Τρίτη, 16 Ιούν, 2026

Το υπουργείο Πολέμου των ΗΠΑ ξεκινά τη δημοσιοποίηση φακέλων για τα ΑΤΙΑ

Το υπουργείο Πολέμου των ΗΠΑ έδωσε στη δημοσιότητα την πρώτη παρτίδα εγγράφων που σχετίζονται με αγνώστου ταυτότητας ιπτάμενων αντικειμένων (ΑΤΙΑ) και είχαν προγραμματιστεί για δημόσια δημοσιοποίηση. Σε ανάρτησή του στις 8 Μαΐου στην πλατφόρμα X, το υπουργείο ανέφερε ότι η αρχική δημοσιοποίηση «νέων, έως τώρα αθέατων αρχείων για Αγνώστου Ταυτότητας Ανώμαλα Φαινόμενα (ΑΤΑΦ)» αποτελούσε «μέρος του Προεδρικού Συστήματος Αποσφράγισης και Αναφοράς για Θεάσεις ΑΤΑΦ (Presidential Unsealing and Reporting System for UAP Encounters – PURSUE)».

Ο υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ δήλωσε ότι τα αρχεία αυτά, τα οποία «παρέμεναν κρυμμένα πίσω από διαβαθμίσεις ασφαλείας», τροφοδοτούσαν εδώ και χρόνια «δικαιολογημένες εικασίες» και ότι είχε έρθει η ώρα «ο αμερικανικός λαός να τα δει με τα μάτια του». Πρόσθεσε ότι η δημοσιοποίηση αποχαρακτηρισμένων εγγράφων αποδείκνυε τη «σοβαρή δέσμευση» της κυβέρνησης Τραμπ για «άνευ προηγουμένου διαφάνεια».

Ο Ντόναλντ Τραμπ αναφέρθηκε στη δημοσιοποίηση με ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social την Παρασκευή, λέγοντας ότι αποτελούσε τιμή για τον ίδιο το γεγονός ότι έδωσε εντολή στην κυβέρνησή του να εντοπίσει και να δημοσιοποιήσει κυβερνητικά αρχεία που σχετίζονται με «εξωγήινη ζωή, αγνώστου ταυτότητας εναέρια φαινόμενα και αγνώστου ταυτότητας ιπτάμενα αντικείμενα».

Σύμφωνα με τον Τραμπ, ενώ προηγούμενες κυβερνήσεις απέτυχαν να δείξουν διαφάνεια στο συγκεκριμένο θέμα, με τα νέα έγγραφα και βίντεο «ο κόσμος μπορεί να αποφασίσει μόνος του τι στο καλό συμβαίνει». Κλείνοντας την ανάρτησή του, ευχήθηκε στον κόσμο «καλή διασκέδαση».

Το Πεντάγωνο υλοποίησε την οδηγία αυτή, δημοσιοποιώντας περισσότερα από 160 αρχεία ηλικίας έως και 80 ετών, έπειτα από εκτελεστικό διάταγμα που υπέγραψε τον Φεβρουάριο ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και απαιτούσε διαφάνεια σχετικά με κάθε ζήτημα που αφορά «εξωγήινη ζωή».

Ένα από τα παραδείγματα που περιλαμβάνονται στη νέα ιστοσελίδα War.gov/UFO είναι ο φάκελος της υπόθεσης 62-HQ-83894 του FBI, ο οποίος περιέχει ερευνητικά αρχεία, μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων και δημόσιες αναφορές σχετικά με ΑΤΙΑ και «ιπτάμενους δίσκους» που καταγράφηκαν μεταξύ Ιουνίου 1947 και Ιουλίου 1968. Στα αρχεία περιλαμβάνονται αναφορές για περιστατικά υψηλού προφίλ, φωτογραφικά στοιχεία από περιοχές όπως το Όουκ Ριτζ του Τενεσί, καθώς και τεχνικές προτάσεις σχετικά με «πιθανά συστήματα πρόωσης».

Λόγω της έκτασης του έργου, το υπουργείο Πολέμου ανέφερε ότι νέο υλικό θα δημοσιοποιείται σταδιακά, καθώς εντοπίζεται και αποχαρακτηρίζεται, με νέες παρτίδες εγγράφων να αναρτώνται κάθε λίγες εβδομάδες.

Κατά τη διάρκεια εμφάνισής του στις 5 Μαΐου στην διαδικτυακή εκπομπή του Σον Χάννιτυ «Hang Out With Sean Hannity», ο Πατέλ δήλωσε ότι το FBI είχε «ήδη παραδώσει την πρώτη παρτίδα πληροφοριών» και ότι αυτές «θα δοθούν πολύ σύντομα στη δημοσιότητα» σε ό,τι αφορά τα ΑΤΙΑ. Όπως είπε, δεν υπήρχε τίποτα σχετικό με το θέμα που να μη θέλουν να δημοσιοποιηθεί, προσθέτοντας ότι οι σχετικές αποκαλύψεις θα άρχιζαν να γίνονται «κυριολεκτικά στο πολύ άμεσο μέλλον».

Όταν ο Χάννιτυ τον ρώτησε εάν οι αρχές είχαν ποτέ «ανακτήσει εξωγήινες μορφές ζωής», ο Πατέλ απάντησε ότι δεν διέθετε συγκεκριμένες πληροφορίες επ’ αυτού. Στη συνέχεια, ο Χάννιτυ σχολίασε ότι ο Τραμπ «κλείνεται» όταν δέχεται ερωτήσεις για τα ΑΤΙΑ.

Σε σύντομη ανάρτησή της στις 7 Μαΐου στην πλατφόρμα X, η βουλευτής Άννα Λούνα (R-Fla.) έγραψε «8 π.μ.», κάτι που ερμηνεύτηκε ευρέως στο διαδίκτυο ως αναφορά στην αναμενόμενη δημοσιοποίηση των πολυσυζητημένων φακέλων για τα UAP το πρωί της Παρασκευής. Η Λούνα προεδρεύει της Ομάδας Εργασίας της Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής για τον Αποχαρακτηρισμό Ομοσπονδιακών Μυστικών.

Κατά τη διάρκεια ακρόασης υποεπιτροπής της Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής στις 9 Σεπτεμβρίου 2025, αρκετοί νυν και πρώην αξιωματούχοι του υπουργείου Πολέμου κατέθεσαν ότι είχαν δει ΑΤΙΑ/ΑΤΑΦ κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής τους υπηρεσίας. Η ακρόαση είχε τίτλο «Αποκατάσταση της Δημόσιας Εμπιστοσύνης μέσω Διαφάνειας για τα ΑΤΑΦ και Προστασίας Πληροφοριοδοτών».

Ο βετεράνος της Πολεμικής Αεροπορίας Ντύλαν Μπόρλαντ δήλωσε στους νομοθέτες ότι αντιμετώπισε «παρατεταμένα αντίποινα» από το Πεντάγωνο μετά τις αποκαλύψεις που έκανε σχετικά με φερόμενο ΑΤΙΑ το οποίο είχε δει ενώ εργαζόταν σε στρατιωτική βάση το 2012.

Σύμφωνα με τον Μπόρλαντ, είχε δει ένα ισόπλευρο τριγωνικό αντικείμενο μήκους περίπου 30 μέτρων να απογειώνεται κοντά στο υπόστεγο της NASA στη βάση. Όπως ανέφερε, το αντικείμενο παρενέβαινε στο τηλέφωνό του, δεν παρήγαγε κανέναν ήχο και το υλικό από το οποίο ήταν κατασκευασμένο φαινόταν «ρευστό ή δυναμικό».

Πρόσθεσε ότι βρέθηκε κάτω από το τριγωνικό σκάφος για μερικά λεπτά και στη συνέχεια αυτό ανυψώθηκε ταχύτατα σε ύψος εμπορικού αεροσκάφους μέσα σε δευτερόλεπτα, χωρίς να προκαλέσει «καμία κινητική διαταραχή, ήχο ή μετατόπιση αέρα». Σύμφωνα με τον Μπόρλαντ, το σκάφος είχε μαύρη μεταλλική επικάλυψη, ενώ στην κορυφή του υπήρχε κάτι που έμοιαζε με «χρυσή λάβα πλάσματος», ένα είδος ρευστού που κινούνταν πάνω και γύρω από το αντικείμενο.

Στο τέλος της ακρόασης, η Λούνα δήλωσε ότι δεν μπορούσε να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση εάν ο αμερικανικός λαός συνέχιζε να μένει στο σκοτάδι.

Τον Φεβρουάριο, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι η κυβέρνησή του θα δημοσιοποιούσε αρχεία σχετικά με ΑΤΙΑ και πιθανές εξωγήινες μορφές ζωής. Στη συνέχεια, στις 17 Απριλίου, ανακοίνωσε ότι ανέμενε η κυβέρνησή του να αρχίσει «πολύ σύντομα» να δίνει στη δημοσιότητα έγγραφα σχετικά με εξωγήινη ζωή και ανεξήγητα φαινόμενα.

Μιλώντας σε κοινό στο Φοίνιξ, ο Τραμπ υπενθύμισε ότι είχε πρόσφατα δώσει εντολή στον υπουργό Πολέμου να ξεκινήσει η δημοσιοποίηση κυβερνητικών αρχείων που σχετίζονται με ΑΤΙΑ και ανεξήγητα εναέρια φαινόμενα. Πρόσθεσε ότι η διαδικασία βρισκόταν ήδη σε πλήρη εξέλιξη και ότι είχαν εντοπιστεί «πολλά πολύ ενδιαφέροντα έγγραφα», σημειώνοντας πως οι πρώτες δημοσιοποιήσεις θα ξεκινούσαν «πολύ, πολύ σύντομα».

Ο Τραμπ έκανε τις δηλώσεις αυτές σε εκδήλωση της Turning Point Action, θυγατρικής της Turning Point USA.

Η αμερικανική κυβέρνηση διαθέτει χιλιάδες έγγραφα που σχετίζονται με ιστορικές αναφορές για ΑΤΙΑ και εξωγήινα φαινόμενα, συμπεριλαμβανομένων περισσότερων από 12.600 αναφορών από το πρόγραμμα «Project Blue Book», το οποίο διεξήχθη από το 1947 έως το 1969. Το κοινό μπορεί ήδη να έχει πρόσβαση σε ορισμένα δημόσια αρχεία, φωτογραφίες και ηχητικά ντοκουμέντα μέσω των Εθνικών Αρχείων.

Ο Δρ Στίβεν Γκριρ [Dr. Steven Greer], επί χρόνια ερευνητής των ΑΤΙΑ και υποστηρικτής της δημοσιοποίησης κυβερνητικών στοιχείων για το θέμα, δήλωσε κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο National Press Club στην Ουάσιγκτον την Παρασκευή ότι το Πεντάγωνο δημοσιοποίησε «ένα απειροελάχιστο ποσοστό» όσων υπάρχουν για το ζήτημα.

Μετά τη συνέντευξη Τύπου, ο Γκριρ δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι η ομάδα του είχε παραδώσει στον Τραμπ στοιχεία για συναντήσεις με ΑΤΙΑ και ότι υπάρχουν νέοι πληροφοριοδότες που χρειάζονται προστασία μαρτύρων και προστασία από την Υπηρεσία Ομοσπονδιακών Δικαστικών Επιμελητών των ΗΠΑ.

Με τη συμβολή των Andrew Moran, Jacob Burg, Nathan Worcester και Jill McLaughlin

Νέες ειρηνευτικές συνομιλίες Ισραήλ–Λιβάνου στις ΗΠΑ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα φιλοξενήσουν εκ νέου έναν γύρο συνομιλιών μεταξύ ισραηλινών και λιβανικών αντιπροσωπειών στις 14 και 15 Μαΐου, στο πλαίσιο μιας εντατικής προσπάθειας για την προώθηση μιας διαρκούς ειρηνευτικής συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών, εν μέσω των πρόσφατων συγκρούσεων.

Ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Τόμμυ Πίγκοτ, δήλωσε στις 8 Μαΐου ότι οι συνομιλίες αυτές αποσκοπούν στο να απομακρυνθούν αποφασιστικά από την αποτυχημένη προσέγγιση των τελευταίων δύο δεκαετιών, η οποία επέτρεψε σε τρομοκρατικές ομάδες να εδραιωθούν και να πλουτίσουν, να υπονομεύσουν την εξουσία του λιβανικού κράτους και να θέσουν σε κίνδυνο τα βόρεια σύνορα του Ισραήλ.

Παρότι οι κυβερνήσεις του Ισραήλ και του Λιβάνου δεν βρίσκονται επισήμως σε εμπόλεμη κατάσταση, οι ισραηλινές δυνάμεις εμπλέκονται εδώ και χρόνια σε διασυνοριακές συγκρούσεις με τη Χεζμπολάχ, χαρακτηρισμένη τρομοκρατική οργάνωση που διατηρεί επιρροή στον σιιτικό μουσουλμανικό πληθυσμό του Λιβάνου και έχει ευθυγραμμιστεί με το Ιράν. Σύμφωνα με τον Πίγκοτ, μια συνολική ειρηνευτική συμφωνία προϋποθέτει την πλήρη αποκατάσταση της εξουσίας της λιβανικής κυβέρνησης και τον πλήρη αφοπλισμό της Χεζμπολάχ.

Η Χεζμπολάχ ενέτεινε τις επιθέσεις κατά ισραηλινού εδάφους τον Οκτώβριο του 2023, πυροδοτώντας ευρύτερες διασυνοριακές συγκρούσεις. Ισραηλινές χερσαίες δυνάμεις εισήλθαν στον νότιο Λίβανο τον Οκτώβριο του 2024 και διατηρούν έκτοτε παρουσία στην περιοχή, ενώ οι ισραηλινές δυνάμεις έχουν πραγματοποιήσει εκτεταμένες αεροπορικές επιδρομές σε ολόκληρο τον Λίβανο, περιλαμβανομένης της πρωτεύουσας Βηρυτού.

Αφού αμερικανικές και ισραηλινές δυνάμεις ξεκίνησαν επιθέσεις κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, η Χεζμπολάχ ενέτεινε εκ νέου τις επιθέσεις της εναντίον του Ισραήλ. Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν εντός του Λιβάνου ακόμη και μετά την επίτευξη συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης στις 7 Απριλίου.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο φιλοξένησε έναν γύρο συνομιλιών μεταξύ Ισραηλινών και Λιβανικών εκπροσώπων στις 14 Απριλίου και οι δύο χώρες συμφώνησαν σε μια αρχική 10ήμερη κατάπαυση του πυρός στις 16 Απριλίου. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ φιλοξένησε προσωπικά νέο γύρο συνομιλιών στις 23 Απριλίου, κατά τη διάρκεια του οποίου ανακοίνωσε ότι οι δύο πλευρές θα παρατείνουν την κατάπαυση του πυρός για τρεις εβδομάδες.

Παρά την κατάπαυση του πυρός, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις συνεχίζονται στον Λίβανο. Από τις 16 Απριλίου, ο ισραηλινός στρατός έχει ανακοινώσει πολλαπλά περιστατικά κατά τα οποία χερσαίες δυνάμεις του άνοιξαν πυρ εναντίον ατόμων που κινούνταν κοντά στις προωθημένες θέσεις τους. Ο ισραηλινός στρατός ανέλαβε επίσης την ευθύνη για αεροπορική επιδρομή στα νότια της Βηρυτού με στόχο διοικητή της Χεζμπολάχ στις 7 Μαΐου.

Έως τις 7 Μαΐου, το υπουργείο Δημόσιας Υγείας του Λιβάνου ανέφερε ότι περισσότεροι από 2.700 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί και πάνω από 8.400 έχουν τραυματιστεί εξαιτίας των ισραηλινών στρατιωτικών επιχειρήσεων στον Λίβανο από τις 2 Μαρτίου. Το υπουργείο δεν διαχώρισε μαχητές και αμάχους στον απολογισμό του, ενώ η εφημερίδα The Epoch Times δεν ήταν σε θέση να επαληθεύσει ανεξάρτητα τα στοιχεία.

Το υπουργείο Γεωργίας του Λιβάνου ανέφερε επίσης ότι περισσότερα από 560.000 στρέμματα αγροτικής γης της χώρας έχουν επηρεαστεί από τις πρόσφατες συγκρούσεις, απειλώντας την επισιτιστική ασφάλεια του Λιβάνου.

Ο Πίγκοτ δήλωσε ότι οι συνομιλίες θα διαμορφώσουν ένα πλαίσιο για διαρκή ειρήνη και ρυθμίσεις ασφαλείας, για την πλήρη αποκατάσταση της λιβανικής κυριαρχίας σε ολόκληρη την επικράτειά της, για την οριοθέτηση των συνόρων, καθώς και για τη δημιουργία συγκεκριμένων οδών ανθρωπιστικής βοήθειας και ανοικοδόμησης στον Λίβανο.

Η Κίνα αμφισβητεί την παγκόσμια ισχύ των αμερικανικών κυρώσεων

Σχολιασμός

Όπως ανέφερε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ο ίδιος και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν συμφώνησαν, κατά την τηλεφωνική τους επικοινωνία στις 7 Μαΐου, ότι «ένα καθεστώς που σκοτώνει τον ίδιο του τον λαό δεν μπορεί να έχει υπό τον έλεγχό του μια βόμβα ικανή να σκοτώσει εκατομμύρια ανθρώπους».

Κρίνοντας από τη διπλωματική και οικονομική στήριξη που παρέχει το καθεστώς της Κίνας στο Ιράν, το Πεκίνο δεν φαίνεται να συμμερίζεται αυτή την άποψη. Ίσως επειδή το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) σκοτώνει επίσης τον ίδιο του τον λαό σε περιοχές όπως το Σιντζιάνγκ και το Θιβέτ. Παράλληλα, διαθέτει πολυάριθμα πυρηνικά όπλα ικανά να πλήξουν τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αντιπαράθεση ΗΠΑ–Κίνας σχετικά με τις δημοκρατικές αξίες, τα συστήματα ελεύθερης αγοράς, τη φονική επιδημία φαιντανύλης και το ποιος θα έχει την κυρίαρχη επιρροή στη διεθνή πολιτική εκτυλίσσεται πλέον γύρω από το Ιράν και τις αντικρουόμενες εξωεδαφικές νομοθεσίες και ρυθμίσεις που εκδίδουν τόσο η Ουάσιγκτον όσο και το Πεκίνο.

Η αμερικανική προσέγγιση στην προσπάθεια του Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα ήταν η επιβολή οικονομικών κυρώσεων και η στρατιωτική στόχευση εγκαταστάσεων ανάπτυξης πυρηνικών όπλων και πυραύλων. Το ΚΚΚ αντιδρά, καθώς περισσότερο από το 80% των εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν κατευθύνεται στην Κίνα, και μάλιστα σε τιμές χαμηλότερες από τις διεθνείς τιμές αγοράς.

Για να σταματήσουν τη χρηματοδότηση του ιρανικού καθεστώτος από την Κίνα μέσω της αγοράς πετρελαίου, οι αμερικανικές οικονομικές κυρώσεις επεκτείνονται διεθνώς και σε μη ιρανικές εταιρείες που διευκολύνουν το εμπόριο ιρανικού πετρελαίου. Από πέρυσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιβάλει κυρώσεις σε πολλές ιδιωτικές κινεζικές μονάδες διύλισης που συνδέονται με εισαγωγές από το Ιράν και έχουν προειδοποιήσει κινεζικές τράπεζες να μη διευκολύνουν το εμπόριο αυτό, διαφορετικά κινδυνεύουν με δευτερογενείς κυρώσεις.

Σε απάντηση αυτών και άλλων κυρώσεων κατά κινεζικών οντοτήτων, το Κρατικό Συμβούλιο της Κίνας εξέδωσε στις 13 Απριλίου κανονισμό κατά της «Εξωεδαφικής Δικαιοδοσίας Ξένων Χωρών», ο οποίος επιτρέπει κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων, πρόστιμα και άλλες κυρώσεις εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ή εταιρείας, ξένης ή εγχώριας, που διευκολύνει την εφαρμογή τέτοιας εξωεδαφικής δικαιοδοσίας.

Οι εντονότερες διαμαρτυρίες του Πεκίνου για την εξωεδαφικότητα αφορούσαν συνήθως αμερικανικές κυρώσεις, για παράδειγμα σε ζητήματα όπως η Ρωσία, το Χονγκ Κονγκ, οι ημιαγωγοί, η γενοκτονία των Ουιγούρων, η Νότια Σινική Θάλασσα και τα μέτρα περιορισμού της ευρύτερης στρατιωτικής απειλής του κινεζικού καθεστώτος.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ουσιαστικά αγνόησαν τον κανονισμό του Κρατικού Συμβουλίου και κλιμάκωσαν την πίεση στις 24 Απριλίου, επεκτείνοντας τις κυρώσεις κατά του Ιράν στη δεύτερη μεγαλύτερη ιδιωτική μονάδα διύλισης της Κίνας, την Hengli Petrochemical (Dalian) Refinery Company. Η Hengli φέρεται να έχει αγοράσει πετρέλαιο αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων από το Ιράν. Οι κυρώσεις περιλαμβάνουν απαγορεύσεις συναλλαγών και πάγωμα περιουσιακών στοιχείων και αποσκοπούν τελικά στο να αναγκάσουν την Τεχεράνη να ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ στη διεθνή ναυσιπλοΐα και να εγκαταλείψει την προσπάθεια απόκτησης πυρηνικού όπλου.

Στο παρελθόν, η Κίνα χρησιμοποιούσε μικρές κινεζικές εταιρείες, σχετικά ανθεκτικές στις αμερικανικές κυρώσεις, για δραστηριότητες που προκαλούσαν κυρώσεις, ενώ επέτρεπε σιωπηρά στις μεγάλες κινεζικές εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών, να συμμορφώνονται με τις αμερικανικές κυρώσεις. Έτσι, το Πεκίνο κατάφερνε να επωφελείται διπλά· εισήγαγε ιρανικό πετρέλαιο μέσω μικρών μονάδων διύλισης, διατηρώντας παράλληλα την πρόσβαση της Κίνας στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ωστόσο, η Hengli ξεπέρασε το μέγεθος μιας μικρής μονάδας διύλισης και οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις στην εταιρεία.

Για πρώτη φορά, στις 2 Μαΐου, η Κίνα χρησιμοποίησε μέτρο παρεμπόδισης του 2021 για να διατάξει να αγνοηθούν οι αμερικανικές κυρώσεις σε πέντε ιδιωτικές μονάδες διύλισης, συμπεριλαμβανομένης της Hengli. Οι αντικρουόμενες εντολές ΗΠΑ και Κίνας θέτουν πλέον σε νομικό κίνδυνο όλες τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Κίνα και ενδέχεται να έχουν λόγους να συνεργάζονται με τις πέντε κυρωμένες εταιρείες.

