Κυριακή, 28 Ιούν, 2026

Τηλεφωνικές συνομιλίες Τραμπ με Πούτιν και Ζελένσκι για τον πόλεμο στην Ουκρανία

Ο Αμερικανός πρόεδρος επανέλαβε την προθυμία του να συμβάλει στην προσπάθεια για ειρηνευτική διευθέτηση του πολέμου, κατά τη διάρκεια ωριαίας τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν.

Ο σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής του Κρεμλίνου Γιούρι Ουσάκοφ ανέφερε σε ανακοίνωσή του ότι η συνομιλία δεν περιορίστηκε σε μια τυπική ανταλλαγή φιλοφρονήσεων. Σύμφωνα με τον Ουσάκοφ, η συζήτηση μεταξύ των δύο ηγετών ήταν ανεπίσημη και ο Τραμπ «τόνισε για ακόμη μία φορά τη σημασία της παύσης των εχθροπραξιών», προσθέτοντας ότι σκοπεύει να επαναλάβει τη θέση αυτή και στη Σύνοδο Κορυφής της G7, η οποία διεξάγεται αυτές τις ημέρες, από τις 15 έως τις 17 Ιουνίου, στη Γαλλία.

Σύμφωνα με την περίληψη της συνομιλίας Τραμπ–Πούτιν που έδωσε στη δημοσιότητα ο Ρώσος αξιωματούχος, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι είναι έτοιμος να ασκήσει επιρροή τόσο στους Ευρωπαίους συμμάχους του όσο και στο Κίεβο, μεταξύ άλλων και κατά τις επαφές που θα έχει στο περιθώριο της συνόδου της G7. Ο Τραμπ φέρεται επίσης να ανέφερε ότι η ταχύτερη λήξη του πολέμου στην Ουκρανία θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες προοπτικές στις σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτειών.

Η εφημερίδα The Epoch Times επικοινώνησε με τον Λευκό Οίκο ζητώντας σχόλιο, χωρίς να λάβει απάντηση έως τη στιγμή της δημοσίευσης.

Ο Τραμπ είχε ξεχωριστή τηλεφωνική επικοινωνία και με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι.

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X την Κυριακή, ο Ζελένσκι ανέφερε ότι είχε μια πολύ καλή συνομιλία με τον πρόεδρο Τραμπ για μια σειρά σημαντικών ζητημάτων, μεταξύ των οποίων ο πόλεμος, οι αιτίες του, οι διπλωματικές προοπτικές και οι θέσεις των εταίρων των δύο χωρών.

Ο Ουκρανός πρόεδρος σημείωσε ότι ευχαρίστησε τον πρόεδρο των ΗΠΑ για τη βοήθεια που έχουν προσφέρει οι Ηνωμένες Πολιτείες και ότι συμφώνησαν να συναντηθούν. Ανέφερε δε πως οι συνεδριάσεις της G7 που θα πραγματοποιηθούν τις επόμενες ημέρες στην Ευρώπη θα περιλαμβάνουν μεταξύ των βασικών θεμάτων την Ουκρανία, την άμυνά της και τις προοπτικές επίτευξης ειρήνης.

Οι τηλεφωνικές επικοινωνίες του Τραμπ με τους ηγέτες της Ρωσίας και της Ουκρανίας πραγματοποιήθηκαν λίγο πριν ανακοινωθεί η συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.

Της Jacki Thrapp

Ο Τραμπ ανακοινώνει ειρηνευτική συμφωνία με το Ιράν και άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν κατέληξαν σε ειρηνευτική συμφωνία, ανακοίνωσε χθες, 14 Ιουνίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αναφέροντας σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social ότι η συμφωνία με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν έχει πλέον ολοκληρωθεί.

Συνεχάρη όλες τις πλευρές και δήλωσε ότι εφ’ εξής ο διάπλους των Στενών του Ορμούζ, θα είναι εφικτός και ελεύθερος, χωρίς διόδια από την πλευρά του Ιράν και με την άμεση και πλήρη άρση του ναυτικού αποκλεισμού από πλευράς ΗΠΑ. «Πλοία όλου του κόσμου, βάλτε μπροστά τις μηχανές σας. Ας αρχίσει ξανά η ροή του πετρελαίου», έγραψε χαρακτηριστικά.

Η συμφωνία ανακοινώθηκε αρχικά από τον πρωθυπουργό του Πακιστάν, Σεχμπάζ Σαρίφ, ο οποίος σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, λίγα λεπτά πριν από την επιβεβαίωση του Τραμπ, ανέφερε ότι και οι δύο πλευρές δήλωσαν την άμεση και μόνιμη παύση των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου. Όπως σημείωσε, η τελετή υπογραφής θα πραγματοποιηθεί στις 19 Ιουνίου, στην Ελβετία.

Περισσότερες λεπτομέρειες για το προτεινόμενο σχέδιο δεν έχουν δοθεί προς το παρόν στη δημοσιότητα, ενώ το Ιράν άφησε να εννοηθεί ότι ενδέχεται να μην εφαρμόσει ορισμένες διατάξεις της συμφωνίας έως ότου ολοκληρωθεί η τελετή υπογραφής. Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζ. Ντ. Βανς, δήλωσε στο Fox News ότι σκοπεύει να παραστεί στην τελετή, παρόλο που δεν αποκλείεται και η παρουσία του ίδιου του Τραμπ, σημειώνοντας ότι το ζήτημα θα αποφασιστεί εντός της ημέρας.

Η ιρανική κρατική τηλεόραση επικαλέστηκε αξιωματούχο της εθνικής ασφάλειας του Ιράν, ο οποίος δήλωσε ότι ο πόλεμος θα τερματιστεί άμεσα και οριστικά από το βράδυ της ίδιας ημέρας σε όλα τα μέτωπα, ενώ ο αμερικανικός αποκλεισμός θα αρθεί άμεσα και πλήρως.

Αβεβαιότητα και αυτοσυγκράτηση

Ένα από τα βασικά σημεία διαφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών — το καθεστώς του Λιβάνου και η σύγκρουση του Ισραήλ με την τρομοκρατική οργάνωση Χεζμπολάχ — εξακολουθεί να παραμένει αβέβαιο, με τον Τραμπ να καλεί όλες τις πλευρές να συμβάλουν στη διατήρηση της ειρήνης.

Ο Τραμπ επέκρινε το ισραηλινό πλήγμα της 14ης Ιουνίου στη Βηρυτό, λέγοντας ότι δεν θα έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί τη στιγμή που οι διαπραγματεύσεις κόντευαν να αποδώσουν καρπούς. Αν και υπογράμμισε ότι το Ισραήλ έχει δικαίωμα να αμύνεται, χαρακτήρισε την επίθεση που προκάλεσε την ισραηλινή απάντηση ως περιορισμένης έκτασης, σημειώνοντας ότι δεν υπήρξαν νεκροί ή τραυματίες. Προειδοποίησε δε ότι περαιτέρω στρατιωτικές ενέργειες είναι πιθανό να θέσουν σε κίνδυνο τις προσπάθειες για την επίτευξη μιας ευρύτερης ειρηνευτικής συμφωνίας και κάλεσε όλες τις πλευρές να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση, ζητώντας από το Ισραήλ να σταματήσει τις επιθέσεις στον Λίβανο και από τη Χεζμπολάχ να σταματήσει τις επιθέσεις κατά του Ισραήλ.

Σύμφωνα με τον Τραμπ, η συμφωνία που επετεύχθη μπορεί να αποτελέσει την αρχή μιας μακράς και εποικοδομητικής περιόδου ειρήνης και δεν πρέπει να χαθεί αυτή η ευκαιρία.

Το δεύτερο σημείο που δεν έχει οριστικοποιηθεί αφορά το εμπλουτισμένο ουράνιο του Ιράν. Η συμφωνία προβλέπει προθεσμία εξήντα ημερών για την εξεύρεση λύσης σχετικά με το ιρανικό απόθεμα καθώς και για την πορεία του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης, το οποίο βρίσκεται στο επίκεντρο τόσο της σημερινής σύγκρουσης όσο και των παλαιότερων εντάσεων.

Σε ανάρτησή του στο Truth Social στις 13 Ιουνίου, ο Τραμπ δήλωσε ότι το Ιράν δεν επιθυμεί πλέον να αποκτήσει πυρηνικό όπλο και δεν θα αποκτήσει ούτε μέσω αγοράς ούτε μέσω ανάπτυξης ούτε θα προμηθευτεί με άλλο τρόπο. Όπως έχει επανειλημμένα υποστηρίξει, αυτό αποτελούσε βασική προϋπόθεση για την επίτευξη της συμφωνίας.

Πετρέλαιο και ναυσιπλοΐα

Η ειρηνευτική συμφωνία αποτελεί συνέχεια της κατάπαυσης πυρός που επετεύχθη με τη διαμεσολάβηση του Πακιστάν, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 8 Απριλίου και παρατάθηκε επ’ αόριστον από τον Τραμπ. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ είχε δηλώσει στις 13 Ιουνίου ότι, μόλις υπογραφεί η συμφωνία ειρήνης, τα Στενά του Ορμούζ θα είναι αμέσως ανοικτά για όλους.

Ο πόλεμος με το Ιράν και η μετέπειτα αντιπαράθεση μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης επηρέασαν σημαντικά τις τιμές του πετρελαίου, περιορίζοντας μεγάλο μέρος της εμπορικής ναυσιπλοΐας μέσω των Στενών του Ορμούζ, ενός από τα σημαντικότερα παγκόσμια περάσματα για τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου. Σύμφωνα με την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ, η τιμή του αργού πετρελαίου βρισκόταν στα 56,80 δολάρια ανά βαρέλι στις 19 Δεκεμβρίου 2025, αλλά εκτινάχθηκε στα 114,01 δολάρια ανά βαρέλι έως τις 6 Απριλίου.

Στα τέλη Απριλίου, εκατοντάδες πλοία παρέμεναν ακινητοποιημένα στον Περσικό Κόλπο. Παράλληλα, το Ιράν παρενοχλούσε εμπορικά πλοία που διέρχονταν από τα Στενά του Ορμούζ. Ο αμερικανικός στρατός ανακοίνωσε στις 13 Ιουνίου ότι κατέρριψε αρκετά ιρανικά επιθετικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη που στόχευαν εμπορικά πλοία τα οποία έπλεαν στη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό.

Εφόσον η συμφωνία οριστικοποιηθεί, όπως αναμένεται, η περιοχή θα επιστρέψει σε μεγάλο βαθμό στην κατάσταση που επικρατούσε πριν από τον πόλεμο. Ωστόσο, εκτιμάται ότι θα χρειαστεί χρόνος έως ότου η ναυσιπλοΐα στο Ορμούζ επανέλθει στα προπολεμικά επίπεδα, καθώς τόσο οι ναυτιλιακές εταιρείες όσο και οι ασφαλιστικές αναμένεται να κινηθούν με αυξημένη προσοχή μέχρι να παγιωθεί η εφαρμογή της συμφωνίας.

Των Tom Gantert, Jacki Thrapp και Joseph Lord

Η ψυχολογία του ολοκληρωτισμού: Επιλέγοντας τις αυθεντίες έναντι του Διαφωτισμού

Σχολιασμός

Σε ένα διάσημο δοκίμιό του, γραμμένο λιγότερο από δέκα χρόνια μετά τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ, ο Γερμανός φιλόσοφος Ιμμάνιουελ Καντ έθεσε ένα επίκαιρο ερώτημα: Τι είναι ο Διαφωτισμός;

Ο Καντ περιέγραψε τον Διαφωτισμό ως την έξοδο της ανθρωπότητας από την «αυτοπροκαλούμενη ανωριμότητα» — μια κατάσταση κατά την οποία τα άτομα παραδίδουν την κρίση τους στην εξουσία άλλων αντί να σκέφτονται μόνα τους. Υποστήριξε ότι ο αληθινός διαφωτισμός απαιτεί θάρρος. Απαιτεί από άνδρες και γυναίκες να εγκαταλείψουν την ασφάλεια της πνευματικής εξάρτησης και να αναλάβουν την ευθύνη της δικής τους σκέψης. «Σκέψου μόνος σου», προέτρεπε ο Καντ.

Για πάνω από δύο αιώνες, ο Διαφωτισμός υμνούνταν ως η μεγάλη απελευθέρωση του ανθρώπινου νου. Έθεσε τέλος στην εξουσία των απόλυτων μοναρχών, αμφισβήτησε τον δογματισμό, προώθησε την επιστημονική έρευνα και καθιέρωσε την αρχή ότι κανένας ανθρώπινος θεσμός δεν πρέπει να είναι υπεράνω ελέγχου.

Σήμερα, ωστόσο, παρά την πρωτοφανή πρόσβαση στην πληροφορία και την εκπαίδευση, οι άνθρωποι εμφανίζονται ολοένα και πιο απρόθυμοι να ασκήσουν την κρίση τους. Αντί να αναζητούν τη γνώση, στρέφονται στους ειδικούς. Αντί να εξετάζουν αντικρουόμενες απόψεις, αναζητούν εγκεκριμένα αφηγήματα. Αντί να παλεύουν με την αμφιβολία, αναζητούν βεβαιότητες που παρέχονται από αυθεντίες.

