Σάββατο, 04 Ιούλ, 2026

Διακομματική έκθεση του Κογκρέσου για τις τιμές των κρίσιμων ορυκτών και τους χειρισμούς της Κίνας

Μία διακομματική έκθεση του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών, που δημοσιεύθηκε χθες, Τετάρτη, αποκάλυψε ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) χειραγωγεί τις αγορές κρίσιμων ορυκτών με στόχο την προώθηση των σχεδίων του.

Η Επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων για το ΚΚΚ δημοσίευσε την έκθεση με τίτλο Predatory Pricing («Αρπακτική Τιμολόγηση»), ύστερα από πολύμηνη έρευνα για τους τρόπους με τους οποίους χειραγωγεί τις αγορές το Πεκίνο.

Ο πρόεδρος της επιτροπής, Τζον Μούλενααρ (R-Mich.), τόνισε σε ανακοίνωσή του την εξάρτηση του κόσμου – από τα κινητά τηλέφωνα μέχρι τα μαχητικά αεροσκάφη – από ορυκτά που η Κίνα χειρίζεται για ίδιον όφελος και επεσήμανε ότι, όπως φάνηκε τον περασμένο μήνα με τον κινεζικό κανονισμό για τις σπάνιες γαίες, η Κίνα κρατά ένα «όπλο» στραμμένο κατά της αμερικανικής οικονομίας, κάτι που απαιτεί άμεση δράση.

Ο Μούλενααρ κατηγόρησε το Πεκίνο για αρπακτικές πρακτικές που οδήγησαν Αμερικανούς εργαζομένους στην ανεργία, ανάγκασαν μεταλλευτικές επιχειρήσεις να κλείσουν και έθεσαν σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ.

Η έρευνα αποκάλυψε ότι το κινεζικό καθεστώς επιδότησε τις κρατικές μεταλλευτικές του εταιρείες με δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ τους παρείχε και δάνεια μηδενικού επιτοκίου για την απόκτηση μεταλλευτικών περιουσιακών στοιχείων σε όλο τον κόσμο.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, το Πεκίνο ακολουθά μια πολυετή στρατηγική για να εδραιώσει την κυριαρχία του στην εφοδιαστική αλυσίδα των σπάνιων γαιών, προσελκύοντας δυτικές εταιρείες να συνεργαστούν με κινεζικές, και στη συνέχεια διαθέτοντας τα προϊόντα σε τιμές πολύ χαμηλότερες από τις τρέχουσες της αγοράς, βγάζοντας τους ανταγωνιστές από το ‘παιχνίδι’.

Αφού το Πεκίνο εδραίωσε την κυριαρχία του, χρησιμοποίησε τη μονοπωλιακή δύναμη που απέκτησε ως γεωπολιτικό όπλο, συνεχίζει η έκθεση, σημειώνοντας ότι διαπιστώθηκε και ότι το Πεκίνο έχει θεσπίσει νομικό πλαίσιο για τον έλεγχο της αναφοράς τιμών των ορυκτών, αυξομειώνοντας τις τιμές ανάλογα με τα εθνικά του συμφέροντα.

Ορυχείο σπάνιων γαιών στην εξορυκτική περιοχή Μπαϊγουνέμπο, στην αυτόνομη περιοχή Εσωτερικής Μογγολίας. Κίνα, 6 Ιουλίου 2010. (AP Photo, File)

 

Η Κίνα διατηρεί σκόπιμα χαμηλές τις τιμές των σπάνιων γαιών ώστε να αποτρέπει τους δυτικούς επενδυτές από το να εισέλθουν στην αγορά. Παράλληλα, συμπιέζει τις τιμές κρίσιμων ορυκτών, όπως το λίθιο, που αποτελεί βασικό συστατικό των επαναφορτιζόμενων μπαταριών και των ηλεκτρικών οχημάτων.

Σύμφωνα με την έκθεση, οι κινεζικές μεταλλευτικές επιχειρήσεις αναμένεται να κυριαρχούν στην παραγωγή λιθίου έως το 2030. Όταν οι τιμές είναι χαμηλές, το καθεστώς επιδοτεί τις εταιρείες του για να αποκτούν νέα μεταλλευτικά περιουσιακά στοιχεία, ισχυροποιώντας τον έλεγχο τους στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.

Η έρευνα συνοψίζει ότι η κινεζική κυβέρνηση υπό το ΚΚΚ έχει προχωρήσει σε συντονισμένο, πολυετές σχέδιο για να ελέγξει τις αγορές κρίσιμων ορυκτών και να τις υποτάξει στη βούλησή της.

Η έκθεση υπενθύμισε ότι στις 9 Οκτωβρίου, το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου εισήγαγε παγκόσμιο καθεστώς αδειοδότησης εξαγωγών για προϊόντα σπάνιων γαιών· ωστόσο, σύμφωνα με την έρευνα, το μέτρο αυτό αποτελεί αποκορύφωμα πολιτικών και επενδυτικών κινήσεων δεκαετιών.

Μεταξύ των προτάσεων που διατυπώνονται στην έκθεση περιλαμβάνεται η ενοποίηση της χρηματοδότησης και των προγραμμάτων βιομηχανικής βάσης των κρίσιμων ορυκτών υπό έναν ενιαίο φορέα, όπως έναν «υπεύθυνο κρίσιμων ορυκτών».

Η έκθεση συνιστά επίσης ενίσχυση της δραστηριότητας εξόρυξης και ανακύκλωσης, καθώς και επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων χωρίς να παραβλέπονται τα απαραίτητα περιβαλλοντικά μέτρα.

Μεταξύ άλλων, προτείνεται να ληφθούν μέτρα ώστε να αποτρέπονται οι εισαγωγές σε αθέμιτα χαμηλές τιμές που βλάπτουν τις αμερικανικές βιομηχανίες, να αναπτυχθούν ομοσπονδιακά εργαλεία για την παρακολούθηση κόστους και τιμών, και να ενισχυθεί ο συντονισμός με τους συμμάχους σε θέματα κρίσιμων ορυκτών.

Η επιτροπή προτείνει ακόμη τη δημιουργία Στρατηγικού Αποθέματος Πόρων, κατά τα πρότυπα του ομοσπονδιακού αποθέματος πετρελαίου, καθώς και τη θέσπιση φορολογικής ελάφρυνσης για τα κρίσιμα ορυκτά, τη στήριξη χαμηλότοκων δανείων για σχετικά έργα και την ανάπτυξη αμερικανικού εργατικού δυναμικού στις σπάνιες γαίες.

Της Jill McLaughlin

Ο Τραμπ τερματίζει το μακροβιότερο προσωρινό κλείσιμο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε χθες, 12 Νοεμβρίου, νομοσχέδιο που είχε εγκριθεί από τα δύο σώματα του Κογκρέσου, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έως τον Ιανουάριο, τερματίζοντας επίσημα το μακροβιότερο προσωρινό κλείσιμο της κυβέρνησης στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Τραμπ δήλωσε λίγο πριν από την υπογραφή ότι η κυβέρνηση στέλνει «ξεκάθαρο μήνυμα πως δεν θα υποκύψει ποτέ σε εκβιασμούς», αναφερόμενος στις απαιτήσεις των Δημοκρατικών που είχαν οδηγήσει στην προηγούμενη αντιπαράθεση. Παράλληλα, επανέλαβε το αίτημά του να καταργηθεί ο κανονισμός της Γερουσίας που απαιτεί πλειοψηφία 60 ψήφων και ο οποίος, όπως είπε, επέτρεψε το παρατεταμένο κλείσιμο.

Ο πρόεδρος υπέγραψε το νομοσχέδιο γύρω στις 22:25 (τοπική ώρα), περίπου δύο ώρες μετά την ψήφισή του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων με διακομματική στήριξη. Με την υπογραφή αυτή, το προσωρινό κλείσιμο της κυβέρνησης έληξε επίσημα την 43η ημέρα του, λιγότερο από μία ώρα πριν συμπληρωθούν 43 ημέρες, αριθμός-ρεκόρ για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η υπογραφή του Τραμπ σημαίνει ότι οι ομοσπονδιακοί υπάλληλοι που δεν είχαν λάβει μισθό για περισσότερο από έναν μήνα θα αποζημιωθούν άμεσα, ενώ όσοι είχαν τεθεί σε αναγκαστική άδεια θα επιστρέψουν στις θέσεις τους. Το νομοσχέδιο προβλέπει επίσης χρηματοδότηση για το Πρόγραμμα Συμπληρωματικής Διατροφικής Βοήθειας (SNAP) και άλλα προγράμματα επισιτιστικής υποστήριξης για ολόκληρο τον επόμενο χρόνο.

Η επαναλειτουργία της κυβέρνησης αναμένεται επίσης να οδηγήσει σε σταδιακή αποκατάσταση της ομαλότητας στις αερομεταφορές, που είχαν πληγεί σοβαρά εξαιτίας των απουσιών ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας και των περιορισμών απογείωσης από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Αεροπορίας (FAA) για λόγους ασφαλείας.

Η ψηφοφορία στη Βουλή

Με 222 ψήφους υπέρ και 209 κατά, η Βουλή ενέκρινε το μέτρο γύρω στις 20:20 μ.μ. (ώρα Ανατολικής Ακτής). Έξι Δημοκρατικοί βουλευτές — οι Τζάρεντ Γκόλντεν (D-Maine), Άνταμ Γκρέυ (D-Calif.), Ντον Ντέιβις (D-N.C.), Χένρυ Κουέγιαρ (D-Texas), Τομ Σουόζι (D-N.Y.) και Μαρί Γκλούζενκαμπ-Πέρεζ (D-Wash.) — ψήφισαν υπέρ του πακέτου, ενώ δύο Ρεπουμπλικανοί, οι Τόμας Μάσι (R-Ky.) και Γκρεγκ Στούμπε (R-Fla.), το καταψήφισαν.

Ο πρόεδρος της Βουλής, Μάικ Τζόνσον (R-La.), ανέφερε σε συνέντευξη Τύπου μετά την ψηφοφορία ότι οι Δημοκρατικοί «δεν πέτυχαν απολύτως τίποτα» μέσα από την αντιπαράθεση αυτή.

Πέραν της χρηματοδότησης της κυβέρνησης έως τις 30 Ιανουαρίου 2026, το νομοσχέδιο εξασφαλίζει πλήρη χρηματοδότηση σε τρεις βασικούς τομείς — το υπουργείο Γεωργίας, το υπουργείο Υποθέσεων Βετεράνων και τη Νομοθετική Εξουσία — έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2026. Περιλαμβάνει επίσης χρηματοδότηση για ένα έτος του προγράμματος SNAP και του συναφούς Προγράμματος Γυναικών, Βρεφών και Παιδιών (WIC), τα οποία είχαν καθυστερήσει λόγω του προσωρινού κλεισίματος.

Αντιπαράθεση στη Γερουσία για τις αποζημιώσεις

Πριν από την ψηφοφορία, πολλοί Ρεπουμπλικανοί ενώθηκαν με Δημοκρατικούς επικρίνοντας διάταξη του νομοσχεδίου που επιτρέπει στους γερουσιαστές να μηνύουν την κυβέρνηση εάν οι τηλεφωνικές τους συνομιλίες τεθούν υπό παρακολούθηση χωρίς να έχουν ενημερωθεί πρώτα.

