος της Επιτροπής, Κάγια Κάλλας, δήλωσε τον Νοέμβριο του 2025 ότι η ένταξη στην ΕΕ παραμένει μια δίκαιη αλλά απαιτητική διαδικασία που βασίζεται στην αξιοκρατία, προσθέτοντας ότι η προσχώρηση νέων χωρών έως το 2030 αποτελεί ρεαλιστικό στόχο.

Η Κάλλας επεσήμανε ότι η διεύρυνση εξυπηρετεί το συμφέρον της Ένωσης, χαρακτηρίζοντάς την ως μακροπρόθεσμη επένδυση στην ασφάλεια, την οικονομία και τη διεθνή ανταγωνιστικότητά της, ενώ εκτίμησε ότι μπορεί να ενισχύσει και τη γεωπολιτική ισχύ της Ευρώπης.

Της Rachel Roberts

Με τη συμβολή των Victoria Friedman και Owen Evans

Οικονομικό Φόρουμ Αγίας Πετρούπολης, με ΗΠΑ και Γερμανία παρούσες

Με 20.000 συμμετέχοντες από περισσότερες από 130 χώρες, σύμφωνα με το Κρεμλίνο,  ξεκίνησε στις 3 Ιουνίου το Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης. Οι εργασίες του θα διαρκέσουν έως το Σάββατο.

Η διοργάνωση πραγματοποιείται από το 1997, ενώ από το 2006 τελεί υπό την αιγίδα του Ρώσου προέδρου, Βλαντίμιρ Πούτιν, ο οποίος και φέτος θα εκφωνήσει την κεντρική ομιλία. Μεταξύ των προσκεκλημένων βρίσκονται εκπρόσωποι κυβερνήσεων, επιχειρήσεων, μέσων ενημέρωσης, διεθνών οργανισμών και ερευνητικών ιδρυμάτων.

Η Σαουδική Αραβία ως τιμώμενη χώρα

Επίσημη τιμώμενη χώρα του φόρουμ φέτος είναι η Σαουδική Αραβία. Όπως μεταδίδει το ρωσικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων TASS, αναμένεται αντιπροσωπεία περίπου διακοσίων εκπροσώπων από υπουργεία, τράπεζες και την πετρελαϊκή εταιρεία Saudi Aramco. Παράλληλα, αναμένονται οι αρχηγοί κρατών του Ουζμπεκιντάν, Σαβκάτ Μιρζιγιόγεφ, και της Τανζανίας, Σαμία Σουλούχου Χασάν. Την Κίνα θα εκπροσωπήσει ο αντιπρόεδρος Χαν Τζενγκ.

Ιδιαίτερη προσοχή προσελκύει η συμμετοχή επίσημης αντιπροσωπείας από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με ρωσικές πηγές, πρόκειται για την πρώτη επίσημη εκπροσώπηση αυτού του επιπέδου από την πρώτη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ.

Επικεφαλής της αμερικανικής αντιπροσωπείας θα είναι ο Ρόντνεϋ Μιμς Κουκ ο Νεότερος, πρόεδρος της αμερικανικής Επιτροπής Καλών Τεχνών. Προγραμματίζονται, μεταξύ άλλων, ένας ρωσοαμερικανικός οικονομικός διάλογος, μια συζήτηση στρογγυλής τραπέζης και συναντήσεις με Ρώσους πολιτικούς, ανθρώπους του πολιτισμού και εκπροσώπους της οικονομίας.

Στο πλαίσιο του οικονομικού φόρουμ, η Ρωσία επιδιώκει κυρίως να τονίσει την ανθεκτικότητα της οικονομίας της παρά τον πόλεμο και τις δυτικές κυρώσεις, αντικρούοντας την ίδια στιγμή το αφήγημα ότι η χώρα είναι διεθνώς απομονωμένη. Επιπλέον, το φόρουμ αναδεικνύει την οικονομική στροφή της Ρωσίας από την Ευρώπη προς την Ασία, την Αφρική και τον Παγκόσμιο Νότο.

Ματίας Σεπ: «Να μην παραδοθεί η Ρωσία μόνιμα στην Ασία»

Από ό,τι φαίνεται, στην Ευρώπη εξακολουθούν να υπάρχουν παράγοντες της οικονομίας που δεν επιθυμούν να ‘παραχωρήσουν’ τη ρωσική αγορά στον υπόλοιπο κόσμο, μετά από το τέλος του πολέμου στην Ουκρανία. Για τον λόγο αυτό, ο αριθμός των γερμανικών επιχειρήσεων που συμμετέχουν επίσημα στο οικονομικό φόρουμ παρουσιάζει ξανά αύξηση έπειτα από χρόνια.

Ο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Γερμανο-Ρωσικού Εμπορικού Επιμελητηρίου Εξωτερικού, Ματίας Σεπ [Matthias Schepp], δήλωσε στο γερμανικό πρακτορείο ειδήσεων dpa ότι εξετάζει την περίοδο μετά τον τερματισμό των συγκρούσεων. Προς αυτή την κατεύθυνση άλλωστε κινούνται και οι προσπάθειες των ΗΠΑ από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του ο πρόεδρος Τραμπ.

Ο Σεπ υπογράμμισε ότι, έχοντας υπ’ όψιν την ειρήνη που θα ακολουθήσει τον τερματισμό του ρωσο-ουκρανικού πολέμου, θα πρέπει να «διατηρηθεί η οικονομική γέφυρα προς τη Ρωσία» και παράλληλα να «προστατευθούν τα γερμανικά περιουσιακά στοιχεία που φυλάσσονται στη Ρωσία, αξίας πάνω από από εκατό δισεκατομμύρια ευρώ». Οι γερμανικές επιχειρήσεις, σημείωσε, δεν ενεργούν εσπευσμένα. Οι ΗΠΑ και η Γαλλία είχαν ήδη συμμετάσχει σε επιχειρηματικό διάλογο το προηγούμενο έτος.

Μόνο κατά το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, Κινέζοι επιχειρηματίες ίδρυσαν περίπου 1.400 νέες εταιρείες στη Ρωσία. Ο επικεφαλής του Επιμελητηρίου προειδοποίησε: «Η Δύση δεν πρέπει να παραχωρήσει μόνιμα στην Ασία τη Ρωσία, τη μεγάλη της αγορά και τις πρώτες ύλες της».

Ο όγκος του γερμανορωσικού εμπορίου έφθασε στο αποκορύφωμά του το 2012, αγγίζοντας περίπου τα 80 δισεκατομμύρια ευρώ. Ως αποτέλεσμα της πολιτικής κυρώσεων που εφαρμόζεται από το 2014, ακολούθησε φθίνουσα πορεία έως το 2021, κατεβαίνοντας στα 59,7 δισεκατομμύρια ευρώ. Σήμερα ανέρχεται σε λιγότερα από 10 δισεκατομμύρια ευρώ. Σύμφωνα με το Επιμελητήριο, περίπου 1.600 γερμανικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται στη Ρωσία. Ο κύκλος εργασιών τους έχει μειωθεί από τα 80 δισεκατομμύρια ευρώ του 2011 σε 20 δισεκατομμύρια ευρώ σήμερα.