Η ειρωνεία είναι εμφανής. Ο πολιτισμός που υποσχέθηκε την απελευθέρωση από τη συμμόρφωση είναι πλέον διατεθειμένος να αποδεχθεί νέες μορφές πνευματικής κηδεμονίας — μορφές καλυμμένες από μια προσήλωση στην υποτιθέμενη εξειδίκευση και στην ψευδαίσθηση της προόδου.

Μαζική ψυχολογική ταύτιση

Αυτό το παράδοξο βρίσκεται στον πυρήνα ενός διεισδυτικού βιβλίου του Βέλγου ψυχολόγου Ματτίας Ντεσμέτ. Στο έργο του «Η ψυχολογία του ολοκληρωτισμού» [«The Psychology of Totalitarianism», 2022], ο Ντεσμέτ υποστηρίζει ότι οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν καταστεί ευάλωτες σε ένα φαινόμενο που αποκαλεί «σχηματισμό μάζας» (mass formation), μια διαδικασία κατά την οποία μεγάλος αριθμός ανθρώπων προσκολλάται ψυχολογικά σε ένα κοινό αφήγημα που προσφέρει νόημα, ταυτότητα και συναισθηματική ασφάλεια. Η συμμόρφωση που προκύπτει δεν επιβάλλεται δια της βίας· το αντίθετο. Οι άνθρωποι συμμετέχουν πρόθυμα, επειδή το αφήγημα αυτό τους ανακουφίζει από τις εσωτερικές συγκρούσεις και δημιουργεί ένα έντονο αίσθημα του ανήκειν.

Η ανάλυση του Ντεσμέτ αμφισβητεί ορισμένες από τις βαθύτερες σύγχρονες παραδοχές μας. Οι στοχαστές του Διαφωτισμού επεδίωξαν να κατανοήσουν την πραγματικότητα μέσω της λογικής και της επιστημονικής έρευνας. Τα επιτεύγματά τους υπήρξαν εξαιρετικά και αναντικατάστατα. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, η εμπιστοσύνη του Διαφωτισμού στη δύναμη της λογικής μετατράπηκε σε κάτι στενότερο και πιο άκαμπτο· μια μηχανιστική κοσμοθεωρία που περιορίζει τον άνθρωπο σε βιολογική και οικονομική μονάδα, μετρήσιμη και διαχειρίσιμη μέσω της τεχνικής εξειδίκευσης.

Σε αυτή την κατάσταση, παύουμε να είμαστε αυτόνομα ηθικά όντα και μετατρεπόμαστε σε αντικείμενα προς βελτίωση. Η κοινωνία οργανώνεται ολοένα και περισσότερο γύρω από την ποσοτικοποίηση και την τεχνοκρατική διαχείριση. Η επιστημονική μέθοδος — ένα πολύτιμο εργαλείο για τη διερεύνηση της πραγματικότητας — υποχωρεί σταδιακά μπροστά στον επιστημονισμό, δηλαδή στην πεποίθηση ότι η τεχνική εξειδίκευση μπορεί να απαντήσει όχι μόνο σε εμπειρικά ερωτήματα αλλά και σε ηθικά και υπαρξιακά ζητήματα.

Οι επιπτώσεις αυτής της εξέλιξης είναι σοβαρές. Καθώς οι παραδοσιακές πηγές νοήματος αποδυναμώνονται, οι κοινωνικοί δεσμοί διαβρώνονται και οι άνθρωποι απομονώνονται. Οι σύγχρονες κοινωνίες παρέχουν υλική ευημερία, αλλά παράλληλα παράγουν μοναξιά, άγχος και αποξένωση. Σύμφωνα με τον Ντεσμέτ, αυτές οι συνθήκες δημιουργούν γόνιμο έδαφος για τον σχηματισμό της μαζικής ψυχολογικής συγκρότησης. Όταν οι άνθρωποι αποσυνδέονται από ουσιαστικές μορφές πίστης, οικογένειας, κοινότητας και έθνους, γίνονται ιδιαίτερα δεκτικοί σε ιδεολογικά αφηγήματα που εξηγούν τη δυσφορία τους και προσφέρουν συλλογικές λύσεις. Οι αφηγήσεις που τροφοδοτούν τον μαζικό σχηματισμό  προσφέρουν κάτι περισσότερο από εξηγήσεις. Δημιουργούν έναν αδιαμφισβήτητο συλλογικό σκοπό.

Η διαπίστωση αυτή βοηθά να εξηγηθεί μία από τις πιο αινιγματικές εξελίξεις του 20ού αιώνα· η διαρκής γοητεία που άσκησε το σοβιετικό εγχείρημα σε πολλούς δυτικούς διανοουμένους, παρά τα συντριπτικά στοιχεία για την καταπίεση και την αποτυχία του. Ο κομμουνισμός προσέφερε αυτό που η νεωτερικότητα παρείχε ολοένα και λιγότερο· μια συνολική ερμηνεία της ιστορίας, μια πειστική εξήγηση της αδικίας, έναν σαφώς αναγνωρίσιμο εχθρό και μια υπόσχεση τελικής λύτρωσης. Μετέτρεπε την πολυπλοκότητα σε βεβαιότητα. Για τους πιο ευάλωτους οπαδούς του, ο μαρξισμός λειτουργούσε όχι απλώς ως οικονομική εναλλακτική πρόταση, αλλά ως κοσμική πίστη. Η ιστορία είχε κατεύθυνση. Η ανθρώπινη οδύνη είχε αιτία. Η επανάσταση θα έφερνε τη σωτηρία.

Ο κίνδυνος της πνευματικής κηδεμονίας

Ο κίνδυνος, φυσικά, είναι ότι κινήματα αφιερωμένα στην ανθρώπινη απελευθέρωση συχνά καταλήγουν να δημιουργούν ιδιαίτερα δογματικά συστήματα. Η ανεξάρτητη σκέψη υποτάσσεται στο ιδεολογικό δόγμα. Η διαφωνία μετατρέπεται σε αίρεση. Τα άτομα αναμένεται να υποταχθούν στην ιστορική αναγκαιότητα, όπως αυτή ερμηνεύεται από θεσμοθετημένες αυθεντίες. Η υπόσχεση της χειραφέτησης καταλήγει σε νέες μορφές εξάρτησης.

Αυτό που καθιστά την ανάλυση του Ντεσμέτ ιδιαίτερα επίκαιρη είναι η άποψή του ότι η ψυχολογική δομή που βρίσκεται πίσω από τα ολοκληρωτικά κινήματα επιβιώνει ακόμη και όταν αλλάζει το ιδεολογικό περιεχόμενο. Η ανθρώπινη ανάγκη για βεβαιότητα, αίσθηση του ανήκειν και νόημα παραμένει σταθερή. Κάθε εποχή απλώς προσφέρει διαφορετικά αφηγήματα — από τον κομμουνισμό και τον προοδευτισμό έως τη λεγόμενη ιδεολογία της πολιτικής αφύπνισης.

Οι σημερινοί προοδευτικοί ιδεολόγοι διαφέρουν από τους κλασικούς μαρξιστές ως προς τους επιμέρους στόχους τους. Διατηρούν όμως παρόμοια ηθική αρχιτεκτονική. Η κοινωνική πραγματικότητα ερμηνεύεται πρωτίστως μέσα από συστήματα ισχύος. Η κοινωνία διαιρείται σε κατηγορίες προνομίων και καταπίεσης. Τα άτομα ενθαρρύνονται να κατανοούν τον εαυτό τους κυρίως μέσω της ομαδικής ταυτότητας. Η ηθική νομιμοποίηση συνδέεται με τη θέση του καθενός μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Το σημαντικότερο είναι ότι η διαφωνία δεν αντιμετωπίζεται ως θεμιτή διαφορά άποψης αλλά ως ένδειξη ηθικής παρεκτροπής.

Ο σημερινός μηχανισμός που υποστηρίζει αυτές τις πεποιθήσεις διαφέρει από εκείνον των παλαιότερων επαναστατικών κινημάτων. Αντί για κομματικούς επιτρόπους, η εξουσία ασκείται μέσω ακαδημαϊκών και επαγγελματικών θεσμών, γραφειοκρατών, καλλιτεχνών, ανθρώπων της ψυχαγωγίας, εταιρικών πολιτικών και μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Οι μηχανισμοί είναι πιο ήπιοι, αλλά όχι λιγότερο ισχυροί. Οι κοινωνικές κυρώσεις και ο δημόσιος διασυρμός αντικαθιστούν τη φυλάκιση και τις εκτελέσεις. Η φήμη γίνεται το μέσον με το οποίο επιβάλλεται η συμμόρφωση.

Η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι πάντοτε αποκαλυπτική. Οι περιορισμοί παρουσιάζονται ως προστασία. Η επιτήρηση μετατρέπεται σε ασφάλεια. Η λογοκρισία παρουσιάζεται ως περιορισμός της βλάβης. Η συμμόρφωση μετατρέπεται σε συμπερίληψη. Η εξάρτηση παρουσιάζεται ως ενδυνάμωση. Η πνευματική κηδεμονία καταλήγει σε κατήχηση.

Ο στόχος δεν είναι απλώς η συμμόρφωση, αλλά η ηθική υπακοή. Σε αυτό ακριβώς το σημείο η προειδοποίηση του Ντεσμέτ συναντά με τον πιο σαφή τρόπο το αρχικό όραμα του Καντ. Ο κίνδυνος για τις ελεύθερες κοινωνίες δεν είναι μόνο ότι οι κυβερνήσεις μπορεί να γίνουν αυταρχικές. Ο βαθύτερος κίνδυνος είναι ότι οι πολίτες ενδέχεται να εγκαταλείψουν οικειοθελώς το δύσκολο έργο της ανεξάρτητης κρίσης. Αντιμέτωποι με την αβεβαιότητα και την πολυπλοκότητα, πολλοί θα προτιμήσουν την άνεση των εγκεκριμένων συμπερασμάτων που παρέχονται από θεσμοθετημένες αυθεντίες.

Η γνώση θέλει τόλμη

Σε μια ιδεολογική εποχή που επηρεάζεται έντονα από τον πολιτισμικό μαρξισμό, η μαζική ψυχολογική ταύτιση έχει οδηγήσει στην κυριαρχία της πολιτικής ταυτοτήτων, στην πόλωση, στην αμοιβαία δυσπιστία και στην εγκατάλειψη του «Χρυσού Κανόνα» που ενισχύει την αμοιβαιότητα. Όλα αυτά συμβάλλουν στη διάβρωση αυτού που ο Αμερικανός ακαδημαϊκός Φράνσις Φουκουγιάμα περιέγραψε ως το «κοινωνικό κεφάλαιο» ενός έθνους.

Υπό αυτές τις δυσάρεστες συνθήκες, η πνευματική κηδεμονία είναι ελκυστική επειδή είναι λιγότερο απαιτητική από την ελευθερία. Η ανεξάρτητη σκέψη απαιτεί αποδοχή της αμφισημίας. Απαιτεί ανοχή στη διαφωνία. Απαιτεί αποδοχή της πιθανότητας λάθους. Πάνω απ’ όλα, απαιτεί προσωπική ευθύνη. Οι πολίτες που διαμορφώνουν μόνοι τους κρίση δεν μπορούν απλώς να κατηγορούν ειδικούς, θεσμούς ή πολιτικά κινήματα για τα συμπεράσματά τους. Πρέπει να αναλαμβάνουν την ευθύνη γι’ αυτά.

Ο σχηματισμός μαζικής συναίνεσης προσφέρει επίσης μια εύκολη διέξοδο από το άγχος της διαφωνίας. Επιτρέπει στα άτομα να διαλυθούν μέσα σε μια συλλογική ταυτότητα και να συμμετάσχουν σε ένα ευρύτερο αφήγημα που τους προσφέρει νόημα και βεβαιότητα. Σε αντάλλαγμα, καλούνται να παραδώσουν την ανθρώπινη περιέργεια και την πνευματική τους ακεραιότητα.

Το αποτέλεσμα είναι μια μεγάλη αντιστροφή της σύγχρονης εποχής. Ο Διαφωτισμός επεδίωξε να απελευθερώσει την ανθρωπότητα από την ψυχολογική ευαλωτότητα. Ωστόσο, οι θεσμοί που δημιουργήθηκαν στον απόηχό του ενθαρρύνουν ολοένα και περισσότερο νέες μορφές εξάρτησης. Η πολιτική γλώσσα συγκαλύπτει αυτή τη νέα πραγματικότητα, αλλά ο ολοκληρωτικός πειρασμός παραμένει ο ίδιος: η επιθυμία για ανταλλαγή της ελευθερίας με τη βεβαιότητα και η ποινικοποίηση της διαφωνίας.

Η πρόκληση για την ανθρωπότητα δεν είναι να απορρίψει την επιστήμη, τη λογική και την εξειδίκευση. Είναι να αντισταθεί στη μετατροπή τους σε αντικείμενα αδιαμφισβήτητης πίστης. Η γνήσια επιστήμη παραμένει σκεπτικιστική. Ο γνήσιος διαφωτισμός παραμένει αυτοκριτικός. Η γνήσια ελευθερία απαιτεί το θάρρος να αμφισβητούμε τις κυρίαρχες αντιλήψεις, ακόμη και όταν αξιώνουν ότι εκφράζουν την πρόοδο.