Ο κίνδυνος να προσφύγουν οι κυρωμένες μονάδες διύλισης στα κινεζικά δικαστήρια εναντίον άλλων εταιρειών εξαιτίας της εντολής επεκτείνεται και σε ξένες επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων αμερικανικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Κίνα. Αν και αυτό δεν έχει αναγνωριστεί ευρέως, η ευρεία διατύπωση της εντολής, σε συνδυασμό με τον κανονισμό του Κρατικού Συμβουλίου, ενδέχεται να αφορά ακόμη και ξένες εταιρείες χωρίς σημαντική παρουσία στην Κίνα. Αυτό θα μπορούσε να αποτελεί μία από τις πρώτες βολές σε έναν πόλεμο εξωεδαφικών μέτρων μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου.

Η δημόσια προσοχή στρέφεται στις κινεζικές τράπεζες που εξακολουθούν να συνεργάζονται με τις μονάδες διύλισης. Αν συνεχίσουν να συνεργάζονται μαζί τους, για παράδειγμα διευκολύνοντας πιστωτικές γραμμές ή συναλλαγές με Ιρανούς προμηθευτές πετρελαίου, τότε οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να επεκτείνουν τις δευτερογενείς κυρώσεις και σε αυτές τις τράπεζες. Αν δεν το κάνουν, τότε φαίνεται ότι συμμορφώνονται με τις αμερικανικές κυρώσεις και έτσι οι κυρωμένες μονάδες διύλισης θα μπορούσαν να τις οδηγήσουν στα δικαστήρια στην Κίνα, χρησιμοποιώντας το μέτρο του 2021 και τον κανονισμό του Κρατικού Συμβουλίου.

Οι κυρωμένες εταιρείες θα μπορούσαν να επικαλεστούν τις κατευθυντήριες γραμμές του υπουργείου Εμπορίου της Κίνας για να ενισχύσουν τη θέση τους, γεγονός που ωθεί τις τράπεζες να ζητούν περισσότερες διευκρινίσεις. Θα είναι δύσκολο για τις τράπεζες που ήδη συνεργάζονται με τα διυλιστήρια να συμμορφώνονται με τις αμερικανικές κυρώσεις χωρίς να φαίνεται ότι το κάνουν. Άλλες εταιρείες μπορούν πιο εύκολα να επιχειρήσουν αυτή τη στρατηγική.

Τα ποσά που διακυβεύονται είναι σημαντικά. Η μητρική εταιρεία της Hengli δήλωσε τον περασμένο μήνα ότι προβλέπει συνολική τραπεζική χρηματοδότηση ύψους 34 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2026. Μέρος αυτής πιθανότατα θα προέλθει από τις μεγαλύτερες κρατικές τράπεζες της Κίνας, θέτοντάς τες σε κίνδυνο δευτερογενών αμερικανικών κυρώσεων. Οι περισσότερες τράπεζες που έχουν μέχρι στιγμής συνεργαστεί με τα διυλιστήρια είναι κινεζικές τράπεζες επικεντρωμένες στην εγχώρια τραπεζική δραστηριότητα σε γουάν. Ως εκ τούτου, δεν είναι τόσο ευάλωτες στις αμερικανικές κυρώσεις.

Ωστόσο, η επέκταση των αμερικανικών κυρώσεων στις μεγάλες κινεζικές τράπεζες θα καθιστούσε πολύ δυσκολότερη τη διεξαγωγή διεθνούς εμπορίου με την Κίνα σε δολάρια ΗΠΑ. Θα μπορούσε να αναγκάσει κινεζικές εταιρείες να κανονίζουν το διεθνές εμπόριο σε νομίσματα διαφορετικά από το αμερικανικό δολάριο, συμπεριλαμβανομένου του γουάν, κάτι που θα παρεμπόδιζε το παγκόσμιο εμπόριο με την Κίνα αλλά ταυτόχρονα θα ασκούσε πτωτική πίεση στην αξία του δολαρίου.

Αυτή η πίεση θα μπορούσε να μετριαστεί μέσω ενός αμερικανικού φόρου στο παγκόσμιο εμπόριο της Κίνας σε δολάρια ΗΠΑ. Ο φόρος αυτός θα μπορούσε να εφαρμοστεί παγκοσμίως σε όλους τους εμπορικούς εταίρους της Κίνας και να λάβει τη μορφή δασμού ή τέλους. Αν και θα εγκυμονούσε κίνδυνο κλιμάκωσης με την Κίνα, η απειλή εφαρμογής ενός τέτοιου φόρου, με το κινεζικό ναυτικό σχετικά αναποτελεσματικό ακόμη στην προβολή ισχύος διεθνώς, θα μπορούσε να αναγκάσει το Πεκίνο να υποχωρήσει σε πολλά ζητήματα, μεταξύ αυτών να απόσχει από παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και απειλές κατά της διεθνούς ειρήνης στην Ταϊβάν, στη Νότια Σινική Θάλασσα και μέσω της στήριξής του σε καθεστώτα όπως αυτά του Ιράν και της Ρωσίας. Ο φόρος στην Κίνα θα μπορούσε ταυτόχρονα να χρησιμοποιηθεί για τη στρατιωτική ενίσχυση των Ηνωμένων Πολιτειών σε βαθμό που να περιορίζεται μόνιμα το ΚΚΚ.

Είναι κρίσιμης σημασίας για το μέλλον της δημοκρατίας και των ελεύθερων αγορών, κατά τις διαπραγματεύσεις με την Κίνα να δίνεται προτεραιότητα στην εθνική ασφάλεια και όχι στην αύξηση των αμερικανικών εξαγωγών προς την Κίνα, ιδίως όταν οι εξαγωγές αυτές αφορούν πρώτες ύλες όπως η σόγια και το πετρέλαιο. Το Πεκίνο επιδιώκει να απομακρύνει την αμερικανική οικονομία από τις ιστορικές της βιομηχανικές, επιστημονικές και τεχνολογικές δυνάμεις, στρέφοντάς τη προς πρώτες ύλες όπως τα αγροτικά προϊόντα και οι υδρογονάνθρακες. Η υποχώρηση προς αυτή την κατεύθυνση θα αποτελούσε στρατηγικό λάθος, καθώς θα επιτάχυνε τη βιομηχανική, τεχνική και τελικά στρατιωτική υπεροχή της Κίνας.

Οι αμερικανικές κυρώσεις και τα αντίμετρα του ΚΚΚ πιθανότατα θα αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης με την Κίνα στην επερχόμενη σύνοδο μεταξύ του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και του ηγέτη του ΚΚΚ Σι Τζινπίνγκ, η οποία αρχίζει στις 14 Μαΐου στο Πεκίνο. Το ΚΚΚ επιχειρεί να απελευθερωθεί από τις ευπάθειες και τους περιορισμούς που επιβάλλουν οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό την ιδιότητά τους ως κορυφαίας οικονομίας του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της μοναδικής ικανότητας της Αμερικής να επιβάλλει οικονομικές κυρώσεις λόγω της διεθνούς κυριαρχίας του δολαρίου.

Μόλις η Κίνα ξεπεράσει την αμερικανική οικονομία ή τη στρατιωτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών, για παράδειγμα μέσω νέων στρατιωτικών καινοτομιών, θα είναι πλέον αργά για να περιοριστεί το ΚΚΚ. Το καθεστώς επιδιώκει την παγκόσμια ηγεμονία και η δυσφορία του απέναντι στους αμερικανικούς εξωεδαφικούς νόμους, καθώς και οι προσπάθειές του να επιβάλει τους δικούς του, αποκαλύπτουν τις πραγματικές του προθέσεις. Αν δεν γίνουν κάποιες κινήσεις σύντομα, η κινεζική οικονομία και ο στρατός ενδέχεται τελικά να ξεφύγουν από κάθε έλεγχο, καθιστώντας αδύνατο τον περιορισμό του ΚΚΚ.

Του Anders Corr

Οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν αποτελούν προσωπικές απόψεις του συγγραφέα και δεν αντανακλούν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Χάκερ συνδεδεμένοι με το Πεκίνο παριστάνουν δημοσιογράφους για να παγιδεύσουν αντιφρονούντες

Μια νέα έρευνα της Διεθνούς Κοινοπραξίας Ερευνητών Δημοσιογράφων (ICIJ) και του ερευνητικού οργανισμού κυβερνοασφάλειας Citizen Lab φέρνει στο φως ένα εκτεταμένο δίκτυο ψηφιακής κατασκοπείας και διεθνικής καταστολής, το οποίο, σύμφωνα με τους ερευνητές, συνδέεται με κύκλους που υποστηρίζουν το Κομμουνιστικό  Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ). Η έρευνα αποκαλύπτει ότι κυβερνο-δράστες πλαστοπροσωπούσαν δημοσιογράφους, πληροφοριοδότες, μέλη οργανώσεων και πολιτικά πρόσωπα, επιχειρώντας να παγιδεύσουν αντιφρονούντες, ερευνητές, ακτιβιστές και δημοσιογράφους με επιθέσεις ηλεκτρονικού ‘ψαρέματος’ (phishing) και ψηφιακής διείσδυσης.

Η αποκάλυψη αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Αντιθέτως, σύμφωνα με το ICIJ και το Citizen Lab, εντάσσεται στην ευρύτερη στρατηγική διεθνικής καταστολής που εφαρμόζει το Πεκίνο τα τελευταία χρόνια, με στόχο όχι μόνο την επιτήρηση των αντιφρονούντων εντός Κίνας, αλλά και την παρακολούθηση και αποδυνάμωση όσων ασκούν κριτική στο κινεζικό καθεστώς στο εξωτερικό.

Η έκθεση, που δημοσιεύθηκε στις 30 Απριλίου 2026, έρχεται έναν χρόνο μετά το ερευνητικό πρότζεκτ China Targets του ICIJ, στο οποίο συμμετείχαν 42 διεθνή μέσα ενημέρωσης. Εκείνη η έρευνα είχε αποκαλύψει ένα παγκόσμιο σύστημα πίεσης, εκφοβισμού και παρακολούθησης που φέρεται να χρησιμοποιεί η κινεζική κυβέρνηση εναντίον αντιφρονούντων, Ουιγούρων, Θιβετιανών, ακτιβιστών του Χονγκ Κονγκ και πολιτικών προσώπων της Ταϊβάν.

Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα, φαίνεται ότι οι επακόλουθες κυβερνοεπιθέσεις αποτελούσαν άμεση απάντηση στις αποκαλύψεις του ICIJ.

Δημοσιογράφοι ως δόλωμα

Ένα από τα πλέον ανησυχητικά στοιχεία της υπόθεσης είναι η χρήση της δημοσιογραφικής ιδιότητας ως εργαλείου εξαπάτησης. Οι επιτιθέμενοι κατασκεύαζαν ψεύτικες ταυτότητες δημοσιογράφων, δημιουργούσαν κλωνοποιημένες ιστοσελίδες που μιμούνταν γνωστά μέσα ενημέρωσης και έστελναν επαγγελματικά διατυπωμένα αιτήματα συνεντεύξεων σε στόχους υψηλού ενδιαφέροντος.

Το Citizen Lab, το οποίο λειτουργεί στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο και θεωρείται ένας από τους κορυφαίους διεθνείς οργανισμούς έρευνας ψηφιακής παρακολούθησης, ανέφερε ότι οι δράστες χρησιμοποίησαν μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μηνύματα μέσω LINE και ψεύτικες ιστοσελίδες που έμοιαζαν με σελίδες σύνδεσης της Google και της Microsoft.

Στόχος ήταν η κλοπή διαπιστευτηρίων μέσω OAuth phishing, μιας τεχνικής κατά την οποία το θύμα εξαπατάται ώστε να δώσει άδεια πρόσβασης σε κακόβουλες εφαρμογές που εμφανίζονται ως νόμιμες.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι επιτιθέμενοι μπορούσαν να αποκτήσουν πρόσβαση σε email, επαφές, αποθηκευμένα έγγραφα και εσωτερικές επικοινωνίες δημοσιογράφων και ακτιβιστών χωρίς να χρειάζεται να παραβιάσουν άμεσα τους λογαριασμούς τους.