Η διάταξη, που ενσωματώθηκε στο τμήμα χρηματοδότησης της νομοθετικής εξουσίας, δίνει το δικαίωμα στους γερουσιαστές να ζητούν τουλάχιστον 500.000 δολάρια αποζημίωση όταν οι αρχές αποκτούν πρόσβαση στα τηλεφωνικά τους δεδομένα χωρίς ειδοποίηση, ακόμη κι αν η έρευνα έχει λάβει δικαστική έγκριση.

Ο Τζόνσον, αναγνωρίζοντας τη δυσαρέσκεια της κοινοβουλευτικής του ομάδας, δεσμεύθηκε ότι η Βουλή θα προωθήσει γρήγορα ξεχωριστή νομοθετική πρωτοβουλία για την ακύρωση της συγκεκριμένης διάταξης. Η επίμαχη ρύθμιση σχετίζεται με κλήσεις σε βάρος γερουσιαστών που εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Τζο Μπάιντεν, στο πλαίσιο των ερευνών για τις προσπάθειες αμφισβήτησης της επικύρωσης των εκλογών του 2020.

Η ρύθμιση επικρίθηκε από Ρεπουμπλικανούς όπως ο Μόργκαν Γκρίφφιθ (R-Va.), ο οποίος σε συνεδρίαση της Επιτροπής Κανονισμών της Βουλής δήλωσε ότι συμμερίζεται τον σκεπτικισμό των Δημοκρατικών για το επίμαχο άρθρο. Αντίστοιχα, ο Τζον Ρόουζ (R-Tenn.) εξέφρασε την αντίθεσή του από το βήμα της Βουλής, υποστηρίζοντας ότι, αν και θεωρεί υπερβολικές τις έρευνες του υπουργείου Δικαιοσύνης (DOJ) για τις εκλογές του 2020 και τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου 2021, η διάταξη παραμένει ακατάλληλη. Κατά τον Ρόουζ, «κανένας εκλεγμένος αξιωματούχος δεν θα πρέπει να επωφελείται από πολιτικούς υπολογισμούς αριστερών γραφειοκρατών και δικαστών» και είναι «ντροπή» να επιβαρύνονται οι Αμερικανοί φορολογούμενοι με το κόστος της.

Ο Τζόνσον, σχολιάζοντας την επόμενη ημέρα, δήλωσε ότι εξεπλάγη από τη διάταξη της Γερουσίας, επισημαίνοντας πως πολλοί στη Βουλή έχουν «ισχυρή άποψη» για το θέμα.

Ο Ρεπουμπλικανός Γκρεγκ Στούμπε (R-Fla.) είχε προαναγγείλει ότι θα καταψηφίσει το μέτρο, αμφιβάλλοντας ότι η Γερουσία θα εξετάσει την ξεχωριστή πρόταση του Τζόνσον. Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, σημείωσε ότι «η Γερουσία δεν θα ασχοληθεί ποτέ με το ‘αυτόνομο’ νομοσχέδιο» και προειδοποίησε πως «δεν πρέπει να επιτραπεί στη Γερουσία να πιέζει τη Βουλή».

Η ψηφοφορία της Τετάρτης αποτέλεσε την πρώτη συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής μετά από οκτώ εβδομάδες, ενώ ήταν και η πρώτη φορά που συμμετείχε η νέα βουλευτής Αντελίτα Γκριχάλβα (D-Ariz.), η οποία είχε εκλεγεί σε ειδικές εκλογές για να αντικαταστήσει τον πατέρα της, τον εκλιπόντα Ραούλ Γκριχάλβα (D-Ariz.). Η καθυστερημένη ορκωμοσία της είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον, καθώς η νέα βουλευτής είχε δεσμευθεί να υπογράψει αίτημα για να υποχρεωθεί το υπουργείο Δικαιοσύνης να δημοσιοποιήσει τα αρχεία σχετικά με την υπόθεση του καταδικασμένου δισεκατομμυριούχου Τζέφρυ Έπσταϊν.

Ενδεχόμενο νέου κλεισίματος τον Ιανουάριο

Το ζήτημα της υγειονομικής περίθαλψης, το οποίο υπήρξε η κύρια αιτία που προκάλεσε και διατήρησε το κλείσιμο της κυβέρνησης, ενδέχεται να οδηγήσει σε νέα κρίση στις αρχές του επόμενου έτους.

Η πρόεδρος της Επιτροπής Προϋπολογισμού της Βουλής, Ρόζα Ντελάουρο (D-Conn.), δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι ανησυχεί για το ενδεχόμενο αυτό, τονίζοντας πως «στις 30 Ιανουαρίου ενδέχεται να βρεθούμε ξανά στην ίδια θέση» και υπενθυμίζοντας ότι «απομένουν ακόμη εννέα προϋπολογισμοί προς ψήφιση».

Οι Δημοκρατικοί πιέζουν για παράταση ενός έτους στις φορολογικές επιδοτήσεις των ασφαλιστικών προγραμμάτων του Νόμου για την Προσιτή Φροντίδα (Affordable Care Act – ACA), που λήγουν στο τέλος του τρέχοντος έτους. Ορισμένοι ειδικοί προειδοποιούν ότι η λήξη αυτών των επιδοτήσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε δραματικές αυξήσεις των ασφαλίστρων.

Αρκετοί Δημοκρατικοί δήλωσαν ότι έχουν ήδη δεχθεί παράπονα από πολίτες στις περιφέρειές τους, οι οποίοι αντιμετωπίζουν αυξήσεις χιλιάδων δολαρίων στα ασφάλιστρα του επόμενου έτους.

Ο επικεφαλής της μειοψηφίας στη Βουλή, Χακίμ Τζέφρις (D-N.Y.), ζήτησε την Τρίτη τροπολογία για τριετή επέκταση των επιδοτήσεων του ACA, η οποία όμως απορρίφθηκε, όπως και άλλες σχετικές προσπάθειες των Δημοκρατικών.

Οι Ρεπουμπλικανοί έχουν προτείνει εναλλακτικά μέτρα αντί των επιδοτήσεων του ACA. Μεταξύ αυτών, ο Τραμπ έχει προτείνει την παροχή άμεσων πληρωμών ή επιταγών επιστροφής στη θέση των επιδοτήσεων, ενώ ο Μπιλ Κάσσιντυ (R-La.) έχει εισηγηθεί τη διοχέτευση των κονδυλίων σε λογαριασμούς υγειονομικών αποταμιεύσεων (Health Savings Accounts) και ευέλικτους λογαριασμούς δαπανών. Ο Λίντσεϋ Γκράχαμ (R-S.C.), από την πλευρά του, έχει θέσει ως πιθανότητα τη δημιουργία κρατικών επιχορηγήσεων για θέματα υγείας.

Παραμένει αβέβαιο αν οι προτάσεις αυτές θα τύχουν ευρείας στήριξης εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Η Γερουσία είχε εγκρίνει το νομοσχέδιο στις 10 Νοεμβρίου, με επτά Δημοκρατικούς και έναν ανεξάρτητο να ενώνονται με όλους σχεδόν τους Ρεπουμπλικανούς υπέρ της πρότασης. Μεταξύ αυτών ήταν οι Τζάκυ Ρόζεν (D-Nev.), Κάθριν Κορτέζ Μάστο (D-Nev.), Τιμ Κέιν (D-Va.), Τζον Φέττερμαν (D-Pa.), Μάγκι Χασάν (D-N.H.), Τζιν Σαχίν (D-N.H.), Ντικ Ντέρμπιν (D-Ill.) και ο ανεξάρτητος Άνγκους Κινγκ (I-Maine), που συντάσσεται με τους Δημοκρατικούς.

Η Σαχίν, σε συνέντευξη Τύπου μετά την ψήφο της, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο οι Δημοκρατικοί να εξετάσουν νέο προσωρινό κλείσιμο της κυβέρνησης τον Ιανουάριο, εάν δεν εγκριθεί η επέκταση των φορολογικών πιστώσεων του ACA.

Ο Τζόνσον, σε δηλώσεις του μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου στη Βουλή, αρνήθηκε να δεσμευθεί ότι θα φέρει σε ψηφοφορία πρόταση για την παράταση των επιδοτήσεων.

Των Joseph Lord και Nathan Worcester

Με τη συμβολή του Jackson Richman

Ο Τραμπ ζητά απονομής χάριτος για τον Νετανιάχου με επιστολή προς τον Ερτζογκ

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απέστειλε επιστολή προς τον Ισραηλινό πρόεδρο Ισαάκ Ερτζογκ, με την οποία τον καλεί να προχωρήσει στην πλήρη απονομή χάριτος προς τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος παραμένει υπό δικαστική δίωξη για κατηγορίες διαφθοράς, γνωστοποίησε το γραφείο του Ερτζογκ στις 12 Νοεμβρίου.

Στην επιστολή του, ο Τραμπ επισημαίνει πως «το Ισραήλ πέρασε τρομερά δύσκολες στιγμές τα τελευταία τρία χρόνια», αναφερόμενος στη σύρραξη στη Γάζα, και καλεί τον Ερτζογκ να απονείμει πλήρη χάρη στον Νετανιάχου.

Εξήρε τον Ισραηλινό πρωθυπουργό ως «ισχυρή και αποφασιστική ηγετική φυσιογνωμία εν καιρώ πολέμου, που πλέον οδηγεί το Ισραήλ σε μια εποχή ειρήνης», τονίζοντας πως έχει έρθει η ώρα να επικεντρωθεί στην ειρήνη και όχι σε δικαστικές περιπέτειες.

Ο Τραμπ πρόσθεσε πως «η προσοχή του Νετανιάχου δεν μπορεί να αποσπάται άσκοπα από τη συνεχιζόμενη δίκη για διαφθορά, η οποία ξεκίνησε το 2020 και περιλαμβάνει κατηγορίες για δωροδοκία, απάτη και κατάχρηση εμπιστοσύνης».

Παρότι δήλωσε σεβασμό στην ανεξαρτησία της ισραηλινής Δικαιοσύνης, χαρακτήρισε τις κατηγορίες πολιτικά υποκινούμενες, εκτιμώντας πως η δίωξη κατά του Νετανιάχου –“ο οποίος έχει πολεμήσει στο πλευρό μου επί μακρόν, μεταξύ άλλων κατά του ιδιαίτερα σκληρού εχθρού του Ισραήλ, του Ιράν”– είναι «πολιτική, αδικαιολόγητη δίωξη».

Η επιστολή ακολουθεί την επίσκεψη του Τραμπ στο Ισραήλ τον Οκτώβριο, μετά την ανακοίνωση της εκεχειρίας στη Γάζα, όταν απηύθυνε δημόσια έκκληση από το βήμα της Κνεσέτ προς τον Ερτζογκ να απονείμει χάρη στον Νετανιάχου. Τότε, ο Τραμπ είχε χαρακτηρίσει τον Ισραηλινό πρωθυπουργό «καλό άνθρωπο που ξέρει να νικά».

Στην τελευταία του επιστολή ο Τραμπ υπενθυμίζει πως με τον Ερτζογκ είχαν συμφωνήσει νωρίς στην προεδρία του να επικεντρωθούν στην επιστροφή των ομήρων και στην επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας. Τώρα που, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, οι στόχοι αυτοί έχουν εκπληρωθεί, προσθέτει πως «είναι η ώρα να ενώσει ο Νετανιάχου το Ισραήλ, παρέχοντάς του χάρη και βάζοντας τέλος οριστικά σε αυτή τη δικαστική διαμάχη».