Η προτροπή του Καντ παραμένει σήμερα εξίσου επίκαιρη όσο και τον 18ο αιώνα: «Τόλμησε να γνωρίσεις». Η ελευθερία μιας κοινωνίας εξαρτάται τελικά από την προθυμία των πολιτών να σκέφτονται μόνοι τους αντί να παραδίδουν την κρίση τους σε όσους υπόσχονται βεβαιότητα με αντάλλαγμα την υπακοή.

Διακόσια πενήντα χρόνια μετά από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ, η ανανέωση της υπόσχεσης του Διαφωτισμού ενδέχεται να εξαρτάται από την ικανότητα της Δύσης να ανακτήσει την αρετή του θάρρους.

Του William Brooks

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Η Σουηδία σχεδιάζει να μειώσει το όριο ποινικής ευθύνης στα 14 έτη

Η σουηδική κυβέρνηση ανακοίνωσε σχέδια για τη μείωση του ορίου ποινικής ευθύνης στα 14 έτη, εγκαταλείποντας προηγούμενη πρόταση που προέβλεπε τον εγκλεισμό βίαιων παραβατών ακόμη και από την ηλικία των 13 ετών σε ειδικές σωφρονιστικές μονάδες.

Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, ο υπουργός Δικαιοσύνης της Σουηδίας, Γκούναρ Στρόμερ, είχε ανακοινώσει σχέδιο μείωσης του ορίου από τα 15 στα 13 έτη. Στις 11 Ιουνίου, όμως, δήλωσε ότι δεν υπήρχε επαρκής κοινοβουλευτική στήριξη για την πρόταση αυτή και ότι συμφώνησε σε συμβιβασμό με όριο τα 14 έτη.

Σήμερα, κάθε άτομο κάτω των 15 ετών που είναι ύποπτο για διάπραξη σοβαρού εγκλήματος παραπέμπεται σε ίδρυμα ανηλίκων που λειτουργεί υπό την εποπτεία των κοινωνικών υπηρεσιών και δεν μπορεί να καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης. Ο Στρόμερ είχε δηλώσει το 2025 ότι περισσότεροι από 50 ανήλικοι κάτω των 15 ετών ήταν ύποπτοι για ανθρωποκτονία ή απόπειρα ανθρωποκτονίας.

Η Σουηδία έχει καταγράψει σημαντική αύξηση της εγκληματικότητας συμμοριών και της βίας που συνδέεται με τα ναρκωτικά κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες και σήμερα συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά ένοπλων και βομβιστικών επιθέσεων, δεκάδες από τις οποίες έχουν διαπραχθεί από ανηλίκους.

Χιλιάδες μέλη συμμοριών

Η σουηδική αστυνομία εκτιμά ότι υπάρχουν περίπου 17.500 ενεργά μέλη συμμοριών και περίπου 50.000 άτομα που συνδέονται χαλαρότερα με αυτές.

Ο Μάγκνους Λίντγκρεν, πρώην αρχηγός της αστυνομίας της κομητείας Ουψάλα και νυν γενικός γραμματέας του Ιδρύματος Ασφαλέστερη Σουηδία, είχε δηλώσει πέρυσι στην εφημερίδα The Epoch Times ότι στη χώρα δραστηριοποιούνται περίπου 15.000 «πολύ επικίνδυνοι εγκληματίες». Αυτοί κατανέμονται σχεδόν ισομερώς μεταξύ συμμοριών μοτοσικλετιστών, ομάδων βίαιων οπαδών ποδοσφαίρου και εγκληματικών στοιχείων που προέρχονται από περίπου 60 περιοχές με υψηλή εγκληματικότητα.

Εγκληματικά δίκτυα, όπως το Foxtrot, χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να στρατολογούν εφήβους και παιδιά ακόμη και 11 ετών προκειμένου να διαπράττουν πράξεις βίας, συμπεριλαμβανομένων βομβιστικών επιθέσεων και δολοφονιών. Οι στρατολογητές, οι οποίοι δρουν ανώνυμα, δημοσιεύουν αγγελίες σε ειδικές ομάδες εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης και προσφέρουν αμοιβές μέσω τραπεζικών εφαρμογών.

Η Europol, η υπηρεσία επιβολής του νόμου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δημιούργησε τον Απρίλιο του 2025 την Επιχειρησιακή Ομάδα Δράσης GRIMM για την αντιμετώπιση του φαινομένου που χαρακτηρίζει ως «βία επί πληρωμή», το οποίο συχνά αξιοποιεί νεαρούς δράστες.

Αυστηρότερες ποινές

Μετά τις εκλογές του 2022, ο Ουλφ Κρίστερσον, επικεφαλής του κεντροδεξιού κόμματος των Μετριοπαθών, σχημάτισε κυβέρνηση με τη συμμετοχή των Χριστιανοδημοκρατών και των Φιλελευθέρων, η οποία στηρίζεται κοινοβουλευτικά από τους δεξιούς Σουηδούς Δημοκράτες. Το κόμμα αυτό είχε δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην προεκλογική του εκστρατεία στην αντίθεση προς τη μετανάστευση και στην ανάγκη αυστηρότερων μέτρων για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας.

Ο πρωθυπουργός της Σουηδίας, Ουλφ Κρίστερσον, συμμετέχει σε συνέντευξη Τύπου στη Στοκχόλμη της Σουηδίας, στις 26 Φεβρουαρίου 2024. (Jonathan Nackstrand/AFP μέσω Getty Images)

 

Η κυβέρνηση Κρίστερσον έχει προχωρήσει σε εκτεταμένες αλλαγές στο σουηδικό σύστημα ποινικής δικαιοσύνης, παρέχοντας περισσότερες εξουσίες στην αστυνομία και θεσπίζοντας αυστηρότερες ποινές για βίαια εγκλήματα. Σύμφωνα με τα νέα σχέδια, παιδιά ηλικίας 14 ετών που καταδικάζονται για βίαια εγκλήματα θα οδηγούνται σε ειδικές σωφρονιστικές μονάδες.

Η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού συνιστά η ηλικία ποινικής ευθύνης να μην είναι χαμηλότερη από τα 14 έτη, όριο που αντιστοιχεί περίπου στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Διεθνής δράση 

Τα σουηδικά δίκτυα οργανωμένου εγκλήματος δραστηριοποιούνται επίσης στη Δανία, τη Νορβηγία και τη Φινλανδία, καθώς και στην Ολλανδία και το Βέλγιο, όπου βρίσκονται τα δύο μεγαλύτερα ευρωπαϊκά λιμάνια εισαγωγής ναρκωτικών μέσω φορτίων, το Ρότερνταμ και η Αμβέρσα.

Στις 12 Μαρτίου 2025, το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (Office of Foreign Assets Control – OFAC) του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών επέβαλε κυρώσεις στον Ράουα Ματζίντ, φερόμενο ως ηγέτη του Δικτύου Foxtrot, μίας από τις μεγαλύτερες εγκληματικές οργανώσεις της Σουηδίας. Σύμφωνα με το OFAC, η οργάνωση διακινούσε παράνομα ναρκωτικά και πραγματοποιούσε επιθέσεις εναντίον Ισραηλινών και Εβραίων στην Ευρώπη για λογαριασμό της ιρανικής κυβέρνησης.

Ο Νορβηγός έφηβος Γιοχάνες Νάτλαντ συνελήφθη στο Χάντερσφιλντ της Αγγλίας τον Μάρτιο του 2025 και δικάζεται σήμερα στο Λονδίνο, έχοντας δηλώσει αθώος στην κατηγορία της συνωμοσίας για ανθρωποκτονία εκ μέρους του Δικτύου Foxtrot.

Αχρονολόγητη φωτογραφία αστυνομικού που κρατά αντίγραφο του προσωρινού διαβατηρίου έκτακτης ανάγκης του Γιοχάνες Νάτλαντ, το οποίο χρησιμοποίησε για να ταξιδέψει αεροπορικώς στην Αγγλία στις 17 Μαρτίου 2025. (Counter-Terrorism Policing South East)

 

Ο Νάτλαντ, ο οποίος ήταν τότε 18 ετών, βρέθηκε να κατέχει δύο πιστόλια και 17 σφαίρες και έχει παραδεχθεί την παράνομη κατοχή πυροβόλων όπλων. Καταθέτοντας αυτή την εβδομάδα στο δικαστήριο, ανέφερε ότι του είχαν προσφερθεί 25.000 ευρώ για να σκοτώσει κάποιον, αλλά σχεδίαζε να πυροβολήσει τον εαυτό του στο πόδι προκειμένου να αποφύγει να εκτελέσει την αποστολή.

Σύμφωνα με το BBC, ο Νάτλαντ δήλωσε ότι πίστευε πως, αν αρνιόταν, θα βρισκόταν σε σοβαρό κίνδυνο και ότι οι εμπλεκόμενοι θα έβλαπταν την οικογένειά του. Πρόσθεσε ότι θεωρούσε πως θα τον σκότωναν.

Η εφημερίδα The Epoch Times επικοινώνησε με τον συνήγορο υπεράσπισής του, Πολ Χάινς, ζητώντας σχόλιο, χωρίς να λάβει απάντηση.

Του Chris Summers

Με πληροφορίες από το Reuters

ΗΠΑ και Ιράν μεταφέρουν διαφορετική εικόνα για την πρόοδο των διαπραγματεύσεων

Ανώτερος αξιωματούχος της αμερικανικής κυβέρνησης δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν βρίσκονται κοντά στην ολοκλήρωση ενός ειρηνευτικού πλαισίου με στόχο τον τερματισμό του πολέμου, ενώ Ιρανοί αξιωματούχοι επιβεβαίωσαν ότι μεγάλο μέρος του σχεδίου έχει ήδη ολοκληρωθεί, χωρίς όμως να έχει ληφθεί ακόμη η τελική απόφαση από την ηγεσία της Τεχεράνης.

Σε τηλεφωνική ενημέρωση στις 12 Ιουνίου, ο Αμερικανός αξιωματούχος ανέφερε ότι ένα μνημόνιο κατανόησης θα επιτρέψει τον διάπλου των Στενών του Ορμούζ για όλες τις πλευρές, συμπεριλαμβάνοντας την άρση του αμερικανικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμένων. Το σχέδιο προβλέπει επίσης να παραδώσει το Ιράν το πυρηνικό υλικό που έχει εμπλουτίσει σε υψηλό βαθμό, προκειμένου να καταστραφεί επιτόπου και εν συνεχεία να απομακρυνθεί από τη χώρα.

Απέρριψε παράλληλα δημοσιεύματα που ανέφεραν ότι η Τεχεράνη θα λάβει άμεσα έως και 12 δισεκατομμύρια δολάρια σε οικονομική ανακούφιση, διευκρινίζοντας ότι οποιαδήποτε ελάφρυνση θα εξαρτηθεί από την τήρηση των όρων από την ιρανική πλευρά. Όπως σημείωσε, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες διαπιστώσουν ότι το Ιράν τηρεί τις δεσμεύσεις του, η συμφωνία θα αποδειχθεί ιδιαίτερα επωφελής για τη χώρα, ενώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσης δεν θα υπάρξει κανένα όφελος για την Τεχεράνη.

Κοντά σε συμφωνία, αλλά χωρίς οριστική έγκριση από την Τεχεράνη

Οι δηλώσεις του Αμερικανού αξιωματούχου ακολούθησαν τις τοποθετήσεις του προέδρου Τραμπ, ο οποίος εμφανίστηκε ιδιαίτερα αισιόδοξος για την πορεία των συνομιλιών. Κατά τη διάρκεια εκδήλωσης στο Οβάλ Γραφείο στις 11 Ιουνίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι είχε επιτευχθεί σημαντική πρόοδος προς τη διευθέτηση του πολέμου με το Ιράν και ότι, εφόσον ολοκληρωθούν τα σχετικά έγγραφα μέσα στις επόμενες ημέρες, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί τελετή υπογραφής, πιθανότατα στην Ευρώπη, όπου τις Ηνωμένες Πολιτείες θα εκπροσωπήσει ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς.

Ο πρόεδρος Τραμπ υποστήριξε επίσης ότι ο Ιρανός ηγέτης Μοτσταμπά Χαμενεΐ έχει εγκρίνει τη συμφωνία και ότι, λόγω της προόδου των διαπραγματεύσεων, ακυρώθηκαν στρατιωτικά πλήγματα που είχαν προγραμματιστεί κατά του Ιράν. Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social ανέφερε ότι οι συνομιλίες είχαν φτάσει στο ανώτατο επίπεδο της ιρανικής ηγεσίας και είχαν λάβει έγκριση, γεγονός που τον οδήγησε στην ακύρωση των προγραμματισμένων βομβαρδισμών για το ίδιο βράδυ.

Η Τεχεράνη εμφανίστηκε πιο επιφυλακτική. Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγκαεΐ, δήλωσε, σύμφωνα με το κρατικό Press TV και το πρακτορείο Tasnim News Agency, ότι σημαντικά τμήματα ενός πιθανού μνημονίου κατανόησης πλησιάζουν στην ολοκλήρωσή τους, παρά τις δυσκολίες που, όπως υποστήριξε, προκλήθηκαν από τις μεταβαλλόμενες θέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και τη στρατιωτική πίεση.