Το Citizen Lab περιέγραψε την επιχείρηση ως «ευρεία και συντονισμένη εκστρατεία ψηφιακής διείσδυσης» που στόχευε άτομα και οργανισμούς «ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την κινεζική κυβέρνηση».

Η Ταϊβάν στο επίκεντρο

Σύμφωνα με τι ICIJ, η Ταϊβάν ήταν ένας από τους βασικότερους στόχους της επιχείρησης.

Σε μία από τις πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις, οι δράστες παρίσταναν τον Γι-Σαν Τσεν [Yi-San Chen], τον αρχισυντάκτη του περιοδικού  CommonWealth της Ταϊβάν. Ο Κουοχσούν Χουνγκ [Kuochsun Hung], διευθυντής επιχειρήσεων του πολιτικού μέσου ενημέρωσης Watchout, έλαβε μηνύματα από κάποιον που ισχυριζόταν ότι ήταν ο Τσεν και ζητούσε συνεντεύξεις για ευαίσθητα πολιτικά ζητήματα.

Ο υποτιθέμενος δημοσιογράφος έστελνε συνδέσμους προς ψεύτικες ιστοσελίδες του ICIJ και συμβούλευε μάλιστα τον Χουνγκ να «προσέχει για την ασφάλεια των πληροφοριών του», μια ειρωνική αλλά ιδιαίτερα αποτελεσματική τεχνική ψυχολογικής χειραγώγησης.

Ο Χουνγκ αρνήθηκε να ανοίξει τους συνδέσμους. Αργότερα, ο ίδιος δράστης επιχείρησε να συλλέξει πληροφορίες σχετικά με τις θρησκευτικές οργανώσεις της Ταϊβάν και τη στρατηγική εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή.

Σε μια ακόμη πιο ασυνήθιστη κίνηση, ο κυβερνοδράστης προσφέρθηκε να στείλει στον Χουνγκ ένα ολοκαίνουργιο τηλέφωνο Samsung, κανονίζοντας μάλιστα παραλαβή από κατάστημα στην Ταϊπέι. Η παράδοση δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ λόγω περιορισμών του καταστήματος.

Ο Χουνγκ δήλωσε στο ICIJ: «Δεν πρόκειται για απλούς απατεώνες. Είναι κατάσκοποι με κυβερνοδυνατότητες».

Το Citizen Lab ανέφερε ότι η χρονική στιγμή αποστολής των μηνυμάτων, κυρίως κατά τις εργάσιμες ώρες Κίνας και Ταϊβάν, αποτελεί μία από τις ενδείξεις που συνδέουν την επιχείρηση με κινεζόφωνους χειριστές.

Τουλάχιστον πέντε ακόμη πρόσωπα στην Ταϊβάν, μεταξύ των οποίων ένας δημοτικός σύμβουλος και ένας βοηθός νομοθέτη, ανέφεραν παρόμοιες απόπειρες προσέγγισης.

Ψεύτικοι πληροφοριοδότες και παγίδες διαφθοράς

Οι δράστες δεν περιορίστηκαν στη μίμηση δημοσιογράφων. Σύμφωνα με το ICIJ, χρησιμοποίησαν επίσης την τακτική ψεύτικων πληροφοριοδοτών για να δελεάσουν ερευνητές και δημοσιογράφους.

Τον Ιούνιο του 2025 δημοσιογράφος του ICIJ έλαβε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, από άτομο που παρουσιαζόταν ως Μπάι Μπιν, πρώην δικαστικός βοηθός στο Πεκίνο. Ο αποστολέας ισχυριζόταν ότι είχε στην κατοχή του έγγραφα που αποκάλυπταν υπόθεση διαφθοράς ύψους 10 εκατομμυρίων δολαρίων, συνδεδεμένη με τον κορυφαίο αντικατασκοπευτικό μηχανισμό της Κίνας. Το μήνυμα ήταν γραμμένο σε άψογα αγγλικά και παρέπεμπε σε προηγούμενες έρευνες του ICIJ, ενισχύοντας την αξιοπιστία του αφηγήματος. Ακόμη πιο ανησυχητικό ήταν το γεγονός ότι το μήνυμα στάλθηκε από λογαριασμό πρώην Αμερικανού διπλωμάτη που είχε ειδίκευση στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας και Ταϊβάν.  Ο δημοσιογράφος δεν άνοιξε το συνημμένο αρχείο, ωστόσο αντάλλαξε αρκετά email με τον αποστολέα, ο οποίος άρχισε να εμφανίζει σημάδια εκνευρισμού όταν είδε ότι δεν καταφέρνει να αποκτήσει πρόσβαση.

Οι ερευνητές του Citizen Lab εκτίμησαν ότι επρόκειτο για κλασική περίπτωση OAuth phishing, τεχνική που χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα από κρατικά συνδεδεμένες ομάδες κυβερνοκατασκοπείας.

Περισσότεροι από εκατό κακόβουλοι τομείς

Το Citizen Lab εντόπισε περισσότερους από εκατό διαδικτυακούς τομείς που χρησιμοποιήθηκαν σε επιθέσεις συλλογής διαπιστευτηρίων. Οι τομείς αυτοί φιλοξενούσαν ψεύτικες σελίδες σύνδεσης που μιμούνταν γνωστές πλατφόρμες και μέσα ενημέρωσης. Τουλάχιστον δώδεκα άτομα βρέθηκαν στο στόχαστρο αυτών των επιχειρήσεων.

Οι ερευνητές αποκάλυψαν επίσης  ότι ορισμένα μηνύματα περιείχαν παραπομπές όπως «source=chatgpt.com», γεγονός που ενδέχεται να υποδηλώνει χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης για τη μαζική παραγωγή πειστικών κειμένων ηλεκτρονικού ψαρέματος. Αν και δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι χρησιμοποιήθηκε συγκεκριμένο σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, οι ειδικοί εκτιμούν ότι η ΤΝ επιτρέπει πλέον σε ομάδες κυβερνοκατασκοπείας να δημιουργούν πιο φυσικό λόγο, καλύτερες μεταφράσεις και εξατομικευμένα μηνύματα σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα.

Οι αντιφρονούντες στο εξωτερικό ως μόνιμοι στόχοι

Η εκστρατεία δεν περιορίζεται στους δημοσιογράφους. Μεταξύ των στόχων βρίσκονται Ουιγούροι μουσουλμάνοι, Θιβετιανοί ακτιβιστές, υποστηρικτές της δημοκρατίας στο Χονγκ Κονγκ και Κινέζοι αντικαθεστωτικοί που ζουν στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική.

Ο καλλιτέχνης και ακτιβιστής Τζιανγκ Σενγκντά [Jiang Shengda], ο οποίος ζει στο Παρίσι, δήλωσε ότι μετά τη δημοσίευση της έρευνας China Targets δεχόταν δύο έως τέσσερα μηνύματα ηλ. ψαρέματος ημερησίως.

Τα μηνύματα εμφανίζονταν ως ειδοποιήσεις από σούπερ μάρκετ, ταχυδρομεία ή υπηρεσίες παράδοσης δεμάτων, όμως στην πραγματικότητα στόχευαν στην εγκατάσταση κακόβουλου λογισμικού ή στην υποκλοπή λογαριαμών. Ο Τζιανγκ ανέφερε ότι συνεργάζεται πλέον με ευρωπαϊκές αρχές ασφάλειας και βοηθά άλλους ακτιβιστές να βελτιώσουν την κυβερνοάμυνά τους.

Το ICIJ σημείωσε επίσης ότι οι επιτιθέμενοι παρίσταναν μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σκηνοθέτες ντοκιμαντέρ και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το οικοσύστημα του «commercial hacking»

Παρότι οι ερευνητές δεν κατηγόρησαν επισήμως κάποια κινεζική κρατική υπηρεσία, το Citizen Lab ανέφερε ότι η επιχείρηση φέρει χαρακτηριστικά του κινεζικού οικοσυστήματος «commercial hacking», δηλαδή της μίσθωσης των υπηρεσιών μεμονωμένων ατόμων ή μίας ομάδας για να ασκήσουν κυβερνοπειρατεία για λογαριασμό τρίτων.

Πρόκειται για ένα δίκτυο ιδιωτικών εταιρειών και εργολάβων κυβερνοασφάλειας που λειτουργούν είτε για λογαριασμό κρατικών φορέων είτε σε στενή συνεργασία με αυτούς.

Τα τελευταία χρόνια αμερικανικές και ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών έχουν επανειλημμένα προειδοποιήσει  ότι η Κίνα χρησιμοποιεί ιδιωτικούς εργολάβους για επιχειρήσεις κατασκοπείας, παρέχοντας στο κράτος δυνατότητα άρνησης εμπλοκής.

Το Citizen Lab σημείωσε ότι η συγκεκριμένη εκστρατεία παρουσιάζει ομοιότητες με προηγούμενες κυβερνοεπιθέσεις που είχαν στοχεύσει τη βιομηχανία ημιαγωγών της Ταϊβάν, έναν τομέα κρίσιμης σημασίας για την παγκόσμια τεχνολογική αλυσίδα.

Οι ερευνητές κατέγραψαν μεταξύ άλλων:

  • Κλωνοποιημένες σελίδες σύνδεσης του ICIJ
  • Εξατομικευμένες επιθέσεις ηλ. ψαρέματος μέσω email και εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων
  • Κλοπή διαπιστευτηρίων μέσω OAuth
  • Χρήση φυσικών «δολωμάτων», όπως η αποστολή συσκευών
  • Περιεχόμενο που πιθανόν δημιουργήθηκε με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης
  • Ψηφιακή πολιορκία του Τύπου

Η Σίλλα Αλέτσι [Scilla Alecci], επικεφαλής του προγράμματος China Tatrgets του ICIJ, δήλωσε ότι η  χρονική συγκυρία  των επιθέσεων δείχνει ξεκάθαρα ότι επρόκειτο για αντίποινα μετά τις αποκαλύψεις του 2025. «Οι δημοσιογράφοι που ερευνούν αυταρχικά καθεστώτα δεν αντιμετωπίζουν πλέον μόνο νομικές απειλές ή φυσική παρακολούθηση. Βρίσκονται αντιμέτωποι με εξελιγμένες επιχειρήσεις ψηφιακής διείσδυσης», σημείωσε.

Οι οργανώσεις προστασίας της ελευθερίας του Τύπου προειδοποιούν ότι η πλαστοπροσωπία δημοσιογράφων δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα εμπιστοσύνης. Όταν πηγές και πληροφοριοδότες δεν μπορούν να γνωρίζουν αν επικοινωνούν με πραγματικούς δημοσιογράφους ή με κυβερνοκατασκόπους, η ερευνητική δημοσιογραφία κινδυνεύει να αποδυναμωθεί δραματικά.

Για την Ταϊβάν, οι συνέπειες θεωρούνται ιδιαίτερα σοβαρές. Η χώρα βρίσκεται ήδη στο επίκεντρο πολιτικής πίεσης από το Πεκίνο, ενώ οι κυβερνοεπιθέσεις κατά δημοσιογράφων, πολιτικών και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών θεωρούνται μέρος μιας ευρύτερης εκστρατείας αποσταθεροποίησης.

Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει τo τοπίο της καταστολής

Ένα από τα πιο ανησυχητικά συμπεράσματα της έκθεσης αφορά τη χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης.

Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η ΤΝ επιτρέπει πλέον τη δημιουργία πειστικών μηνυμάτων ηλ. ψαρέματος σε πολλές γλώσσες, τη μίμηση δημοσιογραφικού ύφους και τη μαζική εξατομίκευση επιθέσεων με ελάχιστο κόστος.

Αυτό σημαίνει ότι αυταρχικά καθεστώτα και κρατικά συνδεδεμένες ομάδες μπορούν να διεξάγουν επιχειρήσεις παραπλάνησης και κατασκοπείας με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα και εμβέλεια από ό,τι στο παρελθόν.

Οι ερευνητές του Citizen Lab προειδοποιούν ότι τέτοιες πρακτικές ενδέχεται σύντομα να αποτελέσουν «κανονικό εργαλείο διεθνικής καταστολής».

Το Citizen Lab και το ICIJ καλούν δημοσιογράφους, ακτιβιστές και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων να υιοθετήσουν αυστηρότερα μέτρα ψηφιακής ασφάλειας.

Μεταξύ των βασικών συστάσεων περιλαμβάνονται:

  • Χρήση πολυπαραγοντικής επαλήθευσης ταυτότητας
  • Αποφυγή ανοίγματος ύποπτων συνδέσμων ή συνημμένων
  • Χρήση κρυπτογραφημένων εφαρμογών επικοινωνίας
  • Τακτικός έλεγχος αδειών OAuth σε λογαριασμούς Google και Microsoft
  • Επιφυλακτικότητα απέναντι σε «δώρα» ή αποκλειστικές πληροφορίες

Ένα νέο κεφάλαιο στον παγκόσμιο κυβερνοπόλεμο

Η υπόθεση που αποκάλυψαν το ICIJ και το Citizen Lab καταδεικνύει ότι η σύγκρουση μεταξύ αυταρχικών καθεστώτων και αντιφρονούντων έχει πλέον μεταφερθεί πλήρως στον ψηφιακό χώρο.

Οι παλιές μέθοδοι φυσικής παρακολούθησης και εκφοβισμού δεν έχουν εγκαταλειφθεί, όμως πλέον συμπληρώνονται από εξελιγμένες επιχειρήσεις κυβερνοκατασκοπείας που μπορούν να διεξαχθούν διασυνοριακά, αθόρυβα και σε τεράστια κλίμακα. Το γεγονός ότι οι επιτιθέμενοι επέλεξαν να μεταμφιεστούν σε δημοσιογράφους είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό. Αναγνωρίζουν ότι η δημοσιογραφία εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους μηχανισμούς αποκάλυψης της αλήθειας.

Παρά τις απειλές, το ICIJ δήλωσε ότι θα συνεχίσει τις έρευνές του και θα συνεργάζεται με εταίρους σε όλο τον κόσμο για την ενίσχυση της ψηφιακής άμυνας των δημοσιογράφων.

Όπως ανέφερε η οργάνωση στην ανακοίνωσή της: «Η ευθύνη να αποκαλυφθεί η αλήθεια υπερτερεί του εκφοβισμού».

Νέες αμερικανικές κυρώσεις κατά δικτύων που στηρίζουν τον στρατό του Ιράν

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν στις 8 Μαΐου κυρώσεις σε δέκα άτομα και εταιρείες στη Μέση Ανατολή, την Κίνα και την Ανατολική Ευρώπη, με αιτιολογία ότι βοήθησαν τον στρατό του Ιράν να αποκτήσει όπλα και να κατασκευάσει μη επανδρωμένα αεροσκάφη και βαλλιστικούς πυραύλους.

Οι κυρώσεις, που ανακοινώθηκαν από το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, επιβάλλονται εν μέσω μιας εύθραυστης εκεχειρίας με το Ιράν και λίγες μόλις ημέρες πριν από το προγραμματισμένο ταξίδι του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στην Κίνα όπου θα συναντηθεί με τον ηγέτη του καθεστώτος Σι Τζινπίνγκ.

Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ ανέφερε σε ανακοίνωση ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να καταπολεμά ξένα πρόσωπα και εταιρείες που προμηθεύουν τον ιρανικό στρατό με όπλα θα χρησιμοποιηθούν εναντίον αμερικανικών δυνάμεων.

Η υπηρεσία δήλωσε ότι στηρίζει τον αμερικανικό στρατό μέσω οικονομικών μέτρων που αποσκοπούν στο να αποτρέψουν το ιρανικό καθεστώς από το να ανακτήσει, να μετακινήσει ή να επαναπατρίσει κεφάλαια, διαταράσσοντας έσοδα δισεκατομμυρίων από το πετρέλαιο, τα κρυπτονομίσματα και τα σκιώδη τραπεζικά δίκτυα της Τεχεράνης.

Το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ δήλωσε έτοιμο να κινηθεί εναντίον ξένων εταιρειών που διευκολύνουν το παράνομο εμπόριο του Ιράν, συμπεριλαμβανομένων αεροπορικών εταιρειών, σημειώνοντας ότι θα μπορούσε να επιβάλει περισσότερες δευτερογενείς κυρώσεις σε ξένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που βοηθούν το Ιράν, μεταξύ αυτών και όσα συνδέονται με μικρά ιδιωτικά διυλιστήρια πετρελαίου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ).

Κυρώσεις έχουν ήδη επιβληθεί στον αναπληρωτή υπουργό Πετρελαίου του Ιράκ, Αλί Μααρίτζ αλ Μπαχάντλι, καθώς και στους ηγέτες τριών πολιτοφυλακών, λόγω της υποστήριξής τους προς το Ιράν. Η υπηρεσία κατηγόρησε τον Μααρίτζ ότι καταχράστηκε τη θέση του για να διευκολύνει την εκτροπή πετρελαίου προς πώληση προς όφελος του ιρανικού καθεστώτος και των πληρεξούσιων πολιτοφυλακών του στο Ιράκ.

Σύμφωνα με το υπουργείο, ο Μααρίτζ επέτρεψε σε διακινητή πετρελαίου που συνδέεται με το Ιράν να αναμειγνύει ιρανικό πετρέλαιο με ιρακινό και να παραποιεί έγγραφα σχετικά με την προέλευσή του πριν αυτό αποσταλεί στις διεθνείς αγορές. Το υπουργείο Πετρελαίου του Ιράκ αρνήθηκε τις κατηγορίες, ωστόσο ο ίδιος ο Μααρίτζ δεν έχει σχολιάσει δημόσια.

Ο Μπέσσεντ ανέφερε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, την Πέμπτη, ότι το ιρανικό καθεστώς, σαν συμμορία εκτός νόμου, λεηλατεί πόρους που ανήκουν δικαιωματικά στον ιρακινό λαό. Πρόσθεσε ότι το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ δεν θα παραμείνει αδρανές όσο ο ιρανικός στρατός εκμεταλλεύεται το ιρακινό πετρέλαιο για να χρηματοδοτεί την τρομοκρατία εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών και των εταίρων τους.

Μεταξύ των ηγετών φιλοϊρανικών τρομοκρατικών οργανώσεων που στοχοποιήθηκαν από τις αμερικανικές κυρώσεις της 7ης Μαΐου περιλαμβάνονται οι Κατα’ιμπ Σαγίντ αλ Σουχάντα [Kata’ib Sayyid Al-Shuhada] και Ασα’ιμπ αχλ αλ Χακ  [Asa’ib Ahl Al-Haq]. Οι κυρώσεις αποτελούν μέρος της επιχείρησης «Economic Fury» του Τραμπ, η οποία αποσκοπεί στην οικονομική ασφυξία του Ιράν, παράλληλα με στρατιωτικές ενέργειες, με στόχο να πιεστεί το καθεστώς να καταλήξει σε συμφωνία.

Παρότι το Ιράν έχει δηλώσει ότι εξετάζει αμερικανική ειρηνευτική συμφωνία, το καθεστώς συνεχίζει τις επιθέσεις εναντίον εμπορικών πλοίων στην περιοχή, μεταξύ αυτών και εναντίον πετρελαιοφόρου κινεζικής ιδιοκτησίας, ενώ ο Τραμπ ανέστειλε το «Project Freedom», επιχείρηση που αποσκοπούσε στην προστασία πλοίων στα Στενά του Ορμούζ. Το Ιράν επιτέθηκε επίσης στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αφού αμερικανικά πολεμικά πλοία αντάλλαξαν πυρά με ιρανικές δυνάμεις εντός και γύρω από τη στρατηγικής σημασίας θαλάσσια οδό.

Παρά τα γεγονότα αυτά, η εκεχειρία παραμένει σε ισχύ, σύμφωνα με τον Τραμπ, ο οποίος εμφανίστηκε αισιόδοξος λέγοντας ότι οι συνομιλίες με το Ιράν έχουν σημειώσει πρόοδο και ότι μια συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου είναι «πολύ πιθανή».

Ο Τραμπ δήλωσε στις 6 Μαΐου ότι είχαν προηγηθεί συνομιλίες τις οποίες χαρακτήρισε θετικές, αλλά την επομένη φάνηκε σαν η άλλη πλευρά να είχε ξεχάσει τα όσα διημείφθησαν. Επανέλαβε ότι δεν μπορεί να επιτραπεί στο Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο και ότι η Τεχεράνη έχει συμφωνήσει επ’ αυτού, μεταξύ άλλων. Προειδοποίησε ακόμη ότι, εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία, οι βομβαρδισμοί θα επαναληφθούν σε μεγαλύτερη κλίμακα και ένταση.

Εν τω μεταξύ, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε στις 8 Μαΐου ότι ο Λευκός Οίκος αναμένει αντιπρόταση από το Ιράν. Κατά την επίσκεψή του στον Πάπα, στο Βατικανό, για συνομιλίες σχετικά με τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, ο Ρούμπιο ανέφερε ότι αναμενόταν απάντηση από την ιρανική πλευρά εντός της ημέρας.

Του Troy Myers

Ο Τραμπ ανακοινώνει τριήμερη κατάπαυση πυρός στον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την Παρασκευή ότι η Ρωσία και η Ουκρανία θα προχωρήσουν σε τριήμερη κατάπαυση πυρός, καθώς και σε ανταλλαγή αιχμαλώτων. Η κατάπαυση πυρός θα ισχύσει από τις 9 έως και τις 11 Μαΐου, χρονικό διάστημα που περιλαμβάνει τη ρωσική επέτειο για την Ημέρα της Νίκης στις 9 Μαΐου.

Σε ανάρτησή του στο Truth Social, σημείωσε ότι η κατάπαυση πυρός θα περιλαμβάνει αναστολή κάθε πολεμικής δραστηριότητας, καθώς και ανταλλαγή χιλίων αιχμαλώτων από κάθε χώρα. Σημείωσε ότι το αίτημα διατυπώθηκε απευθείας από τον ίδιο και εξέφρασε την εκτίμησή του για τη συμφωνία του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν και του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι.

Ανέφερε ακόμη ότι οι συνομιλίες μεταξύ Μόσχας και Κιέβου συνεχίζονται, σχολιάζοντας ότι οι δύο χώρες πλησιάζουν ολοένα και περισσότερο σε μια ειρηνευτική συμφωνία.

Σε δική του ανάρτηση, στην πλατφόρμα X, ο Ζελένσκι έγραψε ότι η Ουκρανία αποδέχθηκε την αμερικανική πρόταση για την ανταλλαγή χιλίων αιχμαλώτων με τη Ρωσία, επιβεβαιώνοντας την κατάπαυση πυρός στις 9, 10 και 11 Μαΐου. Πρόσθεσε ότι η Ουκρανία εργάζεται σταθερά για να επιστρέψουν οι αιχμάλωτοι και ότι έδωσε εντολή στην ομάδα του να προετοιμάσει άμεσα όλα όσα απαιτούνται για την ανταλλαγή, κλείνοντας την ανάρτηση με ευχαριστίες προς τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών και την ομάδα του.