Η απάντηση του γραφείου Ερτζογκ

Το γραφείο του Ισαάκ Ερτζογκ επιβεβαίωσε την παραλαβή της επιστολής και ευχαρίστησε τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη στήριξη που παρείχαν στην απελευθέρωση των Ισραηλινών ομήρων που κρατούσε η τρομοκρατική οργάνωση Χαμάς στη Γάζα, καθώς και για τη διασφάλιση της ασφάλειας του Ισραήλ.

Σε δήλωση που επικαλείται η εφημερίδα Jerusalem Post, το γραφείο του προέδρου διευκρίνισε ότι «η διαδικασία απονομής χάριτος στο Ισραήλ πρέπει να ακολουθείται αυστηρά».

Κάθε ενδιαφερόμενος πρέπει να υποβάλει τυπικό αίτημα σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Βάσει του ισραηλινού δικαίου, ο πρόεδρος μπορεί να χορηγεί χάρη σε όσους έχουν καταδικαστεί σε δικαστήριο και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ακόμη και πριν την ολοκλήρωση της δίκης, εφόσον αυτό κρίνεται πως εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον.

Το αίτημα πρέπει να υποβληθεί από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο ή μέλος της άμεσης οικογένειάς του. Μέχρι σήμερα, ούτε ο Νετανιάχου ούτε οι συγγενείς του έχουν προχωρήσει σε σχετική αίτηση.

 Τα δικαστικά προβλήματα του Νετανιάχου

Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου κατηγορήθηκε επισήμως τον Νοέμβριο του 2019 σε τρεις ξεχωριστές υποθέσεις –γνωστές ως 1000, 2000 και 4000– για δωροδοκία, απάτη και κατάχρηση εμπιστοσύνης.

Στην υπόθεση 4000, οι εισαγγελείς υποστηρίζουν ότι προσέφερε ρυθμιστικά οφέλη αξίας εκατομμυρίων σεκέλ στον επιχειρηματία Σαούλ Ελοβιτς, ιδιοκτήτη της Bezek και της ιστοσελίδας Wallah News, με αντάλλαγμα ευνοϊκή δημοσιογραφική κάλυψη για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Η υπόθεση 2000 αφορά συζητήσεις του Νετανιάχου με τον εκδότη της Yedioth Ahronoth, Αρνόν Μόζες, με αντικείμενο νομοθεσία που θα περιόριζε ανταγωνιστική εφημερίδα (Israel Hayom), έναντι θετικής προβολής από τα μέσα του Μόζες.

Στην υπόθεση 1000, ο Νετανιάχου και η σύζυγός του κατηγορούνται ότι έλαβαν πολυτελή δώρα, μεταξύ αυτών πούρα και σαμπάνιες, αξίας περίπου 700.000 σεκέλ (περ. 170.000 ευρώ) από τους επιχειρηματίες Αρνόν Μιλτσάν και Τζέιμς Πάκερ, ενώ ο Νετανιάχου φέρεται να έλαβε αποφάσεις υπέρ των συμφερόντων τους.

Ο Νετανιάχου έχει αρνηθεί το σύνολο των κατηγοριών και κατά την περσινή κατάθεσή του στο δικαστήριο αυτοχαρακτηρίστηκε ως «υπερασπιστής της ασφάλειας του Ισραήλ, που έχει σταθεί όρθιος απέναντι στις πιέσεις ξένων δυνάμεων αλλά και απέναντι σε ένα εχθρικό εσωτερικό μιντιακό τοπίο».

Σε παλαιότερη ομιλία του, στις 24 Μαΐου 2020, λίγο πριν αρχίσει η δίκη του, είχε τονίσει πως «οι διώξεις αυτές αποτελούν απόπειρα υπονόμευσης της βούλησης του λαού, μια προσπάθεια να ανατραπεί τόσο ο ίδιος όσο και η δεξιά παράταξη».

Τάρτα τατέν με μήλα και κρέμα καλβαντός

Το φθινόπωρο φέρνει αφθονία μήλων, και όταν υπάρχουν πολλά, είναι ώρα για επιδόρπιο.

Αυτή η ανάποδη τάρτα μήλου είναι ένα κλασικό γαλλικό επιδόρπιο, γνωστό ως tarte tatin. Τα φρούτα σιγοβράζουν σε λίγο βούτυρο και ζάχαρη μέχρι να καραμελώσουν και να μαλακώσουν. Τα μήλα είναι ιδανικά αφού διατηρούν το σχήμα τους, ενώ ταυτόχρονα υποκύπτουν στην καραμέλα που βράζει,  μαλακώνουν και απελευθερώνουν τους γευστικούς χυμούς τους στη γέμιση. Μόλις αναποδογυρίσετε την τάρτα, τα φρούτα που ήταν κάτω κάτω στο ταψί γίνονται η υπέροχη, γυαλιστερή κορυφή της.

Μια απλή ζύμη με ξινή κρέμα είναι ιδανική βάση για την τάρτα. Δίνει μια εύθρυπτη κρούστα που μοιάζει με μπισκότο και η οποία δεν χρειάζεται να έχει τέλειο σχήμα. Καθώς η τάρτα ψήνεται στο φούρνο, η καραμέλα των φρούτων φουσκώνει και περνά μέσα από την κρούστα. Η κρούστα συνεχίζει να ψήνεται και, όταν στο τέλος αρχίζει να κρυώνει, η καραμέλα σκληραίνει και θα καλύπτει την κρούστα με ένα γυαλιστερό στρώμα γλυκύτητας.

Τάρτα τατέν με μήλα και κρέμα καλβαντός

Για 8 άτομα

Υλικά

Για τη ζύμη

  • 1 1/2 φλιτζάνι αλεύρι για όλες τις χρήσεις
  • 3 κ.σ. ζάχαρη
  • 1/2 κ.γλ. αλάτι
  • 3/4 φλιτζανιού παγωμένο ανάλατο βούτυρο, κομμένο σε κύβους
  • 1/3 φλιτζανιού πλήρη κρέμα γάλακτος

Για την τάρτα

  • 1/2 φλιτζάνι ανάλατο βούτυρο, μαλακό, κομμένο σε 4 κομμάτια
  • 1 φλιτζάνι συν 1 κ.σ. κρυσταλλική ζάχαρη
  • 6-8 μήλα Granny Smith, ξεφλουδισμένα, χωρίς πυρήνα και κομμένα στη μέση
  • 1 κ.γλ. κανέλα
  • 1/4 κ.γλ. κάρδαμο
  • 1 αυγό, χτυπημένο, για το γλάσο

Για την κρέμα

  • 1 φλιτζάνι κρέμα γάλακτος
  • 1 κ.σ. ζάχαρη άχνη
  • 1 κ.σ. καλβαντός (μπράντυ μήλου), προαιρετικά

Παρασκευή

Προετοιμάστε τη ζύμη

Ανακατέψτε το αλεύρι, τη ζάχαρη και το αλάτι στο μπολ του μίξερ και ανακατέψτε. Προσθέστε το βούτυρο και ανακατέψτε μέχρι το βούτυρο να γίνει κομμάτια μεγέθους μπιζελιού. Προσθέστε την ξινή κρέμα και ανακατέψτε μέχρι να σχηματιστούν υγρά κομμάτια.

Συγκεντρώστε τη ζύμη σε μια μπάλα και στη συνέχεια ισιώστε την και τυλίξτε τη σε πλαστικό. Βάλτε τη στο ψυγείο για τουλάχιστον 2 ώρες. (Σημείωση: η ζύμη μπορεί να φτιαχτεί μια μέρα πριν και να διατηρηθεί στο ψυγείο μέχρι να χρησιμοποιηθεί ή να καταψυχθεί για έως και ένα μήνα. Αφήστε την να ξεπαγώσει στο ψυγείο όλη τη νύχτα πριν τη χρησιμοποιήσετε.)

Βγάλτε τη ζύμη από το ψυγείο και αφήστε τη σε θερμοκρασία δωματίου για 15 λεπτά πριν την ανοίξετε.

Φτιάξτε το σιρόπι

Βάλτε το βούτυρο σε ένα πυρίμαχου τηγανιού με κεκλιμένες πλευρές. Πασπαλίστε ομοιόμορφα ένα φλιτζάνι ζάχαρη πάνω από το βούτυρο και το τηγάνι. Βάλτε σε μέτρια φωτιά μέχρι να λιώσει το βούτυρο, να διαλυθεί μερικώς η ζάχαρη και το μείγμα να αρχίσει να βράζει, περίπου 2 λεπτά.

Τοποθετήστε τα μήλα το ένα κοντά στο άλλο, με την κομμένη πλευρά προς τα πάνω, σε κυκλικό σχήμα στο τηγάνι. Κόψτε τα υπόλοιπα μήλα σε φέτες για να γεμίσετε τα κενά. Ανακατέψτε μία κουταλιά της σούπας ζάχαρη, κανέλα και κάρδαμο σε ένα μικρό μπολ και πασπαλίστε ομοιόμορφα πάνω από τα φρούτα. Δυναμώστε τη φωτιά σε μέτρια προς υψηλή και μαγειερέψτε μέχρι να σχηματιστεί ένα παχύ, κεχριμπαρένιο σιρόπι, γυρίζοντας το τηγάνι για να εξασφαλίσετε ομοιόμορφο μαγείρεμα, για περίπου 25 λεπτά.

Ενώ τα φρούτα μαγειρεύονται, προθερμάνετε το φούρνο στους 225 °C. Ανοίξτε τη ζύμη σε λαδόκολλα σε στρογγυλό σχήμα ελαφρώς μεγαλύτερο από το τηγάνι. Μεταφέρετε τη λαδόκολλα σε ταψί και τοποθετήστε τη στο ψυγείο για να παραμείνει κρύα μέχρι να είναι έτοιμο το σιρόπι.

Φτιάξτε την τάρτα

Όταν το σιρόπι έχει πάρει χρώμα, αφαιρέστε το τηγάνι από τη φωτιά και τοποθετήστε τη ζύμη πάνω από τα φρούτα (δουλέψτε γρήγορα γιατί θα αρχίσει να λιώνει από τη θερμότητα του τηγανιού). Αν η ζύμη σπάσει σε κάποια σημεία, μην ανησυχείτε. Απλά ενώστε τα κομμάτια πάνω από την τάρτα. Δεν χρειάζεται να είναι τέλεια. Στη συνέχεια, κάντε 3 έως 4 σχισμές στη ζύμη με την άκρη ενός μαχαιριού και αλείψτε τη ζύμη με λίγο από το γλάσο αυγού.

Μεταφέρετε το τηγάνι στο φούρνο και ψήστε μέχρι η τάρτα να πάρει ένα βαθύ χρυσοκάστανο χρώμα και να είναι σφιχτή όταν τη χτυπάτε, για 25 έως 30 λεπτά.

Φτιάξτε την κρέμα

Ενώ η τάρτα ψήνεται, φτιάξτε την κρέμα. Χτυπήστε την κρέμα σε υψηλή ταχύτητα με ηλεκτρικό μίξερ, μέχρι να εμφανιστούν ίχνη από το χτυπητήρι. Προσθέστε τη ζάχαρη και το καλβαντός και χτυπήστε μέχρι να σχηματιστούν κορυφές. Μεταφέρετε σε ένα μπολ και βάλτε στο ψυγείο μέχρι να το χρησιμοποιήσετε.