Όπως ανέφερε, αν και τα βασικά μέρη του σχεδίου έχουν οριστεί κατά προσέγγιση, οι ιρανικές αρχές δεν έχουν ακόμη ολοκληρώσει την αξιολόγηση του προτεινόμενου κειμένου. Οι αρμόδιες υπηρεσίες, είπε, εξετάζουν κάθε λεπτομέρεια και θα ανακοινώσουν την τελική τους θέση μόλις καταλήξουν σε συμπέρασμα που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα του ιρανικού έθνους.

Το Tasnim, το οποίο συνδέεται στενά με το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), μετέδωσε επίσης ότι ο Μπαγκαεΐ χαρακτήρισε πρόωρα τα δημοσιεύματα περί επικείμενης συμφωνίας, τονίζοντας ότι τίποτα δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί.

Ο Ιρανός αξιωματούχος πρόσθεσε ότι μεσολαβητές από το Κατάρ και το Πακιστάν εξακολουθούν να εργάζονται για τη γεφύρωση των εναπομενουσών διαφορών, κατηγορώντας παράλληλα την Ουάσιγκτον ότι μεταβάλλει επανειλημμένα τις απαιτήσεις της κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.

Επανέλαβε επίσης ότι το Ιράν δεν πρόκειται να συμβιβαστεί σε ζητήματα που αφορούν τα βασικά του συμφέροντα.

Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, επιβεβαίωσε την υποστήριξη της Τεχεράνης στις διαπραγματεύσεις και κάλεσε τα μέσα ενημέρωσης να αποφύγουν τις εικασίες σχετικά με τους όρους της συμφωνίας. Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X ανέφερε ότι, στο πλαίσιο της υπεύθυνης και διαφανούς προσέγγισης της χώρας του, όλες οι λεπτομέρειες θα δοθούν στη δημοσιότητα την κατάλληλη στιγμή.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρωθυπουργός του Πακιστάν, Σεχμπάζ Σαρίφ, ο οποίος δήλωσε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X ότι βρίσκεται σε εξέλιξη εκστρατεία παραπληροφόρησης από όσους επιδιώκουν να υπονομεύσουν την ειρηνευτική διαδικασία. Υποστήριξε ακόμη ότι έχει συμφωνηθεί το κείμενο μιας ειρηνευτικής συμφωνίας και ότι το Πακιστάν συνεργάζεται με τις δύο πλευρές για την οριστικοποίηση των επόμενων βημάτων, εκτιμώντας ότι βρίσκονται πιο κοντά στη ειρήνη παρά ποτέ.

Την Παρασκευή 12 Ιουνίου, ο Τραμπ κατηγόρησε την ιρανική πλευρά ότι διοχέτευσε στα μέσα ενημέρωσης ανακριβείς πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενο της προκαταρκτικής συμφωνίας.

Οι βασικοί όροι και τα ανοιχτά μέτωπα

Η ιρανική ηγεσία είχε συμφωνήσει το 2015 να περιορίσει τις πυρηνικές της δραστηριότητες με αντάλλαγμα την άρση κυρώσεων. Ο πρόεδρος Τραμπ αποχώρησε από εκείνη τη συμφωνία κατά την πρώτη του θητεία και ενέτεινε τις κυρώσεις, εκφράζοντας την ανησυχία ότι η συμφωνία δεν περιόριζε το πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν ούτε τη στήριξή του προς οργανώσεις που έχουν χαρακτηριστεί τρομοκρατικές.

Σύμφωνα με τον Αμερικανό αξιωματούχο, η νέα συμφωνία προβλέπει ότι το Ιράν δεν θα χρηματοδοτεί πλέον τη βία στην περιοχή, ενώ όλες οι πλευρές θα σέβονται την εδαφική κυριαρχία της χώρας. Ένα από τα βασικά σημεία τριβής υπήρξε η στρατιωτική εκστρατεία του Ισραήλ στον Λίβανο κατά της Χεζμπολάχ, οργάνωσης που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν χαρακτηρίσει τρομοκρατική και η οποία διατηρεί στενούς δεσμούς με το Ιράν.

Η Τεχεράνη έχει επανειλημμένα ζητήσει η ειρηνευτική συμφωνία να καλύπτει και τον Λίβανο, ενώ έχει απειλήσει ότι θα αποχωρήσει από τις συνομιλίες εάν συνεχιστούν οι ισραηλινές επιχειρήσεις εκεί.

Σε ανακοίνωσή του την Παρασκευή, ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ, Ισραέλ Κατς, αναγνώρισε τις προσπάθειες της κυβέρνησης Τραμπ για την προώθηση του πλαισίου, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι το Ισραήλ πρέπει να διατηρήσει τη δυνατότητα να πλήξει εκ νέου το Ιράν εάν κρίνει ότι υφίσταται άμεση πυρηνική απειλή.

Όπως δήλωσε, το Ισραήλ οφείλει να διασφαλίσει πως θα μπορεί και στο μέλλον να ενεργεί ανεξάρτητα για να αποτρέψει το Ιράν από την απόκτηση πυρηνικών όπλων, προσθέτοντας ότι ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου και ο ίδιος έχουν δώσει σχετικές οδηγίες στις Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις να προετοιμαστούν αναλόγως.

Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι οι ισραηλινές δυνάμεις δεν θα αποχωρήσουν από τα εδάφη που ελέγχουν σήμερα στον Λίβανο, τη Συρία και τη Λωρίδα της Γάζας.

Ο Αμερικανός αξιωματούχος υποστήριξε ότι η συμφωνία θα καλύπτει και τον Λίβανο, αν και το Ισραήλ θα διατηρεί το δικαίωμα να απαντά σε παραβιάσεις της ειρήνης.

Θετική αντίδραση των αγορών, αλλά με επιφυλάξεις

Παρά την αβεβαιότητα που εξακολουθεί να περιβάλλει τις συνομιλίες, οι χρηματοπιστωτικές αγορές αντέδρασαν θετικά στις δηλώσεις του προέδρου Τραμπ και στις ενδείξεις ότι οι διαπραγματεύσεις πλησιάζουν σε συμφωνία. Οι παγκόσμιες μετοχές κατέγραψαν άνοδο την Παρασκευή, ακολουθώντας τα ισχυρά κέρδη της Γουώλ Στρητ, ενώ οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν περισσότερο από 4%, φτάνοντας κοντά στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών μηνών.

Οι επενδυτές εκτιμούν ότι μια συμφωνία θα μπορούσε να οδηγήσει στην επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και στην αποκατάσταση των ενεργειακών ροών.

Στην Ευρώπη, γύρω στο μεσημέρι της 12ης Ιουνίου, ο γερμανικός δείκτης DAX ενισχυόταν κατά 1,6%, ο γαλλικός CAC 40 κατά 1,8% και ο βρετανικός FTSE 100 κατά 1,1%. Στην Ασία, ο νοτιοκορεατικός Kospi κατέγραψε άνοδο 4,6%, ο ιαπωνικός Nikkei 225 2,8%, ο Hang Seng του Χονγκ Κονγκ 1,7% και ο κινεζικός Shanghai Composite 1,1%.

Άνοδος προβλεπόταν επίσης και για το άνοιγμα της Γουώλ Στρητ, με τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του S&P 500 να ενισχύονται κατά 0,48%, του Dow Jones Industrial Average κατά 0,59% και του Nasdaq κατά 0,44%.

Αναλυτές, ωστόσο, προειδοποίησαν ότι οι επενδυτές ενδέχεται να προτρέχουν των εξελίξεων. Οι αναλυτές εμπορευμάτων της ING, Γουώρρεν Πάτερσον και Ήγουα Μάνθεϋ, σημείωσαν ότι ο πρόεδρος Τραμπ έχει επανειλημμένα στο παρελθόν δηλώσει πως βρίσκονταν κοντά σε συμφωνία, πριν ακολουθήσει νέα κλιμάκωση των εχθροπραξιών. Αν και εκτιμούν ότι αυτή τη φορά υπάρχουν περισσότερες θετικές ενδείξεις, επισημαίνουν ότι υπάρχει αβεβαιότητα τόσο ως προς την πιθανή υπογραφή του μνημονίου όσο και ως προς τη διάρκειά του. Ακόμη και αν επιτευχθεί παράταση της εκεχειρίας, προειδοποίησαν, αυτή ενδέχεται να αποδειχθεί εύθραυστη.

Των Ryan Morgan και Tom Ozimek

Εμπόριο ΗΠΑ–Κίνας: Πίσω από τη χειραψία Τραμπ-Σι, μια αρχιτεκτονική δυσπιστίας

Ανάλυση

Όταν ο Λευκός Οίκος και το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου δημοσίευσαν τις συνόψεις τους για τη σύνοδο Τραμπ-Σι του περασμένου μήνα στο Πεκίνο, σε ορισμένα σημεία διαβάζονταν σαν περιγραφές δύο διαφορετικών συναντήσεων.

Ο Λευκός Οίκος ανέφερε ότι το Πεκίνο δεσμεύτηκε να αγοράζει ετησίως αμερικανικά αγροτικά προϊόντα αξίας τουλάχιστον 17 δισεκατομμυρίων δολαρίων έως το 2028, να παραγγείλει 200 αεροσκάφη Boeing και να καλύψει τις αμερικανικές ελλείψεις σε τέσσερις συγκεκριμένες σπάνιες γαίες: ύττριο, σκάνδιο, νεοδύμιο και ίνδιο.

Το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου επιβεβαίωσε την παραγγελία των Boeing, αλλά παρέλειψε τους αριθμούς για τη γεωργία, δεν κατονόμασε ούτε μία σπάνια γαία και ανέφερε ότι η αγορά των αεροσκαφών θα προχωρήσει «σύμφωνα με τις εμπορικές αρχές και τις ανάγκες της χώρας».

Οι διαφορές δεν είναι τυχαίες, δήλωσε ο Ντέιβυ Τζ. Γουόνγκ [Davy J. Wong], πολιτικός οικονομολόγος με έδρα τις ΗΠΑ.

Όπως είπε στην εφημερίδα The Epoch Times, η απόκλιση αποτελεί σκόπιμη σκηνοθεσία και από τις δύο πλευρές. Η Ουάσιγκτον χρειάζεται απτές, μετρήσιμες νίκες — όγκους αγορών, παραγγελίες αεροσκαφών — για να τις επιδείξει στους Αμερικανούς, ενώ το Πεκίνο ενσωματώνει ασάφεια στις δεσμεύσεις του ώστε να μην φαίνεται ότι υπέκυψε στην αμερικανική πίεση.

Χαρακτηριστικά, η σύνοδος δεν παρήγαγε κανένα κοινό ανακοινωθέν, καμία κοινή δήλωση και καμία κοινή συνέντευξη Τύπου· κάθε κυβέρνηση απλώς δημοσίευσε τη δική της εκδοχή των όσων συνέβησαν.

Ό,τι φαίνεται ασαφές είναι εσκεμμένα έτσι, ανέφεραν στην Epoch Times άνθρωποι του στενού κύκλου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) σχετικά με τη στρατηγική του Πεκίνου: υπόσχεσαι ευρέως δημοσίως, παραδίδεις αργά στην πράξη και κρατάς κάθε πραγματικό μέσο πίεσης σε εφεδρεία.

Το αποτέλεσμα, δήλωσε ο Γουόνγκ, είναι δύο κυβερνήσεις που χρησιμοποιούν την ίδια σύνοδο — και την ίδια συμφωνημένη διατύπωση: «εποικοδομητική, στρατηγική σταθερότητα» — ως κάλυμμα για τις ξεχωριστές δομές που η καθεμία οικοδομεί από κάτω.

Τα πρόσωπα του στενού κύκλου του ΚΚΚ με τα οποία μίλησε η Epoch Times ζήτησαν να χρησιμοποιηθούν ψευδώνυμα, επικαλούμενα πιθανά αντίποινα.

Παλιές τακτικές, νέα εργαλεία

Ο Γκουάν, μια πηγή εντός του πολιτικού κατεστημένου του ΚΚΚ που γνωρίζει τις διπλωματικές του επαφές με την Ουάσιγκτον, δήλωσε στην Epoch Times ότι το Πεκίνο έχει μετατοπιστεί από την ανοιχτά επιθετική διπλωματία του «πολεμιστή λύκου» των τελευταίων ετών σε ένα πιο διακριτικό, παλιό αλλά αναβαθμισμένο εγχειρίδιο τακτικών.

«Τώρα, δεν πρόκειται πλέον για ευθέως εχθρική στάση», είπε ο Γκουάν. «Αντ’ αυτού, ελίσσονται απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, δίνοντας υποσχέσεις τις οποίες προσαρμόζουν αργότερα. Αν λες ένα πράγμα και κάνεις άλλο, τότε το Πεκίνο μπορεί επίσης να ‘αλλάξει πρόσωπο’ ανά πάσα στιγμή. Η μείωση του εφοδιασμού σε σπάνιες γαίες είναι ένα παράδειγμα: ‘Συμφωνώ να παρέχω σπάνιες γαίες, αλλά επεκτείνω το χρονοδιάγραμμα έγκρισης και, όταν χρειάζεται, κωλυσιεργώ’».

