Η αναδιαμόρφωση του σκηνικού στη Μέση Ανατολή άρχισε τον Μάιο του περασμένου έτους, όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επισκέφθηκε τρία κράτη του Κόλπου, εξασφαλίζοντας συμφωνίες εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων και επαναπροσδιορίζοντας τις σχέσεις με την περιοχή.
Ο ειδικός σε θέματα Κίνας και συγγραφέας του βιβλίου «Plan Red: China’s Project to Destroy America», Γκόρντον Τσανγκ, δήλωσε στην εκπομπή «American Thought Leaders» της EpochTV, η οποία προβλήθηκε στις 2 Μαρτίου, ότι η θριαμβευτική περιοδεία του Τραμπ στη Μέση Ανατολή και στα τρία κράτη του Κόλπου ουσιαστικά απώθησε την Κίνα και τη Ρωσία από την περιοχή. Έκτοτε παρατηρείται περαιτέρω μείωση της ρωσικής και κινεζικής επιρροής, εξέλιξη που κορυφώθηκε με το πλήγμα κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου.
Σύμφωνα με τον Τσανγκ, τα πλήγματα των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ στο Ιράν ανέδειξαν τα όρια της ισχύος της Κίνας και, όπως και η αμερικανική επιχείρηση στη Βενεζουέλα, περιόρισαν την παγκόσμια ισχύ του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) χωρίς άμεση αντιπαράθεση με το Πεκίνο.
Ο Τσανγκ υποστήριξε ότι οι πρόσφατες ενέργειες του Τραμπ αποτελούν μήνυμα ισχύος προς το ΚΚΚ και ότι αυτό είναι κάτι που πρέπει να λάβουν υπ’ όψιν και οι Αμερικανοί, διότι συχνά υποτιμούν τη δική τους δύναμη. Όπως είπε, υπάρχουν πολλοί στις Ηνωμένες Πολιτείες που φοβούνται ότι η Κίνα θα κυριαρχήσει, αλλά εκτίμησε ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ούτε στον χαρακτήρα της αμερικανικής κοινωνίας.
Πόλεμοι μέσω τρίτων
Ο Τσανγκ δήλωσε ότι η Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας του Τραμπ — η οποία αναφέρει ελάχιστα την Κίνα άμεσα, αλλά επισημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επιτρέψουν σε εχθρικές δυνάμεις να περιορίσουν την ικανότητά τους να κινούνται και να εμπορεύονται ελεύθερα, όπως στη Νότια Σινική Θάλασσα — δείχνει ότι η Κίνα βρίσκεται στο επίκεντρο της σκέψης του Αμερικανού προέδρου.
Εκτίμησε ότι ο Τραμπ στρέφεται εναντίον των κινεζικών αρχών με έμμεσο τρόπο, επιχειρώντας να περιορίσει τις πηγές στήριξης του Πεκίνου. Ως παράδειγμα ανέφερε τις επιχειρήσεις στη Βενεζουέλα και στο Ιράν που στοχεύουν να τερματίσουν την πρόσβαση της Κίνας σε φθηνό πετρέλαιο, από το οποίο έχει καταστεί εξαρτημένη.
Η Κίνα αποτελεί μακράν τον μεγαλύτερο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου, το οποίο υπόκειται σε κυρώσεις και έτσι διατίθεται στο Πεκίνο σε μειωμένη τιμή, ενώ και το πετρέλαιο της Βενεζουέλας αγοραζόταν επίσης από την Κίνα σε σημαντικά χαμηλότερο κόστος. Η αλλαγή της ηγεσίας στις δύο αυτές χώρες περιορίζει επίσης την ικανότητα του Πεκίνου να επεκτείνει την επιρροή του και να προβάλλει ισχύ στις περιοχές αυτές.
Σημείωσε επίσης ότι το πετρέλαιο της Βενεζουέλας αποτελεί ζωτικής σημασίας στήριγμα και για την Κούβα, όπου η Κίνα διαθέτει στρατιωτική παρουσία, και ανέφερε ότι ο Τραμπ επαναπροσδιόρισε τις σχέσεις με τον Παναμά, γεγονός που οδήγησε στην απομάκρυνση της κινεζικής επιρροής από τη Διώρυγα του Παναμά.
Ο Τσανγκ σχολίασε ότι αυτές οι εξελίξεις δείχνουν πως η ελευθερία προχωρά μπροστά.
