Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ συμφώνησε σε κατάπαυση του πυρός διάρκειας δύο εβδομάδων με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν στις 7 Απριλίου. Η συμφωνία επιτεύχθηκε μόλις λίγες ώρες πριν από την προθεσμία που είχε θέσει προς την Τεχεράνη, προκειμένου να αποδεχθεί όρους ή να αντιμετωπίσει πλήγματα σε βασικές υποδομές, όπως γέφυρες και ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς. Ωστόσο, γεγονότα που προηγήθηκαν καταδεικνύουν ότι οι ιρανικές αρχές έθεσαν σε κίνδυνο αμάχους, σύμφωνα με αναλυτές και υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
«Ανθρώπινες αλυσίδες»
Στις 6 Απριλίου, μία ημέρα πριν από την προθεσμία, Ιρανοί αξιωματούχοι και στρατιωτικά στελέχη κάλεσαν πολίτες να συγκεντρωθούν γύρω από ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες και ευαίσθητες υποδομές. Το κάλεσμα περιελάμβανε και παιδιά και εφήβους. Στόχος ήταν η δημιουργία «ανθρώπινων αλυσίδων», γεγονός που θα αύξανε το κόστος σε ανθρώπινες απώλειες σε οποιαδήποτε αμερικανική ή ισραηλινή επίθεση.
Οι αξιωματούχοι έδωσαν συγκεκριμένες οδηγίες. Στις 6 Απριλίου, ο Αλιρεζά Ραχίμι, ανώτερο κυβερνητικό στέλεχος, προέτρεψε τους πολίτες να συγκεντρωθούν γύρω από εγκαταστάσεις ηλεκτρικής ενέργειας σε συγκεκριμένη ώρα. Παράλληλα, ο Χοσεΐν Γεκτά, διοικητής των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), μιλώντας στην κρατική τηλεόραση, απευθύνθηκε ευθέως στους γονείς και τους ενθάρρυνε να στείλουν τα παιδιά τους σε ευαίσθητες τοποθεσίες. Η συμμετοχή αποτελεί μορφή ωρίμανσης και ανθεκτικότητας, είπε, χρησιμοποιώντας διατυπώσεις που υποδήλωναν ότι τα παιδιά θα έπρεπε να σταλούν σε σημεία ελέγχου για να «γίνουν άνδρες».
Ο Μπιτζάν Κιαν, αναλυτής ασφαλείας, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times στις 8 Απριλίου ότι η εικόνα εθελοντικής συμμετοχής του κοινού δεν ανταποκρίνεται σε όσα συμβαίνουν στην πράξη. Υποστήριξε ότι όσοι στέκονται εκεί μαζί με τα παιδιά τους δεν το κάνουν οικειοθελώς, αλλά υπό πίεση, επισημαίνοντας ότι εάν δεν εμφανιστούν κινδυνεύουν να χάσουν τη δουλειά τους ή να αντιμετωπίσουν συνέπειες. Περιέγραψε την κινητοποίηση ως «σκηνοθετημένη παράσταση», αναφέροντας ότι οι αρχές βασίζονται σε πιέσεις και εκφοβισμό για να προβάλλουν μια εικόνα λαϊκής υποστήριξης. Τόνισε ότι η Ισλαμική Δημοκρατία μπορεί πάντοτε να κατεβάζει κάποιους ανθρώπους στους δρόμους μέσω απειλών, ώστε να δημιουργεί την εντύπωση ευρείας αποδοχής.
Πηγές εντός του Ιράν, οι οποίες ζήτησαν να διατηρηθεί η ανωνυμία τους φοβούμενες αντίποινα, ανέφεραν στην Epoch Times ότι σε περιόδους πολέμου ορισμένοι πολίτες ενθαρρύνονταν να συμμετάσχουν σε φιλοκυβερνητικές συγκεντρώσεις με αντάλλαγμα μικρά χρηματικά ποσά, που φέρονται να φτάνουν ακόμη και τα 2 δολάρια ανά βράδυ.
