Πέμπτη, 16 Απρ, 2026

Η πολιτική δυναμική στην Κίνα υπό τον Σι Τζινπίνγκ

Η σύγχρονη πολιτική σκηνή της Κίνας βρίσκεται σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και εσωτερικών εντάσεων, με επίκεντρο τον ηγέτη της χώρας, Σι Τζινπίνγκ. Πρόκειται για μια διαδικασία που εκτείνεται από τη βάση του κρατικού μηχανισμού έως την κορυφή της εξουσίας. Παρά την φαινομενική σταθερότητα της εξουσίας, οι εξελίξεις στο εσωτερικό του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) αποκαλύπτουν μια πιο σύνθετη και δυνητικά ασταθή πραγματικότητα.

Η Κίνα έχει εισέλθει σε έναν πενταετή κύκλο ανανέωσης στελεχών, μια διαδικασία που αφορά εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις σε όλα τα επίπεδα διοίκησης, από τις τοπικές κοινότητες μέχρι τα ανώτατα κρατικά και κομματικά όργανα.

Στη βάση αυτού του συστήματος βρίσκονται οι λεγόμενες «εκλογές» σε χωριά και αστικές γειτονιές. Αν και συμμετέχουν εκατοντάδες εκατομμύρια πολίτες, η διαδικασία είναι σε μεγάλο βαθμό προσχηματική, καθώς οι υποψήφιοι έχουν εγκριθεί εκ των προτέρων από το κόμμα.

Στα ανώτερα επίπεδα, η διαδικασία γίνεται κεκλεισμένων των θυρών. Καθώς η διαδικασία ανεβαίνει ιεραρχικά, οι δήμαρχοι, κυβερνήτες και υπουργοί επιλέγονται μέσα από εσωτερικές διαβουλεύσεις, ενώ οι τελικές αποφάσεις επικυρώνονται από κομματικά όργανα. Οι επαρχιακές ηγεσίες αναδιαμορφώνονται και οι κορυφαίες θέσεις οδηγούν τελικά στο Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΚ το οποίο αποτελεί τον πυρήνα λήψης αποφάσεων της χώρας.

Το αποκορύφωμα αυτής της διαδικασίας θα είναι το 21ο Συνέδριο του κόμματος, το οποίο θα καθορίσει την πολιτική σύνθεση της επόμενης πενταετίας.

Η θέση του Σι Τζινπίνγκ ως Γενικού Γραμματέα του Κόμματος, Προέδρου της χώρας και Αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων θεωρείται πρακτικά αδιαμφισβήτητη.

Καταργώντας το όριο θητείας (δύο τετραετίες), το 2018, ο Σι ενίσχυσε περαιτέρω τη θέση του και  άνοιξε τον δρόμο για παραμονή στην εξουσία επ’ αόριστον. Αυτό τον διαφοροποιεί έντονα από τους προκατόχους του, όπως ο Χου Τζιντάο και ο Τζιανγκ Ζεμίν [Hu Jintao, Jiang Zemin], οι οποίοι ακολούθησαν τις θεσμοθετημένες διαδικασίες διαδοχής.

Ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα είναι η απουσία εμφανούς διαδόχου. Η ηγεσία γερνάει, δεν υπάρχουν νεότερα στελέχη σε τροχιά ανόδου και οι «επόμενες γενιές» δεν προωθούνται. Αυτό ενισχύει την εκτίμηση ότι ο Σι δεν σκοπεύει να αποχωρήσει σύντομα.

Εκκαθαρίσεις και εσωτερική ανασφάλεια

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά της πρόσφατης περιόδου είναι οι εκτεταμένες εκκαθαρίσεις. Αξιωματούχοι του στρατού και του κόμματος —πολλοί από αυτούς στενοί συνεργάτες του Σι — έχουν απομακρυνθεί. Επισήμως, οι λόγοι σχετίζονται με διαφθορά. Ανεπισήμως, όμως, είναι πιθανόν να πρόκειται για εξουδετέρωση αντιπάλων.

Σύμφωνα με αναλύσεις από οργανισμούς όπως το Center for Strategic and International Studies, ένα πολύ μεγάλο ποσοστό στελεχών της Κεντρικής Επιτροπής που αναδείχθηκαν στο προηγούμενο συνέδριο έχει αποβληθεί ή έχει τεθεί υπό έρευνα ή έχει εξαφανιστεί πολιτικά. Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται σε πολιτικούς αντιπάλους, αλλά επεκτείνεται και σε πρόσωπα που θεωρούνταν κοντά στον Σι, γεγονός που εντείνει το κλίμα αβεβαιότητας εντός της ελίτ. Αυτό δημιουργεί ένα σοβαρό πρόβλημα: την έλλειψη στελεχών για την επόμενη γενιά ηγεσίας.

Η Κεντρική Στρατιωτική Επιτροπή της Κίνας αποτελεί κρίσιμο δείκτη για τη διαδοχή. Παραδοσιακά, αν εμφανιστεί δεύτερος πολιτικός στην επιτροπή, θεωρείται διάδοχος. Σήμερα, ο Σι παραμένει ο μοναδικός πολιτικός στην επιτροπή και δεν υπάρχει σαφής κληρονόμος.

Αυτό ενισχύει την εκτίμηση ότι δεν σχεδιάζει να αποχωρήσει ούτε στο άμεσο ούτε στο μεσοπρόθεμο μέλλον.

Γεροντοκρατία και έλλειψη ανανέωσης

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της σημερινής κατάστασης είναι η γήρανση της πολιτικής ηγεσίας. Η μέση ηλικία των μελών του Πολιτικού Γραφείου είναι η υψηλότερη των τελευταίων δεκαετιών, ενώ η παρουσία νεότερων στελεχών είναι περιορισμένη. Ο μέσος όρος ηλικίας του Πολιτικού Γραφείου είναι τα 66 έτη. Το νεότερο μέλος κορυφής είναι άνω των 60 και είναι σπάνια η παρουσία στελεχών κάτω των 50. Η απουσία νεότερων προσώπων περιορίζει την καινοτομία, αυξάνει την εξάρτηση από παλιές δομές, δυσκολεύει τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα. Επιπλέον, παρατηρείται και έλλειψη γυναικών στην κορυφή της εξουσίας, κάτι που ενισχύει τον κλειστό χαρακτήρα του συστήματος.

Η κινεζική ηγεσία έχει λόγους να φοβάται τη διαδοχή. Στο παρελθόν, εσωτερικές συγκρούσεις για την εξουσία οδήγησαν σε κρίσεις, όπως τα γεγονότα της Πλατείας Τιενανμέν. Η ανάδειξη ενός διαδόχου μπορεί να προκαλέσει εσωτερικές φατριακές συγκρούσεις, να αποδυναμώσει τον εν ενεργεία ηγέτη, να δημιουργήσει πόλους εξουσίας. Γι’ αυτό, η επιλογή του Σι να αποφύγει τον ορισμό διαδόχου μπορεί να είναι στρατηγική.

Παρά την ισχυρή εικόνα του Σι, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι το μέλλον μπορεί να είναι πιο ασταθές από όσο φαίνεται. Σε ανάλυση που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό China Leadership Monitor επισημαίνεται ότι οι εκκαθαρίσεις δημιουργούν κλίμα φόβου, η έλλειψη εμπιστοσύνης διαβρώνει την ελίτ, η συγκέντρωση εξουσίας αυξάνει τους κινδύνους λαθών.

Η επόμενη πενταετία ενδέχεται να χαρακτηρίζεται από εντονότερες εσωτερικές συγκρούσεις, αυξημένη πολιτική αβεβαιότητα και μεγαλύτερη εξάρτηση από τον ίδιο τον Σι. Η Κίνα του Σι Τζινπίνγκ εμφανίζεται ισχυρή και συγκεντρωτική. Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια διαμορφώνεται ένα πιο περίπλοκο τοπίο. Η Κίνα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Από τη μία πλευρά, ο Σι Τζινπίνγκ έχει εδραιώσει μια άνευ προηγουμένου προσωπική εξουσία. Από την άλλη, η απουσία διαδόχου, οι εκκαθαρίσεις και η γήρανση της ηγεσίας δημιουργούν δομικές αδυναμίες. Ποια θα είναι η σταθερότητα του ίδιου του συστήματος όταν αυτή η εποχή φτάσει στο τέλος της;

Αντιδράσεις προκαλούν οι δηλώσεις Καναδού βουλευτή σχετικά με την καταναγκαστική εργασία στην Κίνα

Ο βουλευτής των Φιλελευθέρων Μάικλ Μα δέχεται επικρίσεις επειδή αμφισβήτησε αναφορές για πρακτικές καταναγκαστικής εργασίας στην Κίνα. Ο πρώην βουλευτής των Συντηρητικών, ο οποίος εντάχθηκε στους Φιλελευθέρους τον Δεκέμβριο, ζήτησε αργότερα συγγνώμη για τις δηλώσεις του, καθώς βρέθηκε αντιμέτωπος με αντιδράσεις ακτιβιστών υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και βουλευτών της αντιπολίτευσης.

Κατά τη διάρκεια συνεδρίασης της επιτροπής βιομηχανίας της Βουλής των Κοινοτήτων στις 26 Μαρτίου, η οποία εξετάζει τις πολιτικές της κυβέρνησης για τα ηλεκτρικά οχήματα, ο Μα υπέβαλε στη Μάργκαρετ ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον, ειδική στην Κίνα και πρώην ανώτερη δημόσια λειτουργό, ερωτήματα που υποδήλωναν σκεπτικισμό ως προς την ύπαρξη καταναγκαστικής εργασίας στην Κίνα, χωρίς όμως να της δώσει χρόνο να αναπτύξει τις απαντήσεις της.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Καναδά υπέγραψε πρόσφατα σειρά συμφωνιών με το Πεκίνο, μεταξύ των οποίων και συμφωνία που επιτρέπει την εισαγωγή έως και 49.000 κινεζικών ηλεκτρικών οχημάτων με χαμηλούς δασμούς, με αντάλλαγμα τη μείωση των κινεζικών δασμών στις εισαγωγές καναδικής κανόλας. Η ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον συγκαταλέγεται μεταξύ των ειδικών που αμφισβητούν την ασφάλεια της συμφωνίας, επισημαίνοντας ότι το Πεκίνο στοχοποιεί συστηματικά κοινότητες της κινεζικής διασποράς και Κινέζους αντιφρονούντες στον Καναδά.

Η ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον ανέφερε στους βουλευτές ότι δεκάδες εξαρτήματα που χρησιμοποιούνται σε κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα παράγονται με αλουμίνιο το οποίο έχει παραχθεί με τη χρήση καταναγκαστικής εργασίας Ουιγούρων στην Κίνα. Επικαλέστηκε έκθεση του 2024 της οργάνωσης Human Rights Watch, σύμφωνα με την οποία εντοπίστηκαν «αξιόπιστα στοιχεία» ότι τόσο κινεζικοί κατασκευαστές όσο και δυτικές εταιρείες με εργοστάσια στην Κίνα «αποτυγχάνουν να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο χρήσης καταναγκαστικής εργασίας Ουιγούρων στις αλυσίδες εφοδιασμού αλουμινίου τους».