Όταν η τάρτα είναι έτοιμη, βγάλτε την από το φούρνο και αφήστε την να κρυώσει σε μια σχάρα για 1 λεπτό. Κόψτε γύρω από την άκρη του τηγανιού με μια μεταλλική σπάτουλα για να ξεκολλήσετε τη ζύμη. Τοποθετήστε ένα μεγάλο πιάτο σερβιρίσματος πάνω από το τηγάνι και φορώντας γάντια και στα δύο χέρια, αναποδογυρίστε την τάρτα στο πιάτο. Εάν κάποια από τα μήλα ή η καραμέλα έχουν κολλήσει στο τηγάνι, αφαιρέστε τα γρήγορα με τη σπάτουλα και γεμίστε τα κενά στην κορυφή της τάρτας πριν σκληρύνει η καραμέλα.

Αφήστε την τάρτα να κρυώσει ελαφρώς πριν τη σερβίρετε, ζεστή ή σε θερμοκρασία δωματίου, με την κρέμα.

Της Lynda Balslev

Ο φαύλος κύκλος της κινεζικής ανάπτυξης

Ανάλυση ειδήσεων

Η Δ΄ Ολομέλεια του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) ολοκληρώθηκε πρόσφατα με μια γνώριμη υπόσχεση: το επόμενο πενταετές σχέδιο θα φέρει «ανάπτυξη υψηλής ποιότητας» και «τεχνολογική αυτάρκεια» υπό ακόμη πιο αυστηρό κομματικό έλεγχο. Οι αξιωματούχοι κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν «ισχυρούς ανέμους, ταραγμένα κύματα και ακόμη και επικίνδυνες καταιγίδες».

Παρότι το κόμμα εξέπεμπε αυτοπεποίθηση, οι ειδικοί που μίλησαν στην εφημερίδα The Epoch Times παρουσίασαν μια τελείως διαφορετική εικόνα.

Ο καθηγητής επιχειρηματικών σπουδών του University of South Carolina Aiken, Φρανκ Τιεν Σιε (Frank Tian Xie), ανέφερε ότι «μέχρι στιγμής, τα χρήματα δείχνουν να οδεύουν προς την έξοδο».

Οι αναλυτές εξήγησαν ότι το οικονομικό σύστημα της Κίνας εξακολουθεί να λειτουργεί με την ίδια βασική αρχή: το ΚΚΚ υπερισχύει έναντι της οικονομίας, του νόμου και της λογοδοσίας. Το αποτέλεσμα είναι ένας επαναλαμβανόμενος κύκλος – από τον κεντρικό σχεδιασμό του Μάο Τσε Τουνγκ, στις μεταρρυθμίσεις του Ντενγκ Σιαοπίνγκ και στη σημερινή συγκέντρωση της εξουσίας στον Σι Τζινπίνγκ – που οδηγεί διαρκώς σε αδιέξοδο.

Κάθε φορά που το Πεκίνο ενισχύει τον έλεγχο του, η ιδιωτική επιχειρηματικότητα σταματά να αναπτύσσεται· όταν χαλαρώνει τα μέτρα, όσοι έχουν τις κατάλληλες πολιτικές διασυνδέσεις επωφελούνται, προκαλώντας νέο κύμα περιορισμών.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, η πρόσφατη Ολομέλεια δεν ανέτρεψε αυτόν τον κύκλο· αντίθετα, τον ενίσχυσε.

Τι υποσχέθηκε το Πεκίνο και τι βλέπουν οι επενδυτές

Το ανακοινωθέν της Δ΄ Ολομέλειας γέμισε το 15ο Πενταετές Σχέδιο με γνώριμα συνθήματα: «Ανάπτυξη υψηλής ποιότητας», «Αυτάρκεια και ισχύς στην επιστήμη και την τεχνολογία», «Άνοιγμα» και «Ολοκληρωμένη μεταρρύθμιση» – όλα υπό την «ενιαία» ηγεσία του κόμματος.

Για τους επενδυτές, αυτό μεταφράζεται σε εντονότερη κρατική καθοδήγηση σε συνδυασμό με εκκλήσεις για ιδιωτικά και ξένα κεφάλαια ώστε να παραμείνει ζωντανή η ανάπτυξη, εξήγησε ο Σιε στην Epoch Times.

Τα στοιχεία του ισοζυγίου πληρωμών της Κίνας δείχνουν ότι οι καθαρές άμεσες ξένες επενδύσεις (Foreign Direct Investment – FDI) έχουν υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Οι καθαρές εισροές FDI μειώθηκαν από 344 δισ. δολάρια το 2021 σε 51,3 δισ. το 2023 – πτώση 85% – και περαιτέρω, σε περίπου 18,6 δισ. το 2024, το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριάντα ετών.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν κατέρρευσε η φούσκα των ακινήτων, στα τέλη του 2021. Με τις πωλήσεις γης και κατοικιών να παγώνουν, οι τοπικές κυβερνήσεις έχασαν την κύρια πηγή εσόδων τους. Για χρόνια, το καθεστώς χρηματοδοτούσε έργα υποδομής μέσω των τοπικών οχημάτων χρηματοδότησης (Local Government Financing Vehicles – LGFV), που λειτουργούσαν ως ενδιάμεσοι για την άντληση κεφαλαίων.

Σήμερα, τα LGFV αγωνίζονται να χρηματοδοτήσουν περίπου 78 τρισεκατομμύρια γουάν (8,64 τρισ. ευρώ) υποχρεώσεων –περισσότερο από το μισό της κινεζικής οικονομίας, σύμφωνα με έρευνα του χρηματοοικονομικού ομίλου BBVA.

Το 2024, οι επενδύσεις σε ακίνητα μειώθηκαν κατά 10,6%, οι νέες κατασκευές κατά 23%, ενώ τα έσοδα από πωλήσεις γης – κρίσιμα για τις τοπικές αρχές – μειώθηκαν για τρίτη συνεχή χρονιά, κατά 16% σε σχέση με το 2023.

Η ασθενής αγορά ακινήτων έχει επιδεινώσει το ήδη ζοφερό τοπίο ανεργίας των νέων.

Τον Αύγουστο του 2025, τα επίσημα στοιχεία κατέγραψαν ανεργία 19% στις ηλικίες 16-24 ετών – το υψηλότερο ποσοστό από τότε που, στα τέλη του 2023, άλλαξε η μεθοδολογία ώστε να εξαιρούνται οι φοιτητές.

Συγκριτικά, ο μέσος όρος ανεργίας των νέων στις χώρες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) διαμορφώθηκε στο 11,2% τον Ιούλιο του 2025, με τις Ηνωμένες Πολιτείες στο 10,8% και την Ιαπωνία στο 4,1%.

Ο Σιε σχολίασε ότι «αυτοί οι αριθμοί δεν δείχνουν να επίκειται ανάκαμψη».

Διαφορετικές εποχές, ίδιο σύστημα

Ο αναλυτής θεμάτων Κίνας, Γουάνγκ Χε (Wang He), με έδρα στις Ηνωμένες Πολιτείες, εξήγησε ότι η σύγχρονη κινεζική οικονομική πολιτική χωρίζεται σε τρεις βασικές περιόδους, όλες καθοδηγούμενες από μία σταθερή αρχή: το ΚΚΚ διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο.

Υπό τον Μάο Τσε Τουνγκ, η πλήρης κρατική εξουσία οδήγησε σε χρόνια έλλειψη αγαθών. Κατά το Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός (1958-1962), οι αγορές αντικαταστάθηκαν από ποσοστώσεις, οι φάρμες έγιναν συλλογικές και οι πολιτικές εκστρατείες καθόριζαν τους στόχους παραγωγής. Οι τοπικοί αξιωματούχοι παρουσίαζαν υπερβολικά στοιχεία για να φανούν συνεπείς στους στόχους, προκαλώντας εκτεταμένες ελλείψεις τροφίμων και έναν πανεθνικό λιμό, ο οποίος, σύμφωνα με τους ιστορικούς, στοίχισε τη ζωή σε δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους.

Ο Γουάνγκ σημείωσε ότι υπό τον Μάο η οικονομία «βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης», ενώ ο Σιε τόνισε πως «μια σχεδιασμένη οικονομία δεν μπορεί να συμβαδίσει με τις ανάγκες μιας σύγχρονης αγοράς».

Μετά τον θάνατο του Μάο το 1976, τα ηνία ανέλαβε ο Ντενγκ Σιαοπίνγκ, ο οποίος εισήγαγε τη λεγόμενη περίοδο των «Μεταρρυθμίσεων και του Ανοίγματος», αναδιοργανώνοντας τον κομματικό έλεγχο, χωρίς να τον εγκαταλείψει. Οι μεταρρυθμίσεις δύο ταχυτήτων του διατήρησαν τους κρατικούς στόχους, επιτρέποντας παράλληλα την πώληση της πλεονάζουσας παραγωγής σε τιμές αγοράς.

Ακολούθησαν οι Ειδικές Οικονομικές Ζώνες και, αργότερα, η ένταξη της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ), που προσέλκυσε ξένα κεφάλαια και εκτόξευσε τις εξαγωγές.

Ο τότε αντιπρόεδρος Τσεν Γιουν παρομοίασε τη στρατηγική του Ντενγκ με «πουλί μέσα σε κλουβί»: η αγορά ήταν το πουλί και ο κρατικός σχεδιασμός το κλουβί – μπορούσε να κινηθεί, αλλά μόνο εντός των ορίων του κόμματος.

Οι μεταγενέστεροι ηγέτες, Τζιανγκ Ζεμίν και Χου Τζιντάο, διατήρησαν αυτό το μοντέλο, που παρήγαγε ταχεία ανάπτυξη αλλά και κρατικοδίαιτο καπιταλισμό, καθώς η γη, οι πιστώσεις και οι άδειες παρέμεναν υπό κομματικό έλεγχο.

Σύμφωνα με τον Γουάνγκ, «ακόμη και οι μεγαλύτερες ιδιωτικές επιχειρήσεις άνθισαν μέσα σε αυτό το πελατειακό σύστημα». Το αποτέλεσμα ήταν μια ανάπτυξη που έβαλε το κέρδος πάνω από την ηθική – με τραγικά αποτελέσματα, όπως η κρίση του γάλακτος με μελαμίνη το 2008, που δηλητηρίασε εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά λόγω πλημμελούς εποπτείας και κερδοσκοπίας.

Η εποχή του Σι

Ο Σι Τζινπίνγκ ανέλαβε την εξουσία το 2012, υποσχόμενος να εξαλείψει τη διαφθορά και να αναζωογονήσει την οικονομία. Το 2013 δεσμεύθηκε να επιτρέψει στην αγορά «να διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στην κατανομή των πόρων». Στην πράξη, όμως, η εκστρατεία κατά της διαφθοράς συγκέντρωσε περισσότερη εξουσία στα χέρια του ΚΚΚ· οι κομματικές επιτροπές εντός των επιχειρήσεων ενισχύθηκαν, οι ρυθμιστικές αρχές έγιναν πιο παρεμβατικές και η πολιτική στόχευση άρχισε να καθορίζει την οικονομία.

Το 2015 εγκαινίασε το πρόγραμμα «Made in China 2025», επιδιώκοντας την τεχνολογική αναβάθμιση της βιομηχανίας – από τους ημιαγωγούς έως τη ρομποτική και την αεροδιαστημική – με κρατικές επιδοτήσεις, εξαναγκαστική μεταφορά τεχνολογίας και κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας.