Οι Γερμανοί επιχειρηματίες επιθυμούν τη ρωσική αγορά 

Μεταξύ των Γερμανών συμμετεχόντων στον επιχειρηματικό διάλογο συγκαταλέγεται ο παραγωγός γαλακτοκομικών προϊόντων Στέφαν Ντυρ, ο οποίος δραστηριοποιείται στη Ρωσία μέσω του ομίλου Ekoniva Group· ο πρώην διευθύνων σύμβουλος της εμπορικής εταιρείας Globus Holding, Τόμας Μπρουχ· ο ανταποκριτής του γερμανικού τηλεοπτικού σταθμού ntv στη Μόσχα, Ράινερ Μουνζ, υποστήριξε ότι είδε και τον πρώην καγκελάριο της Γερμανίας Γκέρχαρντ Σρέντερ, στο ξενοδοχείο Kempinski Hotel Moika 22.

Μια έρευνα του Επιμελητηρίου, στην οποία συμμετείχαν 265 εταιρείες-μέλη, έδειξε ότι σχεδόν όλες επιθυμούν να παραμείνουν παρούσες στη Ρωσία, καθώς θεωρούν την αγορά σημαντική. Το 75% δήλωσε επίσης ότι, παρά τις απώλειες που προκάλεσαν οι κυρώσεις, είναι ικανοποιημένο από την πορεία των δραστηριοτήτων του στη Ρωσία.

Περισσότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες δήλωσαν ότι οι κυρώσεις βλάπτουν εξίσου τη Γερμανία και τη Ρωσία. Το 65% ανέφερε ότι η Γερμανία θα πρέπει να επανέλθει το συντομότερο δυνατό στις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου από τη Ρωσία, ενώ το 31% εξέφρασε την άποψη ότι αυτό θα πρέπει να συμβεί μόνο μετά το τέλος του πολέμου.

Του Reinhard Werner

Η διαρροή της γερμανικής τεχνογνωσίας προς όφελος της Κίνας και ο ρόλος της εξαγοράς διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας

Η απόκτηση γερμανικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και εταιρειών από κινεζικές οντότητες αποτελεί αντικείμενο συζήτησης εδώ και χρόνια στη Γερμανία. Σύμφωνα με τον οικονομολόγο του Γερμανικού Οικονομικού Ινστιτούτου (IW), Όλιβερ Κόππελ, αυτό για τη Γερμανία σημαίνει απώλεια πολύτιμης τεχνολογικής εμπειρογνωμοσύνης, η οποία  σε συνδυασμό με τον μειούμενο ρυθμό ανάπτυξης της χώρας, ενδέχεται να πλήξει περαιτέρω τη γερμανική ανταγωνιστικότητα.

Σε συνέντευξή του στον ραδιοφωνικό σταθμό Deutschlandfunk, ο Κόππελ προειδοποίησε για διαρροή τεχνογνωσίας από τη Γερμανία προς την Κίνα. Η σοβαρότητα της κατάστασης μπορεί να παρατηρηθεί στον τομέα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, όπως έδειξε μελέτη που διεξήγαγε το Γερμανικό Οικονομικό Ινστιτούτο για λογαριασμό του Ιδρύματος Bertelsmann.

Συλλέγοντας διπλώματα ευρεσιτεχνίας

Από το 2000, η Κίνα έχει αποκτήσει περισσότερα από 11.300 γερμανικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας, όπως επεσήμανε ο ειδικός σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας του IW.

Πρόκειται κυρίως για παγκοσμίως καταχωρισμένα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, με ιδιαίτερη σημασία, επηρεάζοντας κατά περίπτωση «πολύ σημαντικές καινοτομίες». Κάποιες φορές, η Κίνα απλώς αγόρασε διπλώματα ευρεσιτεχνίας γερμανικών εταιρειών, ενώ σε άλλες περιπτώσεις απέκτησε τις ίδιες τις εταιρείες. Αυτό έγινε εν μέρει μέσω εταιρειών που ανήκουν άμεσα στο κινεζικό κράτος και εν μέρει μέσω εταιρειών που ελέγχονται από αυτό. Κοινός παρανομαστής και ανησυχία σε όλες τις εξαγορές η εκροή τεχνογνωσίας, αφού με την πώληση της πατέντας, η γνώση χάνεται.

Εξαγορές που θεωρήθηκαν ιδιαίτερα σοβαρές, έφτασαν να προκαλέσουν πολιτικές αντιδράσεις. Για παράδειγμα, η πλειοψηφική εξαγορά της Kuka, εταιρείας κατασκευής βιομηχανικών ρομπότ με έδρα το Άουγκσμπουργκ, από την κινεζική εταιρεία Midea το 2016 συνέτεινε καθοριστικά στη θέσπιση πιο αυστηρών κανονισμών για το εμπόριο εξωτερικού.

Πλέον και σε επίπεδο ΕΕ έχουν τεθεί μεγαλύτερα εμπόδια για την εξαγορά εγχώριων εταιρειών από Κινέζους επενδυτές σε ευαίσθητους τομείς.

Παρ ‘όλα αυτά, οι εξαγορές και οι επεκτάσεις συμμετοχών συνεχίζονται, εξασφαλίζοντας σε κινεζικούς παράγοντες τον έλεγχο γερμανικών εταιρειών, μεταξύ αυτών και ορισμένων πολύ γνωστών όπως η Linde Material Handling, οι προμηθευτές αυτοκινήτων LEONI και GRAMMER, και ηγέτες της παγκόσμιας αγοράς όπως οι Putzmeister, Kiekert και ista. Με την απόκτηση των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας η Κίνα αποκτά τον έλεγχο επί των καινοτομιών και ανοίγει τον δρόμο για την περαιτέρω ανάπτυξή τους.

Ο Κόππελ βλέπει τρεις τρόπους με τους οποίους η Κίνα διασφαλίζει την επιρροή της. Ο πρώτος είναι η απόκτηση των ίδιων των γερμανικών εταιρειών. Με αυτόν τον τρόπο, όλα τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας που είχαν οι εταιρείες μεταβιβάζονται αυτόματα στον αγοραστή.

Η αγορά μεμονωμένων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας είναι μία δεύτερη μέθοδος, ενώ η ίδρυση θυγατρικών από κινεζικές εταιρείες στη Γερμανία αποτελεί τον τρίτο δρόμο. Σε αυτή την περίπτωση, τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας αναπτύσσονται μεν στη Γερμανία, αλλά η χώρα δεν ωφελείται, καθώς οι ευρεσιτεχνίες μεταφέρονται στην Κίνα. Παράδειγμα εταιρείας που λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο είναι η γνωστή Huawei.