Ο Μα ρώτησε τη ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον αν είχε διαπιστώσει προσωπικά την ύπαρξη καταναγκαστικής εργασίας στο Σεντζέν και αν είχε επισκεφθεί ποτέ την περιοχή. Το Σεντζέν, βιομηχανικό κέντρο της Κίνας, και το Σιντζιάνγκ, όπου ζει ο διωκόμενος λαός των Ουιγούρων, έχουν παρόμοια προφορά. Καθώς πολλά μέσα ενημέρωσης κάλυψαν την ανταλλαγή θεωρώντας ότι αναφερόταν στο Σιντζιάνγκ, ο Μα διευκρίνισε αργότερα σε ανακοίνωσή του ότι εννοούσε το Σεντζέν και όχι το Σιντζιάνγκ.

Η ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον απάντησε ότι είχε επισκεφθεί την Κίνα πολλές φορές τα τελευταία πενήντα χρόνια. Ο Μα διέκοψε την απάντησή της και επανέλαβε το ερώτημα αν είχε δει η ίδια καταναγκαστική εργασία. Εκείνη απάντησε ότι συνεργάζεται στενά με τη Human Rights Watch, όπου οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει τέτοιες πρακτικές. Ο Μα στη συνέχεια πέρασε σε ερωτήσεις προς τον άλλο μάρτυρα.

Η Βουλή των Κοινοτήτων ενέκρινε ομόφωνα τον Φεβρουάριο του 2021 πρόταση που είχαν καταθέσει οι Συντηρητικοί, με την οποία οι διώξεις του Πεκίνου κατά των Ουιγούρων και άλλων μουσουλμανικών ομάδων στην Κίνα χαρακτηρίζονται ως γενοκτονία. Την πρόταση στήριξαν οι Συντηρητικοί, το Bloc Québécois, το NDP, το Κόμμα των Πρασίνων και οι βουλευτές των Φιλελευθέρων που δεν συμμετείχαν στο υπουργικό συμβούλιο, ενώ τα μέλη της κυβέρνησης απείχαν.

Η Μάργκαρετ ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον, ειδική στην Κίνα και ανώτερη ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο της Οττάβα, καταθέτει ενώπιον της Μόνιμης Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου στη Βουλή των Κοινοτήτων. Καναδάς, 12 Μαρτίου 2026. (House of Commons/Στιγμιότυπο οθόνης)

 

Ο Καναδάς επέβαλε κυρώσεις σε Κινέζους αξιωματούχους τον Δεκέμβριο του 2024 για τις διώξεις κατά των Ουιγούρων, των ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ και των Θιβετιανών, επισημαίνοντας ότι οι ομάδες αυτές υπόκεινται σε διάφορες μορφές καταστολής στην Κίνα, συμπεριλαμβανομένης της αυθαίρετης κράτησης και της καταναγκαστικής εργασίας.

Δημοσιογράφοι και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν αναφέρει ότι αντιμετωπίζουν περιορισμούς στις θεωρήσεις εισόδου όταν επισκέπτονται την Κίνα, ιδίως όταν επιχειρούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε ευαίσθητες περιοχές, επισημαίνοντας ότι είναι δύσκολη η συλλογή πληροφοριών στη χώρα.

Σύμφωνα με έκθεση του 2024 του Γραφείου του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, οι αρμόδιοι συνεχίζουν να παρακολουθούν στενά την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα, παρά τις δυσκολίες που προκαλούνται από την περιορισμένη πρόσβαση σε πληροφορίες και τον φόβο αντιποίνων εις βάρος όσων συνεργάζονται με τα Ηνωμένα Έθνη.

«Απαράδεκτο»

Η ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον δήλωσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μετά τη συνεδρίαση της επιτροπής ότι είχε επισημάνει στον Μα πως οι κινεζικές αρχές δεν θα του έδειχναν ποτέ στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας, αλλά ότι η Human Rights Watch έχει παρουσία εκεί. Πρόσθεσε ότι ο Μα δήλωσε πως δεν πιστεύει τις αναφορές επειδή περιλαμβάνονται σε έκθεση και ότι θεωρεί πως πρέπει να το δει με τα μάτια του.

Ο Μεχμέτ Τοχτί, εκτελεστικός διευθυντής του Καναδικού Προγράμματος Υπεράσπισης Δικαιωμάτων των Ουιγούρων, ανέφερε ότι ο Μα τοποθετείται εκ νέου ως υποστηρικτής της άρνησης, υποβαθμίζοντας την πραγματικότητα της γενοκτονίας των Ουιγούρων, της καταναγκαστικής εργασίας και της διεθνικής καταστολής που ασκεί η Κίνα εναντίον τους.

Σε ανάρτησή του στις 26 Μαρτίου σημείωσε ότι η καταναγκαστική εργασία αποτελεί εκτεταμένη πρακτική που επιβάλλεται από το κράτος και στοχεύει τους Ουιγούρους, προσθέτοντας ότι υπάρχει ακόμη και συγκεκριμένος όρος, «χασάρ», για να περιγράψει μορφές καταναγκαστικής εργασίας, ενώ η κινεζική κυβέρνηση αναφέρεται επίσημα στο σύστημα αυτό ως «κατανομή εργασίας», αποκρύπτοντας τον εξαναγκαστικό χαρακτήρα του.

Εγκατάσταση που θεωρείται στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου κρατούνται κυρίως μουσουλμανικές εθνοτικές μειονότητες, στο Άρτουξ του Σιντζιάνγκ. Κίνα, 2 Ιουνίου 2019. (Greg Baker/AFP/Getty Images)

 

Αρκετοί βουλευτές των Συντηρητικών σχολίασαν επίσης τις δηλώσεις του Μα, μεταξύ των οποίων και ο βουλευτής Σουβαλόι Ματζούμνταρ, ο οποίος τον κατηγόρησε ότι αναπαράγει την προπαγάνδα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ).

Η βουλευτής των Συντηρητικών και αρμόδια για θέματα βιομηχανίας Ρέιτσελ Ντάντσω χαρακτήρισε την ανταλλαγή μεταξύ Μα και ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον ανησυχητική. Διερωτήθηκε αν ο βουλευτής των Φιλελευθέρων αρνήθηκε ότι λαμβάνουν χώρα πρακτικές καταναγκαστικής εργασίας στην Κίνα, τονίζοντας ότι πρόκειται για τεκμηριωμένο πρόβλημα και θέτοντας το ερώτημα γιατί υπερασπίζεται το κινεζικό καθεστώς.

Ο βουλευτής των Συντηρητικών Μάικλ Γκουλιελμίν χαρακτήρισε τη συμπεριφορά του Μα απαράδεκτη, επισημαίνοντας ότι οι Καναδοί αναμένουν από τους βουλευτές να υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και όχι να καλύπτουν το κινεζικό καθεστώς.

Ο βουλευτής των Συντηρητικών και αρμόδιος για θέματα εξωτερικών Μάικλ Τσονγκ έθεσε το ζήτημα στη Βουλή των Κοινοτήτων κατά την περίοδο ερωτήσεων στις 26 Μαρτίου, ζητώντας να διευκρινιστεί αν η κυβέρνηση εξακολουθεί να εκτιμά ότι υπάρχει καταναγκαστική εργασία Ουιγούρων και αν οι κυρώσεις θα παραμείνουν σε ισχύ.

Αργότερα ανέφερε σε ανάρτησή του ότι εάν η κυβέρνηση δεν θεωρεί πλέον ότι υφίσταται καταναγκαστική εργασία, αυτό θα είχε συνέπειες για τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί σε κινεζικές οντότητες και αξιωματούχους, για τις εισαγωγές προϊόντων από το Σιντζιάνγκ στον Καναδά, για την αναθεώρηση της Συμφωνίας Ηνωμένων Πολιτειών-Μεξικού-Καναδά και για το εμπόριο μεταξύ Καναδά και Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Μα δεν απάντησε σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με την ανταλλαγή μετά τη συνεδρίαση της επιτροπής.

Σε ανακοίνωσή του ζήτησε συγγνώμη, αναφέροντας ότι άθελά του έδωσε την εντύπωση ότι υποβαθμίζει το σοβαρό ζήτημα της καταναγκαστικής εργασίας. Δήλωσε ότι μετανιώνει για το λάθος και ζήτησε συγγνώμη από τη ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον και τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής, διευκρινίζοντας ότι η γραμμή των ερωτήσεών του αφορούσε την αυτοκινητοβιομηχανία στο Σεντζέν της Κίνας και όχι το Σιντζιάνγκ.

Ο Μάικλ Μα γεννήθηκε στο Χονγκ Κονγκ και μετανάστευσε στο Βανκούβερ σε ηλικία 12 ετών. Εξελέγη βουλευτής μετά τις γενικές εκλογές του περασμένου Απριλίου. Τα τελευταία χρόνια έχει συμμετάσχει σε εκδηλώσεις ή πρωτοβουλίες με πρόσωπα που εκφράζουν απόψεις ευθυγραμμισμένες με την πολιτική του Πεκίνου.

Μέσα στον Μάρτιο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος των Ηνωμένων Πολιτειών ξεκίνησε έρευνα για εισαγωγές προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία, στοχεύοντας εξήντα (60) χώρες, μεταξύ των οποίων και ο Καναδάς. Η έρευνα ενδέχεται να οδηγήσει σε απαγόρευση εισαγωγών τέτοιων προϊόντων στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σε δήλωση της 12ης Μαρτίου, ο εμπορικός αντιπρόσωπος των ΗΠΑ Τζέιμσον Γκρηρ ανέφερε ότι οι έρευνες αυτές θα καθορίσουν αν οι ξένες κυβερνήσεις έχουν λάβει επαρκή μέτρα για να απαγορεύσουν την εισαγωγή προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία και πώς η αποτυχία εξάλειψης αυτών των απαράδεκτων πρακτικών επηρεάζει τους εργαζομένους και τις επιχειρήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Της Olivia Gomm

Με πληροφορίες από Canadian Press

Η στροφή του Καναδά προς την Κίνα προκαλεί αντιδράσεις

Καθώς ο Καναδάς επιδιώκει στενότερες διπλωματικές σχέσεις με την Κίνα και ορισμένες άλλες χώρες, ενδέχεται να στέλνει το μήνυμα σε καθεστώτα όπως το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) ότι δεν αντιμετωπίζει με σοβαρότητα την αντίσταση στη διεθνική καταστολή, δήλωσε πανεπιστημιακός καθηγητής σε βουλευτές.