Το 2017, το Πεκίνο θέσπισε τον πρώτο ολοκληρωμένο Νόμο για την Κυβερνοασφάλεια, ο οποίος παρείχε στο κράτος ευρύτερο έλεγχο επί των δεδομένων και της ψηφιακής οικονομίας. Ο νόμος ενέταξε τα επιχειρηματικά και εμπορικά δεδομένα στο πλαίσιο της εθνικής ασφάλειας, επέβαλε την αποθήκευση κρίσιμων πληροφοριών εντός της Κίνας, καθιέρωσε ελέγχους ασφαλείας για τις υποδομές ζωτικής σημασίας και εισήγαγε την υποχρεωτική ταυτοποίηση με πραγματικό όνομα για την πρόσβαση στο διαδίκτυο, την κατοχύρωση ονομάτων και την ηλεκτρονική επικοινωνία.

Το 2020, το Πεκίνο θέσπισε τους λεγόμενους «τρεις κόκκινους κανόνες», περιορίζοντας τα επίπεδα χρέους των εταιρειών και προκαλώντας τελικά τη χρεοκοπία της Evergrande, του μεγαλύτερου τότε κατασκευαστή ακινήτων, με συνέπεια μια γενικευμένη κρίση στον κλάδο.

Την ίδια χρονιά, οι αρχές ανέστειλαν αιφνιδίως την προγραμματισμένη δημόσια εγγραφή της Ant Group, ύψους άνω των 34 δισ. δολαρίων (29,4 δισ. ευρώ), έπειτα από επικριτικές δηλώσεις του ιδρυτή Τζακ Μα – γεγονός που, όπως σημείωσε ο Γουάνγκ, έδειξε ότι «το μέγεθος και τα δεδομένα των ιδιωτών τελικά υπακούν στην πολιτική».

Ακολούθησαν τα αυστηρά περιοριστικά μέτρα μηδενικού COVID, που έπληξαν τα νοικοκυριά και τις μικρές επιχειρήσεις, αφήνοντας την ανάπτυξη του ΑΕΠ στο 3% το 2022 – ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά των τελευταίων δεκαετιών.

Μέσα σε συνθήκες ανεργίας-ρεκόρ, ασθενούς εγχώριας ζήτησης και ύφεσης στην αγορά ακινήτων, το Πεκίνο προχώρησε στα τέλη του 2021 σε ακόμη αυστηρότερο έλεγχο, θεσπίζοντας τον Νόμο περί Ασφάλειας Δεδομένων και τον Νόμο Προστασίας Προσωπικών Πληροφοριών. Οι δύο νόμοι επέβαλαν αυστηρούς κανόνες για τον τρόπο αποθήκευσης δεδομένων εντός της Κίνας και περιορισμούς στη διαβίβαση προσωπικών πληροφοριών στο εξωτερικό.

Ο αναθεωρημένος Νόμος περί Αντικατασκοπείας του 2023 διεύρυνε τον ορισμό της κατασκοπείας ώστε να καλύπτει ένα πολύ ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, επιτρέποντας στις αρχές να διενεργούν εφόδους σε εταιρείες ελέγχου και συμβουλευτικές επιχειρήσεις, δημιουργώντας έτσι νομικές «γκρίζες ζώνες» που μπορούν να παγώσουν την καθημερινή λειτουργία των πολυεθνικών εταιρειών.

Παράλληλα, το Πεκίνο εργαλειοποίησε τους ελέγχους εξαγωγών σε κρίσιμες πρώτες ύλες, όπως τα σπάνια μέταλλα, για να υπηρετήσει γεωπολιτικούς στόχους. Ο Γουάνγκ σχολίασε ότι αυτό δείχνει πως οι εμπορικές ροές «ανοίγουν ή κλείνουν, ανάλογα με τις πολιτικές ανάγκες του κράτους». «Πώς μπορεί να νιώσει ασφαλής ένας επενδυτής σε τέτοιο περιβάλλον;» διερωτάται.

Σύμφωνα με τον Γουάνγκ, από την οικονομία του κεντρικού σχεδιασμού του Μάο, μέχρι το μερικό άνοιγμα της αγοράς και τις μεταρρυθμίσεις του Ντενγκ, αλλά και τους ενισχυμένους ελέγχους του Σι, ένα στοιχείο παραμένει αμετάβλητο: η αγορά λειτουργεί, αλλά πάντοτε μέσα στο κλουβί του Κόμματος.

Ο Σιε σχολίασε χαρακτηριστικά ότι η προσπάθεια να αλλάξει ο τρόπος λειτουργίας του ΚΚΚ μοιάζει με γιατρό που ανοίγει έναν ασθενή για να αφαιρέσει δύο όγκους και ανακαλύπτει ότι ο καρκίνος έχει εξαπλωθεί παντού· η αφαίρεσή τους θα σκότωνε τον ασθενή, επομένως είναι προτιμότερο να τον αφήσεις να πορευτεί όπως είναι.

Το «πλεονέκτημα του χαμηλού επιπέδου ανθρωπίνων δικαιωμάτων» της Κίνας φτάνει στο τέλος του

Ο ιστορικός και οικονομολόγος Τσιν Χούι (Qin Hui), εξέχουσα μορφή στον ακαδημαϊκό χώρο, εξηγεί ότι η ραγδαία ανάπτυξη των τελευταίων δεκαετιών στηρίχθηκε σε αυτό που αποκαλεί «πλεονέκτημα του χαμηλού επιπέδου ανθρωπίνων δικαιωμάτων» – δηλαδή στην ικανότητα του ΚΚΚ να προωθεί την οικονομική μεγέθυνση εις βάρος θεμελιωδών ανθρωπίνων και εργασιακών δικαιωμάτων, και όχι χάρη στην καινοτομία ή στην ελευθερία της αγοράς.

Στο δοκίμιό του με τίτλο The Low Human Rights Advantage of China’s Economic Development  («Το πλεονέκτημα του χαμηλού επιπέδου ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην οικονομική ανάπτυξη της Κίνας», 2007), ο Τσιν – πρώην καθηγητής του Tsinghua University και νυν επισκέπτης καθηγητής στο Chinese University of Hong Kong – υποστηρίζει ότι η άνοδος της κομμουνιστικής Κίνας στηρίχθηκε στην καταστολή των βασικών δικαιωμάτων και του θεμιτού ανταγωνισμού.

Όπως επισημαίνει, το σύστημα κρατούσε με τεχνητό τρόπο φθηνή την εργασία, τη γη, το κεφάλαιο και τους μη ανανεώσιμους πόρους, περιορίζοντας τις διαπραγματεύσεις και τα δικαιώματα συναλλαγών. Το κράτος «μείωσε το κόστος» όχι μέσω αποδοτικότητας, αλλά μέσω περιορισμού της ελευθερίας.

Έτσι, η Κίνα μετατράπηκε σε «παράδεισο για επενδυτές», όπου αξιωματούχοι και επιχειρηματίες συνεργάζονταν για την αρπαγή της γης, την εκμετάλλευση των εργατών και τη λεηλασία των πόρων. Τα οφέλη από την εισροή κεφαλαίων και τις εξαγωγές πήγαν κυρίως στους ισχυρούς, όχι στους πολίτες.

Το αποτέλεσμα, κατά τον Τσιν, είναι μια «παραμορφωμένη οικονομία» που βασίζεται στην απουσία δικαιωμάτων για να παραμείνει ανταγωνιστική. «Ο αυταρχισμός μπορεί να ενισχύσει προσωρινά την ανάπτυξη», γράφει, «αλλά η αποτελεσματικότητά του είναι στρεβλή».

Επισημαίνει ότι το υποτιθέμενο «πλεονέκτημα» της Κίνας προήλθε από την εκμετάλλευση των ίδιων των πολιτών της και πως, όπως κάθε σύστημα που στηρίζεται στην καταπίεση, δεν μπορεί να διαρκέσει. Όταν οι μισθοί αυξάνονται, οι πόροι εξαντλούνται και ο κόσμος απομακρύνεται, το «πλεονέκτημα του χαμηλού επιπέδου ανθρωπίνων δικαιωμάτων» εξαντλείται και η μηχανή ανάπτυξης σταματά.

Ο Γουάνγκ θεωρεί ότι αυτή η στιγμή έχει πλέον φτάσει. «Η καταστολή που κάποτε προσέλκυε το ξένο κεφάλαιο», σημειώνει, «σήμερα το διώχνει».

Του Sean Tseng

Με τη συμβολή των Ning Haizhong και Yi Ru

Αντιδρούν Κολομβία και Βενεζουέλα στην αμερικανική στρατιωτική παρουσία

Το υπουργείο Πολέμου των Ηνωμένων Πολιτειών επιβεβαίωσε ότι η δύναμη κρούσης του αεροπλανοφόρου USS Gerald R. Ford, του μεγαλύτερου πολεμικού πλοίου στον κόσμο, κατέφθασε στη Λατινική Αμερική στις 11 Νοεμβρίου 2025. Το USS Gerald R. Ford είναι το νεότερο αεροπλανοφόρο των Ηνωμένων Πολιτειών και το μεγαλύτερο στον κόσμο, με περισσότερους από 5.000 ναύτες πλήρωμα.

Η ανάπτυξη του αεροπλανοφόρου εντάσσεται στο πλαίσιο της ενίσχυσης της επιρροής των ΗΠΑ στην περιοχή και της καταπολέμησης της διακίνησης ναρκωτικών μέσω θαλάσσιων οδών. Ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου Σων Παρνέλ δήλωσε ότι η αυξημένη παρουσία αμερικανικών δυνάμεων «θα ενισχύσει την ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να ανιχνεύουν, να παρακολουθούν και να αποτρέπουν παράνομους παράγοντες και δραστηριότητες που απειλούν την ασφάλεια και την ευημερία της πατρίδας μας και του δυτικού ημισφαιρίου».

Ο διοικητής της Νότιας Διοίκησης, ναύαρχος Άλβιν Χόλσυ, σημείωσε ότι η αποστολή του αεροπλανοφόρου «αντιπροσωπεύει ένα κρίσιμο βήμα για την προστασία της ασφάλειας του δυτικού ημισφαιρίου και της πατρίδας».

Από τον Σεπτέμβριο, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον 19 επιβεβαιωμένα πλήγματα σε σκάφη που, σύμφωνα με το Πεντάγωνο, μετέφεραν παράνομα ναρκωτικά προς τις ΗΠΑ. Οι επιχειρήσεις αυτές, που έλαβαν χώρα στη Θάλασσα της Καραϊβικής και στα παράλια της Λατινικής Αμερικής στον Ειρηνικό, έχουν προκαλέσει τον θάνατο τουλάχιστον 76 υπόπτων διακινητών ναρκωτικών, σύμφωνα με διεθνή μέσα ενημέρωσης.

Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι τα πλήγματα αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης εκστρατείας κατά της διακίνησης ναρκωτικών, ενώ ο υπουργός Πολέμου Πητ Χέγκσεθ έχει χαρακτηρίσει τις εγκληματικές οργανώσεις ως «ναρκοτρομοκράτες» και τις έχει συγκρίνει με την Αλ Κάιντα, σημειώνοντας στην πλατφόρμα Χ: «Δεν θα υπάρξει καταφύγιο ή συγχώρεση — μόνο δικαιοσύνη».