Η ρωσική κυβέρνηση δεν απάντησε δημόσια στην ανακοίνωση του Τραμπ.

Το ρωσικό υπουργείο Άμυνας ανέφερε σε ανάρτησή του στο Telegram ότι οι ρωσικές δυνάμεις θα ξεκινήσουν την ανακωχή από τα μεσάνυχτα της 8ης Μαΐου έως τις 10 Μαΐου. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, όλες οι ομάδες ρωσικών στρατευμάτων στη ζώνη της «ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης» (όπως περιγράφει η Ρωσία τον πόλεμο στην Ουκρανία) θα σταματήσουν κάθε επιχείρηση τη συγκεκριμένη περίοδο.

Τον περασμένο μήνα, ο Τραμπ συζήτησε με τον Πούτιν το ενδεχόμενο κατάπαυσης πυρός στις 9 Μαΐου, με τον Αμερικανό πρόεδρο να δηλώνει σε δημοσιογράφους ότι είχε προτείνει στον Ρώσο ηγέτη, κατά τη διάρκεια πρόσφατης τηλεφωνικής συνομιλίας τους, «μια μικρή κατάπαυση πυρός» στον πόλεμο στην Ουκρανία.

Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας, ο Πούτιν προσφέρθηκε να βοηθήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες στο ζήτημα του εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν, το οποίο αποτελεί βασικό εμπόδιο για μια συμφωνία τερματισμού της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, όπως είχε δηλώσει τότε ο Τραμπ.

Ο σύμβουλος του Κρεμλίνου Γιούρι Ουσάκοφ δήλωσε σε δημοσιογράφους στα τέλη Απριλίου ότι ο Πούτιν είχε προτείνει την προσωρινή κατάπαυση πυρός στην Ουκρανία εν όψει του εορτασμού της Ημέρας της Νίκης, ημέρα κατά την οποία τιμάται η συμβολή της Σοβιετικής Ένωσης στην ήττα της ναζιστικής Γερμανίας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το ρωσικό υπουργείο Άμυνας ανέφερε επίσης στο Telegram ότι οι δυνάμεις της Μόσχας θα λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ασφάλεια των εκδηλώσεων. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε προσπάθεια της Ουκρανίας να διαταράξει τους εορτασμούς θα προκαλέσει αντίποινα.

Με πληροφορίες από το Reuters

Το παρασκήνιο πίσω από τις αναταράξεις στο Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ

Οι πρόσφατες αναταράξεις στην κορυφή του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού δείχνουν τρεις παράλληλες ιστορίες που τέμνονται στο ίδιο πεδίο: την πολιτική εκκαθάριση στρατιωτικών στελεχών από τη νέα κυβέρνηση Τραμπ, την πίεση για επιτάχυνση της ναυπήγησης πλοίων στις ΗΠΑ και τις υπαρκτές ποινικές υποθέσεις διαφθοράς στις ναυτικές προμήθειες.

Το πρώτο στοιχείο είναι το κύμα αλλαγών στην ηγεσία. Στις 21 Φεβρουαρίου 2025, ο υπουργός Άμυνας Πητ Χέγκσεθ ανακοίνωσε ότι ζητά νέες υποψηφιότητες για τη θέση του Αρχηγού Ναυτικών Επιχειρήσεων, τη θέση που κατείχε η ναύαρχος Λίζα Φρανκέττι [Lisa Franchetti]. Στην ίδια ανακοίνωση ευχαρίστησε τη Φρανκέττι για την υπηρεσία της, αλλά έβαλε ξεκάθαρα τη θέση της σε διαδικασία αντικατάστασης, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης αλλαγής της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας υπό τον Τραμπ.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, τον Απρίλιο του 2025, απομακρύνθηκε και η αντιναύαρχος Σοσάνα Τσάφηλντ [Shoshana Chatfield], η ανώτατη Αμερικανίδα στρατιωτική εκπρόσωπος στη Στρατιωτική Επιτροπή του ΝΑΤΟ. Η απομάκρυνσή της εντάχθηκε στο ευρύτερο κύμα αλλαγών στην ανώτατη στρατιωτική ηγεσία που προώθησε η κυβέρνηση Τραμπ, στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης του Πενταγώνου και αλλαγής προτεραιοτήτων στη στρατιωτική διοίκηση. Σε αμερικανικά πολιτικά και αμυντικά μέσα αναφέρθηκε επίσης ότι η Τσάφηλντ είχε ταυτιστεί με την προηγούμενη περίοδο διοίκησης, όπου δινόταν μεγαλύτερη έμφαση σε κριτήρια διοικητικής κουλτούρας και πολιτικές ESG/DEI μέσα στις Ένοπλες Δυνάμεις

Η πιο άμεση περίπτωση που ακουμπά τις προμήθειες και τη ναυπήγηση είναι εκείνη του υποναυάρχου Κέβιν Σμιθ. Στις 27 Μαΐου 2025, το ίδιο το αμερικανικό Ναυτικό ανακοίνωσε ότι ο Σμιθ παύθηκε από τη θέση του Διευθυντή Προγράμματος για Μη Επανδρωμένα και Μικρά Πολεμικά Σκάφη, λόγω «απώλειας εμπιστοσύνης» ύστερα από καταγγελία που κρίθηκε βάσιμη από έρευνα του Γραφείου του Γενικού Επιθεωρητή του Πολεμικού Ναυτικού. Η θέση του είχε άμεση σχέση με προγράμματα σχεδιασμού, ανάπτυξης, κατασκευής, συντήρησης και εκσυγχρονισμού μη επανδρωμένων ναυτικών συστημάτων, μικρών μαχητικών σκαφών και συναφών προγραμμάτων.

Το δεύτερο και κεντρικό πεδίο είναι η ναυπηγική πολιτική του Τραμπ. Στις 9 Απριλίου 2025, ο Λευκός Οίκος εξέδωσε διάταγμα για την «Αποκατάσταση της ναυτικής υπεροχής της Αμερικής» [«Restoring America’s Maritime Dominance»], στο οποίο περιγράφει την αμερικανική εμπορική ναυπηγική ικανότητα και το ναυτικό εργατικό δυναμικό ως αποδυναμωμένα από δεκαετίες κυβερνητικής παραμέλησης. Αναφέρει επίσης ότι οι ΗΠΑ κατασκευάζουν λιγότερο από το 1% των εμπορικών πλοίων παγκοσμίως, ενώ η Κίνα περίπου το 50%. Η κυβερνητική γραμμή ήταν ότι η Αμερική πρέπει να ξαναχτίσει τη ναυπηγική της βάση, να ενισχύσει τη ναυτιλιακή βιομηχανική της βάση και να ξεπεράσει εμπόδια σε προμήθειες, ρύθμιση, χρηματοδότηση και εργατικό δυναμικό.

Αυτό το αφήγημα δεν ήταν απλώς ρητορικό. Τα θεσμικά ευρήματα συμφωνούν ότι το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ έχει σοβαρό πρόβλημα κόστους, καθυστερήσεων και παραγωγικής ικανότητας. Το GAO κατέγραψε το 2025 ότι, παρά τον διπλασιασμό του ναυπηγικού προϋπολογισμού μέσα σε δύο δεκαετίες, ο αριθμός των πλοίων του στόλου δεν αυξήθηκε όπως είχε σχεδιαστεί. Το ίδιο πόρισμα σημείωσε ότι οι πρακτικές ναυτικών προμηθειών οδηγούν επανειλημμένα σε αυξήσεις κόστους και καθυστερήσεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το πρόγραμμα φρεγατών Constellation, όπου η κατασκευή άρχισε πριν ολοκληρωθεί ο σχεδιασμός και η πρώτη παράδοση προβλεπόταν να καθυστερήσει τουλάχιστον τρία χρόνια.

Το σημείο όπου η πολιτική σύγκρουση γίνεται ονομαστική είναι η υπόθεση Τζον Φέλαν [John Phelan]. Ο Φέλαν, υπουργός Ναυτικού και πολιτικός προϊστάμενος του Πολεμικού Ναυτικού, απομακρύνθηκε τον Απρίλιο του 2026. Ο Τραμπ είπε δημόσια ότι ο Φέλαν είχε δυναμικό χαρακτήρα και προέκυπταν συγκρούσεις «κυρίως ως προς την κατασκευή και αγορά νέων πλοίων». Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Reuters, πηγές είχαν προηγουμένως αναφέρει ότι η απομάκρυνσή του συνδεόταν με την αργή εφαρμογή μεταρρυθμίσεων για την επιτάχυνση της ναυπήγησης και με ρήξη με ανώτατη ηγεσία του Πενταγώνου.

Εδώ βρίσκεται ο πραγματικός πυρήνας του παρασκηνίου: η ναυπήγηση έγινε πεδίο εσωτερικής εξουσίας. Ρεπορτάζ της Washington Post ανέφεραν ότι ο Χέγκσεθ ενίσχυσε τον έλεγχό του μέσα στο Πεντάγωνο, λαμβάνοντας αποφάσεις και για υποβρύχια και ναυπηγικά προγράμματα που παραδοσιακά ανήκαν περισσότερο στη σφαίρα του Ναυτικού. Η απομάκρυνση Φέλαν εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο συγκέντρωσης της εξουσίας, εσωτερικών συγκρούσεων και πίεσης για γρήγορα αποτελέσματα στη ναυπηγική.

Υπάρχει, όμως, και τρίτο επίπεδο: οι πραγματικές υποθέσεις διαφθοράς στο οικοσύστημα των ναυτικών προμηθειών. Η πιο πρόσφατη βαριά ποινική υπόθεση είναι του απόστρατου ναυάρχου Ρόμπερτ Π. Μπερκ [Robert P. Burke]. Το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης ανακοίνωσε ότι ο Μπερκ καταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλάκιση επειδή δέχθηκε μελλοντική απασχόληση σε κυβερνητικό προμηθευτή με αντάλλαγμα την ανάθεση συμβολαίου. Σύμφωνα με τα δικαστικά στοιχεία, ο Μπερκ χρησιμοποίησε τη θέση του για να κατευθύνει συμβόλαιο ~355.000 δολαρίων προς εταιρεία, ενώ αργότερα άρχισε να εργάζεται εκεί με αρχικό ετήσιο μισθό 500.000 δολαρίων και δικαιώματα αγοράς μετοχών.

Η υπόθεση Μπερκ είναι σημαντική γιατί δείχνει ότι η διαφθορά στις ναυτικές προμήθειες δεν είναι υποθετική. Είναι ποινικά καταγεγραμμένη, με καταδίκη, ποινή φυλάκισης, αποζημίωση και κατάσχεση. Δεν αφορά όμως πρόγραμμα κατασκευής μεγάλων πολεμικών πλοίων, αλλά σύμβαση εκπαίδευσης προσωπικού και μεταγενέστερη προώθηση της ίδιας εταιρείας σε άλλα ναυτικά στελέχη.

Το παλαιότερο σκάνδαλο «Fat Leonard» λειτουργεί ως ιστορικό φόντο. Ο Λέοναρντ Γκλεν Φράνσις [Leonard Glenn Francis], εργολάβος που εξυπηρετούσε πλοία του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ στον Ειρηνικό, καταδικάστηκε σε 15 χρόνια φυλάκιση για ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα χρηματισμού στην ιστορία του αμερικανικού στρατού. Η υπόθεση περιελάμβανε δωροδοκίες αξιωματικών, υπερτιμολογήσεις και ευνοϊκή μεταχείριση σε συμβόλαια υποστήριξης πλοίων.