Πολλές χώρες είναι ήδη εξοικειωμένες με το παλιό εγχειρίδιο του ΚΚΚ — να υπόσχεται πολλά, να παραδίδει λίγα και να ρίχνει το φταίξιμο στις «συνθήκες της αγοράς». Οι Κινέζοι διαπραγματευτές χρησιμοποιούν παραλλαγές αυτής της τακτικής τουλάχιστον από την ένταξη της χώρας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001. Για παράδειγμα, στο πλαίσιο της εμπορικής συμφωνίας «Πρώτης Φάσης» ΗΠΑ–Κίνας του 2020, η Κίνα εκπλήρωσε μόνο το 60% των δεσμεύσεών της για αγορές, σύμφωνα με το Peterson Institute for International Economics.

Αυτό που είναι νέο, σύμφωνα με τον Γουόνγκ, είναι η «εργαλειοθήκη» που στηρίζει πλέον αυτή την παλιά στρατηγική. Την περιέγραψε ως μια μετατόπιση από την εστίαση στην αγοραστική δύναμη προς τη δομική άρνηση: αντί να χρησιμοποιεί την υπόσχεση της τεράστιας καταναλωτικής αγοράς της Κίνας ως μοχλό πίεσης, το Πεκίνο βασίζεται πλέον στην ικανότητά του να διακόπτει επιλεκτικά κρίσιμες προμήθειες.

Κατά τον πρώτο εμπορικό πόλεμο, στην πρώτη θητεία του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, το Πεκίνο δεν διέθετε ολοκληρωμένη νομική υποδομή για οικονομικά αντίποινα· οι κύριοι μοχλοί του ήταν οι δασμοί-αντίποινα και οι υποσχέσεις αγορών με τις οποίες κέρδιζε χρόνο.

Έως το 2026, δήλωσε ο Γουόνγκ, το ΚΚΚ είχε οικοδομήσει ένα «αλληλένδετο σύνολο νόμων ελέγχου των εξαγωγών», σχεδιασμένο ειδικά για αυτόν τον σκοπό. Το διαπραγματευτικό χαρτί δεν είναι πλέον το πόσα συμφωνεί να αγοράσει η Κίνα· είναι η «κωδικοποιημένη εξουσία του κράτους να διακόπτει ή να περιορίζει νόμιμα και επιλεκτικά» τις εφοδιαστικές αλυσίδες από τις οποίες εξαρτώνται η αμερικανική βιομηχανία και άμυνα.

Τα εργαλεία είναι πρόσφατα και σωρευτικά, ανέφερε.

Ο Νόμος για τον Έλεγχο των Εξαγωγών του 2020 έδωσε στο Πεκίνο το πρώτο του ενιαίο πλαίσιο για τον περιορισμό των στρατηγικών εξαγωγών.

Οι Κανονισμοί του 2024 για τον Έλεγχο των Εξαγωγών Αγαθών Διπλής Χρήσης προχώρησαν παραπέρα, επεκτείνοντας τους ελέγχους του κράτους σε αγαθά που κατασκευάζονται στο εξωτερικό από υλικά κινεζικής προέλευσης. Η εξουσία αυτή, βάσει του Άρθρου 49, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 2025, όταν η Ανακοίνωση 61 του κινεζικού υπουργείου Εμπορίου έθεσε υπό έλεγχο δεκατρείς κατηγορίες σπάνιων γαιών και κραμάτων.

Τον Ιανουάριο του 2026, το Πεκίνο πρόσθεσε το σαμάριο, το γαδολίνιο και το λουτήσιο στον κατάλογο υλικών που χρειάζεται άδεια για τη χρήση τους. Τον Μάρτιο, το κινεζικό Κρατικό Συμβούλιο εξέδωσε το Διάταγμα υπ’ αριθμόν 834, το πρώτο ειδικά αφιερωμένο πλαίσιο ασφάλειας της εφοδιαστικής αλυσίδας της χώρας, εντάσσοντας τους ελέγχους εξαγωγών, τα αντίμετρα, την ασφάλεια των δεδομένων και τον έλεγχο των επενδύσεων υπό μία ενιαία εντολή εθνικής ασφάλειας.

Ο Γκουάν ανέφερε ότι οι Αμερικανοί θα πρέπει να περιμένουν ότι αυτό θα συνεχιστεί.

«Σήμερα, υπόσχονται. Μεθαύριο, αλλάζουν γνώμη. Αλλά δεν θα το παραδεχτούν δημοσίως. Τα πράγματα που θέλεις, απλώς δεν θα σου δοθούν», είπε. «Αν εντείνεις τις κυρώσεις, το Πεκίνο θα περιορίσει την πρόσβασή σου στις σπάνιες γαίες, καθώς και σε άλλα ορυκτά και πρώτες ύλες.»

Τι λένε οι αριθμοί

Η πίεση αποτυπώνεται στα τελωνειακά αρχεία.

Σύμφωνα με έκθεση του Απριλίου 2026 από το Center for Strategic and International Studies (CSIS), η Κίνα εξήγαγε μόλις 17 μετρικούς τόνους υττρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες τους οκτώ μήνες μεταξύ Απριλίου και Δεκεμβρίου 2025, έναντι 333 μετρικών τόνων τους οκτώ μήνες πριν από τους ελέγχους του Πεκίνου τον Απρίλιο του 2025 — μια πτώση περίπου 95%.

Το ύττριο είναι μια θερμοανθεκτική επικάλυψη που χρησιμοποιείται σε εξαρτήματα κινητήρων αεριωθουμένων.

Η ανάλυση του CSIS ανέφερε ότι οι αμερικανοί κατασκευαστές αεροδιαστημικού εξοπλισμού «αντιμετωπίζουν ελλείψεις και δελτιοποιούν το υλικό, ενώ ενδέχεται να χρειαστεί να αναστείλουν την παραγωγή ορισμένων προϊόντων αν οι εξαγωγές δεν επανέλθουν στα προηγούμενα επίπεδα».

Ακόμη και αφού το Πεκίνο δεσμεύτηκε στη σύνοδο του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού τον περασμένο Οκτώβριο στο Μπουσάν της Νότιας Κορέας να αναστείλει τους νέους ελέγχους εξαγωγών και να διατηρήσει τις αποστολές σε ροή, το αμερικανικό μερίδιο συνέχισε να συρρικνώνεται.

Το Silverado Policy Accelerator, μία δεξαμενή σκέψης της Ουάσιγκτον που παρακολουθεί το εμπόριο, διαπίστωσε ότι οι αμερικανικές εισαγωγές κινεζικών μαγνητών σπάνιων γαιών μειώνονταν κάθε μήνα από τον Οκτώβριο του 2025 έως τον Μάρτιο του 2026 — ακόμη κι όταν οι παγκόσμιες εξαγωγές της Κίνας επέστρεψαν περίπου στα ιστορικά τους επίπεδα. Η μείωση ήταν συγκεντρωμένη στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η απόκλιση αυτή, δήλωσε ο Γουόνγκ, ξεπερνά τις συνηθισμένες δυνάμεις της αγοράς και αντανακλά δύο οικονομίες που απομακρύνονται η μία από την άλλη στις στρατηγικές εφοδιαστικές αλυσίδες.

Οι σπάνιες γαίες έχουν γίνει η αιχμή του δόρατος μιας νέας εμπορικής αρχιτεκτονικής που διαμορφώνεται από μια σκόπιμη, στοχευμένη αποσύνδεση, ανέφερε ο Γουόνγκ. Η αποσύνδεση έχει δύο κύριους μοχλούς: την επιλεκτική πίεση του Πεκίνου στις αποστολές με προορισμό τις ΗΠΑ και την ίδια την προσπάθεια της Ουάσιγκτον να οικοδομήσει προμήθειες μαγνητών εκτός Κίνας.

Κάτω από τους αριθμούς, το καθεστώς ελέγχου των εξαγωγών του Πεκίνου παραμένει πλήρως σε ισχύ.

Η αναστολή των ελέγχων εξαγωγών που το Πεκίνο συμφώνησε στο Μπουσάν κάλυπτε μόνο τους σαρωτικούς ελέγχους του Οκτωβρίου 2025· το υπουργείο Εμπορίου ανέφερε ότι θα αναστείλει τα μέτρα αυτά από τις 7 Νοεμβρίου 2025 έως τις 10 Νοεμβρίου 2026, αφήνοντας ανέπαφο το αρχικό καθεστώς αδειοδότησης του Απριλίου 2025, το οποίο ουδέποτε ήρθη. Οι γενικές άδειες που έχει εκδώσει το Πεκίνο ώστε να επιτρέψει τη διέλευση ορισμένων μη στρατιωτικών αποστολών δεν επεκτείνονται σε αγοραστές του αμυντικού ή του αεροδιαστημικού τομέα.

Ο Γουόνγκ εντοπίζει τη ρίζα του μοχλού πίεσης που ασκεί τώρα το Πεκίνο σε ένα λάθος που έκανε η Δύση δεκαετίες πριν.

Στο κύμα της παγκοσμιοποίησης της δεκαετίας του 1990 και του 2000, εξήγησε, η δυτική βιομηχανία μετέφερε στην Κίνα τους πιο ρυπογόνους, πιο εντατικούς σε εργασία κρίκους της εφοδιαστικής αλυσίδας — τον διαχωρισμό των σπάνιων γαιών, τη βαριά μεταλλουργία — ενώ προωθούσε στο εσωτερικό το μήνυμα της καθαρής ενέργειας. Επειδή το Πεκίνο δεν λογοδοτεί σε εργατικά συνδικάτα, ψηφοφόρους ή περιβαλλοντική ευθύνη, οικοδόμησε ένα πλεονέκτημα στην επεξεργασία των πρώτων σταδίων, το οποίο η Δύση δεν μπορεί να αλλάξει εύκολα τώρα.

Το πλεονέκτημα δόθηκε — δεν πάρθηκε, επεσήμανε.

Η αφύπνιση της Ουάσιγκτον

Το Πεκίνο εκλεπτύνει μια παλιά τακτική. Η Ουάσιγκτον, αντιθέτως, εγκατέλειψε πλέον μια παλιά παραδοχή — και το λέει ανοιχτά.

Σε εκδήλωση του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων, στις 26 Μαΐου, ο εμπορικός εκπρόσωπος των ΗΠΑ Τζέιμισον Γκρηρ [Jamieson Greer] δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έπαψαν να περιμένουν ότι η Κίνα θα αλλάξει ριζικά υπό το ΚΚΚ.

«Απλώς συμβιβαστήκαμε με το γεγονός ότι δεν πρόκειται να υπάρξει κάποια γιγαντιαία, συνολική μεταρρύθμιση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί το κινεζικό πολιτικό σύστημα», ανέφερε. Το να ζητάς από την Κίνα να εγκαταλείψει το εξαγωγικό της μοντέλο, συμπλήρωσε, θα ήταν σαν να ζητάει η Κίνα από τις Ηνωμένες Πολιτείες να «καταργήσουν το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Ορισμένα από τα πράγματα που ζητάμε εδώ και δεκαετίες αποτελούν, στην πραγματικότητα, αναπόσπαστο μέρος του πολιτικού τους συστήματος.»

Σε ερώτηση του προέδρου του Συμβουλίου, Μάικλ Φρόμαν [Michael Froman], πρώην εμπορικού εκπροσώπου των ΗΠΑ, για το αν η Ουάσιγκτον είχε αφήσει αυτή την προσέγγιση, ο Γκρηρ απάντησε θετικά.

Ο Γουόνγκ θεωρεί ότι αυτές τις δηλώσεις δείχνουν ξεκάθαρη ρήξη. Όπως ανάφερε, η Ουάσιγκτον επί δεκαετίες πίστευε ότι το εμπόριο και η ενσωμάτωση θα ωθούσαν το Πεκίνο προς τη μεταρρύθμιση· τώρα, ο κορυφαίος εμπορικός διαπραγματευτής της χώρας λέει τώρα ότι αυτό το σκεπτικό άλλαξε.

Κατά την άποψη του Γουόνγκ, η οικονομική ενσωμάτωση όχι μόνο δεν μετακίνησε την κομμουνιστική Κίνα προς τις αγορές δυτικού τύπου, αλλά ενίσχυσε ένα συγκεντρωτικό σύστημα που ποτέ δεν πρόκειται να συγκλίνει με αυτές. Βάσει της νέας αυτή κατανόησης, η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει πλέον τις υποσχέσεις του Πεκίνου ως κάτι που πρέπει να ελέγχεται παρά να γίνεται πιστευτό.

Το γραφείο του Γκρηρ άνοιξε επίσημη έρευνα βάσει του Section 301 τον Οκτώβριο του 2025 σχετικά με τη μη εκπλήρωση εκ μέρους της Κίνας των υποχρεώσεων που συνδέονται με την «Πρώτη Φάση» και ανέφερε ότι η έρευνα θα συνεχιστεί ανεξαρτήτως της εκεχειρίας.

«Με την Κίνα, ισχύει το εξής: επαληθεύουμε και παρακολουθούμε και επιτηρούμε τις δεσμεύσεις», δήλωσε ο Γκρηρ στο Fox News στις 7 Δεκεμβρίου 2025.