Απώλεια κυριαρχίας σε παραδοσιακά ‘γερμανικούς’ τομείς 

Τον Μάρτιο, το Γερμανικό Οικονομικό Ινστιτούτο εκπόνησε μια μελέτη σχετικά με τις καινοτομίες, κατόπιν ανάθεσης του Ιδρύματος Bertelsmann . Η μελέτη αυτή υπέδειξε μια «εξασθένηση της δυναμικής καινοτομίας» για τη Γερμανία.
Ακόμη και πριν από την πανδημία του κορωνοϊού, η παραγωγή καινοτομίας στη χώρα μειωνόταν, σύμφωνα με τον Κόππελ. Αργότερα, η κατάσταση επιδεινώθηκε από το γεγονός ότι οι νέες καινοτομίες αξιοποιούνται σε άλλες χώρες, με την Κίνα π.χ. να βλέπει αύξηση των αιτήσεων για διπλώματα ευρεσιτεχνίας στον τομέα της μηχανολογίας από 3.300 το 2000 σε 4.300 το 2022. Αυτή είναι μια ανησυχητική εξέλιξη για τη Γερμανία από επιχειρηματική άποψη, ιδιαίτερα σε τομείς όπου η Γερμανία ήταν πρωτοπόρος, αφού είναι πολύ πιθανό να επηρεάσει και τις μελλοντικές τεχνολογίες.

Όσον αφορά τη θέσπιση αυστηρότερων μέτρων και νόμων για το εμπόριο εξωτερικού, ο Κόππελ κάνει λόγο για «βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση», χαιρετίζοντας το γεγονός ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δείχνει ευαισθησία σε αυτόν τον τομέα.

Ωστόσο, δεν πιστεύει ότι αυτό αρκεί, αφού η τεράστια ανισορροπία μεταξύ των δύο χωρών παραμένει: οι κινεζικοί παράγοντες έχουν εκτεταμένες ελευθερίες στη Γερμανία, ακόμη και όταν αποκτούν εταιρείες, αλλά το αντίστροφο δεν ισχύει.

Η Κίνα εξασφαλίζει διπλώματα ευρεσιτεχνίας, ενισχύοντας τα δυνατά της σημεία

Σε αντίθεση με το παρελθόν, η Κίνα δεν αποκτά πλέον τεχνογνωσία που έχει αναπτυχθεί στη Δύση αποκλειστικά μέσω εξαγορών ή κατασκοπείας. Η χώρα έχει πλέον καταστεί κορυφαίος παγκόσμιος παράγοντας στην καινοτομία, για παράδειγμα σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η ηλεκτροκίνηση, ξεπερνώντας μάλιστα τη Γερμανία σε αυτούς τους τομείς.

Η στρατηγική του Πεκίνου είναι πολυεπίπεδη. Σε ορισμένους τομείς, η Κίνα εξακολουθεί να βασίζεται στην απόκτηση γνώσεων από άλλους, ωστόσο, σε όποια πεδία βρίσκεται ήδη μεταξύ των κορυφαίων παικτών, επεκτείνει το πλεονέκτημα της με μεγάλη αποφασιστικότητα. Ταυτόχρονα, ενισχύει τις ηγετικές της ικανότητες και προστατεύει την αγορά της.

Εν τω μεταξύ, ο αριθμός των αιτήσεων για διπλώματα ευρεσιτεχνίας από την Κίνα στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας αυξήθηκε από 5.729 σε 16.665, μόνο μεταξύ 2015 και 2021.

Για τον Κόππελ, η Γερμανία οφείλει να πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις και να επεκτείνει τη δική της ερευνητική βάση: «Είμαστε ακόμα καλοί, αλλά έχουμε αποδυναμωθεί σημαντικά».

Όπως ισχυρίζεται, η Γερμανία έχει επαναπαυθεί υπερβολικά στις δάφνες της και χάνει έδαφος από τις ΗΠΑ, τη Νότια Κορέα και άλλες δυτικές χώρες. Δεν θεωρεί κατ’ ανάγκη κακό να επωφελούνται και άλλες χώρες από τη γνώση που αναπτύσσεται στη Γερμανία, ωστόσο, υποστηρίζει ότι θα πρέπει να εξετάζεται κατ’ αρχάς αν αυτό είναι προς όφελος των γερμανικών συμφερόντων.

Του Reinhard Werner

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο: Καταδίκη της Σερβίας για απαγόρευση ειρηνικής συγκέντρωσης του Φάλουν Γκονγκ

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποφάνθηκε στις 2 Ιουνίου ότι η Σερβία απαγόρευσε παράνομα μια ειρηνική συγκέντρωση του Φάλουν Γκονγκ κατά την επίσκεψη του ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ), Σι Τζινπίνγκ, το 2016, κρίνοντας ότι η απόφαση παραβίασε το δικαίωμα της ομάδας στην ελευθερία της συνάθροισης.

Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι σερβικές αρχές παραβίασαν τα δικαιώματα της Σερβοκινεζικής Εταιρείας Φιλίας με έδρα το Βελιγράδι, η οποία είχε ζητήσει άδεια για τη διοργάνωση δημόσιων διαδηλώσεων κατά της δίωξης των ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ από το ΚΚΚ.

Η οργάνωση υπέβαλε αίτηση τον Ιούνιο του 2016 για τη διοργάνωση διαδηλώσεων στις 17 και 18 Ιουνίου, ημερομηνίες που συνέπιπταν με την επίσημη επίσκεψη του Σι. Οι σερβικές αρχές απαγόρευσαν τις εκδηλώσεις, επικαλούμενες πιθανούς κινδύνους για τη δημόσια τάξη και ενδεχόμενες αντιδιαδηλώσεις.

Το δικαστήριο έκρινε ότι οι ανησυχίες αυτές ήταν «υποθετικές» και δεν συνιστούσαν επαρκή βάση για τον περιορισμό της ειρηνικής συνάθροισης σύμφωνα με το Άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Διαπίστωσε επίσης παραβίαση του Άρθρου 13, το οποίο εγγυάται το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής.

Η Σερβία, μέλος της κινεζικής πρωτοβουλίας «Μία ζώνη, ένας δρόμος», βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων από την Κίνα και διατηρεί στενές σχέσεις με το Πεκίνο, τις οποίες απηχεί η δίωξη των ασκουμένων σε σερβικό έδαφος.

Το 2024, κατά την επίσκεψη του Σι στη χώρα, οι τοπικές αρχές κράτησαν επτά ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ και ένα άτομο που δεν ασκούσε τη μέθοδο για περισσότερες από 24 ώρες, απελευθερώνοντάς τους μόνο μετά την αναχώρηση του Κινέζου ηγέτη, σύμφωνα με το Κέντρο Πληροφόρησης για το Φάλουν Ντάφα.

Σε ένταλμα σύλληψης αναφερόταν ότι ένας ασκούμενος του Φάλουν Γκονγκ θεωρήθηκε ύποπτος για  «σοβαρή απειλή κατά προσώπων που τελούν υπό διεθνή προστασία», δηλαδή για ξένους αξιωματούχους που προστατεύονται από διεθνείς συμβάσεις. Μετά την αναχώρηση του Σι, στον ίδιο ασκούμενο επιδόθηκε νέο έγγραφο, στο οποίο αναφερόταν ότι η απειλή αυτή δεν υφίστατο πλέον.