Παράλληλα υποστήριξε ότι η μέχρι στιγμής αντίδραση του Πεκίνου — η οποία περιορίζεται κυρίως σε δηλώσεις — ενισχύει την άποψη ότι η Κίνα δεν είναι υπερδύναμη. Όπως είπε, το Πεκίνο επικρίνει συχνά τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά όταν η Ουάσιγκτον αποφασίζει να ενεργήσει, η Κίνα δεν μπορεί να την εμποδίσει, γεγονός που αποκαλύπτει τα όρια της κινεζικής ισχύος.
Αν και ορισμένες αναφορές υποστηρίζουν ότι το Πεκίνο σκοπεύει να αξιοποιήσει την αστάθεια στη Μέση Ανατολή για να αποσπάσει την προσοχή των Ηνωμένων Πολιτειών από τον Ινδο-Ειρηνικό, ο Τσανγκ εκτίμησε ότι αποφασιστικές ενέργειες στη Μέση Ανατολή μπορούν να πλήξουν την Κίνα σε καίρια σημεία. Θεωρεί επίσης ότι παρόμοια σημασία έχει και η περίπτωση της Ουκρανίας.
Οι Κινέζοι αντιμετωπίζουν τον πόλεμο στην Ουκρανία ως πρότυπο για το μέλλον, ενώ στην Ταϊβάν υπάρχει η αίσθηση ότι το μέλλον της γράφεται στα πεδία των μαχών της Ουκρανίας. Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιτρέψουν στη Ρωσία να διατηρήσει εδάφη που κατέλαβε μέσω επιθετικών ενεργειών, τότε η Κίνα μπορεί να θεωρήσει ότι μπορεί να πράξει το ίδιο, επιχειρώντας ενδεχομένως να καταλάβει την Ταϊβάν ή τμήματα της Ιαπωνίας ή των Φιλιππίνων, με την πεποίθηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποδεχθούν μια τέτοια ενέργεια.
Τόνισε ακόμη ότι οι εξελίξεις σε μία περιοχή του κόσμου επηρεάζουν αναπόφευκτα και άλλες περιοχές και δεν μπορούν να θεωρηθούν απομονωμένες. Για τον λόγο αυτό, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να επικρατήσει η πλευρά που επιδιώκει να μετατραπεί το Ιράν σε μια ελεύθερη κοινωνία, διότι κάτι τέτοιο θα έφερνε την Κίνα σε πολύ δύσκολη θέση.
Το Ιράν δεν είναι Ιράκ
Ο Τσανγκ παρατήρησε ότι ο Τραμπ είχε εκλεγεί υποσχόμενος να μην εμπλακούν οι Ηνωμένες Πολιτείες σε νέους πολέμους στο εξωτερικό και ότι είναι κατανοητό που πολλοί Αμερικανοί αιφνιδιάστηκαν ή δεν υποστήριξαν πλήρως το πλήγμα στο Ιράν. Ωστόσο, εκτίμησε ότι η τρέχουσα επιχείρηση δεν θα εξελιχθεί σε παρατεταμένη σύγκρουση όπως στο παρελθόν και ότι τελικά θα σώσει περισσότερες ζωές.
Σύμφωνα με τον Τσανγκ, δεν θα υπάρξει ειρήνη στη Μέση Ανατολή ούτε ευρύτερα στον κόσμο όσο παραμένει στην εξουσία το συγκεκριμένο καθεστώς, το οποίο έχει δηλώσει ότι θεωρεί τις Ηνωμένες Πολιτείες εχθρό. Αναφέρθηκε μάλιστα σε σχόλια που είχε κάνει ο πρόεδρος του Ιράν τον Δεκέμβριο του 2025, σύμφωνα με τα οποία η Τεχεράνη βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ακόμη, επεσήμανε τη χρηματοδότηση τρομοκρατικών ενεργειών από το ιρανικό καθεστώς, καθώς και μια κυβερνοεπίθεση που συνδέθηκε με το Ιράν σε σύστημα ύδρευσης της Πενσυλβάνια το 2023.
Ο Τσανγκ υποστήριξε ότι το ιρανικό καθεστώς πρέπει να απομακρυνθεί από την εξουσία, καθώς διαθέτει πρόγραμμα πυρηνικών όπλων και βαλλιστικούς πυραύλους και αποτελεί κίνδυνο για τη διεθνή κοινότητα. Εκτίμησε επίσης ότι είναι απαράδεκτο να συνεχίζεται η λεκτική καταδίκη του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν χωρίς να συνοδεύεται από δράση, την ώρα που το καθεστώς εκτελεί δεκάδες χιλιάδες δικούς του πολίτες.
Αναφερόμενος στον Αλεξί ντε Τοκβίλ (Alexis de Tocqueville, 1805–1859), είπε ότι η ιστορία έχει δείξει πως οι δημοκρατίες συχνά καθυστερούν να εμπλακούν σε πολέμους και ότι αυτό τελικά παρατείνει τις συγκρούσεις.