Η εικόνα που προκύπτει είναι πιο σύνθετη από ένα απλό σενάριο. Το Ναυτικό των ΗΠΑ βρίσκεται υπό πίεση επειδή δεν μπορεί να παραδώσει πλοία στον ρυθμό, στο κόστος και με τις δυνατότητες που ζητά η πολιτική ηγεσία. Ο Τραμπ έκανε τη ναυπηγική εθνική βιομηχανική προτεραιότητα. Το Πεντάγωνο μετακίνησε, απέπεμψε ή αντικατέστησε σειρά ανώτερων στελεχών. Ο Φέλαν έπεσε πάνω στη σύγκρουση για το ποιος ελέγχει και πόσο γρήγορα κινεί τις ναυπηγικές αποφάσεις. Ο Σμιθ παύθηκε ύστερα από επιθεωρησιακή έρευνα σε θέση άμεσα συνδεδεμένη με μικρά και μη επανδρωμένα ναυτικά προγράμματα. Η Φρανκέττι και η Τσάτφηλντ εντάχθηκαν σε ευρύτερη πολιτική αναδιάταξη της στρατιωτικής ηγεσίας.

Ταυτόχρονα, το οικοσύστημα των ναυτικών προμηθειών κουβαλά πραγματικά σκάνδαλα: Μπερκ, Fat Leonard και χρόνια αποτυχιών σε κόστος, χρονοδιαγράμματα και επιδόσεις. Αυτό είναι το έδαφος πάνω στο οποίο πατά το πολιτικό αφήγημα περί «καθαρίσματος», «επιτάχυνσης» και «αναβίωσης» της αμερικανικής ναυπηγικής. Η ουσία είναι ότι οι παραιτήσεις και οι παύσεις στο Π.Ν. των ΗΠΑ δεν μπορούν να διαβαστούν έξω από τη μεγάλη σύγκρουση για τον έλεγχο των ναυπηγικών προμηθειών, της βιομηχανικής βάσης και της στρατιωτικής ηγεσίας στις ΗΠΑ.

Ρουσάν Αμπάς: Η σιωπή απέναντι στο κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας ενισχύει την καταστολή

Το Πεκίνο χρησιμοποιεί τη σιωπή ως «καύσιμο» για την εκστρατεία καταστολής του, λέει μία ακτιβίστρια των Ουιγούρων και συγγραφέας, η οποία καλεί την καναδική κυβέρνηση να αντιμετωπίσει τη διεθνική καταστολή που εφαρμόζει το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ).

Η Ρουσάν Αμπάς είναι πρόεδρος της αμερικανικής οργάνωσης Campaign for Uyghurs και συγγραφέας του βιβλίου «Unbroken: One Uyghur’s Fight for Freedom». Σε συνέντευξή της στην εφημερίδα The Epoch Times στις 6 Μαΐου, είπε ότι το βιβλίο της δεν αποτελεί απλώς την προσωπική της ιστορία, αλλά και ένα παράθυρο στο πώς η διεθνής κοινότητα επηρεάζεται από το «αυταρχικό εγχειρίδιο δράσης» του ΚΚΚ.

Μιλώντας σε εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου στην Οττάβα στις 22 Απριλίου, για την καναδική έκδοση του «Unbroken», η Αμπάς είπε ότι αρνείται να σιωπήσει για την καταστολή του ΚΚΚ, σημειώνοντας πως ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης ενός νταή είναι να του αντισταθεί κανείς και να αναλάβει δράση. Πρόσθεσε ότι η σιωπή αποτελεί το «οξυγόνο» του δικτάτορα και ότι δεν θα πρέπει να του παρέχεται αυτό το οξυγόνο.

Σημείωσε επίσης ότι το βιβλίο της λειτουργεί ως προειδοποίηση προς τον κόσμο σχετικά με το πώς η καταστολή του ΚΚΚ μπορεί να επηρεάσει τις ζωές των ανθρώπων στο εξωτερικό. Στο βιβλίο της περιγράφει την εξαφάνιση της αδελφής της, μετά από την πρώτη δημόσια ομιλία που έδωσε η ίδια το 2018 για τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το ΚΚΚ στην Κίνα. Η αδελφή της, συνταξιούχος γιατρός στην Κίνα, απήχθη και φυλακίστηκε έξι ημέρες μετά την ομιλία της.

Κέντρο κράτησης στο Σιντζιάνγκ. Κίνα, 19 Ιουλίου 2023. (Pedro Pardo/AFP μέσω Getty Images)

 

Η Αμπάς ανέφερε ότι αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα της διεθνικής καταστολής από το ΚΚΚ. Πρόσθεσε ότι, για τη διασπορά των Ουιγούρων, η ελευθερία της έκφρασης δεν αποτελεί κατοχυρωμένο δικαίωμα, καθώς το ΚΚΚ εκμεταλλεύεται τους οικογενειακούς δεσμούς, απειλώντας τους συγγενείς όσων διαμαρτύρονται και μιλούν ανοικτά στο εξωτερικό.

Ο γερουσιαστής Λεωνίδας Χουσάκος, επικεφαλής των Συντηρητικών στη Γερουσία, μίλησε επίσης στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου, λέγοντας ότι το «Unbroken» υπενθυμίζει πως τα αυταρχικά καθεστώτα «φοβούνται τις φωνές εκείνων που τολμούν να μιλήσουν». Ο Χουσάκος είπε ότι το βιβλίο αναγκάζει τον αναγνώστη να αναρωτηθεί πόσα είναι διατεθειμένος να ανεχθεί «στο όνομα της άνεσης, των οικονομικών συμφερόντων και της σιωπής», διότι η ουδετερότητα απέναντι στην καταπίεση δεν είναι πραγματικά ουδετερότητα.

Μιλώντας επίσης στην παρουσίαση του βιβλίου, ο βουλευτής των Φιλελευθέρων Σαμίρ Ζουμπέρι είπε ότι δεν έχει πρόβλημα με τον τρόπο που οι χώρες επιλέγουν να κυβερνώνται, αλλά αντιδρά όταν χώρες «επιβάλλουν καταπίεση» στους ίδιους τους πολίτες τους ή και σε άλλους πέρα από τα σύνορά τους. Σημείωσε ότι οι Καναδοί πρέπει να συνεχίσουν να μιλούν ανοιχτά κατά της διεθνικής καταστολής, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι αυτό μπορεί να είναι δύσκολο «για διάφορους λόγους».

Το βιβλίο «Unbroken: One Uyghur’s Fight for Freedom» της Ρουσάν Αμπάς, που κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο Optimum International.

 

Έκκληση για δράση

Η Αμπάς δήλωσε στην Epoch Times ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να λάβουν «αποφασιστικά μέτρα» απέναντι στη διεθνική καταστολή από το κινεζικό καθεστώς. Ανέφερε ότι τα μέτρα αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνουν τη θέσπιση επίσημου ορισμού για τη διεθνική καταστολή, τη δημιουργία σαφών διαύλων αναφοράς περιστατικών και την επιβολή κυρώσεων ώστε όσοι ευθύνονται να μην μπορούν να συνεχίζουν να δρουν χωρίς συνέπειες.

Πρόσθεσε επίσης ότι οι χώρες πρέπει να διασφαλίζουν πως οι πρόσφυγες «προστατεύονται από την απέλαση στην ίδια τη χώρα από την οποία διέφυγαν», απορρίπτοντας αιτήματα έκδοσης από το Πεκίνο και κλείνοντας κινεζικά υπερπόντια αστυνομικά τμήματα που λειτουργούν σε δημοκρατικό έδαφος. Η Αμπάς είπε ότι οι σταθμοί αυτοί δεν είναι διπλωματικά φυλάκια, αλλά δίκτυα παρακολούθησης σχεδιασμένα για να επιτηρούν, να εκφοβίζουν και να φιμώνουν κοινότητες της διασποράς που εγκατέλειψαν τις πατρίδες τους αναζητώντας ασφάλεια σε ελεύθερες χώρες.

Έκθεση της Βουλής των Κοινοτήτων που δημοσιεύθηκε το 2023 ανέφερε ότι «τουλάχιστον πέντε» παράνομα αστυνομικά τμήματα λειτουργούσαν κρυφά στον Καναδά. Έκθεση του 2022 από τη μη κυβερνητική οργάνωση Safeguard Defenders με έδρα την Ισπανία ανέφερε ότι οι μυστικές αστυνομικές επιχειρήσεις στοχεύουν πρόσωπα που καταζητούνται από το κινεζικό καθεστώς, συμπεριλαμβανομένων διαφωνούντων και ακτιβιστών για τη δημοκρατία, «παρακάμπτοντας την επίσημη διμερή αστυνομική και δικαστική συνεργασία».

Η Καναδική Υπηρεσία Πληροφοριών Ασφαλείας έχει επίσης επιβεβαιώσει ότι οι σταθμοί αυτοί χρησιμοποιούνται εν μέρει για τη συλλογή πληροφοριών και την παρακολούθηση Κινέζων αντιφρονούντων που ζουν στον Καναδά, στο πλαίσιο μιας «ευρύτερης διεθνικής εκστρατείας κατά της διαφθοράς, καταστολής και επαναπατρισμού».

Σύμφωνα με την Αμπάς, οι κυβερνήσεις πρέπει να ζητήσουν λογοδοσία από την Κίνα για τη γενοκτονία των Ουιγούρων και να προστατεύσουν τους πολίτες και την ασφάλειά τους,  και να εφαρμόσουν πολιτικές που να θεωρούν δεδομένο πως όλα τα προϊόντα από την περιοχή των Ουιγούρων έχουν παραχθεί με καταναγκαστική εργασία, παρόμοιες με τον αμερικανικό νόμο Uyghur Forced Labour Prevention Act.

Ο Ντολκούν Ίσα, πρόεδρος του World Uyghur Congress, μπροστά σε έκθεση φωτογραφιών Ουιγούρων με δεκάδες αγνοούμενους ή φερόμενους ως κρατούμενους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης που διαχειρίζεται το ΚΚΚ στο Σιντζιάνγκ, έξω από τα Ηνωμένα Έθνη. Γενεύη, 16 Σεπτεμβρίου 2021. (Denis Balibouse/Reuters)

 

Αν και η καναδική κυβέρνηση έχει αναγνωρίσει την ύπαρξη καταναγκαστικής εργασίας στην Κίνα, η καναδική νομοθεσία δεν επιτρέπει στους συνοριοφύλακες να μπλοκάρουν με συνοπτικές διαδικασίες προϊόντα από περιοχές γνωστές για τέτοιες πρακτικές. Αντίθετα, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να αξιολογούν τα εισαγόμενα προϊόντα, «εκτός εάν αποδειχθεί το αντίθετο», και να λαμβάνουν αποφάσεις κατά περίπτωση και ανά αποστολή.

Η Αμπάς τονίζει ότι στους κυβερνητικούς αξιωματούχους πρέπει να υπενθυμίζεται διαρκώς πως η επιχειρηματική συνεργασία με την Κίνα «ενέχει κινδύνους για την εθνική κυριαρχία, την ασφάλεια και την οικονομική ανταγωνιστικότητα», καθώς το ΚΚΚ χρησιμοποιεί εμπορικές συμφωνίες και επενδύσεις για να «επεκτείνει την επιρροή του σε θεσμούς, αλυσίδες εφοδιασμού και ακόμη και σε δημοκρατικές διαδικασίες».

Όπως είπε, έγραψε το «Unbroken» επειδή τα δεδομένα και οι εκθέσεις δεν αποτυπώνουν πλήρως τις επιπτώσεις του ζητήματος. Τα στατιστικά στοιχεία από μόνα τους δεν αποτυπώνουν τη γενοκτονία των Ουιγούρων ούτε το συναίσθημα της απώλειας της αδελφής της επειδή επέλεξε να μιλήσει δημόσια.