Το Φάλουν Γκονγκ, γνωστό και ως Φάλουν Ντάφα, είναι μια πνευματική άσκηση που βασίζεται στις αρχές της Αλήθειας, της Καλοσύνης και της Ανεκτικότητας. Έως το 1999, 70–100 εκατομμύρια άνθρωποι ασκούσαν το Φάλουν Γκονγκ στην Κίνα. Εκείνη τη χρονιά, ο τότε ηγέτης του ΚΚΚ Τζιανγκ Ζεμίν διέταξε την εξάλειψη της άσκησης.

Ο Ντέγιαν Μάρκοβιτς, ένας από τους οκτώ ανθρώπους που οδηγήθηκαν στο κρατητήριο από την τοπική αστυνομία το 2024, αναφέρθηκε στη μακρά δικαστική πορεία για τα γεγονότα του 2016. Μιλώντας στην εφημερίδα The Epoch Times, σημείωσε ότι πολλά συνέβησαν μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια. Αν και η καθυστέρηση δεν ήταν κάτι το θετικό, χαρακτήρισε την απόφαση σημαντική, εκτιμώντας ότι προστατεύει την ελευθερία των πολιτών να συγκεντρώνονται και το δικαίωμά τους να προσφεύγουν στη δικαιοσύνη.

Ο Ντέγιαν Μάρκοβιτς, ασκούμενος του Φάλουν Γκονγκ, στο Βελιγράδι. Σερβία, 9 Μαΐου 2024. (Ευγενική παραχώρηση του Dejan Markovic)

 

Ο Μάρκοβιτς ανέφερε ακόμη ότι, λίγες ώρες πριν από την άφιξη του Σι το 2024, αστυνομικοί εμφανίστηκαν στο σπίτι του, παρότι δεν είχε σχεδιάσει καμία συγκέντρωση εκείνη την περίοδο. Όπως είπε, η αστυνομία τον μετέφερε μαζί με άλλους σε αστυνομικό τμήμα χωρίς να τους ανακρίνει, ενώ ο εισαγγελέας ζήτησε την κράτησή τους για 48 ώρες.

Δεν είναι η πρώτη φορά που οι σερβικές αρχές κρατούν ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ κατά τη διάρκεια επισκέψεων αξιωματούχων του ΚΚΚ. Το 2014, η σερβική αστυνομία συνέλαβε έντεκα ασκούμενους από τη Βουλγαρία, τη Σλοβακία και τη Φινλανδία, οι οποίοι σχεδίαζαν να πραγματοποιήσουν ειρηνικές διαδηλώσεις για να ενημερώσουν το κοινό σχετικά με τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων στην Κίνα, εν όψει της επίσκεψης του τότε πρωθυπουργού της χώρας, Λι Κετσιάνγκ, σύμφωνα με το Minghui.org, αμερικανικό ιστότοπο που καταγράφει τη δίωξη.

Σύμφωνα με έκθεση του Minghui, τον Δεκέμβριο του 2014, ζητήθηκε από τους συλληφθέντες να υπογράψουν δήλωση με την οποία θα παραδέχονταν ότι είχαν μεταβεί στη Σερβία για να συμμετάσχουν σε «παράνομες» διαδηλώσεις. Εκείνοι αρνήθηκαν και στερήθηκαν το δικαίωμα τηλεφωνικής επικοινωνίας, νομικής εκπροσώπησης και διερμηνείας.

Ο Μάρκοβιτς δήλωσε ότι η τοπική αστυνομία γνωρίζει τον ειρηνικό χαρακτήρα των ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ και ότι στο παρελθόν τούς είχε ακόμη και βοηθήσει. Παρ’ όλα αυτά, η αίτησή τους για τη διοργάνωση συγκέντρωσης απορρίφθηκε. Όπως ανέφερε, αστυνομικός τούς εξήγησε ότι «κάποιος πολύ ψηλά δεν το επέτρεψε».

Το 2019, ο Μάρκοβιτς και η κόρη του κυκλοφόρησαν το ντοκιμαντέρ «The Blacklisted», το οποίο αναδεικνύει την παρενόχληση που υφίστανται ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ στη Σερβία υπό την πίεση του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας. Οι σερβικές αρχές εμπόδισαν την προβολή της ταινίας σε αρκετούς χώρους. Τελικά, η προβολή πραγματοποιήθηκε σε εγκατάσταση που ανήκε σε αυστριακή εταιρεία και δεν υπαγόταν στον έλεγχο της σερβικής κυβέρνησης.

Αναφερόμενος στον σκοπό της προσφυγής, ο Μάρκοβιτς δήλωσε σε γραπτή τοποθέτησή του ότι δεν ζητήθηκε καμία οικονομική αποζημίωση, εστιάζοντας στο δικαίωμα να πραγματοποιούνται εκδηλώσεις ενημέρωσης του κοινού σχετικά με τη δίωξη του Φάλουν Γκονγκ στην Κίνα — δικαίωμα που, όπως σημείωσε, διαθέτει κάθε Ευρωπαίος πολίτης.

Σχετικά με το πώς η απόφαση της 2ας Ιουνίου θα επηρεάσει μελλοντικές αιτήσεις για συγκεντρώσεις και εκδηλώσεις, ο Μάρκοβιτς εμφανίστηκε επιφυλακτικός, λέγοντας ότι αυτό θα φανεί εν καιρώ.

Παρατήρησε δε ότι, ανεξαρτήτως της στάσης που θα τηρήσουν οι αρχές απέναντι σε μελλοντικά αιτήματα, η συγκεκριμένη απόφαση είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η Σερβία είναι υποψήφια προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και οφείλει να συμμορφώνεται με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου του Στρασβούργου.

Τέλος, εξέφρασε την ελπίδα ότι η απόφαση θα έχει θετικό αντίκτυπο όχι μόνο για τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ αλλά και για τον σερβικό λαό συνολικά.

Το υπουργείο Εσωτερικών της Σερβίας δεν απάντησε σε αίτημα σχολιασμού.

Της Sophia Lam

Με τη συμβολή των Lin Yan και Eva Fu

Ισραήλ και Λίβανος συμφωνούν σε κατάπαυση του πυρός

Το Ισραήλ και ο Λίβανος ανακοίνωσαν την Τετάρτη ότι συμφώνησαν να εφαρμόσουν κατάπαυση του πυρός, έπειτα από διαπραγματεύσεις στην Ουάσιγκτον. Η συμφωνία εξαρτάται από τον τερματισμό των επιθέσεων της τρομοκρατικής οργάνωσης Χεζμπολάχ και την αποχώρηση όλων των μαχητών της από την περιοχή νότια του ποταμού Λιτάνι.

Σε κοινή ανακοίνωση με τις Ηνωμένες Πολιτείες αναφέρεται ότι οι δύο πλευρές συμφώνησαν, υπό την καθοδήγηση της Ουάσιγκτον, να προωθήσουν ταχύτατα στη δημιουργία πιλοτικών ζωνών, στις οποίες οι Ένοπλες Δυνάμεις του Λιβάνου θα αναλάβουν τον αποκλειστικό έλεγχο της επικράτειας, χωρίς την παρουσία κανενός μη κρατικού παράγοντα. Οι δύο χώρες συμφώνησαν επίσης να πραγματοποιήσουν περαιτέρω συνομιλίες την εβδομάδα που αρχίζει στις 22 Ιουνίου για πολιτικά και ζητήματα ασφαλείας, με στόχο την επίτευξη μόνιμης συμφωνίας.