Τείχος προστασίας

Τα δύο νέα όργανα — το Συμβούλιο Εμπορίου ΗΠΑ–Κίνας και το Συμβούλιο Επενδύσεων ΗΠΑ–Κίνας — στο επίκεντρο της συμφωνίας της πρόσφατης συνόδου είναι περιορισμένα εκ σχεδιασμού.

Ο Γκρηρ ανέφερε ότι το Συμβούλιο Εμπορίου θα ασχοληθεί μόνο με «μη ευαίσθητα αγαθά» — αγροτικά προϊόντα, ενέργεια, αεροσκάφη, ιατροτεχνολογικά προϊόντα — με αρχικό στόχο περίπου 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων εκατέρωθεν για μειώσεις δασμών. Οι ημιαγωγοί, η τεχνητή νοημοσύνη και ο στρατιωτικός εξοπλισμός βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας του Συμβουλίου Εμπορίου.

Ο Γουόνγκ χαρακτηρίζει αυτή την οριοθέτηση ως επισημοποίηση ενός «γεωπολιτικού τείχους προστασίας».

Αφήνοντας την προηγμένη τεχνολογία εκτός, αναφέρει, οι ΗΠΑ υποδηλώνουν ότι οι περιορισμοί στα τσιπ, ο έλεγχος των εξερχόμενων επενδύσεων και οι έλεγχοι των εξαγωγών δεν είναι πλέον διαπραγματευτικά χαρτιά που ανταλλάσσονται για παραγγελίες σόγιας· είναι μόνιμες γραμμές ανάσχεσης.

Ο πραγματικός λόγος ύπαρξης του Συμβουλίου, σημειώνει, είναι η διαχείριση μιας χαμηλού διακυβεύματος αλληλεξάρτησης — η διατήρηση του βασικού εμπορίου ώστε να συγκρατηθεί ο αμερικανικός πληθωρισμός και να ελεγχθεί ο ρυθμός της αποσύνδεσης.

Ο Σιε Τιεν [Xie Tian], καθηγητής στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων Aiken του Πανεπιστημίου της Νότιας Καρολίνας, κατανοεί με τον ίδιο τρόπο τη νέα αμερικανική προσέγγιση.

«Η Ουάσιγκτον κράτησε τα ευαίσθητα ζητήματα έξω επειδή δεν ήθελε να εγκλωβίσει τον πρόεδρο ή να παραδώσει τα εργαλεία που χρησιμοποιεί σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας μέσα από άλλους διαύλους», δήλωσε στην Epoch Times.

Ωστόσο, ο Σιε βλέπει και μια παγίδα: ότι είναι πιθανόν το Πεκίνο να δει την κίνηση προς ένα μόνιμο όργανο εμπορίου ως παραχώρηση — μια ευκαιρία να μετατρέψει μια ανοιχτή δασμολογική διαμάχη σε έναν ατελείωτο διάλογο τον οποίο θα διαιωνίσει. «Μόλις ξεκινήσουν οι συνομιλίες, το ΚΚΚ σίγουρα θα καταφύγει στην κωλυσιεργία, όπως πάντα», με στόχο να «παρατείνει τις διαδικασίες μέχρι να αποχωρήσει ο Τραμπ από την εξουσία», ισχυρίστηκε.

Ο Σιάο, ένα άλλο πρόσωπο από τον στενό εσωτερικό κύκλο του κινεζικού συστήματος, είπε στην Epoch Times ότι αυτό αντανακλά μια σκόπιμη νέα έμφαση μέσα στο κόμμα. Στόχος δεν είναι πλέον το αν θα γίνουν συνομιλίες, αλλά το ποιος θα τις ελέγχει — «ο έλεγχος της ταχύτητας των διαπραγματεύσεων, ο έλεγχος της κατεύθυνσης των ζητημάτων και, τελικά, ο έλεγχος της έκβασης», ανέφερε, αποκαλώντας την τακτική ‘αλληλουχία δολώματος’.

«Προσφέρουν ένα μικρό όφελος ως αρχικό δόλωμα, με ένα μεγαλύτερο δόλωμα να ακολουθεί αργότερα, ανάλογα με το αν οι Ηνωμένες Πολιτείες το τσιμπήσουν. Μόλις η Αμερική αποδεχθεί, αυτό θα συνεχιστεί», παρατηρεί.

Το αμερικανικό χαρτί

Αυτό που μοιάζει με συμφωνία μέσα σε μια κοινή ασάφεια, δήλωσε ο Γουόνγκ, είναι στην πραγματικότητα η «συγχρονισμένη κατασκευή δύο θωρακισμένων οικονομικών συστημάτων» — καθένα φτιαγμένο ώστε να επιβιώσει μιας μακράς αποσύνδεσης και, κατά την άποψή του, ακόμη και του κινδύνου ένοπλης σύγκρουσης.

Η Ουάσιγκτον, ανέφερε, χρησιμοποιεί τα υψηλά επιτόκια και το προβάδισμά της στους προηγμένους υπολογισμούς για να ανακτήσει παγκόσμια κεφάλαια και να πνίξει την πρόσβαση της Κίνας στα πιο προηγμένα τσιπ, ενώ το Πεκίνο σφραγίζει τις χρηματοοικονομικές του εξόδους για να προετοιμαστεί για μια μεγάλη περίοδο κυρώσεων.

Οι δύο πλευρές όμως δεν είναι ισοδύναμες, δήλωσε ο Σιε, με αρκετά από τα πλεονεκτήματα να κλίνουν προς την πλευρά της Ουάσιγκτον.

Κατά τον Σιε, η πίεση που αποπειράθηκε να ασκήσει η Κίνα μέσω του ελέγχου των σπάνιων γαιών δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, αφού ώθησε τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους να ξεκινήσουν να αναζητούν  εναλλακτικές πηγές.

Η Ουάσιγκτον έχει ήδη υπογράψει συμφωνίες προμήθειας σπάνιων γαιών με εταίρους μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η Ιαπωνία, η Μαλαισία και η Ταϊλάνδη, είπε, ενώ η εγχώρια εξόρυξη και επεξεργασία έχει αρχίσει να τίθεται σε λειτουργία. Η μετατόπιση είναι ορατή στη σπουδή των αμερικανικών και συμμαχικών εταιρειών να οικοδομήσουν συμπαγείς εφοδιαστικές αλυσίδες ανεξάρτητες από την Κίνα, με αρκετές να στηρίζονται από εγγυήσεις αγορών της αμερικανικής κυβέρνησης.

«Ως μοχλός πίεσης, [οι σπάνιες γαίες] θα χάσουν την αποτελεσματικότητά τους», δήλωσε ο Σιε, ο οποίος πιστεύει ότι η εξάρτηση της Αμερικής από τις κινεζικές σπάνιες γαίες έχει αρχίσει και θα συνεχίσει να μειώνεται.

Ο δασμολογικός μοχλός της Ουάσιγκτον αποδείχθηκε επίσης πιο ανθεκτικός από μια μεμονωμένη δικαστική απόφαση, προσέθεσε.

Τον Φεβρουάριο, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε τους δασμούς έκτακτων εξουσιών που χρησιμοποιούσε ο Τραμπ ως κύριο μοχλό του, και μέσα σε λίγες ώρες η κυβέρνηση χρησιμοποίησε άλλες εξουσιοδοτήσεις του εμπορικού δικαίου.

Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ δήλωσε στο Economic Club του Ντάλλας, στις 20 Φεβρουαρίου, ότι ο νέος συνδυασμός θα αφήσει τα δασμολογικά έσοδα του 2026 «ουσιαστικά αμετάβλητα».

Οι ίδιοι οι δασμοί στα κινεζικά προϊόντα κρατήθηκαν — αυτοί που επιβλήθηκαν βάσει των Sections 232 και 301 στηρίζονται σε στερεότερο νομικό έδαφος και παραμένουν σε ισχύ. Μια ευρύτερη πρόσθετη επιβάρυνση 10% που επιβλήθηκε βάσει του Section 122 ακυρώθηκε από το Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου των ΗΠΑ τον Μάιο, αλλά η κυβέρνηση άσκησε έφεση και οι δασμοί εξακολουθούν να εισπράττονται προς το παρόν. Όπως και να έχει, η πρόσθετη αυτή επιβάρυνση ήταν πάντοτε ένα προσωρινό μέτρο — με ανώτατο όριο τις 150 ημέρες και προγραμματισμένη λήξη στις 24 Ιουλίου.

Ο Γκρηρ ήταν ωμός σχετικά με το τι διασφαλίστηκε με αυτό: «Μένουν οι δασμοί στις εισαγωγές από την Κίνα — αυτό είναι μια επιτυχία», ανέφερε στην εκδήλωση του CFR στις 26 Μαΐου, προσθέτοντας ότι οι αμερικανικοί δασμοί στα κινεζικά προϊόντα «πιθανότατα θα είναι πάντα υψηλότεροι από ό,τι για άλλες χώρες».

Τι να προσέξουμε

Ο Γουόνγκ επισημαίνει τρία πράγματα που θα αποκαλύψουν αν οι υποσχέσεις της συνόδου τηρούνται ή παραμερίζονται διακριτικά.

Το πρώτο είναι αν το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου θα αρχίσει να χρησιμοποιεί το Διάταγμα υπ’ αριθμόν 834 — το πλαίσιο ασφάλειας της εφοδιαστικής αλυσίδας που εξέδωσε τον Μάρτιο — για να τιμωρήσει εταιρείες εκτός Κίνας, στην Ευρώπη ή στην Ασία, που πιάνονται να επανεξάγουν υλικά που τελούν υπό έλεγχο σε Αμερικανούς εργολάβους στον τομέα της Άμυνας.

Το δεύτερο είναι αν ο USTR θα μετατοπιστεί από τις ευρείες δασμολογικές αναθεωρήσεις σε στοχευμένους δασμούς ανά προϊόν, που θα καθοδηγούνται από δεδομένα παρακολούθησης — ένα σημάδι ότι το μοντέλο «επαλήθευσης και παρακολούθησης» έχει τεθεί σε λειτουργία.

Το τρίτο είναι αν η πιο ρυπογόνος, πιο βαριά μεταποίηση μπορεί πράγματι να επιστρέψει στη Δύση ή στον Παγκόσμιο Νότο — κανένας από τους δύο δεν μπορεί να αναπαραγάγει το μοντέλο της Κίνας, χωρίς συνδικάτα και με ελάχιστους κανονισμούς, και αμφότεροι θα συναντήσουν αντίσταση για λόγους εργασιακούς, περιβαλλοντικούς και ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Αν ο επιστροφή της παραγωγής τελματωθεί, ενώ το Πεκίνο διατηρεί τον έλεγχο στην εξόρυξη και επεξεργασία των σπάνιων γαιών, δήλωσε ο Γουόνγκ, οι δύο οικονομίες θα συνεχίσουν να αποσυνδέονται ανεξαρτήτως τού τι έχουν συμφωνήσει οι ηγέτες τους.

Τα δύο νέα Συμβούλια, Εμπορίου και Επενδύσεων, δεν έχουν συνεδριάσει ακόμη.

Η εκεχειρία του Μπουσάν — η μονοετής ‘κατάπαυση πυρός’ στους δασμούς και τους ελέγχους εξαγωγών που οι δύο πλευρές πέτυχαν τον περασμένο Οκτώβριο — λήγει τον Νοέμβριο, και η ανανέωσή της τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση.

Ο USTR αναμένεται να δημοσιεύσει εντός των ημερών πρόσκληση σε δημόσια διαβούλευση, ρωτώντας ποια αγαθά κινεζικής προέλευσης θα πρέπει να δικαιούνται χαμηλότερους δασμούς.

Και το βασικό πρόβλημα που η σύνοδος υποτίθεται ότι θα ελάφρυνε — ότι καμία πλευρά δεν πιστεύει ότι η άλλη θα κάνει αυτό που λέει — παραμένει ακριβώς εκεί που βρισκόταν.

Του Sean Tseng

Ακαδημαϊκοί ζητούν νέα έρευνα για τον θάνατο της κατηγόρου του Έπσταϊν, Βιρτζίνια Τζούφρε

Δεκαέξι ακαδημαϊκοί υπέγραψαν ανοικτή επιστολή προς τον ιατροδικαστή της πολιτείας της Δυτικής Αυστραλίας, ζητώντας τη διενέργεια επίσημης δημόσιας δικαστικής έρευνας για πιθανή σύνδεση του θανάτου της Βιρτζίνια Τζούφρε με περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας. Παρότι η αστυνομία χαρακτήρισε τον θάνατό της αυτοκτονία, οι ακαδημαϊκοί υποστηρίζουν ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία που δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνηση.

Η Τζούφρε πέθανε στις 25 Απριλίου 2025, σε ηλικία 41 ετών, στο αγρόκτημά της στη Δυτική Αυστραλία, αφήνοντας πίσω της τρία παιδιά που είχε αποκτήσει με τον σύζυγό της, Ρόμπερτ Τζούφρε. Στις 30 Μαρτίου είχε κάνει την τελευταία της ανάρτηση στο Instagram, υποστηρίζοντας ότι είχε υποστεί νεφρική ανεπάρκεια έπειτα από ατύχημα με λεωφορείο και ότι οι γιατροί τής είχαν δώσει μόλις τέσσερις ημέρες ζωής.