Η απάντηση της Βενεζουέλας

Ο υπουργός Άμυνας της Βενεζουέλας, στρατηγός Βλαντίμιρ Παντρίνο Λόπες, ανακοίνωσε σε συνέντευξη Τύπου την Τρίτη την έναρξη μεγάλης στρατιωτικής κινητοποίησης, την οποία χαρακτήρισε αμυντική απάντηση στις «αντιληπτές απειλές» των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Λόπες δήλωσε ότι περίπου 200.000 στρατιώτες έχουν αναπτυχθεί σε όλη τη χώρα για την άσκηση αυτή, διευκρινίζοντας πως η κινητοποίηση «δεν γίνεται εις βάρος της καθημερινής ανάπτυξης δυνάμεων που πραγματοποιεί η Στρατηγική Επιχειρησιακή Διοίκηση». Το υπουργείο Άμυνας της Βενεζουέλας ανήρτησε σχετικές ενημερώσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Μέλη της Εθνικής Πολιτοφυλακής κρατούν σημαίες της Βενεζουέλας κατά τη διάρκεια στρατιωτικής άσκησης, έπειτα από το κάλεσμα του προέδρου Νικολάς Μαδούρο για υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας, στο Καράκας. Βενεζουέλα, 4 Οκτωβρίου 2025. (Leonardo Fernandez Viloria/Reuters)

 

Το διάγγελμα, που μεταδόθηκε από το κρατικό τηλεοπτικό δίκτυο Venezolana de Televisión (VTV), παρουσίασε την επέκταση του προγράμματος «Σχέδιο Ανεξαρτησίας 200» του προέδρου Νικολάς Μαδούρο, ενός πολιτικο-στρατιωτικού σχεδίου που συνδυάζει Ένοπλες Δυνάμεις, Αστυνομία και άλλους φορείς ασφαλείας με στόχο την «εθνική άμυνα». Ο Λόπες τόνισε ότι οι ασκήσεις αποσκοπούν στη βελτίωση της διοίκησης, του ελέγχου και των επικοινωνιών των Ενόπλων Δυνάμεων.

Το Καράκας χαρακτήρισε τις ενέργειες των ΗΠΑ «ιμπεριαλιστική απειλή» και κατηγόρησε την Ουάσιγκτον ότι επιδιώκει την ανατροπή του Μαδούρο και την εκμετάλλευση των πετρελαϊκών πόρων της χώρας. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση Τραμπ έχει διπλασιάσει την αμοιβή για πληροφορίες που θα οδηγήσουν στη σύλληψη του Μαδούρο στα 50 εκατομμύρια δολάρια, κατηγορώντας τον για σχέσεις με καρτέλ ναρκωτικών, κατηγορίες που ο ίδιος απορρίπτει.

Σε συνέντευξή του στην εκπομπή «60 Minutes» στις 2 Νοεμβρίου, ο Τραμπ ανέφερε ότι οι μέρες του Νικολάς Μαδούρο «είναι πιθανόν μετρημένες». Δεν πρόβαλε το ενδεχόμενο χερσαίων επιχειρήσεων, αφήνοντας να εννοηθεί πως η στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών θα παραμείνει περιορισμένη σε στοχευμένα πλήγματα.

Ρήξη και με την Κολομβία

Η ένταση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κολομβίας κλιμακώθηκε ραγδαία μετά τις αμερικανικές επιθέσεις στην Καραϊβική.

Στις 11 Νοεμβρίου, ο πρόεδρος Γουστάβο Πέτρο ανακοίνωσε ότι η Κολομβία αναστέλλει τη συνεργασία πληροφοριών με τις Ηνωμένες Πολιτείες σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τα αμερικανικά πλήγματα σε ύποπτα πλοία.

Ο Πέτρο δήλωσε στην πλατφόρμα Χ ότι «έδωσε εντολή στις δυνάμεις δημόσιας ασφάλειας να διακόψουν κάθε συνεργασία με τις αμερικανικές υπηρεσίες, έως ότου σταματήσουν οι πυραυλικές επιθέσεις εναντίον σκαφών στην Καραϊβική», προσθέτοντας ότι «ο αγώνας κατά των ναρκωτικών πρέπει να υποτάσσεται στα ανθρώπινα δικαιώματα των λαών της Καραϊβικής».

Ο Λευκός Οίκος δεν έχει σχολιάσει επισήμως την απόφαση του Κολομβιανού προέδρου.

Ο πρόεδρος της Κολομβίας, Γουστάβο Πέτρο, παρίσταται στην εκδήλωση Tropical Forest Forever Facility (TFFF) στο πλαίσιο της Διάσκεψης για το Κλίμα COP30 του ΟΗΕ, στο Μπελέμ. Βραζιλία, 6 Νοεμβρίου 2025. (Mauro Pimentel/AFP μέσω Getty Images)

 

Οι σχέσεις Ουάσιγκτον-Μπογκοτά είχαν ήδη επιδεινωθεί, από όταν ο Ντ. Τραμπ κατηγόρησε τον Πέτρο ότι «ενθαρρύνει την παράνομη παραγωγή ναρκωτικών» στην Κολομβία — κατηγορία που ο Πέτρο και η κυβέρνησή του απέρριψαν. Τον Οκτώβριο, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν δασμούς στις κολομβιανές εισαγωγές και διέκοψαν όλες τις πληρωμές και επιδοτήσεις προς τη χώρα, οδηγώντας τον Πέτρο να ανακαλέσει τον Κολομβιανό πρεσβευτή από την Ουάσιγκτον. Έναν μήνα νωρίτερα, τον Σεπτέμβριο, η κυβέρνηση Τραμπ είχε προσθέσει την Κολομβία στη λίστα των μη συνεργάσιμων χωρών για την αντιμετώπιση της διακίνησης ναρκωτικών. Στην προεδρική του απόφαση, ο Τραμπ είχε επισημάνει ότι «η καλλιέργεια κόκας και η παραγωγή κοκαΐνης στην Κολομβία έχουν φτάσει σε ιστορικά επίπεδα υπό την κυβέρνηση Πέτρο».

Παράλληλα, ο Τραμπ είχε αναγνωρίσει τις προσπάθειες των κολομβιανών δυνάμεων ασφαλείας «στην αντιμετώπιση τρομοκρατικών και εγκληματικών ομάδων», αλλά πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση της Κολομβίας «δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της ως προς τον έλεγχο των ναρκωτικών».

Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δηλώσει ότι θα επανεξετάσει τη στάση του «εάν η κυβέρνηση της Κολομβίας λάβει πιο επιθετικά μέτρα για την εξάλειψη της κόκας, τη μείωση της παραγωγής και διακίνησης κοκαΐνης και την παραπομπή των υπευθύνων στη δικαιοσύνη, συμπεριλαμβανομένων των ηγετών των εγκληματικών οργανώσεων».

Ο Πέτρο είχε καταγγείλει την απόφαση στις 15 Σεπτεμβρίου, υπογραμμίζοντας ότι η Κολομβία τιμωρείται «παρά το γεγονός ότι έχει χάσει δεκάδες αστυνομικούς, στρατιώτες και πολίτες προσπαθώντας να εμποδίσει την εξαγωγή κοκαΐνης προς τις Ηνωμένες Πολιτείες».

Η τελευταία φορά που η Κολομβία είχε ενταχθεί στη συγκεκριμένη λίστα ήταν το 1997, τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του διαβόητου αρχηγού του καρτέλ του Μεντεγίν, Πάμπλο Εσκομπάρ.

Των Jack Phillips, Kimberly Hayek και Aldgra Fredly

Με τη συμβολή του Chris Summers και πληροφορίες από το Reuters

Μαζική εξάρθρωση κυκλώματος παιδικής πορνογραφίας στη Μασσαχουσέτη

Σε μαζικό χτύπημα κατά της παιδικής πορνογραφίας προχώρησαν οι αρχές της Μασσαχουσέτης, συλλαμβάνοντας 56 άτομα σε ολόκληρη την πολιτεία κατά τη διάρκεια επιχείρησης με την κωδική ονομασία «Firewall», όπως ανακοίνωσε η Πολιτειακή Αστυνομία τη Δευτέρα.

Η τριήμερη έρευνα, που πραγματοποιήθηκε σε 38 περιοχές, στόχευε στη διαρκώς αυξανόμενη απειλή της κατοχής, παραγωγής, αποπλάνησης και διακίνησης υλικού σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων. Σύμφωνα με την Πολιτειακή Αστυνομία της Μασαχουσέτης, εκτός από τις συλλήψεις, οι ερευνητές προχώρησαν σε έρευνες σε 34 κατοικίες και κατέσχεσαν συνολικά 229 συσκευές.

«Κατά τη διάρκεια αρκετών μηνών, τα μέλη της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Πολιτειακής Αστυνομίας χρησιμοποίησαν την εκπαίδευση και την εμπειρία τους για να αναπτύξουν αυτές τις υποθέσεις», δήλωσε ο συνταγματάρχης Τζέφρυ Νομπλ. «Συγχαίρω ιδιαίτερα τα στελέχη μας για την αφοσίωσή τους στην υπέρβαση των παραπλανητικών μεθόδων που χρησιμοποιούν οι ύποπτοι, καθώς και για την κατάρτιση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου που οδήγησε στην ασφαλή απομάκρυνση επικίνδυνων δραστών από τις γειτονιές μας».

Οι συλληφθέντες αναμένεται να αντιμετωπίσουν κατηγορίες για παιδική πορνογραφία, αποπλάνηση ανηλίκου, εκκρεμή εντάλματα για επίθεση και πρόκληση σωματικής βλάβης σε ανήλικο, βιασμό ανηλίκου, καθώς και μη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις εγγραφής στο μητρώο σεξουαλικών δραστών, σύμφωνα με τις αρχές.

«Οι ερευνητές εργάστηκαν επί εβδομάδες για την υλοποίηση της Επιχείρησης Firewall», ανέφερε ο υποστράτηγος Ντάνιελ Τάκερ. «Η επιχείρηση υποστηρίχθηκε από πολλές υπηρεσίες: αστυνομικά τμήματα, γραφεία εισαγγελέων, ειδικά επιχειρησιακά κλιμάκια και στελέχη που εξειδικεύονται στον εντοπισμό επικίνδυνων φυγόδικων».

Σύμφωνα με την Πολιτεία, τα στελέχη της Αστυνομίας προχώρησαν σε συλλήψεις για διάφορα αδικήματα με θύματα παιδιά, μεταξύ των οποίων γενετήσια επαφή, αποπλάνηση, διακίνηση και επιβαρυμένο βιασμό.

Σε δήλωσή της, η κυβερνήτης της Μασσαχουσέτης, Μάουρα Χήλυ, σημείωσε: «Η Πολιτειακή Αστυνομία της Μασαχουσέτης εργάζεται ακατάπαυστα κάθε ημέρα για να διατηρεί τις κοινότητές μας ασφαλείς, ειδικά τα παιδιά μας».

Κατά την Πολιτειακή Αστυνομία, πολλές επίκαιρες έρευνες ξεκινούν από τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό διαδικτυακών αναφορών που υποβάλλονται από το Εθνικό Κέντρο για Εξαφανισμένα και Κακοποιημένα Παιδιά των ΗΠΑ σχετικά με ύποπτη δραστηριότητα.

Βάσει ομοσπονδιακής νομοθεσίας, οι πάροχοι ηλεκτρονικών υπηρεσιών υποχρεούνται να αποστέλλουν αναφορές (cyber-tip) στο Κέντρο όταν εντοπίζουν επικίνδυνη συμπεριφορά.