Ως παράδειγμα θύμισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αγνόησαν τον Οσάμα μπιν Λάντεν ακόμη και μετά την επίθεση στη Βόρεια Πτέρυγα του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου τον Φεβρουάριο του 1993, η οποία κόστισε τη ζωή σε έξι Αμερικανούς. Η απειλή δεν αντιμετωπίστηκε μέχρι τη στιγμή που πραγματοποιήθηκαν οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, με αποτέλεσμα τον θάνατο 2.977 ανθρώπων, οπότε και τέθηκε το ερώτημα πώς είχε συμβεί κάτι τέτοιο.
Υπενθύμισε επίσης ότι το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία είχαν ενεργήσει με παρόμοια διστακτικότητα όταν το Τρίτο Ράιχ άρχισε να επανεξοπλίζεται. Κατά την εκτίμησή του, αν είχαν αντιδράσει νωρίτερα, ίσως να είχαν αποφευχθεί ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και εκατομμύρια θάνατοι.
Ο Τσανγκ υποστήριξε ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα οι δυτικές χώρες λειτουργούσαν όπως τότε η Βρετανία και η Γαλλία, μέχρι τη στιγμή που ο πρόεδρος Τραμπ αποφάσισε ότι δεν θα επέτρεπε πλέον τη συσσώρευση τέτοιων απειλών. Οι ενέργειες του Τραμπ ανατρέπουν δεκαετίες πολιτικής βασισμένης στη θεωρία της «διαχειριζόμενης παρακμής», σύμφωνα με την οποία τα αυταρχικά καθεστώτα περιορίζονται αντί να επιδιώκεται η αποκατάσταση της ελευθερίας.
Όσον αφορά τη διάρκεια των επιχειρήσεων στο Ιράν, ο Τσανγκ ανέφερε στοιχεία που υποδεικνύουν ότι δεν θα εξελιχθεί σε μακροχρόνια εμπλοκή, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να προσφέρουν ενδεχομένως και επιχειρηματικές ευκαιρίες στο μέλλον, όχι μόνο βοήθεια. Υπενθύμισε ακόμη ότι ο Τραμπ δήλωσε ότι οι επιθέσεις θα διαρκέσουν τέσσερις έως πέντε εβδομάδες και ότι ήδη προχωρούν ταχύτερα από το αρχικό χρονοδιάγραμμα.
Η κυβέρνηση Τραμπ, σημείωσε ο Τσανγκ, αναγνωρίζει ότι το Ιράν δεν είναι Ιράκ. Το Ιράν διαθέτει ιστορική παράδοση, η οποία διακόπηκε για 47 χρόνια από το θεοκρατικό καθεστώς, αλλά εκτιμά ότι ο ιρανικός λαός θα καταφέρει να επαναφέρει τη χώρα στη σωστή πορεία. Επεσήμανε επίσης ότι πολλοί Ιρανοί έχουν εκφράσει την επιθυμία τους για ελευθερία, κάτι που δείχνει ότι το Ιράν μπορεί να λειτουργήσει διαφορετικά στο μέλλον.
Ο αναλυτής καλεί όλους τους Αμερικανούς — Ρεπουμπλικανούς, Δημοκρατικούς και ανεξάρτητους — να στηρίξουν τον πρόεδρο και τη χώρα τους, τονίζοντας ότι πρόκειται για μια σύγκρουση που θα καθορίσει τη ζωή της σημερινής γενιάς και ότι πρέπει να αναγνωριστεί η σημασία της. Αν και εκτιμά ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν μια πολύ ισχυρότερη κοινωνία από την Κίνα, προειδοποιεί ότι μια χώρα μπορεί να χαθεί εάν δεν υπερασπιστεί τον εαυτό της με την απαραίτητη αποφασιστικότητα και ένταση.
Ο Τσανγκ επεσήμανε ακόμη ότι πρόκειται για μια κρίσιμη στιγμή, καθώς το κινεζικό καθεστώς θα μπορούσε, για εσωτερικούς λόγους που δεν είναι σαφείς στη Δύση, να αντιδράσει επιθετικά. Επικαλέστηκε μάλιστα μια φράση του Βλαντίμιρ Λένιν, σύμφωνα με την οποία επί δεκαετίες δεν συμβαίνει τίποτα και μέσα σε λίγες εβδομάδες συμβαίνουν γεγονότα που ισοδυναμούν με δεκαετίες. Οι εβδομάδες που διανύουμε είναι από αυτές και, για τον λόγο αυτό, απαιτείται διαρκής επαγρύπνηση.