Ο Ρόναλντ Ντέιμπερτ (Ronald Deibert), καθηγητής πολιτικής επιστήμης και διευθυντής του Citizen Lab στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο, ανέφερε ότι μια τέτοια στάση στέλνει το μήνυμα σε αυτές τις κυβερνήσεις πως ο Καναδάς δεν λαμβάνει πλέον σοβαρά το ζήτημα της αντιμετώπισης του προβλήματος. ‘Οπως παρατήρησε, όταν μια χώρα δεν εκφράζεται δημόσια και δεν παίρνει θέση, ουσιαστικά δημιουργεί τις συνθήκες για να εκδηλωθούν τέτοιου είδους πρακτικές καταστολής.

Ο Ντέιμπερτ προέβη στις δηλώσεις αυτές κατά την κατάθεσή του στις 23 Μαρτίου ενώπιον της Υποεπιτροπής Διεθνών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής των Κοινοτήτων, η οποία εξετάζει τον παγκόσμιο αντίκτυπο της διεθνικής καταστολής.

Ερωτηθείς από τον βουλευτή του Bloc Québécois Αλεξί Μπρουνέλ-Ντυσέπ εάν ο Καναδάς θα πρέπει να είναι πιο προσεκτικός όταν προσεγγίζει κράτη που ασκούν διεθνική καταστολή, με αναφορά στην Κίνα και την Ινδία, απάντησε ότι η κυβέρνηση οφείλει να τοποθετείται ανοιχτά επί του ζητήματος.

Επεσήμανε ότι θεωρεί το θέμα σαφώς προβληματικό και ότι, όταν παραμερίζεται το γεγονός πως πρόκειται για κυβερνήσεις που έχουν εμπλακεί σε διεθνική καταστολή εις βάρος Καναδών πολιτών, μεταναστών και προσφύγων στη χώρα, ουσιαστικά αγνοείται το σύνολο του προβλήματος. Υπογράμμισε ότι η εθνική ασφάλεια του Καναδά εξαρτάται από το Διεθνές Δίκαιο και τα διεθνή ανθρώπινα δικαιώματα και προειδοποίησε πως εάν η χώρα δεν εκφράζεται δυναμικά και δεν λαμβάνει σοβαρή θέση, ενεργεί εις βάρος των ίδιων της των συμφερόντων.

Η κατάθεση πραγματοποιήθηκε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϋ επιδιώκει στενότερες σχέσεις με την Κίνα, με στόχο την εξεύρεση νέων εταίρων εκτός από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Κάρνεϋ είχε δηλώσει κατά την επίσκεψή του στην Κίνα τον Ιανουάριο ότι η Οττάβα και το Πεκίνο έχουν εισέλθει σε «στρατηγική σχέση» και έχουν υπογράψει διάφορες συμφωνίες, μεταξύ των οποίων και για συνεργασία στον τομέα της επιβολής του νόμου.

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2025 την περασμένη άνοιξη, ο Κάρνεϋ είχε χαρακτηρίσει την Κίνα ως τη «μεγαλύτερη απειλή για την ασφάλεια» του Καναδά και μία από τις σημαντικότερες απειλές όσον αφορά την ξένη παρέμβαση.

Η πρόσφατη στροφή προς την ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών έχει επικριθεί από Συντηρητικούς και αναλυτές για την Κίνα, με τον ηγέτη των Συντηρητικών Πιερ Πουαλιέβρ να υποστηρίζει ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει την αλλαγή της στάση της.

Οι ανησυχίες σχετικά με την ξένη παρέμβαση και τη διεθνική καταστολή που ασκεί η Κίνα έχουν ενταθεί στον Καναδά τα τελευταία χρόνια, με δημόσια έρευνα να εξετάζει εκτενώς το ζήτημα. Η τελική έκθεση της Επιτροπής για την Ξένη Παρέμβαση ανέφερε ότι η Κίνα αποτελεί τον «πιο ενεργό δράστη ξένης παρέμβασης κατά των δημοκρατικών θεσμών του Καναδά».

Φόβοι και ανησυχίες στην κοινότητα του Χονγκ Κονγκ

Ο Λάντσον Τσαν (Landson Chan), υπεύθυνος συνηγορίας της μη κυβερνητικής οργάνωσης Hong Kong Watch με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, δήλωσε στην ίδια συνεδρίαση της υποεπιτροπής ότι η διασπορά του Χονγκ Κονγκ στον Καναδά αποτελεί έναν από τους στόχους της διεθνικής καταστολής της Κίνας και έχει υποστεί παρενόχληση, εκφοβισμό και παρακολούθηση, αναφέροντας ότι έχουν καταγραφεί περιπτώσεις κατά τις οποίες στοχοποιούνται μέλη οικογενειών.

Επεσήμανε ότι η συμφωνία της Οττάβα για συνεργασία με το Πεκίνο στον τομέα της επιβολής του νόμου εγείρει ανησυχίες σχετικά με τις δικλίδες ασφαλείας και την ανταλλαγή πληροφοριών, ιδίως υπό το φως παλαιότερων ανησυχιών για φερόμενους κινεζικούς αστυνομικούς σταθμούς στον Καναδά, με τα αποτελέσματα των ερευνών να παραμένουν ασαφή.

Ο Γκάρρυ Κλέμεντ (Garry Clement), πρώην εθνικός διευθυντής της Βασιλικής Καναδικής Έφιππης Αστυνομίας (RCMP), δήλωσε σε βουλευτές κατά τη συνεδρίαση κοινοβουλευτικής επιτροπής στις 12 Μαρτίου ότι η συμφωνία συνεργασίας της αστυνομίας αφορά το ίδιο κινεζικό υπουργείο που λειτουργούσε μυστικούς αστυνομικούς σταθμούς σε ολόκληρο τον Καναδά. Όπως επεσήμανε, οι αρχές επιβολής του νόμου στην Κίνα αποτελούν μέρος του μηχανισμού του καθεστώτος, τονίζοντας ότι δεν μπορούν να διαχωριστούν από την κυβέρνηση και ότι δεν λειτουργούν υπό το κράτος δικαίου, κάτι που έχει διαπιστώσει ο ίδιος προσωπικά.

Έκθεση της Βουλής των Κοινοτήτων του 2023 διαπίστωσε ότι τουλάχιστον πέντε παράνομοι αστυνομικοί σταθμοί λειτουργούσαν μυστικά στον Καναδά. Έκθεση του 2022 από την ισπανική μη κυβερνητική οργάνωση Safeguard Defenders ανέφερε ότι οι μυστικές αστυνομικές επιχειρήσεις στοχεύουν άτομα που αναζητούνται από το κινεζικό καθεστώς, μεταξύ των οποίων αντιφρονούντες και φιλοδημοκρατικοί ακτιβιστές.

Η Hong Kong Watch και εννέα ακόμη οργανώσεις της κοινότητας της διασποράς του Χονγκ Κονγκ ανέφεραν σε κοινή δήλωσή τους τον Φεβρουάριο ότι η συμφωνία συνεργασίας μεταξύ της RCMP και του υπουργείου Δημόσιας Ασφάλειας της Κίνας προκαλεί «βαθιά ανησυχία» στις κοινότητες που έχουν διαφύγει από την καταστολή του ΚΚΚ. Καθώς η Οττάβα δεν έχει εξηγήσει ποιες δικλίδες ασφαλείας, περιορισμοί ή μηχανισμοί εποπτείας ισχύουν για τη συμφωνία, η έλλειψη διαφάνειας εντείνει τους φόβους ότι η συμφωνία θα μπορούσε, σκόπιμα ή μη, να εκθέσει άτομα ή δίκτυα κοινοτήτων σε κίνδυνο, επεσήμαναν.

Ο Τσαν δήλωσε στους βουλευτές ότι η διεθνική καταστολή δεν αποτελεί ζήτημα που αφορά αποκλειστικά τη διασπορά του Χονγκ Κονγκ. Τόνισε ότι το θέμα αγγίζει την κυριαρχία, την ασφάλεια και τη δημοκρατική ακεραιότητα του Καναδά και ότι η διεθνική καταστολή φιμώνει φωνές εντός των κοινοτήτων της διασποράς και αποθαρρύνει τη συμμετοχή στα κοινά.

Ο Μεχμέτ Τοχτί (Mehmet Tohti), εκτελεστικός διευθυντής του Uyghur Rights Advocacy Project, ο οποίος κατέθεσε επίσης ενώπιον της υποεπιτροπής στις 23 Μαρτίου, δήλωσε ότι η βασική επιδίωξη του κινεζικού καθεστώτος είναι να φιμώσει τους επικριτές του σε χώρες του εξωτερικού και ότι συμφωνίες όπως εκείνη της Οττάβας με το Πεκίνο για τη μείωση των δασμών στα κινεζικά οχήματα συνιστούν ζήτημα εθνικής ασφάλειας για τον Καναδά.

Της Olivia Gomm

Πρωτοχρονιά με άδειους δρόμους και αυξανόμενη ανησυχία

Κατά τη διάρκεια της Πρωτοχρονιάς του Νέου Σεληνιακού Έτους, τα κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης γέμισαν τις τηλεοπτικές οθόνες με πανηγυρικές εικόνες από φαναράκια και πυροτεχνήματα, παρουσιάζοντας τη σταθερότητα και την ευημερία του καθεστώτος. Ωστόσο, άνθρωποι στους δρόμους της κεντρικής Κίνας μετέφεραν μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Στην επαρχία Χενάν, ένας άνδρας που επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του για τις γιορτές περιέγραψε κάτι που δεν είχε ξαναδεί: σιωπή.

Ο Σιαομίνγκ, εργαζόμενος που μίλησε στην εφημερίδα The Epoch Times χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο για λόγους ασφαλείας, ανέφερε ότι δεν υπήρχε καθόλου αίσθηση Πρωτοχρονιάς και ότι δεν έβλεπε ανθρώπους στους δρόμους. Τα προηγούμενα χρόνια, νέοι και ηλικιωμένοι έβγαιναν όλοι έξω, επισκέπτονταν συγγενείς, χαιρετούσαν γείτονες, ενώ τα παιδιά άναβαν κροτίδες σε ομάδες. Φέτος, η πόλη ήταν άδεια και ήσυχη.

Σε ολόκληρη την Κίνα, καθώς το παραδοσιακό σεληνιακό ημερολόγιο περνά στο Έτος του Πύρινου Αλόγου στις 17 Φεβρουαρίου, πολλοί απλοί Κινέζοι λένε ότι το κλίμα κάθε άλλο παρά εορταστικό είναι. Πίσω από το επίσημο αφήγημα του καθεστώτος περί σταθερότητας και ανάκαμψης, διαγράφεται ένα ολοένα εντονότερο αίσθημα οικονομικής πίεσης και κοινωνικής αβεβαιότητας. Για τον Σιαομίνγκ, ο περασμένος χρόνος συνοψίζεται σε δύο λέξεις: «αγώνας» και «σύγχυση».