Η ανάρτηση συνοδευόταν από φωτογραφία στην οποία εμφανιζόταν ξαπλωμένη στο πλάι, σε κρεβάτι που έμοιαζε νοσοκομειακό, με εμφανείς μώλωπες στο πρόσωπό της.

Η επιστολή, που δημοσιεύθηκε από το Κέντρο για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών (Centre for the Elimination of Violence Against Women – CEVAW) της Νομικής Σχολής της Μελβούρνης, φέρει τις υπογραφές δεκαέξι ακαδημαϊκών, όλοι ερευνητές και ειδικοί σε θέματα ενδοοικογενειακής βίας και βίας κατά των γυναικών. Οι υπογράφοντες αναφέρουν ότι υπάρχουν «στοιχεία που καθιστούν μια τέτοια έρευνα […] αναγκαία».

Σύνδεση μεταξύ αυτοκτονιών και ενδοοικογενειακής βίας

Οι ακαδημαϊκοί επικαλούνται στατιστικά στοιχεία που συνδέουν τις αυτοκτονίες με την εμπειρία οικογενειακής βίας — μεταξύ αυτών και έρευνα του Συνηγόρου του Πολίτη του 2017, σύμφωνα με την οποία το 56% των γυναικών και παιδιών που αυτοκτόνησαν εκείνη τη χρονιά στη Δυτική Αυστραλία ήταν θύματα ενδοοικογενειακής βίας.

Στην επιστολή σημειώνεται ότι το ποσοστό αυτό είναι σχεδόν βέβαιο πως αποτελεί χαμηλότερο από το πραγματικό, λόγω της ευρέως τεκμηριωμένης ελλιπούς αναφοράς περιστατικών ενδοοικογενειακής και οικογενειακής βίας στα επίσημα συστήματα καταγραφής. Επισημαίνεται δε ότι νεότερα ερευνητικά δεδομένα υποδηλώνουν πως οι αυτοκτονίες που συνδέονται με περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας ενδέχεται να είναι έως και τρεις φορές περισσότερες από τις δολοφονίες γυναικών από συντρόφους τους.

Σύμφωνα με τους ακαδημαϊκούς, οι ιατροδικαστικές διαδικασίες αντιμετωπίζουν πολύ συχνά την ψυχική ασθένεια ως το βασικό ερμηνευτικό πλαίσιο, αποκρύπτοντας τον ρόλο του εξαναγκαστικού ελέγχου και των συστημικών αποτυχιών. Προσθέτουν ότι η έρευνα έχει αναδείξει την απομάκρυνση των παιδιών ως σημαντικό παράγοντα που συμβάλλει στην απελπισία των θυμάτων, ενώ η εργαλειοποίηση νομικών μηχανισμών, συμπεριλαμβανομένων των περιοριστικών διαταγών, αποτελεί επίσης καλά τεκμηριωμένη τακτική εξαναγκαστικού ελέγχου.

Η ίδια η Τζούφρε, σε ανάρτησή της τον Μάρτιο του 2025, είχε εκφράσει την οδύνη της για την αποξένωσή της από τα παιδιά της, γράφοντας ότι τα αγαπημένα της παιδιά δεν είχαν ιδέα πόσο τα αγαπούσε, ότι δηλητηριάζονταν με ψέματα και ότι της έλειπαν πάρα πολύ.

Έκκληση για δημόσια έρευνα

Οι ακαδημαϊκοί έγραψαν ότι ο θάνατος της Βιρτζίνια Τζούφρε είναι ασυνήθιστος μόνο επειδή είναι ορατός στο κοινό. Όπως σημείωσαν, λόγω της δημόσιας προβολής της υπάρχει ένα ασυνήθιστα λεπτομερές αρχείο των τελευταίων μηνών της ζωής της, το οποίο συνάδει σε μεγάλο βαθμό με όσα δείχνει η έρευνα για τον τρόπο με τον οποίο συμβαίνουν αυτοί οι θάνατοι και για το πώς συχνά παραβλέπονται.

Ανέφεραν ακόμη ότι οι συνθήκες των τελευταίων μηνών της ζωής της, όπως έχουν δημοσιοποιηθεί, είναι συμβατές με τα πρότυπα που περιγράφονται παραπάνω και ότι μια δημόσια δικαστική έρευνα αποτελεί τον κατάλληλο μηχανισμό για την πλήρη διερεύνησή τους. Εάν η έρευνα διεξαχθεί λαμβάνοντας υπ’ όψιν το πλαίσιο της ενδοοικογενειακής και οικογενειακής βίας, θα μπορούσε να οδηγήσει σε πορίσματα και συστάσεις που θα υπερβαίνουν τη συγκεκριμένη υπόθεση και ενδεχομένως να συμβάλουν στην αποτροπή παρόμοιων θανάτων στο μέλλον.

Η επιστολή καταλήγει καλώντας τον ιατροδικαστή να αξιοποιήσει στο έπακρο όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία κατά τη λήψη της απόφασής του.

Μία από τις πιο γνωστές κατηγόρους του Έπσταϊν

Η Τζούφρε ήταν μία από τις πιο προβεβλημένες κατηγόρους του Τζέφρυ Έπσταϊν. Ισχυριζόταν ότι ο πρίγκιπας Άντριου, τότε μέλος της βρετανικής βασιλικής οικογένειας, την είχε κακοποιήσει σεξουαλικά όταν ήταν 17 ετών, με τη συνδρομή του Έπσταϊν και της Γκισλέιν Μάξγουελ, 62 ετών, η οποία κρίθηκε ένοχη για τον ρόλο της στη στρατολόγηση και κακοποίηση πολλών ανήλικων κοριτσιών για λογαριασμό του Έπσταϊν.

Η αστική αγωγή που κατέθεσε η Τζούφρε κατά του πρίγκιπα Άντριου το 2021 διευθετήθηκε εξωδικαστικά και εμπιστευτικά, με τον πρίγκιπα να δωρίζει χρήματα στο φιλανθρωπικό ίδρυμα της Τζούφρε. Αν και το ποσό δεν αποκαλύφθηκε ποτέ επισήμως, δημοσιεύματα εκτιμούν ότι ο εξωδικαστικός διακανονισμός, που επιτεύχθηκε το 2022, ανερχόταν σε ~12 εκατομμύρια λίρες (~14 εκατ. ευρώ).

Η συμφωνία περιελάμβανε επίσης ρήτρα εμπιστευτικότητας, ενώ ο Άντριου δεσμεύθηκε να μην αμφισβητεί δημοσίως τους ισχυρισμούς της Τζούφρε και να μην επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό ότι δεν θυμόταν να την έχει συναντήσει.

Όταν έγινε γνωστός ο θάνατος της Τζούφρε, πολλοί απέτισαν φόρο τιμής στη μνήμη της, μεταξύ των οποίων και ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος χαρακτήρισε τον θάνατό της «φρικτό γεγονός».

Του Rex Widerstrom

Η Γαλλία συνομιλεί με την Κίνα για τα εμπορικά πλεονάσματα

Ο αντιπρόεδρος της κινεζικής κυβέρνησης Τζανγκ Γκουοτσίνγκ συμμετείχε την Πέμπτη σε τηλεδιάσκεψη που φιλοξένησε ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμμανουέλ Μακρόν, με τις ανησυχίες για τις παγκόσμιες οικονομικές ανισορροπίες να εντείνονται εν όψει της συνόδου κορυφής της G7, στις 15–17 Ιουνίου.

Η συζήτηση είχε τίτλο «Παγκόσμια Σύγκλιση για την Ανάπτυξη» και πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες πριν από τη σύνοδο των ηγετών της G7 στο Εβιάν-λε-Μπαιν, όπου οι εμπορικές εντάσεις και το διευρυνόμενο εξαγωγικό πλεόνασμα της Κίνας αναμένεται να βρεθούν στο επίκεντρο των συζητήσεων.

Κατά την έναρξη, ο Εμμανουέλ Μακρόν δήλωσε ότι κοινός στόχος θα πρέπει να είναι η επαναφορά της παγκόσμιας οικονομίας σε ισχυρότερη τροχιά ανάπτυξης, σημειώνοντας ότι ο συντονισμός αποτελεί βασική προϋπόθεση για να αποφευχθούν απότομες οικονομικές και χρηματοπιστωτικές αναταράξεις.

Το υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας ανέφερε ότι ο Τζανγκ συμμετείχε έπειτα από πρόσκληση της γαλλικής κυβέρνησης, σε μια σπάνια περίπτωση άμεσης συμμετοχής του Πεκίνου σε φόρουμ που συνδέεται με την G7. Το Πεκίνο κατηγορεί εδώ και καιρό την ομάδα ότι δεν εκπροσωπεί επαρκώς τη διεθνή τάξη στο σύνολό της.

Η Γαλλία, η οποία ασκεί φέτος την προεδρία της G7, έχει αναδείξει τις παγκόσμιες οικονομικές ανισορροπίες σε κεντρικό θέμα της ατζέντας της. Γάλλοι αξιωματούχοι θεωρούν ότι οι συνομιλίες αποτελούν μέρος μιας προσπάθειας εξεύρεσης συνεργατικών λύσεων προτού η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφασίσει εάν θα υιοθετήσει αυστηρότερη εμπορική στάση απέναντι στην Κίνα.

Οι ευρωπαϊκές ανησυχίες έχουν ενταθεί καθώς αυξάνονται τα εμπορικά πλεονάσματα και τα πλεονάσματα των τρεχουσών συναλλαγών της Κίνας. Σύμφωνα με κινεζικά στοιχεία για το συνάλλαγμα, το πλεόνασμα των τρεχουσών συναλλαγών της χώρας ανήλθε στο ιστορικό υψηλό των 735 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2025.

Επικριτές υποστηρίζουν ότι η αύξηση των κινεζικών εξαγωγών, ιδιαίτερα σε τομείς όπως τα ηλεκτρικά οχήματα και οι μπαταρίες, ασκεί ολοένα μεγαλύτερη πίεση στους Ευρωπαίους κατασκευαστές. Από τη δική τους πλευρά, Κινέζοι αξιωματούχοι απορρίπτουν τους ισχυρισμούς ότι η κρατική στήριξη προσφέρει αθέμιτο πλεονέκτημα στους εξαγωγείς.

Η συζήτηση βασίστηκε σε μήνες διπλωματικών επαφών μεταξύ Παρισιού και Πεκίνου. Ο Μακρόν συναντήθηκε με τον ηγέτη της Κίνας Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο τον Δεκέμβριο του 2025, όταν τον κάλεσε να συμβάλει στην εξισορρόπηση των οικονομικών σχέσεων μέσω συνεργασίας, αντί να ωθήσει την Ευρώπη προς πιο προστατευτικά μέτρα.

Έκτοτε, αρκετοί ηγέτες της G7 έχουν επισκεφθεί την Κίνα, καθώς οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να διαχειριστούν τις αυξανόμενες οικονομικές εντάσεις.

Το ζήτημα έχει αποκτήσει μεγαλύτερη βαρύτητα και εντός της G7. Οι υπουργοί Οικονομικών που συναντήθηκαν τον περασμένο μήνα συμφώνησαν ότι απαιτείται συντονισμένη δράση για την αντιμετώπιση όσων χαρακτήρισαν υπερβολικές παγκόσμιες ανισορροπίες, αντανακλώντας τις ανησυχίες ότι η διεύρυνση των εμπορικών ανισοζυγίων θα μπορούσε να αυξήσει τους οικονομικούς και χρηματοπιστωτικούς κινδύνους.

Παρότι η Κίνα δεν είναι μέλος της G7, ο ρόλος της στην παγκόσμια οικονομία αναμένεται να αποτελέσει βασικό θέμα τόσο στη σύνοδο κορυφής όσο και σε επόμενη συνάντηση των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Μέχρι το βράδυ της Πέμπτης, ούτε οι γαλλικές ούτε οι κινεζικές αρχές είχαν δημοσιοποιήσει κοινή ανακοίνωση για την τηλεδιάσκεψη.

Του James Xu

Με πληροφορίες από το Reuters

ΗΠΑ: Κατάσχεση 13 ιστοτόπων που συνδέονται με φερόμενη κινεζική επιχείρηση κατασκοπείας

Οι ομοσπονδιακές αρχές των ΗΠΑ κατέσχεσαν την Τετάρτη δεκατρείς διαδικτυακούς τομείς, τους οποίους οι εισαγγελείς συνδέουν με φερόμενο σχέδιο στρατολόγησης από κινεζικές υπηρεσίες πληροφοριών, με στόχο νυν και πρώην Αμερικανούς κυβερνητικούς υπαλλήλους που είχαν πρόσβαση σε διαβαθμισμένες και ευαίσθητες πληροφορίες.

Σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα, οι διαχειριστές δημιούργησαν τουλάχιστον δεκατρείς ψευδείς ιστοτόπους εταιρειών συμβούλων από τον Νοέμβριο του 2023 και τους χρησιμοποίησαν για τη δημοσίευση αγγελιών εργασίας που απευθύνονταν σε νυν και πρώην κυβερνητικούς υπαλλήλους, στρατιωτικούς και κατόχους αδειών ασφαλείας.