Προηγούμενη συμφωνία με τη διαμεσολάβηση των ΗΠΑ, η οποία ανακοινώθηκε τη Δευτέρα, είχε ήδη οδηγήσει το Ισραήλ στην αναστολή των επιθέσεων στα νότια προάστια της Βηρυτού που ελέγχονται από τη Χεζμπολάχ, ενώ η λιβανική τρομοκρατική οργάνωση είχε παύσει τις διασυνοριακές επιθέσεις. Παρά ταύτα, η βία συνεχίστηκε.

Αξιωματούχοι των υπηρεσιών ασφαλείας του Λιβάνου ανέφεραν ότι ισραηλινές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη προκάλεσαν τον θάνατο τουλάχιστον έξι ανθρώπων στον νότιο Λίβανο την Τετάρτη, ενώ το Ισραήλ δήλωσε ότι αναχαίτισε εχθρικό αεροσκάφος που πιθανότατα εκτοξεύθηκε από τη Χεζμπολάχ.

Το Ισραήλ και ο Λίβανος είχαν καταλήξει σε προηγούμενη κατάπαυση του πυρός τον Απρίλιο. Η εκεχειρία παρατάθηκε τον Μάιο, ωστόσο οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν.

Ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε την 1η Ιουνίου ότι είχε συνομιλήσει με εκπροσώπους της Χεζμπολάχ, οι οποίοι του ανέφεραν ότι συμφώνησαν να σταματήσουν όλες οι εχθροπραξίες και ότι καμία πλευρά δεν θα επιτεθεί στην άλλη. Το Ιράν θεώρησε ότι οι  ισραηλινές επιχειρήσεις στον Λίβανο συνιστούν παραβίαση της κατάπαυσης του πυρός σε όλα τα μέτωπα και διέκοψε προσωρινά τις σχετικές συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι τρέχουσες συγκρούσεις ξεκίνησαν στις 2 Μαρτίου, όταν η υποστηριζόμενη από το Ιράν Χεζμπολάχ εκτόξευσε ρουκέτες προς το βόρειο Ισραήλ, δύο ημέρες μετά την έναρξη επιθέσεων κατά του Ιράν από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Το Ισραήλ απάντησε με αεροπορικές επιδρομές σε ολόκληρο τον Λίβανο και στις 16 Μαρτίου άρχισε χερσαίες επιχειρήσεις στον νότο.

Το Ιράν επιμένει ότι οποιαδήποτε τελική συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ θα πρέπει να περιλαμβάνει και τον Λίβανο. Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί σημείωσε τη Δευτέρα σε ανάρτησή του στο X ότι η παραβίαση σε ένα μέτωπο ισοδυναμεί με παραβίαση της κατάπαυσης του πυρός σε όλα τα μέτωπα, και ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ φέρουν την ευθύνη για τις συνέπειες οποιασδήποτε παραβίασης της εκεχειρίας.

Η Χεζμπολάχ, αν και δεν αποτελεί άμεσο συμβαλλόμενο μέρος της ανακοίνωσης της Τετάρτης, υπήρξε ο βασικός μη κρατικός παράγοντας που τροφοδοτούσε τη βία στα σύνορα.

Η νέα συμφωνία εφαρμογής βασίζεται σε μήνες εύθραυστων εκεχειριών και διπλωματικών προσπαθειών των ΗΠΑ για την ενίσχυση του ελέγχου της λιβανικής κυβέρνησης και την απομάκρυνση ένοπλων τρομοκρατικών οργανώσεων από τον νότο. Στην κοινή τους ανακοίνωση, οι δύο πλευρές καταδίκασαν τον ρόλο του Ιράν και επιβεβαίωσαν την κυριαρχία του Λιβάνου.

Της Kimberly Hayek

Με πληροφορίες από Reuters και Associated Press

Η Κίνα εντείνει την επιτήρηση εν όψει της επετείου της Τιενανμέν

Καθώς πλησιάζει η 37η επέτειος της Σφαγής της Πλατείας Τιενανμέν του 1989, το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας έχει εντείνει τα μέτρα ασφαλείας κατά αντιφρονούντων και υπερασπιστών της δημοκρατίας σε ολόκληρη τη χώρα, σύμφωνα με μαρτυρίες ατόμων που δηλώνουν ότι έχουν τεθεί υπό παρακολούθηση, έχουν περιοριστεί στα σπίτια τους ή έχουν δεχθεί προειδοποιήσεις να μην μιλήσουν δημόσια για την επέτειο.

Την 4η Ιουνίου 1989, κινεζικά στρατεύματα κατέστειλαν βίαια ένα φιλοδημοκρατικό κίνημα υπό την ηγεσία φοιτητών, με αποτέλεσμα χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες. Σήμερα, το καθεστώς παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητο σε κάθε δημόσια αναφορά ή μνημόνευση της τραγωδίας.

Οι περιορισμοί που καταγράφονται σε διάφορες περιοχές της χώρας αντανακλούν ένα πάγιο μοτίβο, σύμφωνα με το οποίο το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) εντείνει κάθε χρόνο τις επιχειρήσεις πολιτικής ασφαλείας εν όψει της 4ης Ιουνίου.

Την ίδια στιγμή, η οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων Human Rights in China, με έδρα τη Νέα Υόρκη, δημοσίευσε την ετήσια αναμνηστική ανακοίνωση των Μητέρων της Τιενανμέν [Tiananmen Mothers], μιας ομάδας που εκπροσωπεί συγγενείς όσων σκοτώθηκαν κατά τη σφαγή. Η ομάδα επανέλαβε τα πάγια αιτήματά της προς το ΚΚΚ: να αποκαλύψει ολόκληρη την αλήθεια για τα γεγονότα, να αποζημιώσει τις οικογένειες των θυμάτων και να λογοδοτήσουν όσοι φέρουν ευθύνη.

Παρακολούθηση και περιορισμοί

Αρκετοί αντιφρονούντες στην Κίνα δήλωσαν στην εφημερίδα The Epoch Times ότι αξιωματικοί της κρατικής ασφάλειας, αστυνομικοί και τοπικοί αξιωματούχοι γειτονιάς άρχισαν να επικοινωνούν μαζί τους στα τέλη Μαΐου, προειδοποιώντας τους να μην ταξιδέψουν, να μην συμμετάσχουν σε συγκεντρώσεις και να μην μιλήσουν σε μέσα ενημέρωσης του εξωτερικού εν όψει της επετείου. Οι ίδιοι μίλησαν υπό τον όρο να δημοσιευθούν μόνο τα επώνυμά τους, φοβούμενοι αντίποινα.

Ένας αντιφρονών από το Πεκίνο, με το επώνυμο Λιου, δήλωσε ότι η αστυνομική παρακολούθηση γύρω από το σπίτι του είχε ήδη ενταθεί. Σύμφωνα με τον Λιου, η αστυνομία έχει αναλάβει τη συνεχή παρακολούθησή του. Ένα όχημα χωρίς διακριτικά παραμένει σταθμευμένο έξω από το σπίτι του και τον ακολουθεί όπου κι αν πηγαίνει.