Πρωτοχρονιά χωρίς εορταστική ατμόσφαιρα

Η ιδιαίτερη πατρίδα του Σιαομίνγκ βρίσκεται στο Γιουζού, πόλη της επαρχίας Χενάν. Εργάζεται στην πρωτεύουσα της επαρχίας, τη Τζενγκτζού, αλλά επέστρεψε στο σπίτι του αρκετές ημέρες πριν από τις γιορτές. Ανέφερε ότι έχει δει παρόμοιες εικόνες και σε άλλα μέρη της χώρας. Κατά την εκτίμησή του, ο λόγος για τη σιωπή και την απουσία γιορτινής ατμόσφαιρας είναι απλός· οι άνθρωποι έχουν λιγότερα χρήματα και αισιοδοξία.

Όπως είπε, το επίπεδο ζωής έχει επιδεινωθεί σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια. Εξήγησε ότι οι άνθρωποι εργάζονται και επιστρέφουν στα σπίτια τους για τις γιορτές, αλλά, αν κάποιος δεν κέρδισε τίποτα τη χρονιά που πέρασε, δεν θέλει να γυρίσει για να επισκεφθεί συγγενείς, επειδή η Πρωτοχρονιά συνδέεται με δώρα και με οικογενειακά γεύματα.

Η εξήγησή του συμβαδίζει με τις ευρύτερες οικονομικές πιέσεις στην Κίνα· η οικονομική κάμψη έχει πλήξει σκληρά την εργατική τάξη γεγονός που έχει οδηγήσει σε διαμαρτυρίες που σχετίζονται με μισθούς,  η ανεργία των νέων παραμένει επίμονα υψηλή αν και τα επίσημα στοιχεία έχουν αλλάξει μεθοδολογία εν μέσω ελέγχου και κριτικής, η αγορά ακινήτων παραμένει αδύναμη και η εμπιστοσύνη των καταναλωτών δυσκολεύεται να ανακάμψει.

Εγκαταλελειμμένες βίλες σε προάστιο της Σενγιάνγκ, στην βορειοανατολική επαρχία Λιαονίνγκ της Κίνας, στις 31 Μαρτίου 2023. (Jade Gao/AFP μέσω Getty Images)

 

Ο Σιαομίνγκ είπε ότι πολλοί άνθρωποι στην αγροτική περιοχή του εργάζονταν παραδοσιακά σε εσωτερικές ανακαινίσεις κατοικιών — έναν κλάδο άμεσα συνδεδεμένο με την αγορά κατοικίας. Πλέον, με λιγότερους αγοραστές σπιτιών και με πολλά κατασκευαστικά έργα να έχουν «παγώσει», η δουλειά έχει στερέψει.

Ανέφερε ότι πολλά εργοτάξια έχουν ουσιαστικά σταματήσει και ότι υπάρχουν πολλά ημιτελή συγκροτήματα διαμερισμάτων. Πρόσθεσε ότι ακόμη και όσοι έχουν σταθερή εργασία δυσκολεύονται: εργαζόμενοι που κερδίζουν 3.000 έως 5.000 γουάν τον μήνα (περίπου 360 έως 600 ευρώ) διαπιστώνουν συχνά ότι το ποσό μετά βίας αρκεί για να καλύψει το αυξανόμενο κόστος ζωής. Όπως είπε, πολλοί δουλεύουν όλον τον χρόνο αλλά, λόγω του κόστους ζωής, στο τέλος δεν τους μένουν χρήματα.

Ενίσχυση της διαδικτυακής επιτήρησης

Πρόσφατα, κυκλοφόρησαν στα κινεζικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης βίντεο που έδειχναν ανέργους να κοιμούνται στους δρόμους μεγάλων πόλεων. Στις 12 Φεβρουαρίου, η κινεζική ρυθμιστική αρχή του διαδικτύου ανακοίνωσε εκστρατεία διάρκειας ενός μήνα, με στόχο αυτό που περιέγραψε ως περιεχόμενο που «υποκινεί κακόβουλα αρνητικά συναισθήματα».

Αναλυτές που παρακολουθούν τις εξελίξεις στην Κίνα λένε ότι τέτοιες εκστρατείες συχνά αποσκοπούν στην καταστολή προβολών της οικονομικής δυσπραγίας και της κοινωνικής δυσαρέσκειας.

Για τον Σιαομίνγκ, η συναισθηματική πορεία των πραγμάτων είναι σαφής· το 2025 ήταν «ένας αγώνας», καθώς όλοι απλώς πάλευαν να επιβιώσουν, ενώ για το 2026 είπε ότι κυριαρχεί η «σύγχυση» —οι νέοι δεν ξέρουν καν τι να βγουν να κάνουν πια, πολύ λίγοι έχουν ακόμη ξεκάθαρους στόχους και δεν φαίνεται ελπίδα, επειδή οι ευκαιρίες είναι ελάχιστες. Έκανε σύγκριση του σημερινού κλίματος με την επιχειρηματική δυναμική προηγούμενων ετών, όταν η ίδρυση μιας επιχείρησης έμοιαζε εφικτή, ενώ τώρα σε ό,τι κι αν επενδύσει κανείς, χάνει.

Η αβεβαιότητα έχει ωθήσει ορισμένους και σε παράνομες δραστηριότητες. Ανέφερε ότι οι τηλεπικοινωνιακές απάτες έχουν γίνει συχνότερες και εντός της χώρας, συμπεριλαμβανομένου του χωριού καταγωγής του, όπου συνελήφθησαν πάνω από δώδεκα άτομα.

Αγανάκτηση για τη διαφθορά

Πέρα από την οικονομική απογοήτευση, ο Σιαομίνγκ μίλησε ανοιχτά για αυτό που θεωρεί παγιωμένη διαφθορά στο πολιτικό σύστημα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ). Περιέγραψε συζητήσεις κατά την επιστροφή του στο σπίτι, όπου οι άνθρωποι μιλούσαν για τις άτυπες πληρωμές και τις γνωριμίες που απαιτούνται για να ενταχθεί κανείς στο ΚΚΚ —μια ιδιότητα που συχνά θεωρείται μονοπάτι επαγγελματικής εξέλιξης.

Ανέφερε ότι συζητούν σε ποιον πρέπει να κάνουν δώρα και τι δώρα πρέπει να κάνουν, προσθέτοντας ότι οι απλοί άνθρωποι δεν πιστεύουν πια σε αυτό το σύστημα. Ο κυνισμός είναι βαθύς· αν μπει κανείς σε ένα εστιατόριο και καθίσει, θα ακούσει τους ανθρώπους να μιλούν γι’ αυτά και να επικρίνουν αξιωματούχους, από την κορυφή μέχρι τους χαμηλόβαθμους κοινοτικούς παράγοντες. Περιέγραψε επίσης μια διάχυτη πεποίθηση ότι οι εκστρατείες κατά της διαφθοράς ισοδυναμούν με «αξιωματούχους που ερευνούν άλλους αξιωματούχους», αντί για συστημική μεταρρύθμιση.

Παρότι η ανοιχτή διαμαρτυρία παραμένει σπάνια, υπό το αυστηρό σύστημα επιτήρησης του ΚΚΚ, είπε ότι η δυσαρέσκεια είναι αισθητή. Ανέφερε ότι όλοι νιώθουν πως «κάτι μεγάλο» πρόκειται να συμβεί, αλλά κανείς δεν μπορεί να πει τι ακριβώς.

Κοινωνικός έλεγχος

Το μοντέλο διακυβέρνησης του ΚΚΚ βασίζεται ολοένα και περισσότερο σε ψηφιακά συστήματα παρακολούθησης, τα οποία καταγράφουν τις μετακινήσεις και τις δραστηριότητες των Κινέζων. Ο Σιαομίνγκ είπε ότι γνωρίζουν τι λέει κανείς και ακόμη και πότε βγαίνει από το σπίτι του.

Παρέπεμψε επίσης σε αυτό που θεωρεί ευρύτερη πολιτισμική μετατόπιση, που αποθαρρύνει την πολιτική παρέμβαση των πολιτών. Ανέφερε ότι οι άνθρωποι πλέον διστάζουν να επέμβουν όταν γίνονται μάρτυρες αδικίας, φοβούμενοι νομικές ή οικονομικές συνέπειες, αν μια αντιπαράθεση κλιμακωθεί. Εφόσον το ζήτημα δεν είναι δικό τους, οι άνθρωποι σιωπούν και απλώς προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα.

Ένας αστυνομικός στέκεται σε επιφυλακή δίπλα σε κάμερες επιτήρησης, καθώς άνθρωποι βγάζουν φωτογραφίες στην πλατεία Τιενανμέν στο Πεκίνο, στις 15 Ιουλίου 2021. (Ng Han Guan/AP Photo)

 

Ωστόσο, εκτίμησε ότι η αντοχή της κοινωνίας έχει όρια. Ανέφερε ότι οι Κινέζοι μπορούν να αντέξουν πολλά, αλλά είναι σαν ελατήριο που το πιέζουν όλο και πιο κάτω· όταν φτάσει στον πάτο, θα αναπηδήσει.

Καθώς στις τηλεοπτικές οθόνες των κρατικών μέσων προβάλλονταν πυροτεχνήματα, ο Σιαομίνγκ ανέφερε ότι οι ήσυχοι δρόμοι στην πατρίδα του αποκάλυπταν περισσότερα για τη διάθεση της χώρας από οποιαδήποτε επίσημη μετάδοση.

Του Michael Zhuang

Με τη συμβολή των Tang Bing και Gu Xiaohua

Η επιδείνωση της οικονομίας της Κίνας ωθεί τους πολίτες στην πώληση αίματος

Κινέζοι πολίτες οδηγούνται στην πώληση αίματος προκειμένου να επιβιώσουν, λόγω του επίμονα υψηλού ποσοστού ανεργίας και της υποτονικής πορείας της κινεζικής οικονομίας, όπως ανέφεραν κάτοικοι από διαφορετικές περιοχές της χώρας μιλώντας στην εφημερίδα The Epoch Times.

Κάτοικος Πεκίνου, ο Τσεν Χονγκ (ψευδώνυμο), ο οποίος στράφηκε στη συλλογή ανακυκλώσιμων υλικών αφού έχασε τη δουλειά του, δήλωσε πρόσφατα στην Epoch Times ότι πολλοί άνθρωποι είναι άνεργοι και στερούνται ακόμη και τροφής. Ανέφερε ότι το 2023 και το 2024 υπήρχαν πολλοί άστεγοι στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Beijing West, οι οποίοι βασίζονταν στην πώληση αίματος για να καλύψουν βασικές ανάγκες διαβίωσης.

Όπως είπε, επειδή δεν μπορούν να βρουν ούτε την πιο στοιχειώδη εργασία με ημερομίσθιο, μένουν χωρίς χρήματα και χωρίς φαγητό, ενώ αν προσφερθούν να πουλήσουν αίμα, τους παρέχεται τροφή. Πρόσθεσε ότι ορισμένοι φτάνουν στο σημείο να πουλούν αίμα κάθε δύο εβδομάδες.