Είπε επίσης ότι το βιβλίο της αποτελεί μία προσπάθεια να γεφυρωθεί η απόσταση που έχει η καναδική κοινωνία από την πραγματικότητα της γενοκτονίας των Ουιγοόυρων, η οποία συχνά μοιάζει μακρινή και αφηρημένη για πολλούς ανθρώπους. Το «Unbroken» δείχνει πως η καταστολή δεν περιορίζεται μόνο σε όσους ζουν στην Κίνα, αλλά φτάνει μέχρι τις ελευθερίες που θεωρούν πολύτιμες οι Καναδοί, μέσω «των προϊόντων που αγοράζουμε, των εφαρμογών που χρησιμοποιούμε, των παιχνιδιών που συλλέγουν τα παιδιά μας και ακόμη και μέσω των κυβερνήσεών μας».

Πρόσθεσε επίσης ότι ελπίζει πώς το βιβλίο της θα διαπεράσει το αφήγημα του ΚΚΚ, μετατοπίζοντας την κοινή γνώμη προς μια σαφέστερη αναγνώριση των φιλοδοξιών του καθεστώτος και της  απειλής που αυτό συνιστά, προειδοποιώντας ότι η αδιαφορία απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα θα μπορούσε να «παραδώσει τα ηνία στο Πεκίνο».

Της Olivia Gomm

Η Παραγουάη ενισχύει τους δεσμούς με την Ταϊβάν παρά τις πιέσεις του Πεκίνου

Ο πρόεδρος της Παραγουάης Σαντιάγο Πένια τάχθηκε υπέρ της δημοκρατικής αλληλεγγύης στην Ταϊβάν, στις 7 Μαΐου, αμφισβητώντας ευθέως τη διευρυνόμενη επιρροή της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΛΔΚ) στο δυτικό ημισφαίριο. Είχε προηγηθεί, την ίδια μέρα, δήλωση του εκπροσώπου του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών Λιν Τζιαν, ο οποίος ανέφερε ότι η Παραγουάη θα πρέπει να «σταθεί στη σωστή πλευρά της ιστορίας» και να «διακόψει τις λεγόμενες διπλωματικές σχέσεις με τις αρχές της Ταϊβάν».

Ο Πένια αντέδρασε ενισχύοντας αυτό που χαρακτήρισε «συνεργασία θεμελιωμένη σε αρχές» με την Ταϊπέι — μια συνεργασία που αποτελεί θεμελιώδες στήριγμα για την οικονομική ανεξαρτησία και τη σταθερότητα της περιοχής — αναφερόμενος «στα στέρεα θεμέλια της δημοκρατίας, της ελευθερίας, της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και της αξιοπρέπειας της σκληρής εργασίας». Σύμφωνα με το Central News Agency (CNA) της Ταϊβάν, ο Πένια περιέγραψε τον εαυτό του ως ένθερμο υποστηρικτή της Ταϊβάν, υποστηρίζοντας ότι είναι παράλογο μια χώρα 23 εκατομμυρίων ανθρώπων, με δικό της στρατό και δημοκρατικές εκλογές, να στερείται διεθνούς αναγνώρισης.

Ο Πένια, οικονομολόγος στο επάγγελμα, απέρριψε ρητά την άποψη ότι η Παραγουάη πρέπει να υποκύψει στην πίεση της κινεζικής αγοράς για να ευημερήσει. Σημείωσε ότι, παρότι η Κίνα διαθέτει 1,4 δισεκατομμύρια κατοίκους, υπάρχουν «άλλα 6,6 δισεκατομμύρια άνθρωποι» στον κόσμο, με τους οποίους μπορεί να αναπτυχθεί εμπόριο.

Σύμφωνα με το CNA, ο Πένια δήλωσε ότι αντί για επενδύσεις στις σχέσεις με την Κίνα, είναι προτιμότερο να ακολουθηθεί το «μοντέλο της Ταϊβάν», επικαλούμενος τη δυσαρέσκεια άλλων χωρών της Λατινικής Αμερικής, των οποίων οι αγροτικοί τομείς έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με άνισους όρους διαπραγμάτευσης στις συναλλαγές με το Πεκίνο. Αναφέρθηκε στο Πολυτεχνείο Ταϊβάν-Παραγουάης χαρακτηρίζοντάς το «στρατηγική επένδυση» με στόχο τη μετάβαση της χώρας του προς την προηγμένη μεταποίηση και την καθαρή ενέργεια. Παράλληλα, αναφέρθηκε σε πρόσφατα περιστατικά κατά τα οποία το Πεκίνο φέρεται να άσκησε πιέσεις σε τρίτες χώρες ώστε να εμποδίσουν την παροχή αδειών πτήσης σε Ταϊβανούς αξιωματούχους, χαρακτηρίζοντας τέτοιες ενέργειες «κινεζική απειλή» και κίνδυνο που συνδέεται με το να είναι κανείς μια επιτυχημένη και κυρίαρχη δημοκρατία.

Η επίσκεψη πραγματοποιείται σε μια περίοδο αυξημένης έντασης, με το Πεκίνο να αποστέλλει σχεδόν καθημερινά πολεμικά αεροσκάφη και πλοία προς το νησί.

Ο Πένια άφησε να εννοηθεί ότι η στάση του ενισχύεται από τη στήριξη της Δύσης, δηλώνοντας, σύμφωνα με το CNA, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εκφράσει ξεκάθαρα ότι θα προστατεύσουν τις χώρες που διατηρούν σχέσεις με την Ταϊβάν.

Κατά τη σύντομη παραμονή του στο Λος Άντζελες, ο Πένια συναντήθηκε επίσης με τον Νάσρι Ασφούρα, ο οποίος ορκίστηκε πρόεδρος της Ονδούρας στις 27 Ιανουαρίου 2026. Ο Πένια προέτρεψε τον νέο πρόεδρο να εξετάσει τα οφέλη της συνεργασίας με την Ταϊβάν. Η Ονδούρα είχε διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις της με την Ταϊβάν το 2023, ανακοινώνοντας ότι αναγνωρίζει την ύπαρξη μόνο μίας Κίνας.

Του Arthur Zhang

Προειδοποίηση Τραμπ προς την ΕΕ για υψηλότερους δασμούς

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε την Πέμπτη ότι προειδοποίησε την Ευρωπαϊκή Ένωση πως πρέπει να τηρήσει όσα προβλέπει η εμπορική συμφωνία που έκλεισαν μεταξύ τους στη Σκωτία, διαφορετικά οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιβάλουν σημαντικά υψηλότερους δασμούς.

Σε ανάρτησή του στο Truth Social, ο Τραμπ ανέφερε ότι είχε συνομιλία με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, κατά την οποία συζητήθηκαν τόσο το εμπόριο όσο και οι πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν. Ο Τραμπ έγραψε ότι υπήρξε πλήρης συμφωνία πως το Ιράν δεν πρέπει ποτέ να αποκτήσει πυρηνικό όπλο και ότι ένα καθεστώς που σκοτώνει τον ίδιο του τον λαό δεν μπορεί να ελέγχει μια βόμβα ικανή να σκοτώσει εκατομμύρια ανθρώπους.

Στη συνέχεια αναφέρθηκε στο εμπόριο, λέγοντας ότι περίμενε υπομονετικά ώστε η Ευρωπαϊκή Ένωση να εκπληρώσει τις δικές της δεσμεύσεις στο πλαίσιο αυτού που χαρακτήρισε «ιστορική εμπορική συμφωνία», η οποία συμφωνήθηκε στο Τέρνμπερυ της Σκωτίας και η οποία προβλέπει τη μείωση έως και κατάργηση των ευρωπαϊκών δασμών στα αμερικανικά προϊόντα. Όπως σημείωσε, έδωσε προθεσμία έως τις 4 Ιουλίου — την 250ή επέτειο της αμερικανικής ανεξαρτησίας — για να υπάρξει συμμόρφωση, προειδοποιώντας ότι, εάν η ΕΕ δεν τηρήσει την προθεσμία, οι δασμοί θα «εκτοξευθούν άμεσα σε πολύ υψηλότερα επίπεδα».

Η φον ντερ Λάιεν ανέφερε σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα X πως η συνομιλία με τον Τραμπ ήταν καλή και πως συμφώνησε μαζί του στο ζήτημα των πυρηνικών του Ιράν, σχολιάζοντας ότι τα πρόσφατα γεγονότα κατέδειξαν ξεκάθαρα ότι τους κινδύνους για τη σταθερότητα της περιοχής και την παγκόσμια ασφάλεια. Αναφορικά με την εμπορική συμφωνία μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ, σημείωσε ότι οι δύο πλευρές παραμένουν δεσμευμένες για την εφαρμογή της, και ότι υπάρχει πρόοδος ως προς την προβλεπόμενη μείωση των δασμών στις αρχές Ιουλίου.

Τον Νοέμβριο του 2025, ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι οι δασμοί θα απέφεραν τρισεκατομμύρια δολάρια και ότι τα έσοδα αυτά θα χρησιμοποιούνταν για την αποπληρωμή του αμερικανικού χρέους. Είχε επίσης αναφέρει τότε ότι οι δασμοί θα μπορούσαν ενδεχομένως να δημιουργήσουν μέρισμα 2.000 δολαρίων για κάθε Αμερικανό πολίτη. Οι δασμοί και ορισμένοι άλλοι ειδικοί φόροι κατανάλωσης έχουν αποφέρει φέτος έσοδα ύψους 110 δισεκατομμυρίων δολαρίων έως τις 6 Μαΐου, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Bipartisan Policy Center.

Ο Τραμπ έχει χρησιμοποιήσει επανειλημμένα τους δασμούς ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής για την αντιμετώπιση εμπορικών ανισορροπιών, της μετανάστευσης, της διακίνησης ναρκωτικών — συμπεριλαμβανομένης της φαιντανύλης — καθώς και άλλων πολιτικών διαφορών. Σύμφωνα με τον εμπορικό αντιπρόσωπο των ΗΠΑ Τζέιμσον Γκρηρ, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε προτείνει και την επιβολή δασμού 25% στις εισαγωγές αυτοκινήτων από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο Γκρηρ δήλωσε στις 4 Μαΐου ότι είχε συνομιλίες το προηγούμενο σαββατοκύριακο με Ευρωπαίους και Γερμανούς εμπορικούς αξιωματούχους, προκειμένου να εξηγήσει τη θέση της αμερικανικής κυβέρνησης και να συζητήσει ανησυχίες σχετικά με τη συμμόρφωση με την περσινή εμπορική συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και ΕΕ.

Ο Τραμπ ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα το υψηλότερο ποσοστό δασμών, κατηγορώντας την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι δεν τήρησε ορισμένα σημεία της συμφωνίας του 2025 και η οποία περιόριζε τους περισσότερους δασμούς στο 15%. Ο πρόεδρος διευκρίνισε ότι οι αυξημένοι δασμοί θα αφορούν εισαγόμενα αυτοκίνητα και φορτηγά, αλλά όχι οχήματα που κατασκευάζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ευρωπαίοι αξιωματούχοι απέρριψαν τις κατηγορίες και προειδοποίησαν ότι η ΕΕ θα μπορούσε να απαντήσει εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες παραβιάσουν την εμπορική συμφωνία.

Τον Φεβρουάριο, το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών ακύρωσε τη χρήση των παγκόσμιων δασμών του Τραμπ, οι οποίοι είχαν επιβληθεί πέρυσι βάσει του Νόμου περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης. Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν επηρέασε δασμούς που είχαν επιβληθεί βάσει άλλων νομοθετικών διατάξεων.

Του Tom Gantert