Η κυβερνήτης της Μασσαχουσέτης, Μάουρα Χήλυ, στο Σικάγο στις 22 Αυγούστου 2024. (Τζάστιν Σάλλιβαν/Getty Images)

 

Τα στελέχη της ειδικής μονάδας ψηφιακού εγκλήματος της Πολιτειακής Αστυνομίας εξετάζουν κάθε καταγγελία ώστε να διαπιστώσουν αν παραβιάζεται η σχετική πολιτειακή νομοθεσία περί παιδικής πορνογραφίας. «Από το 2020, ο αριθμός των διαδικτυακών καταγγελιών που λαμβάνει η Πολιτειακή Αστυνομία έχει αυξηθεί πάνω από 270%», αναφέρεται στην ανακοίνωση.

Την προηγούμενη εβδομάδα μόνο, το Εθνικό Κέντρο προώθησε 1.074 διαδικτυακές καταγγελίες για περαιτέρω διερεύνηση από τη μονάδα ψηφιακού εγκλήματος.

Οι αστυνομικοί συντονίζουν τη δράση τους και μέσω της Ομάδας Καταπολέμησης Διαδικτυακών Εγκλημάτων κατά Παιδιών της Μασσαχουσέτης, μίας από τις 60 αντίστοιχες σε εθνικό επίπεδο, οι οποίες ερευνούν και ασκούν διώξεις για ηλεκτρονικά εγκλήματα με θύματα παιδιά.

Σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Καταδικών των Ηνωμένων Πολιτειών, τα αδικήματα παιδικής πορνογραφίας έχουν αυξηθεί σχεδόν κατά 35% από το 2020. Περίπου το 46% των κατηγορουμένων καταδικάστηκαν για κατοχή υλικού, το 43% για διακίνηση, ενώ το 11% για παραλαβή παιδικής πορνογραφίας.

Η συντριπτική πλειονότητα των ενόχων – ποσοστό 99% – ήταν άνδρες, εκ των οποίων το 71% λευκοί, το 18% ισπανικής καταγωγής, το 6% μαύροι και το 4,8% άλλων εθνικοτήτων, σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής. Ο μέσος όρος ηλικίας ήταν τα 41 έτη, ενώ το 95% ήταν Αμερικανοί πολίτες. Η μέση ποινή για τα αδικήματα παιδικής πορνογραφίας ανήλθε σε 115 μήνες.

Παύουν οι επιθέσεις των Χούθι σε Ερυθρά Θάλασσα και Ισραήλ μετά την εκεχειρία στη Γάζα

Η τρομοκρατική οργάνωση των Χούθι άφησε να εννοηθεί πως σταματά τις στρατιωτικές της επιχειρήσεις κατά του Ισραήλ αλλά και της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα, έναν μήνα μετά την έναρξη της εκεχειρίας στη Γάζα που διαμεσολαβήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σε επιστολή αδιευκρίνιστης ημερομηνίας προς την ηγεσία των Ταξιαρχιών Αλ Κασάμ, που δημοσιεύθηκε στις 9 Νοεμβρίου από τον τηλεοπτικό σταθμό Αλ Άκσα μέσω Telegram, ο στρατηγός Γιούσεφ Χασάν αλ Μαντανί, αρχηγός του γενικού επιτελείου του στρατού των Χούθι στην Υεμένη, επανέλαβε τη στήριξη της ομάδας του στη Χαμάς.

Ο Αλ Μαντανί τόνισε: «Παρακολουθούμε στενά τις εξελίξεις και δηλώνουμε ότι σε περίπτωση νέων επιθετικών κινήσεων του εχθρός στη Γάζα, θα επανέλθουμε στις στρατιωτικές μας επιχειρήσεις στα βάθη της σιωνιστικής οντότητας. Θα επαναφέρουμε, επίσης, την απαγόρευση της ισραηλινής ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα και τη Θάλασσα της Αραβίας».

Οι Χούθι δεν έχουν επιβεβαιώσει επισήμως το τέλος της εκστρατείας τους στην περιοχή. Η Epoch Times επικοινώνησε με τις Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις για σχόλιο, χωρίς όμως να λάβει απάντηση μέχρι τη δημοσίευση. Τόσο το Ισραήλ όσο και η Χαμάς τηρούν τη συμφωνία εκεχειρίας της 10ης Οκτωβρίου, με το Ισραήλ ωστόσο να διαμηνύει πως διατηρεί το δικαίωμα αυτοάμυνας απέναντι σε οτιδήποτε απειλεί την εθνική του ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένων των Χούθι.

Ισραήλ και οι φιλοϊρανοί Χούθι, που έχουν την έδρα τους στην Υεμένη, αντάλλαξαν πολλαπλά πλήγματα μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Γάζα, το 2023. Οι Χούθι επικαλούνται αλληλεγγύη προς τους Παλαιστινίους της Γάζας και δηλώνουν πως οι επιθέσεις τους από τον Νοέμβριο του 2024 κατά πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα – μία ζωτική εμπορική οδό που συνδέει τη Διώρυγα του Σουέζ με τη Θάλασσα της Αραβίας – αποτελούν απάντηση στην ισραηλινή επιχείρηση στη Γάζα.

Εντούτοις, οι στρατιωτικές τους ενέργειες έχουν επηρεάσει και πλοία δίχως προφανή σύνδεση με το Ισραήλ, προκαλώντας διαταραχές στις μεταφορές εμπορευμάτων και ενέργειας σε έναν καίριο παγκόσμιο δίαυλο. Αυτό οδήγησε τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να δώσει εντολή τον Μάρτιο για ευρείας κλίμακας πλήγματα κατά των Χούθι, δεσμευόμενος για τη χρήση συντριπτικής φονικής ισχύος προκειμένου να διασφαλιστεί η ελευθερία της ναυσιπλοΐας στην περιοχή.

Σειρά επιθέσεων

Σε πρόσφατο αεροπορικό πλήγμα κατά ανώτερων στελεχών των Χούθι, οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις (IDF) ανακοίνωσαν στις 16 Οκτωβρίου την εξουδετέρωση του αρχηγού του γενικού επιτελείου των Χούθι, Μοχάμεντ αλ Γκαμαρί. Όπως ανέφερε η ανακοίνωση των IDF, «Η εξόντωσή του συνιστά βαρύ πλήγμα για την ηγεσία των Χούθι, υπεύθυνη για εκατοντάδες επιθέσεις κατά του Ισραήλ στη διάρκεια του πολέμου».

Στην επιστολή του, ο Αλ Μαντανί κάνει λόγο για συλλυπητήρια που έλαβαν οι Χούθι από τις Ταξιαρχίες Αλ Κασάμ, το στρατιωτικό σκέλος της Χαμάς, μετά τον θάνατο του Αλ Γκαμαρί, προσθέτοντας πως οι δύο οργανώσεις είναι ενωμένες στην αντιπαράθεσή τους με το Ισραήλ.

Ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ, Γιοάβ Γκαλάντ, έχει απειλήσει τους Χούθι με σκληρά αντίποινα για τις επιθέσεις τους στο Ισραήλ: «Οι τρομοκράτες Χούθι αρνούνται να διδαχθούν από το Ιράν, τον Λίβανο και τη Γάζα, και θα μάθουν με τον δύσκολο τρόπο. Όποιος πλήττει το Ισραήλ, θα πληγωθεί επταπλάσια».

Είχε προηγηθεί επίθεση με μη επανδρωμένο αεροσκάφος κατά της ισραηλινής πόλης Εϊλάτ, στις 24 Σεπτεμβρίου, κατά την οποία τραυματίστηκαν άμαχοι, ενώ στις 28 Αυγούστου ισραηλινό πλήγμα στην ελεγχόμενη από τους Χούθι πρωτεύουσα της Υεμένης, Σαναά, κόστισε τη ζωή στον Αχμέντ Γαλίμπ αλ Ρουχάουι, πρωθυπουργό της κυβέρνησης των Χούθι, καθώς και σε άλλους ανώτερους αξιωματούχους του τρομοκρατικού καθεστώτος.

Στις 4 Μαΐου, οι Χούθι είχαν εκτοξεύσει πύραυλο που έπληξε την περιοχή κοντά στο αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν.

Ανησυχία στη Ρουμανία για εισβολή ρωσικού UAV μετά από επιθέσεις στην Ουκρανία

Πιθανά θραύσματα ρωσικού μη επανδρωμένου αεροσκάφους εντοπίστηκαν τρία μίλια εντός του ρουμανικού εδάφους, μετά από αεροπορικές επιδρομές της Ρωσίας σε ουκρανικά λιμάνια στον Δούναβη, όπως ανακοίνωσε στις 11 Νοεμβρίου το υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Ρουμανίας.

Σε σχετική ανακοίνωση, το υπουργείο ανέφερε πως τα ραντάρ του εντόπισαν παρουσία UAV σε περιοχή γειτονική προς τον ρουμανικό εναέριο χώρο, γεγονός που οδήγησε σε προληπτική ενεργοποίηση των αντιαεροπορικών συστημάτων.

Οι καιρικές συνθήκες ωστόσο δεν επέτρεψαν την απογείωση μαχητικών αεροσκαφών. Σύμφωνα με το υπουργείο, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, στις 11 Νοεμβρίου, κοινοποιήθηκε προειδοποίηση στους κατοίκους του νομού Τούλτσεας, ο οποίος βρίσκεται στη Μαύρη Θάλασσα και συνορεύει με την Ουκρανία.

Παρατηρήθηκαν πλήθος εκρήξεων στην ουκρανική πλευρά του Δούναβη, στην περιοχή του λιμανιού Ισμαήλ. Περίπου στη 1:09 π.μ. τοπική ώρα, το υπουργείο ενημερώθηκε για πτώση μη επανδρωμένου αεροσκάφους στο Γκρίντου, τρία μίλια νότια των ουκρανικών συνόρων. Στο σημείο μετέβησαν στρατιωτικές ομάδες, που επιβεβαίωσαν την παρουσία πιθανών θραυσμάτων drone, σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση.

Μετά τη σχετική ενημέρωση από το υπουργείο Άμυνας, ο υπουργός Εξωτερικών της Ρουμανίας, Τεοντόρ Μελεσκάνου, εξέφρασε την ανησυχία του, δηλώνοντας: «Άλλη μια απερίσκεπτη ρωσική επίθεση κατά της Ουκρανίας είχε επιπτώσεις σε ρουμανικό έδαφος. Ο χθεσινός ρωσικός βομβαρδισμός σε υποδομές εμπορικών λιμένων της Ουκρανίας είχε ως αποτέλεσμα να καταλήξουν θραύσματα μη επανδρωμένου αεροσκάφους σε κατοικημένη περιοχή της Ρουμανίας».

Ο Μελεσκάνου σημείωσε πως ανάλογα περιστατικά έχουν συμβεί και στο παρελθόν και, επικαλούμενος τις πρόσφατες κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ, ανέφερε ότι η Ρουμανία ετοιμάζει πρόσθετα μέτρα κατά της Μόσχας. Τον Σεπτέμβριο, η Ρουμανία είχε αναφέρει ανίχνευση ρωσικού UAV κατά τη διάρκεια ρωσικών πληγμάτων σε ουκρανικούς στόχους κοντά στον Δούναβη.

Ο πόλεμος των drone

Τους τελευταίους μήνες, τα περιστατικά ανίχνευσης και κατάρριψης μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drone) στην Ευρώπη έχουν αυξηθεί, με περιστατικά να αναφέρονται σε Βέλγιο, Σουηδία, Δανία και Πολωνία. Αν και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι τείνουν να τα αποδώσουν στη Ρωσία, η Μόσχα αρνείται κάθε εμπλοκή.