Ο Γιανγκ Ντονγκ (ψευδώνυμο), μεσίτης αίματος στο Πεκίνο, δήλωσε στην Epoch Times στις 10 Φεβρουαρίου ότι οι τιμές διαμορφώνονται ανάλογα με την ομάδα αίματος. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι οι ομάδες A και O αποζημιώνονται με 800 γουάν (περίπου 97 ευρώ), ενώ οι ομάδες AB και B με 700 γουάν (περίπου 91 ευρώ). Επισήμανε ότι το βασικό πρόβλημα είναι η έλλειψη αίματος ομάδων A και O, καθώς πολλοί ασθενείς χρειάζονται αυτές τις ομάδες. Πρόσθεσε ότι διαθέτει διασυνδέσεις με όλα τα νοσοκομεία του Πεκίνου και μπορεί να διευκολύνει τη γραφειοκρατική διαδικασία και τον προγραμματισμό των ραντεβού για τη «δωρεά» αίματος.

Ανέφερε ακόμη ότι εκείνη την ημέρα βρισκόταν στο Νοσοκομείο 301, διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για νοσοκομείο που συνήθως δέχεται ασθενείς με σοβαρές παθήσεις. Το Νοσοκομείο 301 έχει επίσης λειτουργήσει ως βάση υγειονομικής περίθαλψης για την ανώτατη ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ), με αρμοδιότητα τη διάγνωση και θεραπεία των ηγετών του Κόμματος, καθώς και όλων των θεατρικών διοικήσεων και κλάδων του στρατού, ενώ παράλληλα εξυπηρετεί και πολίτες.

Άρθρο για την αγορά περιστασιακής εργασίας της Ματζουτσιάο στο Πεκίνο, το οποίο κυκλοφορεί στο διαδίκτυο από τον Ιανουάριο και υπογράφει ο ανεξάρτητος δημοσιογράφος Λι Μπαντζιάνγκ (Li Banjiang), αναφέρει ότι πολλοί από όσους κατέφευγαν εκεί αναζητώντας εργασία βρίσκονταν σε απόγνωση. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η πώληση αίματος κατέληξε να αποτελεί την έσχατη λύση επιβίωσης, με ανθρώπους να φωνάζουν στον δρόμο ότι διαθέτουν αίμα προς πώληση.

Το ίδιο άρθρο επικαλείται ηλικιωμένο άνδρα από τη γειτονική επαρχία Χεμπέι, ο οποίος ανέφερε ότι οι περισσότεροι στη Ματζουτσιάο απολύονται από εργοστάσια όταν φτάσουν σε συγκεκριμένη ηλικία και έτσι αναγκάζονται να αναζητούν περιστασιακές εργασίες. Αν ούτε αυτό αποδώσει, πρόσθεσε, καταφεύγουν στην πώληση προσωπικών δεδομένων ή ακόμη και του αίματός τους για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην.

Ο Πινγκ Σενγκ (ψευδώνυμο), 39 ετών από την επαρχία Γκουανγκντόνγκ, δήλωσε στην Epoch Times ότι πριν από την πανδημία COVID-19 η εταιρεία του είχε επενδύσει πάνω από οκτώ εκατομμύρια γουάν (περίπου 1.025.000 ευρώ) για επέκταση, τον Οκτώβριο του 2019. Ωστόσο, εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων της πανδημίας, η ταμειακή ροή της επιχείρησης μηδενίστηκε, με αποτέλεσμα να βρεθεί με χρέη άνω των τριών εκατομμυρίων γουάν (περίπου 390.000 ευρώ). Στη συνέχεια εμφάνισε πέτρες στα νεφρά, αλλά δεν διέθετε τα 3.000 γουάν (περίπου 410 ευρώ) που απαιτούνταν για τη θεραπεία και αναγκάστηκε να πουλήσει αίμα για να επιβιώσει.

Όπως ανέφερε, είχε δώσει αίμα αρκετές φορές, αποκομίζοντας συνολικά περίπου 2.000 γιουάν (περίπου 244 ευρώ). Πρόσθεσε ότι πλέον δεν μπορεί να συνεχίσει, καθώς του επισημάνθηκε ότι αν εξακολουθήσει να πουλά αίμα κινδυνεύει να πεθάνει. Διευκρίνισε επίσης ότι το νοσοκομείο δεν μπορεί να χαρακτηρίσει τη διαδικασία ως πώληση αίματος, καθώς αυτό είναι παράνομο, και γι’ αυτό χρησιμοποιείται ο όρος δωρεά αίματος.

Οικονομία του αίματος

Το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας απαγόρευσε την πώληση αίματος με την έναρξη ισχύος του Νόμου περί Αιμοδοσίας την 1η Οκτωβρίου 1998, ο οποίος προβλέπει την εθελοντική αιμοδοσία. Έκτοτε, η πώληση αίματος πραγματοποιείται υπό το πρόσχημα της «εθελοντικής αιμοδοσίας». Όσοι μεσολαβούν σε αυτή τη δραστηριότητα και αποκομίζουν κέρδος αποκαλούνται «μεσίτες αίματος».

Ο Γιανγκ ανέφερε ότι η διαδικασία προσομοιάζει με μια κανονική επίσκεψη στο νοσοκομείο για αιμοδοσία και την τήρηση των προβλεπόμενων διαδικασιών. Όταν καταβάλλονται χρήματα, διευκρίνισε, αυτά εμφανίζονται ως έξοδα διατροφικής ενίσχυσης. Σημείωσε ότι σήμερα υπάρχουν πολλοί «αιμοδότες», μεταξύ των οποίων άνεργοι και πολυάριθμοι εργάτες για αγροτικές εργασίες.

Τη δεκαετία του 1990, η λεγόμενη «οικονομία του πλάσματος αίματος» —η παράνομη δραστηριότητα επί πληρωμή μεταγγίσεων και δωρεών αίματος που λειτουργούσε με την υποστήριξη τοπικών αρχών του ΚΚΚ στην επαρχία Χενάν, μετατρέποντας ολόκληρη την περιοχή σε «φάρμα αίματος»— οδήγησε σε σοβαρή επιδημία AIDS στη χώρα. Σύμφωνα με έρευνες ιατρικών ειδικών και πληροφοριοδοτών, όπως η Γκάο Γιαοτζιέ (Gao Yaojie) και η Γουάνγκ Σουπίνγκ (Wang Shuping), το πραγματικό μέγεθος της επιδημίας ήταν πολύ σοβαρότερο από αυτό που παραδέχονταν οι αξιωματούχοι και οι επιπτώσεις της αναμένονταν μακροχρόνιες.

Τα τελευταία χρόνια, καθώς η κινεζική οικονομία συνεχίζει να επιδεινώνεται, ολοένα και περισσότεροι Κινέζοι αναγκάζονται να πουλήσουν αίμα για να επιβιώσουν, σύμφωνα με κατοίκους της χώρας.

Ο Τανγκ Τζινγκγιουάν, σχολιαστής τρεχουσών υποθέσεων με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες και ιατρός, δήλωσε στην Epoch Times ότι η παράνομη πώληση αίματος υφίσταται στην Κίνα εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα, ωστόσο στο παρελθόν διεξαγόταν υπόγεια, ενώ πλέον έχει λάβει τον χαρακτήρα μιας ημι-δημόσιας παράνομης δραστηριότητας. Προειδοποίησε ότι η αύξηση του αριθμού των παράνομων πωλητών αίματος ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρή βλάβη σε ολόκληρο τον κλάδο των προϊόντων αίματος.

Όπως σημείωσε, το φαινόμενο αντανακλά τη μαζική ανεργία που έχει προκαλέσει η εκτεταμένη οικονομική ύφεση στην Κίνα, εξωθώντας πολλούς απελπισμένους πολίτες να πουλούν το αίμα τους απλώς για να επιβιώσουν. Πρόσθεσε ότι το γεγονός πως η παράνομη αυτή δραστηριότητα έχει εξελιχθεί σε ολόκληρη αλυσίδα της αγοράς καταδεικνύει τη σημερινή απορρύθμιση στη διαχείριση της κοινωνίας, η οποία έχει εισέλθει σε μια «ημι-μαφιόζικη κατάσταση».

Κατέληξε ότι ένα τέτοιο κοινωνικό φαινόμενο αποτελεί, στην πραγματικότητα, αναπόφευκτη εκδήλωση ενός καθεστώτος που εισέρχεται στο τελικό του στάδιο, με έντονη πόλωση πλούτου και απώλεια ελέγχου της κοινωνικής διαχείρισης.

Με τη συμβολή των Ning Haizhong και Gu Xiaohua

Πρώην πολιτικός κρατούμενος αποκαλύπτει το «κοινό μυστικό» της Κίνας

Για τριάντα έξι χρόνια, ο Γκου Κάι κουβαλούσε ένα μυστικό που χαρακτήριζε «υπερβολικά φρικτό για να ειπωθεί».

Το 1989, ως φοιτητής, συνελήφθη στη Σαγκάη επειδή στήριξε τις διαδηλώσεις της πλατείας Τιενανμέν. Ενώ βρισκόταν στη φυλακή, υποστήριξε ότι είδε αποδείξεις πως το σύστημα εκτελέσεων της Κίνας χρησιμοποιούνταν για την αφαίρεση οργάνων από κρατουμένους.

Ο ίδιος παρέμεινε σιωπηλός φοβούμενος αντίποινα εναντίον του ίδιου και της οικογένειάς του. Μόλις τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους, αφότου επισκέφθηκε το Liberty Sculpture Park και το μνημείο της Τιενανμέν στο Γιέρμο της Καλιφόρνιας και παρακολούθησε εκδήλωση μνήμης για την 36η επέτειο της σφαγής, αποφάσισε να μιλήσει. Εξήγησε ότι αισθάνθηκε πως είχε υπάρξει «υπερβολικά δειλός», καθώς οι φόβοι του για τους γονείς και την οικογένειά του τον είχαν αποτρέψει από το να μιλήσει ανοικτά.

Η μοίρα ενός κρατουμένου στη Σαγκάη

Όταν οι αρχές συνέλαβαν τον Γκου, ήταν 21 ετών. Κατηγορήθηκε ως «αντεπαναστάτης», μια κατηγορία που χρησιμοποιούσε συχνά το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) εναντίον πολιτικών αντιφρονούντων. Μεταφέρθηκε στο Κέντρο Κράτησης Νο 1 της Σαγκάης, σε ένα κελί 12 τετραγωνικών μέτρων μαζί με περισσότερους από δώδεκα συγκρατούμενους.

Τον Νοέμβριο του 1989, ένας νεαρός θανατοποινίτης, ο Γκε Γιανπίνγκ, μεταφέρθηκε στο ίδιο κελί. Ο Γκε, τότε 25 ετών, εργαζόταν στο κρατικό εργοστάσιο χάλυβα Baosteel πριν καταδικαστεί για φόνο. Ο Γκου θυμάται ότι τον Ιανουάριο του 1990, γιατροί της φυλακής πήραν αρκετά φιαλίδια αίμα από τον Γκε.