Όπως είπε, αξιωματικοί της κρατικής ασφάλειας του έδωσαν οδηγίες να μην συμμετάσχει σε συγκεντρώσεις που σχετίζονται με την 4η Ιουνίου και να μην αναρτήσει πληροφορίες σε ιστοτόπους του εξωτερικού. Κατά την άποψη του, οι φετινοί έλεγχοι βασίζονται περισσότερο στην άμεση παρακολούθηση παρά στην πρακτική της υποχρεωτικής απομάκρυνσης που οι Κινέζοι ακτιβιστές αποκαλούν «εξαναγκαστικό ταξίδι».

Στο πλαίσιο αυτής της πρακτικής, το καθεστώς συνήθως απομακρύνει αντιφρονούντες, υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή πρώην συμμετέχοντες στο κίνημα του 1989 από τις πόλεις όπου κατοικούν, με το πρόσχημα του τουρισμού, ταξιδιών αναψυχής ή άτυπων συναντήσεων, κρατώντας τους μακριά έως ότου περάσει η επέτειος.

Εκδήλωση στο Μνημείο των Θυμάτων του Κομμουνισμού στην Ουάσιγκτον, στις 23 Απριλίου 2026. Το μνημείο, αντίγραφο του αγάλματος της Θεάς της Δημοκρατίας που είχαν ανεγείρει οι διαδηλωτές της Πλατείας Τιενανμέν το 1989, τιμά τη μνήμη πλέον των εκατό εκατομμυρίων ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους υπό κομμουνιστικά καθεστώτα μετά την Μπολσεβικική Επανάσταση του 1917. (The Epoch Times)

 

Ο Λιου εκτίμησε ότι όσοι συμμετείχαν άμεσα στα γεγονότα της 4ης Ιουνίου και είναι περισσότερο γνωστοί ενδέχεται να απομακρυνθούν και πάλι από τις αρχές, ενώ οι περισσότεροι απλώς παρακολουθούνται στα σπίτια τους.

Μεταξύ των Κινέζων ακτιβιστών, η πρακτική ανάθεσης προσωπικού για την παρακολούθηση ατόμων όλο το εικοσιτετράωρο είναι γνωστή ως «υπηρεσία επιτήρησης». Πρόκειται για συνεχή φυσική παρακολούθηση από προσωπικό ασφαλείας. Η επιτήρηση μπορεί να περιλαμβάνει αστυνομικούς, στελέχη της κρατικής ασφάλειας, επιτροπές γειτονιάς, φύλακες ασφαλείας ή άλλους τοπικούς αξιωματούχους που σταθμεύουν κοντά στην κατοικία του ατόμου.

Ένας ακόμη αντιφρονών και ακτιβιστής από το Πεκίνο, με το επώνυμο Τσεν, δήλωσε στην Epoch Times ότι φύλακες άρχισαν να τον παρακολουθούν λίγες ημέρες πριν από την επέτειο. Σύμφωνα με τον Τσεν, δύο φύλακες ασφαλείας κάθονται εκ περιτροπής στον διάδρομο έξω από το διαμέρισμά του και τον ακολουθούν ακόμη και όταν βγαίνει για να αγοράσει κάτι. Τη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλούν στο ΚΚΚ όσοι συζητούν για τη σφαγή της Τιενανμέν ή συγκεντρώνονται για να την τιμήσουν.

Παρόμοιες προειδοποιήσεις έλαβαν υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε άλλες περιοχές της χώρας, σύμφωνα με αναφορές που έκαναν.

Ένας υπερασπιστής ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην επαρχία Χουνάν, με το επώνυμο Χουάνγκ, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι αξιωματικοί της κρατικής ασφάλειας επικοινωνούσαν επανειλημμένα μαζί του, δίνοντάς του οδηγίες να μην εγκαταλείψει την περιοχή και να μην συναντήσει φίλους σε άλλες πόλεις. Σύμφωνα με τον Χουάνγκ, ακτιβιστές στο Γκουανγκσί, το Τσενγκντού και το Τσονγκτσίνγκ έχουν λάβει παρόμοιες προειδοποιήσεις και ενημερώθηκαν ότι ενδέχεται να κληθούν για ανάκριση στις 4 Ιουνίου. Τα προηγούμενα χρόνια οι αρχές συνήθιζαν να απομακρύνουν άτομα για αρκετές ημέρες, ενώ πλέον είναι πιθανότερο να τα κρατούν υπό επιτήρηση στις περιοχές όπου διαμένουν.

Ο Λιου εκτίμησε ότι η αλλαγή αυτή αντανακλά μέτρα εξοικονόμησης κόστους και όχι χαλάρωση των ελέγχων.

Πρώην μέλη του απαγορευμένου Κόμματος της Δημοκρατίας της Κίνας στην επαρχία Τζετζιάνγκ εξακολουθούν να βρίσκονται υπό στενή παρακολούθηση, σύμφωνα με αντιφρονούντα της περιοχής που ζήτησε να παραμείνει ανώνυμος. Όπως δήλωσε, αρκετοί γνωστοί ακτιβιστές, μεταξύ των οποίων ο πρώην ηγέτης του φοιτητικού κινήματος Σου Γκουάνγκ, ο οποίος αποφυλακίστηκε πρόσφατα, καθώς και ο βετεράνος αντιφρονών Τσεν Σουτσίνγκ, που ολοκλήρωσε πέρυσι την ποινή φυλάκισής του, αντιμετωπίζουν περιορισμούς στις μετακινήσεις τους τις τελευταίες ημέρες.

Όπως επεσήμανε, αξιωματικοί της κρατικής ασφάλειας προειδοποίησαν τους ακτιβιστές να μην χρησιμοποιούν εικονικά ιδιωτικά δίκτυα (VPN) για να παρακάμπτουν το σύστημα λογοκρισίας του διαδικτύου στην Κίνα και να μην αναρτούν σχόλια σε διαδικτυακές ομάδες συζήτησης.

Ο Φανγκ Τζενγκ, υπέρμαχος της δημοκρατίας του οποίου τα πόδια συνέθλιψε κινεζικό στρατιωτικό άρμα μάχης κατά τη Σφαγή της Πλατείας Τιενανμέν, συμμετέχει σε αγρυπνία με κεριά στο Σαν Φρανσίσκο. ΗΠΑ, 3 Ιουνίου 2025. (Nathan Su/The Epoch Times)

 

Το ΚΚΚ δεν έχει ανακοινώσει δημόσια ειδικά μέτρα ασφαλείας για τη φετινή επέτειο. Ωστόσο, ακτιβιστές στη Σαγκάη και στο Τσενγκντού δήλωσαν στην Epoch Times ότι οι περιορισμοί στις μετακινήσεις τους ξεκίνησαν αυτή την εβδομάδα. Ορισμένοι ανέφεραν ότι τοπικοί αξιωματούχοι γειτονιάς τούς ενημέρωσαν πως η ελεύθερη μετακίνησή τους δεν θα αποκατασταθεί πριν από τις 5 Ιουνίου.