Στα σχεδόν πέντε χρόνια από την έναρξη του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας, η χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών στο πεδίο της μάχης έχει αυξηθεί κατακόρυφα.

Σύμφωνα με ανάλυση του Τζον Λοκ, συνεργάτη του προγράμματος Ρωσίας και Ευρασίας της βρετανικής δεξαμενής σκέψης Chatham House, «η Ουκρανία έχει εντείνει τις επιθέσεις της κατά της ρωσικής ενεργειακής υποδομής, τόσο με πυραύλους όσο και μη επανδρωμένα αεροσκάφη».

Παράλληλα, όπως σημειώνει ο Λοκ, «η Ρωσία έχει αναβαθμίσει τον κύριο τύπο επιθετικών μη επανδρωμένων που διαθέτει, το Σαχέντ, διπλασιάζοντας την πολεμική του κεφαλή και αυξάνοντας την εμβέλεια και την ταχύτητα. Η παραγωγή τους έχει υπερπενταπλασιαστεί σε σχέση με πέρυσι και προβλέπεται ότι θα διπλασιαστεί ξανά», ανέφερε σε άρθρο της 10ης Νοεμβρίου.

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι, σε συνεδρίαση του κοινοβουλίου στο Κίεβο. Ουκρανία, 17 Ιουλίου 2025. (AP Photo/Vadym Sarakhan)

 

Σύμφωνα με το ρωσικό κρατικό πρακτορείο TASS, τα ρωσικά αντιαεροπορικά κατέρριψαν το βράδυ της 10ης Νοεμβρίου τριάντα επτά ουκρανικά σταθερών πτερύγων UAV εντός της επικράτειας της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Το ουκρανικό ειδησεογραφικό πρακτορείο Ukrinform ανέφερε πως κατά τις επιχειρήσεις το ίδιο βράδυ, η Ρωσία εξαπέλυσε 4.286 μη επανδρωμένα-καμικάζι και δεκάδες συμβατικές αεροπορικές επιθέσεις, επικαλούμενο ανάρτηση στο Facebook του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων της Ουκρανίας.

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, βρέθηκε στη Χερσώνα στις 11 Νοεμβρίου, για την τρίτη επέτειο από την ανακατάληψη της περιοχής από τις ουκρανικές δυνάμεις. Εκεί, προήδρευσε σύσκεψης με θέμα την ασφάλεια και τα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα της Χερσώνας, όπου συζητήθηκε μεταξύ άλλων και η εναέρια ασφάλεια.

Σε ανάρτησή του στις 11 Νοεμβρίου στην πλατφόρμα X, ο Ζελένσκι τόνισε ότι η προσοχή εστιάζεται στον αριθμό των επιτιθέμενων ρωσικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Επεσήμανε ότι η απάντηση θα δοθεί μέσα από ένα ενιαίο κέντρο ραδιοηλεκτρονικού πολέμου και κινητών πυροβολαρχιών, ενώ υπογράμμισε τη σημασία της «ανάπτυξης και επέκτασης των σχετικών συστημάτων, της προστασίας δρόμων και υποδομών με ειδικά δίκτυα».

Το τείχος των drone στην Ευρώπη

Οι ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν πλέον με σοβαρότητα την απειλή που συνιστούν τα μη επανδρωμένα. Τον προηγούμενο μήνα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επεσήμανε πως η Ευρώπη πρέπει να είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει νεότερες μορφές πολέμου, όπως οι δολιοφθορές σε υποθαλάσσια καλώδια, οι κυβερνοεπιθέσεις και οι παραβιάσεις από μη επανδρωμένα αεροσκάφη.

Στις 16 Οκτωβρίου, έγινε η παρουσίαση τεσσάρων εμβληματικών έργων από την πρόεδρο της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η κατασκευή ενός «τείχους από μη επανδρωμένα αεροσκάφη» και η ενίσχυση των ανατολικών συνόρων της Ευρώπης, μέτρα που αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου αμυντικού σχεδίου που αναμένεται να υλοποιηθεί μέχρι το 2030.

Η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Άμυνας έναντι των μη επανδρωμένων αεροσκαφών, στην οποία αναφέρθηκαν τόσο η φον ντερ Λάιεν όσο και άλλοι αξιωματούχοι ως «τείχος drone», προτείνεται ως ένα πολυεπίπεδο, τεχνολογικά προηγμένο σύστημα, με διευρυμένες δυνατότητες για εντοπισμό, παρακολούθηση και εξουδετέρωση μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Το πρόγραμμα «Eastern Flank Watch» θα συνδυάζει αντιαεροπορικά, αντι-drone συστήματα, επίγεια αμυντικά δίκτυα και μέτρα θαλάσσιας ασφάλειας στη Βαλτική και τη Μαύρη Θάλασσα, καθώς και τεχνολογίες για ενίσχυση της επιτήρησης, της εσωτερικής ασφάλειας και της διαχείρισης των συνόρων.

Εφόσον το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εγκρίνει τις σχετικές προτάσεις, το «τείχος drone» θα μπορούσε να είναι πλήρως λειτουργικό ως το τέλος του 2027, ενώ οι αμυντικές υποδομές στην ανατολική πτέρυγα αναμένεται να τεθούν σε λειτουργία ως το τέλος του 2028.

Η Ιαπωνία καταδικάζει τις απειλές Κινέζου διπλωμάτη για την Ταϊβάν

Ο επικεφαλής γραμματέας του ιαπωνικού υπουργικού συμβουλίου, Μινόρου Κιχάρα, ανακοίνωσε στις 10 Νοεμβρίου ότι η κυβέρνηση της Ιαπωνίας υπέβαλε έντονη διαμαρτυρία προς το Πεκίνο, ύστερα από απειλητικά σχόλια ανώτερου Κινέζου διπλωμάτη που στρέφονταν εναντίον της πρωθυπουργού Σανάε Τακαΐτσι.

Ο Κιχάρα ανέφερε επίσης στους δημοσιογράφους ότι το υπουργείο Εξωτερικών και η ιαπωνική πρεσβεία στην Κίνα ζήτησαν την άμεση απόσυρση της δήλωσης που έκανε ο Κινέζος διπλωμάτης.

Επεσήμανε δες ότι, αν και τα κίνητρα πίσω από το σχόλιο δεν είναι ξεκάθαρα, είναι «εξαιρετικά ακατάλληλο» ο επικεφαλής μιας κινεζικής διπλωματικής αποστολής στο εξωτερικό να προβεί σε τέτοιου είδους δήλωση. Προσέθεσε ακόμη ότι η ιαπωνική κυβέρνηση ζητά από την Κίνα «σαφή εξήγηση» για το περιστατικό.

Το επίμαχο σχόλιο ανήκε στον Σούε Τζιαν [Χue Jian], γενικό πρόξενο της Κίνας στην Οσάκα — τη μεγαλύτερη πόλη της δυτικής Ιαπωνίας — ο οποίος έγραψε στην πλατφόρμα Χ, στις 8 Νοεμβρίου, σύμφωνα με την εφημερίδα The Asahi Shimbun:«Το βρώμικο κεφάλι που μπλέκεται απερίσκεπτα πρέπει να κοπεί, χωρίς κανέναν δισταγμό». Η ανάρτηση έπαψε να είναι ορατή από τις 9 Νοεμβρίου.

Αν και ο Κινέζος διπλωμάτης δεν ανέφερε ονομαστικά την πρωθυπουργό, επικαλέστηκε αναφορά της Asahi Shimbun σχετικά με τις πρόσφατες δηλώσεις της Τακαΐτσι στο ιαπωνικό κοινοβούλιο για το ζήτημα της Ταϊβάν, σύμφωνα με στιγμιότυπο οθόνης που μοιράστηκε ο Τζορτζ Γκλας, πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ιαπωνία.

Ο Γκλας παρατηρεί σε δική του ανάρτηση, στις 10 Νοεμβρίου, ότι ο Κινέζος αξιωματούχος απειλεί την Ιαπωνή πρωθυπουργό και τον ιαπωνικό λαό και προσθέτει  ότι «η μάσκα έπεσε — ξανά», καλώντας το Πεκίνο να αρχίσει επιτέλους να συμπεριφέρεται σαν ‘καλός γείτονας’, όπως δηλώνει ότι είναι.

«Κατάσταση που απειλεί την επιβίωση»

Σύμφωνα με την Asahi Shimbun, κατά τη διάρκεια κοινοβουλευτικής συνεδρίασης στις 8 Νοεμβρίου, η πρωθυπουργός Τακαΐτσι είχε δηλώσει ότι μια κινεζική στρατιωτική επίθεση κατά της Ταϊβάν θα αποτελούσε «κατάσταση απειλητική για την επιβίωση της Ιαπωνίας».

Η συγκεκριμένη φράση θεωρείται κρίσιμη, καθώς σύμφωνα με την ιαπωνική νομοθεσία, η χώρα υποχρεούται να αναπτύξει τις δυνάμεις που διαθέτει για την αυτοάμυνά της, εάν μια στρατιωτική επίθεση κατά φιλικής χώρας θέτει σε κίνδυνο την επιβίωση της Ιαπωνίας.

Η Τακαΐτσι, που ανέλαβε καθήκοντα τον Οκτώβριο, παρουσιάστηκε από τα ιαπωνικά μέσα ως η πρώτη εν ενεργεία πρωθυπουργός που διατύπωσε τόσο ξεκάθαρα αυτή τη θέση δημοσίως.

Η ίδια υπερασπίστηκε τη στάση της εχθές, εξηγώντας ότι οι αρχικές της δηλώσεις βασίστηκαν στο «χειρότερο δυνατό σενάριο». Τόνισε ότι η τοποθέτησή της είναι «σύμφωνη με τις πάγιες θέσεις της κυβέρνησης» και πρόσθεσε πως δεν προτίθεται να ανακαλέσει όσα είπε, αλλά θα αποφύγει να κάνει παρόμοιες δηλώσεις σε μελλοντικές συνεδριάσεις.

Όταν ρωτήθηκε σχετικά με το σχόλιο του Κινέζου διπλωμάτη, στη χθεσινή τακτική ενημέρωση Τύπου, ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, Λιν Τζιεν, επανέλαβε τις εδαφικές αξιώσεις του κομμουνιστικού καθεστώτος επί της Ταϊβάν και δηλώνοντας ότι η ανάρτηση του Σου αποτελούσε αντίδραση στις δηλώσεις της Τακαΐτσι για την Ταϊβάν, κάλεσε το Τόκυο «να εξετάσει σοβαρά τις ιστορικές του ευθύνες».

Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) θεωρεί την Ταϊβάν ως αποσχισμένη επαρχία και δεν έχει αποκλείσει ποτέ τη χρήση βίας για να την προσαρτήσει στη ΛΔΚ.

Η κυβέρνηση της Ταϊβάν τοποθετήθηκε επίσης εχθές, 10 Νοεμβρίου, με εκπρόσωπο του γραφείου της προέδρου να αναφέρει ότι η Ταϊβάν λαμβάνει πολύ σοβαρά υπ’ όψιν τις απειλητικές δηλώσεις του Κινέζου αξιωματούχου προς την Ιαπωνία, επισημαίνοντας ότι «τέτοιου είδους συμπεριφορά υπερβαίνει σαφώς τα όρια της διπλωματικής ευπρέπειας», σύμφωνα με το Central News Agency — το εθνικό Πρακτορείο Ειδήσεων της Ταϊβάν.

Της Dorothy Li

Με πληροφορίες από το Reuters