Κατά τον Γκου, ήταν γνωστό σε όλους ότι όταν οι γιατροί έπαιρναν αίμα από θανατοποινίτη, το έκαναν για αντιστοίχιση οργάνων. «Ήταν ένα κοινό μυστικό», τόνισε.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, οι δεσμοφύλακες κάλεσαν τον Γκε με τον αριθμό του, 728, λέγοντάς του ότι θα μεταφερόταν στο δικαστήριο. Δεν επέστρεψε ποτέ. Πριν φύγει, είχε εμπιστευτεί στον Γκου τη διεύθυνση των γονιών του και του ζήτησε να τους επισκεφθεί σε περίπτωση που εκείνος επιζούσε της φυλακής.

Η συνταρακτική αποκάλυψη του πατέρα

Μετά την αποφυλάκισή του, τον Αύγουστο του 1990, ο Γκου επισκέφθηκε τους γονείς του Γκε. Αυτό που αντίκρισε τον συγκλόνισε περισσότερο από ό,τι η ίδια η φυλακή.

Ο πατέρας του Γκε, βετεράνος στρατιώτης και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, του έδειξε ένα σύνολο εγγράφων και φωτογραφιών που είχε αποκτήσει μέσω επαφών στο δικαστικό σύστημα. Οι εικόνες, όπως περιέγραψε ο Γκου, παρουσίαζαν τον Γκε γονατισμένο τη στιγμή που δέχθηκε τη σφαίρα στο κεφάλι, αλλά και σκηνές όπου ιατρικό προσωπικό άνοιγε τον θώρακά του για να πάρει τα όργανά του.

Οι φωτογραφίες, σύμφωνα με τον Γκου, ήταν «σοκαριστικές», καθώς ήταν φανερό ότι ο Γκε δεν είχε πεθάνει από τον πυροβολισμό πριν ξεκινήσει η διαδικασία. Ο πατέρας του Γκε έκλαψε καθώς εξηγούσε γιατί είχε παραμείνει σιωπηλός. Είπε στον Γκου ότι ο γιος του είχε σκοτώσει κάποιον και άξιζε τη θανατική ποινή, αλλά αναρωτιόταν γιατί έπρεπε να ακρωτηριάσουν έτσι το σώμα του. Συμπλήρωσε ότι αν τότε διαμαρτυρόταν, θα έχανε τη δουλειά και τη σύνταξή του, γεγονός που θα κατέστρεφε ολόκληρη την οικογένεια.

Επίσημα, οι Αρχές τού παρέδωσαν μόνο την τεφροδόχο με τις στάχτες του γιου του. Οι φωτογραφίες, όπως είπε, ήταν αποτέλεσμα προσωπικών γνωριμιών στο σύστημα.

Παράλληλες μαρτυρίες και διεθνείς καταγγελίες

Κι άλλοι πρώην κρατούμενοι έχουν καταθέσει παρόμοιες εμπειρίες. Ο Γιανγκ Γουέι, ακτιβιστής υπέρ της δημοκρατίας που φυλακίστηκε την ίδια περίοδο, ανέφερε ότι γιατροί έπαιρναν συχνά αίμα από αλυσοδεμένους θανατοποινίτες. Επισήμως, έλεγαν ότι πρόκειται για «ιατρικές εξετάσεις», αλλά, σύμφωνα με τον ίδιο, όλοι γνώριζαν ότι επρόκειτο για αντιστοίχιση οργάνων.

Οι καταθέσεις αυτές ενισχύουν μακροχρόνιες κατηγορίες ότι η Κίνα βασίστηκε σε εκτελεσμένους κρατουμένους για να τροφοδοτήσει τη βιομηχανία μεταμοσχεύσεων, πρακτική την οποία το Πεκίνο αρνιόταν για χρόνια, μέχρι που το 2005 παραδέχθηκε ότι ήταν συνήθης.

Ο Γκου υπογράμμισε ότι στις πρώτες δεκαετίες, οι βασικές πηγές οργάνων ήταν οι θανατοποινίτες, οι άστεγοι ή άτομα που είχαν πεθάνει αιφνιδίως. Με τον καιρό, η πρακτική διευρύνθηκε, κάτι που καταγράφεται και στο ντοκιμαντέρ «State Organs».

Η Σαμπρίνα Σοχάιλ συμμετέχει σε συνέντευξη Τύπου σχετικά με τον Νόμο για τον Τερματισμό των Εξαναγκαστικών Αφαιρέσεων Οργάνων, ο οποίος εγκρίθηκε από τη Βουλή. Καπιτώλιο, Ουάσιγκτον, 7 Μαΐου 2025. (Madalina Vasiliu/The Epoch Times)

 

Το 2006 αναφέρθηκε για πρώτη φορά ότι οι ασκούμενοι της πνευματικής άσκησης Φάλουν Γκονγκ θανατώνονταν από το καθεστώς για τα όργανά τους. Πολλαπλές διεθνείς έρευνες, συμπεριλαμβανομένου του Δικαστηρίου για την Κίνα στο Ηνωμένο Βασίλειο, κατέληξαν το 2019 ότι το Πεκίνο πραγματοποιούσε αφαιρέσεις οργάνων σε μεγάλη κλίμακα επί σειρά ετών, με κύρια πηγή τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ.

Το ζήτημα επανήλθε στο προσκήνιο στις 3 Σεπτεμβρίου, κατά τη στρατιωτική παρέλαση του ΚΚΚ, όταν σε ζωντανή μετάδοση ακούστηκε ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν να λέει στον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ ότι οι συνεχείς μεταμοσχεύσεις θα μπορούσαν να παρατείνουν τη ζωή, ακόμη και να οδηγήσουν σε «αθανασία». Ο Σι φέρεται να σχολίασε ότι η πρακτική θα μπορούσε να βοηθήσει τον άνθρωπο να φτάσει τα 150 χρόνια, μέσα στον 21ο αιώνα. Το περιστατικό προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.

Ο Γκου σημείωσε ότι σε μια χώρα χωρίς δημοκρατία, εκλογές ή ελευθερία λόγου «οποιοδήποτε έγκλημα μπορεί να συμβεί».

Σήμερα, ζώντας στη Νέα Υόρκη, ο Γκου εξακολουθεί να δυσκολεύεται να επεξεργαστεί όσα έζησε και έμαθε. Οι φωτογραφίες που είδε από τον πατέρα του Γκε παραμένουν ανεξίτηλες στη μνήμη του. Τόνισε ότι είναι «τραγικό» να συμβαίνουν τέτοια γεγονότα και εκτίμησε πως μόνο όταν η Κίνα γίνει δημοκρατική θα αποκαλυφθεί πλήρως αυτό το σκοτεινό μυστικό, αφού, όπως είπε, το Κομμουνιστικό Κόμμα εξακολουθεί να διατηρεί αρχεία με κάθε λεπτομέρεια.

Του Michael Zhuang

Με τη συμβολή των Cheng Mulan και Chang Chun

Κινέζοι κυβερνοεισβολείς χρησιμοποίησαν την Epoch Times για απειλές κατά ομοσπονδιακών υπηρεσιών και του Λευκού Οίκου

Κινέζοι κυβερνοεισβολείς απέστειλαν απειλητικά μηνύματα σε πολλαπλές ομοσπονδιακές υπηρεσίες και στον Λευκό Οίκο, υποστηρίζοντας ότι εκπροσωπούν την εφημερίδα The Epoch Times.

Στις 6 Σεπτεμβρίου, η Epoch Times έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα στα κινεζικά με τίτλο «Δείτε τα στιγμιότυπα, τελειώσατε», στο οποίο οι δράστες ειδοποιούσαν ότι είχαν στείλει τις απειλές. Στην αλληλογραφία υπήρχαν τρία συνημμένα στιγμιότυπα· ένα έδειχνε τη φόρμα «Επικοινωνία» στην ιστοσελίδα του Λευκού Οίκου, όπου είχε δηλωθεί το τηλέφωνο και το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της εφημερίδας. Σχόλιο γραμμένο με πολλά θαυμαστικά ανέφερε ότι οι αποστολείς υποτίθεται πως εκπροσωπούσαν μέλη του Φάλουν Γκονγκ, πνευματικής κοινότητας που διώκεται στην Κίνα, και απειλούσαν με βία κατά του Λευκού Οίκου.

Το μήνυμα περιείχε διατυπώσεις περί ρίψης εμπρηστικών βομβών και εκρηκτικών, με την προειδοποίηση ότι σε περίπτωση επέμβασης θα άνοιγαν πυρ. Οι δράστες ισχυρίζονταν ότι θα μετέδιδαν «ζωντανά αυτό το μεγαλειώδες κατόρθωμα» σε διάφορες πλατφόρμες, μεταξύ των οποίων το YouTube, η Epoch Times και το θυγατρικό της μέσο ενημέρωσης, το τηλεοπτικό κανάλι NTD. Ως αιτία ανέφεραν την «αποτυχία των αρχών να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση της διακρατικής καταστολής του Κομμουνιστικού Κόμματος».

Παρόμοιες απειλές φέρεται να εστάλησαν στη CIA, στο υπουργείο Δικαιοσύνης και στην Αστυνομία της Ουάσιγκτον, ενώ σε όλα τα μηνύματα είχε χρησιμοποιηθεί διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Epoch Times. Σε σχόλιο στα κινεζικά, ο αποστολέας, που δήλωνε ότι βρισκόταν στην πόλη Σι’αν της επαρχίας Σαανσί στην Κίνα, ρωτούσε προκλητικά «Τι μπορείτε να μου κάνετε;».

Η έκδοση της Epoch Times του Χονγκ Κονγκ, της 17ης Σεπτεμβρίου 2024. (Kiri Choy/The Epoch Times)

 

Η Epoch Times ιδρύθηκε το 2000 στην Ατλάντα από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ, με σκοπό να προσφέρει αξιόπιστη ενημέρωση για την Κίνα, όπου τα ΜΜΕ λειτουργούν υπό καθεστώς αυστηρής λογοκρισίας. Στο επίκεντρο της δημοσιογραφικής της δραστηριότητας βρίσκονται οι καταπατήσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της εκστρατείας εξάλειψης του Φάλουν Γκονγκ από το κινεζικό καθεστώς, το οποίο εναντιώνεται στις αρχές της αλήθειας, της καλοσύνης και της ανεκτικότητας στις οποίες βασίζεται η πρακτική.

Ο αρχισυντάκτης της κινεζόφωνης έκδοσης της εφημερίδας, Χουάνγκ Γουαντσίνγκ, δήλωσε ότι τα μηνύματ ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των δραστών παραπέμπουν ευθέως σε μεθόδους εκφοβισμού που εφαρμόζουν πράκτορες του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας και οι εντολοδόχοι τους. Υπογράμμισε ότι η εφημερίδα καταδικάζει την προσπάθεια των δραστών να σπείρουν τον τρόμο.