Το αίτημα για λογοδοσία

Παράλληλα, οι Μητέρες της Τιενανμέν αξιοποίησαν την ετήσια αναμνηστική τους ανακοίνωση για να επαναλάβουν το αίτημα επίσημης αναγνώρισης της σφαγής. Σε ανακοίνωση που εγκρίθηκε από την ομάδα και δημοσιεύθηκε από την Human Rights in China στο X στις 28 Μαΐου, τα γεγονότα της 3ης και 4ης Ιουνίου 1989 περιγράφονται ως μια τραγωδία κατά την οποία στρατιωτικές δυνάμεις χρησιμοποιήθηκαν εναντίον φοιτητών και πολιτών που συμμετείχαν σε ειρηνικές διαδηλώσεις.

Η ομάδα κάλεσε το ΚΚΚ να αντιμετωπίσει την κληρονομιά της σφαγής με νομικά και ειρηνικά μέσα και να αποδώσει δικαιοσύνη στις οικογένειες των θυμάτων. Στην ανακοίνωση αναφέρεται ότι επί 37 χρόνια τα μέλη της ομάδας βιώνουν τον πόνο και την οδύνη, αναζητώντας παράλληλα την αλήθεια και τη λογοδοσία, ενώ επαναλαμβάνουν τα τρία βασικά τους αιτήματα: την αποκάλυψη των γεγονότων, την αποζημίωση των θυμάτων και τη λογοδοσία όσων φέρουν ευθύνη.

Του Michael Zhuang

Με τη συμβολή του Zhou Yu

Η ΕΕ εφαρμόζει το νέο ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου

Με τον αριθμό των αιτήσεων ασύλου στη Γερμανία και συνολικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση να μειώνεται σημαντικά, στις 12 Ιουνίου 2026 τίθεται σε ισχύ σε ολόκληρη την ΕΕ το μεταρρυθμισμένο Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου (Common European Asylum System – CEAS).

Η μεταρρύθμιση του CEAS εγκρίθηκε σε επίπεδο ΕΕ τον Μάιο του 2024. Τα κράτη-μέλη είχαν στη διάθεσή τους δύο χρόνια για να ενσωματώσουν τις έντεκα σχετικές νομοθετικές πράξεις. Η Ελλάδα ανήρτησε σε δημόσια διαβούλευση το νέο σχέδιο νόμου για την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο στις 12 Μαΐου.  Η Γερμανία ενσωμάτωσε τις αντίστοιχες διατάξεις τον Φεβρουάριο και τον Απρίλιο του 2026. Από τις 12 Ιουνίου, οι νέοι κανόνες καθίστανται δεσμευτικοί σε ολόκληρη την Ένωση.

Κεντρικό στοιχείο της μεταρρύθμισης είναι η επιτάχυνση των διαδικασιών στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ. Στόχος είναι η ταχύτερη εξέταση των αιτήσεων ασύλου ατόμων που προέρχονται από ασφαλείς τρίτες χώρες, από χώρες με χαμηλά ποσοστά χορήγησης διεθνούς προστασίας ή από πρόσωπα που δεν διαθέτουν έγγραφα. Όταν δεν διαφαίνεται προοπτική αποδοχής της αίτησης, θα είναι δυνατόν η είσοδος να απορρίπτεται ήδη στα σύνορα.

Για τη διασφάλιση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η ΕΕ έχει θεσπίσει ανεξάρτητο μηχανισμό ελέγχου. Η σχετική διαδικασία στα εξωτερικά σύνορα ρυθμίζεται από τον Κανονισμό Προκαταρκτικού Ελέγχου και περιλαμβάνει έλεγχο ταυτότητας και ασφάλειας, καθώς και προκαταρκτική αξιολόγηση της κατάστασης υγείας και της ευαλωτότητας των προσώπων. Στο μεταξύ εφαρμόζεται το καθεστώς της «νομικής μη εισόδου», ακόμη και όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα βρίσκονται ήδη σε έδαφος της ΕΕ.

Με την έναρξη ισχύος του CEAS τίθεται επίσης σε εφαρμογή κοινός κατάλογος ασφαλών χωρών καταγωγής σε επίπεδο ΕΕ. Σε αυτόν περιλαμβάνονται η Αίγυπτος, το Μαρόκο, η Τυνησία, το Μπανγκλαντές, η Ινδία, η Κολομβία και το Κόσοβο. Οι αιτήσεις ασύλου από τις χώρες αυτές θα εξετάζονται ταχύτερα και θα απορρίπτονται συχνότερα.

Η διαδικασία στα εξωτερικά σύνορα αποσκοπεί στην έκδοση αποφάσεων μέσα σε εβδομάδες αντί για μήνες. Ενιαία πρότυπα θα εφαρμόζονται σε όλα τα κράτη-μέλη, ενώ το σύστημα Eurodac, με τη διευρυμένη βάση δακτυλικών αποτυπωμάτων, αποσκοπεί στην αποτροπή υποβολής πολλαπλών αιτήσεων σε διαφορετικές χώρες της ΕΕ.

Αιτούντες που έχουν ήδη λάβει καθεστώς προστασίας σε άλλο κράτος-μέλος, καθώς και οι λεγόμενες υποθέσεις του Κανονισμού Δουβλίνου, μπορούν να τοποθετούνται σε κέντρα δευτερογενούς μετανάστευσης. Στόχος είναι η ταχεία επιστροφή τους στο αρμόδιο κράτος μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Στη Γερμανία, τέτοιες εγκαταστάσεις λειτουργούν μέχρι στιγμής μόνο στο Αμβούργο και στο Βραδεμβούργο.

Ένα πρώτο βήμα προς τη μελλοντική διαδικασία στα εξωτερικά σύνορα αποτελεί η ήδη υφιστάμενη διαδικασία στα αεροδρόμια. Στην περίπτωση αιτούντων άσυλο χωρίς έγκυρα έγγραφα ή προερχόμενων από ασφαλείς χώρες καταγωγής, η διαδικασία μπορεί να διεξάγεται στη ζώνη διέλευσης ακόμη και πριν από την απόφαση της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας για την είσοδό τους.

Αντιδράσεις για τις νέες ρυθμίσεις του CEAS

Το CEAS θεσπίζει επίσης ενιαίους κανόνες για τις απελάσεις, την κράτηση προς απέλαση και τις απαγορεύσεις επανεισόδου σε ολόκληρη την ΕΕ. Οι διατάξεις αυτές δεν αφορούν μόνο τους αιτούντες άσυλο στα εξωτερικά σύνορα, αλλά και άτομα που διαμένουν ήδη παράνομα στο έδαφος της Ένωσης.

Προκειμένου να εντοπίζονται άτομα που διαμένουν παράνομα, οι αρχές θα μπορούν να αναζητούν διευθύνσεις κατοικίας και άλλους σχετικούς χώρους εντός των κρατών-μελών. Η πρόβλεψη αυτή προκαλεί ανησυχίες σε μη κυβερνητικές οργανώσεις, οι οποίες εκφράζουν τον φόβο ότι ενδέχεται να γίνουν συχνότερες στην Ευρώπη επιχειρήσεις εφόδου κατά το πρότυπο των επιχειρήσεων της αμερικανικής Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE).