Το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ ανέφερε ότι οι ιστότοποι αρνούνταν οποιαδήποτε εμπλοκή ξένης κυβέρνησης. Εκπρόσωπος της κινεζικής πρεσβείας στο Λονδίνο χαρακτήρισε τον ισχυρισμό περί κινεζικής εμπλοκής «κακόβουλη συκοφαντία» και υποστήριξε ότι είναι απολύτως ψευδής.

Σύμφωνα με το υπουργείο Δικαιοσύνης, οι ιστότοποι διαφήμιζαν θέσεις όπως «Ανώτερος Αναλυτής» και «Σύμβουλος Διεθνών Υποθέσεων» και αναζητούσαν άτομα με εξειδίκευση σε θέματα που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την κινεζική κυβέρνηση.

Οι εισαγγελικές αρχές υποστηρίζουν ότι τα άτομα που πραγματοποιούσαν τη στρατολόγηση χρησιμοποιούσαν ψευδείς ταυτότητες, φωτογραφίες προφίλ που είχαν δημιουργηθεί με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, κρυπτογραφημένες εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων και πληρωμές μέσω λογαριασμών στο εξωτερικό, προκειμένου να αποκρύπτουν την ταυτότητα και τις δραστηριότητές τους.

Σύμφωνα με ένορκη κατάθεση που υποστήριξε τις κατασχέσεις, στους υποψηφίους προσφέρονταν χρηματικά ποσά με αντάλλαγμα αναφορές και πληροφορίες. Οι φερόμενοι υπεύθυνοι στρατολόγησης φέρονται να πίεζαν τους υποψηφίους να παρέχουν εμπιστευτικές ή εσωτερικές πληροφορίες, χρησιμοποιώντας συμβάσεις και συμφωνίες εχεμύθειας ώστε οι ευκαιρίες συνεργασίας να φαίνονται νόμιμες.

Κατά το υπουργείο Δικαιοσύνης, το σχέδιο περιελάμβανε δωροδοκία νυν και πρώην δημοσίων λειτουργών, κλοπή ταυτότητας και διεθνές ξέπλυμα χρήματος. Ο υφυπουργός Δικαιοσύνης για θέματα Εθνικής Ασφάλειας Τζον Άιζενμπεργκ προειδοποίησε ότι ξένοι παράγοντες χρησιμοποιούν ολοένα και συχνότερα υποσχέσεις οικονομικού οφέλους για να αποκτούν ευαίσθητες πληροφορίες από Αμερικανούς πολίτες.

Ο Άιζενμπεργκ δήλωσε ότι οι κατασχέσεις των διαδικτυακών τομέων αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο ξένοι παράγοντες μπορούν να χρησιμοποιούν υποσχέσεις εύκολου κέρδους για να παρασύρουν Αμερικανούς στην αποκάλυψη ευαίσθητων ή διαβαθμισμένων πληροφοριών που έχουν καθήκον να προστατεύουν. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι όποιος προσεγγίζεται διαδικτυακά με προτάσεις για εύκολο εισόδημα μέσω ασαφώς περιγραφόμενης «συμβουλευτικής» εργασίας θα πρέπει να επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή και να παραμένει σε εγρήγορση για ενδείξεις κακόβουλης στόχευσης.

Το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών (FBI) ανέφερε ότι η υπόθεση αναδεικνύει τις προσπάθειες των κινεζικών μυστικών υπηρεσιών να αξιοποιήσουν διαδικτυακές αγγελίες εργασίας, επαγγελματικές πλατφόρμες δικτύωσης, την τεχνητή νοημοσύνη και ψηφιακά συστήματα πληρωμών για να στοχεύσουν Αμερικανούς με πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες.

Οι αρχές δήλωσαν ότι οι ιστότοποι προωθούνταν μέσω ιστοσελίδων αναζήτησης εργασίας και άλλων διαδικτυακών πλατφορμών, μεταξύ των οποίων οι Upwork, Expertia AI, Hubstaff Talent, Wellfound και Post Job Free.

Μετά την κατάσχεση, το FBI αντικατέστησε τους ιστοτόπους με προειδοποιητικές σελίδες που ενημερώνουν ότι οι διαδικτυακοί τομείς κατασχέθηκαν στο πλαίσιο έρευνας των αρχών επιβολής του νόμου. Αξιωματούχοι δήλωσαν ότι η ενέργεια αποσκοπούσε στον τερματισμό της στρατολόγησης Αμερικανών πολιτών και στην προστασία των ευαίσθητων πληροφοριών της αμερικανικής κυβέρνησης.

Σε ανακοίνωσή του, ο αναπληρωτής διευθυντής του Τμήματος Αντικατασκοπείας και Κατασκοπείας του FBI Ρόμαν Ροζάφσκι ανέφερε ότι οι ψευδείς διαδικτυακοί τομείς εταιρειών συμβούλων που κατασχέθηκαν από το FBI καταδεικνύουν μέχρι ποιο σημείο είναι διατεθειμένες να φτάσουν οι υπηρεσίες πληροφοριών της κινεζικής κυβέρνησης, επιχειρώντας να χρησιμοποιήσουν περιεχόμενο που δημιουργείται με τεχνητή νοημοσύνη για να εξαπατήσουν, να στρατολογήσουν ή να εξαναγκάσουν νυν και πρώην κατόχους αδειών ασφαλείας των ΗΠΑ να κοινοποιήσουν ευαίσθητες πληροφορίες.

Προσέθεσε ότι το FBI και οι συνεργαζόμενες υπηρεσίες έχουν διαπιστώσει πως οι κινεζικές μυστικές υπηρεσίες  καταφεύγουν στη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, επαγγελματικών ιστοτόπων δικτύωσης και διαδικτυακών πλατφορμών πληρωμών για να στοχεύσουν Αμερικανούς πολίτες και ότι έχουν λάβει μέτρα για την προστασία της χώρας και της εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών.

Του Tom Gantert

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αντικαθιστά την Google με την Qwant

Από τις 4 Ιουνίου, οι εσωτερικοί υπολογιστές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν έχουν πλέον την Google ως προεπιλεγμένη μηχανή αναζήτησης, αλλά την Qwant, μία γαλλική πλατφόρμα.

Η αλλαγή ισχύει για αναζητήσεις που πραγματοποιούνται από τη γραμμή διευθύνσεων των προγραμμάτων περιήγησης Firefox και Microsoft Edge στους σταθμούς εργασίας του ιδρύματος, αν και κάθε χρήστης μπορεί να αλλάξει τις ρυθμίσεις και να επιστρέψει στην Google ή σε άλλη υπηρεσία.

Μια χειρονομία ψηφιακής απεξάρτησης

Η απόφαση να αντικατασταθεί η Google αποτελεί μέρος της ευρωπαϊκής προσπάθειας για μεγαλύτερη ανεξαρτησία από τις μεγάλες αμερικανικές πλατφόρμες και για προώθηση ενός ευρωπαϊκού τεχνολογικού οικοσυστήματος που «που θα ευθυγραμμίζεται περισσότερο με τις ευρωπαϊκές αξίες», όπως πρότειναν πέρυσι ευρωβουλευτές από διάφορες ομάδες.

Ένας παράγοντας που διαφοροποιεί την ευρωπαϊκή από την αμερικανική λογική, είναι το αίτημα για μεγαλύτερη προστασία των προσωπικών δεδομένων, το οποίο εκφράζεται με τα μέτρα και τους περιορισμούς που προωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά τη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας και τις υποχρεώσεις των παρόχων.

Η διαφοροποίηση και απεξάρτηση από τους εταίρους της αποτελεί μία γενικευμένη τάση στην ΕΕ, που αφορά και άλλα πεδία όπως η άμυνα, η παραγωγή και η ενέργεια.

Μια γαλλική μηχανή αναζήτησης που «προστατεύει την ιδιωτικότητα»

Η Qwant, η οποία ιδρύθηκε το 2013, προβάλλει την απουσία εξατομικευμένης διαφημιστικής στόχευσης και τη δέσμευσή της να μην διατηρεί το ιστορικό αναζήτησης των χρηστών, προσφέροντας διαφημίσεις με βάση τα συμφραζόμενα που σχετίζονται με το περιεχόμενο που αναζητήθηκε.

Ως μηχανή αναζήτησης, σχεδιάστηκε εξαρχής ως μια ευρωπαϊκή εναλλακτική λύση στην Google, σε ένα τοπίο που κυριαρχείται από λίγους σημαντικούς διεθνείς παίκτες.

Για τους υποστηρικτές της, η έγκρισή της από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτελεί ένα μήνυμα υπέρ μιας «ευρωπαϊκής τεχνολογικής λύσης» που ενσωματώνει τοπική έρευνα, cloud και τεχνητή νοημοσύνη.

Το άνοιγμα στην Κίνα

Tο 2018, η Qwant ανακοίνωσε την ίδρυσή της στην Κίνα, στο Σουτζόου, που παρουσιάζεται ως «πόλη των μεγάλων δεδομένων», στο πλαίσιο κρατικής επίσκεψης του Γάλλου προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν, σύμφωνα με το Tribuca.net.

Η μηχανή αναζήτησης παρουσιάστηκε τότε ως μία από τις λίγες δυτικές υπηρεσίες που ήταν προσβάσιμες στη χώρα, βασίζοντας τη στρατηγική της σε μια βιομηχανική συνεργασία γύρω από τα δεδομένα και τις ψηφιακές υποδομές.

Το άνοιγμα της Qwant στην κινεζική αγορά συνοδεύτηκε από συμφωνίες με τοπικούς εταίρους και συζητήσεις σχετικά με την προσαρμογή των υπηρεσιών σε ένα αυστηρά ρυθμιζόμενο περιβάλλον.

Χρηματοδότηση από τη Huawei και επέκταση στην Ευρώπη

Λίγα χρόνια αργότερα, το 2021, η Qwant έλαβε χρηματοδότηση ύψους 8 εκατομμυρίων ευρώ από τη Huawei μέσω μετατρέψιμων ομολόγων που καλύφθηκαν από θυγατρική επιχειρηματικών κεφαλαίων του κινεζικού ομίλου, σύμφωνα με τη Figaro, δάνειο το οποίο επέτρεψε στη γαλλική πλατφόρμα να συνεχίσει τη λειτουργία της. Είχε προηγηθεί κατά λίγους μήνες, η παραίτηση του διευθύνοντος συμβούλου της Qwant, Ερίκ Λεαντρί [Éric Léandri], ο οποίος ήταν για χρόνια στην εταιρεία.

«Η Huawei βοηθά την Qwant να αναπτυχθεί και να επεκταθεί στην Ευρώπη μέσω όλων των νέων συσκευών της που θα κυκλοφορήσουν στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία», δήλωσε τότε εκπρόσωπος της Qwant, σύμφωνα με το Maddyness.

Σύμφωνα με έγγραφα στα οποία είχε πρόσβαση ο Τύπος, αυτός ο μηχανισμός έδωσε στη Huawei τη δυνατότητα, υπό κανονιστικούς όρους, να γίνει μειοψηφικός μέτοχος στην Qwant, με μερίδιο από 5 έως 7,5% του κεφαλαίου.

Μεταξύ κυριαρχίας και εξάρτησης

Για όσους τάσσονται υπέρ της αλλαγής, η υιοθέτηση της Qwant από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καταδεικνύει την ικανότητα της Ένωσης να υποστηρίζει λύσεις που προέρχονται από το δικό της οικοσύστημα, προσφέροντας παράλληλα περισσότερες εγγυήσεις σχετικά με το απόρρητο των αναζητήσεων.

Τονίζουν δε ότι η επένδυση της Huawei παραμένει ρυθμιζόμενη, υπόκειται σε διοικητικές άδειες και, σε αυτό το στάδιο, δεν οδηγεί σε εξαγορά της γαλλικής εταιρείας.

Ωστόσο, υπάρχουν και αυτοί που αμφισβητούν την αξία μιας στρατηγικής ψηφιακής κυριαρχίας που βασίζεται, τουλάχιστον εν μέρει, σε χρηματοδότηση από παράγοντα της Κίνας — μιας χώρας γνωστής για τους περιορισμούς στην ελευθερία και την ασφάλεια του διαδικτύου της, σύμφωνα με το Heise.de.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διευκρινίζει ότι η προεπιλεγμένη ρύθμιση δεν είναι δεσμευτική ούτε απαγορεύεται η χρήση άλλων μηχανών αναζήτησης. Κάθε αιρετός αξιωματούχος, βοηθός ή διοικητικός εκπρόσωπος μπορεί να αλλάξει τις ρυθμίσεις στον υπολογιστή του πολύ εύκολα, και να χρησιμοποιεί την Google ή μια άλλη ανταγωνιστική υπηρεσία αντί της Qwant.

Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν εάν αυτή η χειρονομία υπέρ μιας ευρωπαϊκής λύσης συνοδεύεται από μια πραγματική αλλαγή στις ψηφιακές συνήθειες εντός του θεσμικού οργάνου και εάν το μοντέλο της Qwant πείθει πέρα ​​από τα τείχη του Κοινοβουλίου.

Του Germain de Lupiac