Το πλαίσιο μιας ευρύτερης εκστρατείας

Οι απειλητικές ενέργειες εντάσσονται, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, σε μια γενικότερη εκστρατεία του κινεζικού καθεστώτος. Το 2024, πολιτικός πληροφοριοδότης αποκάλυψε οδηγία που είχε εκδοθεί το 2022 από τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ για την παγκόσμια καταστολή του Φάλουν Γκονγκ, με κύριους στόχους τις εταιρείες που ίδρυσαν ασκούμενοι. Ο Σι είχε εκφράσει ιδιαίτερη ενόχληση για τα διεθνή ΜΜΕ, τα οποία χαρακτήρισε βασική «εχθρική δύναμη» στον αγγλόφωνο κόσμο.

Λίγο μετά την οδηγία, δύο Κινέζοι πράκτορες προσπάθησαν να δωροδοκήσουν την αμερικανική φορολογική υπηρεσία IRS ώστε να ξεκινήσει έρευνα κατά της καλλιτεχνικής ομάδας Shen Yun Performing Arts, που επίσης ιδρύθηκε από μέλη του Φάλουν Γκονγκ. Το σχέδιο απέτυχε, οι δύο άνδρες συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε φυλάκιση.

Το Shen Yun, το οποίο προβάλλει «την Κίνα πριν τον κομμουνισμό», έχει δεχθεί επίσης μαζικά παρενοχλητικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από ύποπτους Κινέζους πράκτορες. Κατά τη διάρκεια περιοδειών του, θιασώτες του καθεστώτος πιέζουν θέατρα να ακυρώσουν παραστάσεις, απειλώντας με βίαιες πράξεις όπως ένοπλες και βομβιστικές επιθέσεις. Τον Φεβρουάριο, μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου οδήγησε στην εκκένωση του Kennedy Center στην Ουάσιγκτον λίγες ώρες πριν από την πρεμιέρα της παράστασης του Shen Yun, πράξη που ο Λευκός Οίκος καταδίκασε.

Καταγεγραμμένα περιστατικά και προειδοποιήσεις

Το τελευταίο έτος, το Κέντρο Πληροφόρησης Φάλουν Ντάφα έχει καταγράψει περισσότερα από 130 περιστατικά απειλών κατά του Shen Yun και του Φάλουν Γκονγκ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ψευδείς απειλές για βόμβες και ένοπλες επιθέσεις. Στο στόχαστρο βρέθηκαν τόσο οι καλλιτέχνες και οι εγκαταστάσεις εκπαίδευσης όσο και Αμερικανοί νομοθέτες που έχουν εκφράσει δημόσια την υποστήριξή τους στο Φάλουν Γκονγκ. Ωστόσο, καμία από τις απειλές δεν έχει υλοποιηθεί.

Τον Ιανουάριο, το Κέντρο είχε προειδοποιήσει για άνοδο «κακόβουλης πλαστοπροσωπίας ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ», τόσο σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης όσο και μέσω μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς δημόσιους φορείς και εκλεγμένους αξιωματούχους. Τόνιζε ότι δημοσιογράφοι, αρχές επιβολής του νόμου και άλλοι πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί σε «περίεργα, βίαια ή ύποπτα μηνύματα» που παρουσιάζονται ως αποσταλμένα από ασκούμενους ή πρόσωπα που συνεργάζονται με το Shen Yun.

Ο εκτελεστικός διευθυντής του Κέντρου, Λήβαϊ Μπράουντ, εξέφρασε την ανησυχία ότι το καθεστώς ή οι εντολοδόχοι του ενδέχεται να προετοιμάζουν σοβαρότερο, ακόμη και βίαιο, περιστατικό χρησιμοποιώντας ψευδείς ταυτότητες ασκούμενων. Σκοπός, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι να ενταθούν οι τακτικές δυσφήμησης και να στραφεί η κοινή γνώμη στις Ηνωμένες Πολιτείες και διεθνώς κατά του Φάλουν Γκονγκ. Ο Μπράουντ σημείωσε ότι πρόκειται για «κατάφωρες και προκλητικές προσπάθειες» του Πεκίνου να εμφανίσει τους ασκούμενους ως ακραίους ή παράλογους, κάτι που δείχνει, όπως είπε, την απελπισία στην οποία έχει περιέλθει το καθεστώς.

Σε προηγούμενη έρευνα παρόμοιων περιστατικών στην Ταϊβάν, οι αρχές διαπίστωσαν ότι οι δράστες δρούσαν από την Κίνα, χρησιμοποιώντας εικονικά ιδιωτικά δίκτυα (VPN) για να αποκρύψουν την τοποθεσία τους. Το Γραφείο Εγκληματολογικών Ερευνών της Ταϊβάν ανακοίνωσε ότι η διακλαδική έρευνά του εντόπισε ότι τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προέρχονται από τη Σι’αν.

Βουλευτής των ΗΠΑ και ο γιος του Τζίμμυ Λάι ζητούν την απελευθέρωση του φυλακισμένου στο Χονγκ Κονγκ εκδότη

Ο βουλευτής Κρις Σμιθ (R-N.J.) και ο Σεμπάστιαν Λάι, γιος του φυλακισμένου μεγιστάνα των μέσων ενημέρωσης του Χονγκ Κονγκ, Τζίμμυ Λάι, εξέφρασαν την ελπίδα ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, θα μπορέσει να ασκήσει πολιτική πίεση ώστε να εξασφαλιστεί η απελευθέρωσή του.

Ο Σμιθ ανέφερε σε συνέντευξη Τύπου στην Ουάσιγκτον ότι ο πρόεδρος έχει ήδη θίξει δημοσίως το ζήτημα και δεν έχει διστάσει να το αναδείξει, προσθέτοντας ότι έτσι επιτυγχάνονται αποτελέσματα. Ο ίδιος, που έχει μακρά δράση κατά των παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας, έχει επίσης καταθέσει νομοσχέδιο στη Γερουσία που αφορά, μεταξύ άλλων, την πρακτική των εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων.

Ο Τραμπ είχε δηλώσει τον περασμένο μήνα σε συνέντευξη στο Fox News Radio ότι θα προσπαθήσει να εξασφαλίσει την απελευθέρωση του Λάι στην επόμενη συνάντησή του με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ, σημειώνοντας πως έχει ήδη θέσει το θέμα και θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια.

Ο Τζίμμυ Λάι, ιδρυτής της φιλοδημοκρατικής εφημερίδας Apple Daily, φυλακίστηκε το 2020 μετά τις μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στον Νόμο περί Εθνικής Ασφάλειας του Χονγκ Κονγκ, που είχε στόχο να περιορίσει την κριτική στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Κατηγορήθηκε για συνωμοσία με ξένες δυνάμεις και για δημοσίευση «επαναστατικού υλικού», ωστόσο έχει δηλώσει αθώος.

Η δίκη, που αρχικά αναμενόταν σύντομη, έχει καθυστερήσει επανειλημμένα, σύμφωνα με τον γιο του. Οι τελικές αγορεύσεις ολοκληρώθηκαν στις 28 Αυγούστου, αλλά το δικαστήριο ανέφερε ότι η ετυμηγορία θα ανακοινωθεί «εν ευθέτω χρόνω». Ο Λάι έχει ήδη καταδικαστεί για άλλες πράξεις, όπως για το ότι άναψε κερί στη μνήμη των θυμάτων της σφαγής στην πλατεία Τιενανμέν, πράξη για την οποία του επιβλήθηκε ποινή 14 μηνών. Η εφημερίδα Apple Daily έκλεισε από τις αρχές του 2021.

Ο Σεμπάστιαν Λάι επεσήμανε ότι ο πατέρας του, που πάσχει από διαβήτη, βρίσκεται σε απομόνωση εδώ και πέντε χρόνια, χωρίς πρόσβαση σε φυσικό φως και χωρίς κλιματισμό στο κελί του, όπου η θερμοκρασία μπορεί να φθάσει τους 40 βαθμούς Κελσίου. Τόνισε ότι οι συνθήκες είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές για την ηλικία και την κατάσταση της υγείας του, προσθέτοντας πως δεν γνωρίζει πόσο ακόμη θα αντέξει.

Καθώς ο Τραμπ ετοιμάζεται για επίσκεψη στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Σμιθ και ο Σεμπάστιαν Λάι εξέφρασαν την προσδοκία ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα συνεργαστεί με τον Βρετανό πρωθυπουργό Κηρ Στάρμερ για την απελευθέρωση του Λάι, ο οποίος είναι Βρετανός υπήκοος.

Τον Νοέμβριο του 2024, 118 ηγέτες είχαν συνυπογράψει επιστολή ζητώντας την απελευθέρωσή του. Ο γιος του ανέφερε ότι θα ήταν «ιδιαίτερα ευγνώμων» αν και ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ προσέθετε τη φωνή του, υπογραμμίζοντας ότι η καθολική πίστη του πατέρα του τον έχει στηρίξει ψυχικά και αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους διατηρεί τις αρχές του.

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι αρχές δεν επιτρέπουν στον Λάι να παρακολουθεί λειτουργία, αν και περιστασιακά λαμβάνει τη θεία κοινωνία μετά από διεθνείς πιέσεις. Ο Σεμπάστιαν Λάι τόνισε επίσης ότι ο πατέρας του, παρά τον πλούτο και τη δυνατότητα να διαφύγει, επέλεξε να παραμείνει στο Χονγκ Κονγκ για να προστατεύσει τους δημοσιογράφους που εργάζονταν για αυτόν από τις διώξεις του καθεστώτος. Ο Λάι θεωρούσε ότι ως το πιο αναγνωρίσιμο πρόσωπο της εφημερίδας, η παρουσία του θα μπορούσε να αποσπάσει την προσοχή των αρχών από τους πρώην συνεργάτες του.

Του Stacy Robinson

Έκκληση για οικονομική πίεση στο Πεκίνο από πρώην αξιωματούχο των ΗΠΑ

Ο Φρανκ Γκάφνεϋ, πρώην υπηρεσιακός υφυπουργός Άμυνας επί διοίκησης Ρόναλντ Ρίγκαν, ζήτησε τη λήψη αποφασιστικών μέτρων για τον περιορισμό των χρηματορροών προς το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ), τονίζοντας ότι αυτός είναι ο πλέον αποτελεσματικός τρόπος για να αντιμετωπιστεί η εντεινόμενη διασυνοριακή καταστολή Κινέζων αντιφρονούντων, μεταξύ των οποίων είναι οι ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ και η καλλιτεχνική ομάδα Shen Yun Performing Arts.

Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα The Epoch Times, ο Γκάφνεϋ χαρακτήρισε τις επιχειρήσεις επιρροής του ΚΚΚ εκτός συνόρων ζήτημα εθνικής ασφάλειας που απαιτεί άμεση προσοχή. Εκτίμησε ότι το ΚΚΚ αισθάνεται ταυτόχρονα ενισχυμένο αλλά και απειλούμενο, γεγονός που, κατά την άποψή του, εξηγεί την αυξανόμενη επιθετικότητα που επιδεικνύει εντός των Ηνωμένων Πολιτειών με σκοπό την καταστολή αντιφρονούντων, αντιπάλων και κάθε άλλης απειλής που θεωρεί ότι αμφισβητεί τον έλεγχό του. Πρόσθεσε ότι οφείλουμε να το εκθέτουμε και να το αμφισβητούμε όποτε είναι δυνατόν.