Αυστηρότερα αναμένεται να γίνουν τα κριτήρια και στις απαγορεύσεις εισόδου. Σύμφωνα με τον προκαταρκτικό συμβιβασμό του τριμερούς διαλόγου για τον κανονισμό επαναπατρισμού, οι οικογένειες με παιδιά δεν θα προστατεύονται πλέον κατ’ αρχήν από την κράτηση προς απέλαση. Μόνο οι ασυνόδευτοι ανήλικοι θα απολαμβάνουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας, εκτός εάν θεωρούνται απειλή για τη δημόσια ασφάλεια.

Αυστηρότεροι κανόνες προβλέπονται και για τις προσφυγές. Η ένσταση κατά απόφασης απέλασης δεν θα οδηγεί πλέον αυτομάτως σε αναστολή της εκτέλεσής της. Τα δικαστήρια θα αποφασίζουν κατά περίπτωση αν απαιτείται επανεξέταση, ενώ όταν η νομική κατάσταση θεωρείται σαφής, μπορεί η αναστολή να απορρίπτεται.

Η διάρκεια της απαγόρευσης εισόδου προβλέπεται να αυξηθεί το μέγιστο όριο από πέντε σε δέκα έτη. Για πρόσωπα που χαρακτηρίζονται επικίνδυνα θα μπορεί να επιβάλλεται ισόβια απαγόρευση επανεισόδου. Παράλληλα, η μέγιστη διάρκεια κράτησης προς απέλαση πρόκειται να αυξηθεί από τους έξι μήνες στα δύο έτη, χωρίς θεμελιώδη εξαίρεση για γυναίκες και παιδιά.

Οργανώσεις αρωγής, όπως η Pro Asyl, επισημαίνουν ότι οι διατάξεις έγιναν πιο αυστηρές και ότι στην πράξη καταργείται η διάκριση μεταξύ κράτησης προς απέλαση και ποινικής κράτησης.

Κατά κανόνα, στο μέλλον προβλέπεται ως μέγιστη τυπική διάρκεια κράτησης προς απέλαση το ένα έτος. Θα δίνεται δωδεκάμηνη παράταση μόνο εάν η απέλαση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, για παράδειγμα λόγω έλλειψης συνεργασίας.

Σύμφωνα με την Pro Asyl, αυτό δεν αφορά μόνο περιπτώσεις όπου τα ίδια τα πρόσωπα αρνούνται τον επαναπατρισμό τους. Μπορεί επίσης να επιβληθεί όταν προκύπτουν προβλήματα στην έκδοση εγγράφων από τρίτες χώρες, παρότι οι ενδιαφερόμενοι δεν ευθύνονται γι’ αυτά. Ωστόσο, ακριβώς σε αυτό το σημείο αποτυγχάνουν συχνά στην πράξη πολλές απελάσεις.

Παρ’ όλα αυτά, το CEAS προβλέπει ορισμένες εγγυήσεις για τους αιτούντες άσυλο. Οι ενδιαφερόμενοι δικαιούνται διερμηνέα, προσωπική ακρόαση και δωρεάν νομική συμβουλή, ενώ θεσπίζονται δεσμευτικές διατάξεις για όλα τα κράτη σχετικά με τις συνθήκες υποδοχής και διαβίωσης.

Κατά την παρουσίαση της μεταρρύθμισης, η Επίτροπος Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ δήλωσε ότι ο στόχος ήταν πρωτίστως η αποτρεπτική επίδραση στη μετανάστευση για λόγους ασύλου και μια θεμελιώδης αλλαγή πορείας στην ευρωπαϊκή πολιτική ασύλου, υποστηρίζοντας ότι διασφαλίζεται πως τα άτομα χωρίς δικαίωμα παραμονής στην Ένωση θα επαναπατρίζονται πράγματι.

Κέντρα επαναπατρισμού

Όποιος έχει λάβει οριστική αρνητική απόφαση ή έχει εισέλθει από ασφαλή τρίτη χώρα θα τοποθετείται σε κέντρα επαναπατρισμού. Τα κέντρα αυτά μπορούν να λειτουργούν είτε ως βραχυπρόθεσμοι σταθμοί διέλευσης είτε ως χώροι μακροχρόνιας διαμονής. Θεωρητικά, είναι δυνατή και η δημιουργία εγκαταστάσεων σε τρίτες χώρες, χωρίς να απαιτείται σύνδεση με τη χώρα καταγωγής των ενδιαφερομένων.

Η Ελλάδα, η Γερμανία, η Αυστρία και οι Κάτω Χώρες συγκαταλέγονται μέχρι στιγμής στις πρώτες χώρες που αναζητούν πιθανές τοποθεσίες. Η κυβέρνηση της Χάγης εξετάζει συμφωνία με την Ουγκάντα, ενώ η Ιταλία είχε ήδη συνάψει συμφωνία με την Αλβανία. Ωστόσο, δικαστήριο έκρινε τη συγκεκριμένη διαδικασία μη επιτρεπτή.

Η δημιουργία κέντρων επαναπατρισμού απαιτεί διμερείς συμφωνίες με τρίτες χώρες, των οποίων η συμμετοχή παραμένει μέχρι στιγμής αβέβαιη. Επιπλέον, πρέπει να τηρούνται ορισμένα κριτήρια ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το κατά πόσον αυτό ισχύει, για παράδειγμα, στην περίπτωση της Ουγκάντας που αναφέρεται από τη γερμανική πλευρά, είναι αμφισβητούμενο.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε παράνομο το μοντέλο της Ρουάντας τον Νοέμβριο του 2023. Ειδικότερα, αποφάνθηκε ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό της Ρουάντας ως ασφαλούς τρίτης χώρας. Ο πυρήνας του σχεδίου ήταν ότι οι αιτούντες άσυλο που έφθαναν παράνομα στη χώρα δεν θα είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν αίτηση ασύλου σε βρετανικό έδαφος. Αντίθετα, προβλεπόταν η άμεση μεταφορά τους στη Ρουάντα μετά την άφιξή τους, ώστε να αποκλείεται η μελλοντική επιστροφή τους στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Η κυβέρνηση των Εργατικών τερμάτισε το πρόγραμμα μετά την ανάληψη της εξουσίας το 2024. Πέρα από το κατά πόσον ασφαλής είναι η Ρουάντα ως τρίτη χώρα, έδωσε έμφαση στο οικονομικό κόστος του προγράμματος. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, οι δαπάνες είχαν ανέλθει στα 730 εκατομμύρια ευρώ, χωρίς να πραγματοποιηθεί ούτε μία απέλαση.

Η Βρετανία είχε δεσμευθεί να καταβάλει στη Ρουάντα περισσότερα από 500 εκατομμύρια λίρες (άνω των 578 εκατομμυρίων ευρώ) για την υποδοχή 300 προσφύγων αρχικά. Από αυτό το ποσό, περισσότερα από 430 εκατομμύρια ευρώ είχαν ήδη καταβληθεί για τη διατήρηση της σχετικής υποδομής υποδοχής και για πρόσθετα έξοδα πτήσεων τσάρτερ. Τελικά, ούτε ένας πρόσφυγας δεν μεταφέρθηκε στη Ρουάντα.

Του Reinhard Werner