Από το 2024, το ΚΚΚ έχει εντείνει τις προσπάθειες παρενόχλησης ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ και παρεμπόδισης παραστάσεων του Shen Yun ανά τον κόσμο. Οι εκστρατείες αυτές περιλάμβαναν απειλές για βομβιστικές επιθέσεις, προειδοποιήσεις για εμπρησμούς, εκστρατείες παραπληροφόρησης, νομικές πιέσεις και στοχευμένες επιθέσεις μέσω ΜΜΕ.

Το Φάλουν Γκονγκ, γνωστό και ως Φάλουν Ντάφα, αποτελεί πνευματική άσκηση βασισμένη στις αρχές της αλήθειας, της καλοσύνης και της ανεκτικότητας. Στη δεκαετία του 1990 γνώρισε ταχεία εξάπλωση στην Κίνα, με 70 έως 100 εκατομμύρια ασκούμενους στο τέλος της δεκαετίας. Ωστόσο, τον Ιούλιο του 1999 το ΚΚΚ ξεκίνησε εκστρατεία εξάλειψης του κινήματος, με αποτέλεσμα αμέτρητοι ασκούμενοι να υποστούν αυθαίρετες συλλήψεις, βασανιστήρια, καταναγκαστική εργασία και εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων.

Ως ιδρυτής και εκτελεστικός πρόεδρος του Center for Security Policy («Κέντρο για την Πολιτική Ασφαλείας»)και αντιπρόεδρος της Committee on the Present Danger: China («Επιτροπή για τον Παρόντα Κίνδυνο: Κίνα»), ο Γκάφνεϋ υπογράμμισε την ανάγκη να καταστεί ευρύτερα προσβάσιμη η συνεχώς αυξανόμενη πληροφόρηση σχετικά με τους τρόπους με τους οποίους, όπως είπε, το ΚΚΚ επιχειρεί να αποδυναμώσει τις Ηνωμένες Πολιτείες εκ των έσω.

Αναφέρθηκε επίσης στην πρόσφατη America First Investment Policy («Πολιτική Επενδύσεων Πρώτα η Αμερική»), προεδρικό μνημόνιο που στοχεύει στον περιορισμό της ροής αμερικανικών και συμμαχικών κεφαλαίων σε στρατηγικούς τομείς της Κίνας. Η πολιτική αυτή δίνει αρμοδιότητες σε φορείς όπως η Committee on Foreign Investment in the United States («Επιτροπή Ξένων Επενδύσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες») να εξετάζουν επενδύσεις σε τομείς αιχμής, όπως η προηγμένη τεχνολογία, η υγεία, η ενέργεια και οι κρίσιμες υποδομές.

Ωστόσο, ο Γκάφνεϋ προειδοποίησε ότι οι προσπάθειες εφαρμογής παραμένουν ανεπαρκείς, σημειώνοντας πως καμία από τις αρμόδιες υπηρεσίες δεν έχει δηλώσει πλήρη ετοιμότητα. Τόνισε μάλιστα την πεποίθησή του ότι αν διακοπεί η ροή κεφαλαίων προς το ΚΚΚ, τότε το κόμμα μπορεί να καταρρεύσει.

Παράλληλα, αναφέρθηκε στο διακομματικό νομοσχέδιο Transnational Repression Policy Act («Νόμος για την Πολιτική κατά της Διακρατικής Καταστολής») που κατατέθηκε στις 31 Ιουλίου και προβλέπει τη θέσπιση επίσημης αμερικανικής πολιτικής για την προστασία των πολιτών από εκφοβισμό ξένων κυβερνήσεων και την απόδοση ευθυνών στους δράστες. Ο γερουσιαστής Τζεφ Μέρκλεϋ (D-Ore.), εκ των συνυποστηρικτών του νομοσχεδίου, ανέφερε σε δήλωσή του ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν να αντιταχθούν σε όλες τις μορφές διακρατικής καταστολής, ανεξαρτήτως δράστη.

Τον Δεκέμβριο του 2024, η Epoch Times είχε αποκαλύψει, σε αποκλειστικότητα, μυστική συνεδρίαση κορυφαίων στελεχών του ΚΚΚ το 2022, όπου ο Σι Τζινπίνγκ εξέφρασε απογοήτευση για την αποτυχία του καθεστώτος να φιμώσει το Φάλουν Γκονγκ στο εξωτερικό.

Σύμφωνα με τον Κινέζο αντιφρονούντα Γιουάν Χονγκμπίνγκ, που έδωσε τις σχετικές πληροφορίες, ο Σι κάλεσε σε επιθετική χρήση παραπληροφόρησης και νομικών μέσων για την παγκόσμια δυσφήμηση του Φάλουν Γκονγκ, ακόμη και του ιδρυτή του Λι Χονγκτζί.

Ο Γιουάν, πρώην καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου που ζει εξόριστος στην Αυστραλία, διατηρεί επαφές με ανώτερα στελέχη του πολιτικού κατεστημένου του Πεκίνου. Ανέφερε ότι η επιχείρηση διευθύνεται από το υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας και το υπουργείο Δημόσιας Ασφάλειας, υπό την εποπτεία της ανώτατης πολιτικής επιτροπής για νομικά ζητήματα του ΚΚΚ.

Της Olivia Li

Με τη συμβολή του Li Chen

Χονγκ Κονγκ: Ολοκληρώθηκε η δίκη του Τζίμι Λάι για παραβίαση του νόμου περί εθνικής ασφάλειας

Δικαστήριο του Χονγκ Κονγκ ανακοίνωσε ότι θα εκδώσει την απόφασή του σε μεταγενέστερο χρόνο στη δίκη του επιχειρηματία και εκδότη Τζίμι Λάι, μετά την ολοκλήρωση των αγορεύσεων την Πέμπτη. Η υπόθεση έχει συγκεντρώσει διεθνές ενδιαφέρον, καθώς θεωρείται δοκιμασία για το κράτος δικαίου στο κινεζικά διοικούμενο χρηματοπιστωτικό κέντρο.

Η δίκη, που ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2023 και διήρκεσε 156 ημέρες, αποτελεί το πιο προβεβλημένο παράδειγμα της καταστολής δικαιωμάτων και ελευθεριών στο Χονγκ Κονγκ υπό τον ευρύ νόμο περί εθνικής ασφάλειας που επέβαλε το Πεκίνο μετά τις μαζικές διαδηλώσεις υπέρ της δημοκρατίας το 2019.

Όταν ζητήθηκε από τους δικαστές να προσδιορίσουν την ημερομηνία της ετυμηγορίας, μία εκ των τριών, η Έστερ Το, απάντησε ότι θα ανακοινωθεί «εν ευθέτω χρόνω».

Ο 77χρονος Λάι, ιδρυτής της πλέον κλειστής φιλοδημοκρατικής εφημερίδας Apple Daily, έχει δηλώσει αθώος σε δύο κατηγορίες για συνωμοσία προς συνεργασία με ξένες δυνάμεις και σε μία κατηγορία για συνωμοσία προς δημοσίευση αντεθνικού υλικού.

Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες χώρες έχουν εκφράσει την άποψη ότι η δίκη είναι πολιτικά υποκινούμενη, ζητώντας την άμεση απελευθέρωσή του.

Ο Λάι κατηγορείται ότι χρησιμοποίησε την Apple Daily ως πλατφόρμα συνωμοσίας με έξι πρώην στελέχη της και άλλους, για την παραγωγή «ανατρεπτικών» δημοσιευμάτων μεταξύ Απριλίου 2019 και Ιουνίου 2021, καθώς και για συνεργασία με ξένες δυνάμεις από τον Ιούλιο 2020 έως τον Ιούνιο 2021.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, συνωμότησε με τον ακτιβιστή Άντι Λι, τον νομικό βοηθό Τσαν Τσι-γουά και άλλους, προκειμένου να καλέσουν χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία και η Ιαπωνία να επιβάλουν κυρώσεις, αποκλεισμούς και άλλες εχθρικές ενέργειες κατά του Χονγκ Κονγκ και της Κίνας. Επιπλέον, φέρεται να χρηματοδότησε την ομάδα «Stand with Hong Kong Fight for Freedom» («Σταθείτε στο πλευρό του Χονγκ Κονγκ και αγωνιστείτε για την ελευθερία»).

Η Τερέζα Λάι, σύζυγος του Τζίμι Λάι, φτάνει στο δικαστήριο του Δυτικού Κουλούν. Χονγκ Κονγκ, στις 28 Αυγούστου 2025. (Vernon Yuen/AFP μέσω Getty Images)

 

Κατά τις αγορεύσεις, ο συνήγορος υπεράσπισης Μαρκ Κόρλετ υποστήριξε ότι δεν υπάρχει απόδειξη πως ο εντολέας του καθοδήγησε ή συμφώνησε με τους φερόμενους συνεργούς να συνεχίσουν ενέργειες κατά του Χονγκ Κονγκ και της Κίνας μετά την εφαρμογή του νόμου περί εθνικής ασφάλειας.

Άνθρωποι φτάνουν στο δικαστήριο του Δυτικού Κοουλούν για τη δίκη του Τζίμι Λάι. Χονγκ Κονγκ, στις 28 Αυγούστου 2025. (Vernon Yuen/AFP μέσω Getty Images)

 

Ο Κόρλετ χαρακτήρισε τον μάρτυρα κατηγορίας Τσαν Τσι-γουά «συστηματικό ψεύτη», ενώ ανέφερε ότι ο Λι ενήργησε με δική του πρωτοβουλία, χωρίς εμπλοκή του Λάι. Πρόσθεσε ακόμη ότι η παρακολούθηση των λογαριασμών στο Twitter της ομάδας «Stand with Hong Kong» και της «Διακοινοβουλευτικής Συμμαχίας για την Κίνα», που ασκεί κριτική στο Πεκίνο, δεν συνιστά υποστήριξη προς αυτούς.

Αστυνομικοί στήνουν οδόφραγμα έξω από το δικαστήριο του Δυτικού Κοουλούν μετά την άφιξη του Τζίμι Λάι. Χονγκ Κονγκ, στις 28 Αυγούστου 2025. (Vernon Yuen/AFP μέσω Getty Images)

 

Ο Ρόμπερτ Πανγκ, έτερος συνήγορος, σημείωσε ότι τα 161 άρθρα που επικαλείται η εισαγγελία δεν ήταν αντεθνικά και υπογράμμισε ότι ο Τύπος θα πρέπει να διαθέτει «μεγαλύτερα περιθώρια» ελευθερίας έκφρασης.