Ο Κιαν ανέφερε επίσης ότι οι πραγματικοί Ιρανοί πολίτες είναι εκείνοι που βγήκαν στους δρόμους και διαμαρτυρήθηκαν στις αρχές του έτους, δεκάδες χιλιάδες από τους οποίους σκοτώθηκαν, σημειώνοντας ότι στάθηκαν απέναντι σε σφαίρες για να δηλώσουν ότι δεν επιθυμούν αυτό το σύστημα και χαρακτηρίζοντας την κατάσταση ως ένα γελοίο θέατρο που έχει δημιουργήσει το καθεστώς.
Στρατολόγηση παιδιών
Στα τέλη Μαρτίου, οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης ξεκίνησαν εκστρατεία στρατολόγησης παιδιών ακόμη και από την ηλικία των 12 ετών για να υπηρετήσουν ως «υπερασπιστές της πατρίδας».
Σύμφωνα με επίσημες περιγραφές, τα παιδιά αυτά θα μπορούσαν να αναλάβουν καθήκοντα που κυμαίνονται από μαγειρική και ιατρική υποστήριξη έως υπηρεσία σε σημεία ελέγχου, περιπολίες και ακόμη και δραστηριότητες σχετιζόμενες με πληροφορίες. Παρότι πρόκειται για υποστηρικτικούς ρόλους, φέρνουν τα παιδιά κοντά σε στρατιωτικούς στόχους και τα εκθέτουν σε κίνδυνο.
Η οργάνωση Human Rights Watch ανέφερε στις 30 Μαρτίου ότι η στρατολόγηση παιδιών θέτει τις ζωές τους σε σοβαρό κίνδυνο. Επεσήμανε ότι η χρήση παιδιών σε στρατιωτικούς ρόλους, ιδίως σε περίοδο ενεργής σύγκρουσης, συνιστά σοβαρή παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και όταν τα παιδιά είναι κάτω των 15 ετών ενδέχεται να ισοδυναμεί με έγκλημα πολέμου.
Το ιρανικό καθεστώς επί δεκαετίες εντάσσει ανηλίκους στο οργανωμένο δίκτυο της παραστρατιωτικής οργάνωσης Μπασίτζ και, σε παλαιότερες συγκρούσεις όπως ο πόλεμος Ιράν–Ιράκ (1980–1988), μεγάλος αριθμός παιδιών κινητοποιήθηκε, με πολλές απώλειες. Υπάρχουν επίσης τεκμηριωμένα στοιχεία στρατολόγησης ανήλικων Αφγανών μεταναστών, οι οποίοι στάλθηκαν να πολεμήσουν στη Συρία, όπου σκοτώθηκαν ακόμη και δεκατετράχρονοι.
Ο Κιαν υποστήριξε ότι αυτές οι πρακτικές αποκαλύπτουν μια βαθύτερη θεσμική νοοτροπία, εξηγώντας ότι όταν ένα σύστημα φτάνει στο σημείο να εξαρτάται από παιδιά για να διατηρήσει τη λειτουργία του, αυτό καταδεικνύει τόσο αδυναμία όσο και αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή.
Καταστολή της αντιφωνίας
Με πληθυσμό περίπου 93 εκατομμυρίων, το Ιράν κατατάσσεται δεύτερο παγκοσμίως, μετά την Κίνα, στον αριθμό εκτελέσεων που πραγματοποιούνται ετησίως, γεγονός που το καθιστά έναν από τους μεγαλύτερους εκτελεστές διεθνώς.
Η Μάι Σάτο, ειδική εισηγήτρια του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο Ιράν, ανέφερε στις 9 Μαρτίου ότι τουλάχιστον 1.639 άνθρωποι εκτελέστηκαν το 2025 και 975 το 2024. Σημείωσε επίσης ότι μόνο τον Ιανουάριο του 2026 εκτελέστηκαν τουλάχιστον εκατό άνθρωποι.
Από την έναρξη των επιχειρήσεων των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, τουλάχιστον δεκατέσσερις (14) κρατούμενοι έχουν εκτελεστεί για κατηγορίες που σχετίζονται με την πολιτική και την ασφάλεια. Από αυτούς οι επτά είχαν συλληφθεί κατά τη διάρκεια των πανεθνικών διαδηλώσεων και κατηγορήθηκαν ότι έβαλαν φωτιά σε βάση των Μπασίτζ στην περιοχή Σαχρ ε Κοντς της Τεχεράνης.
Η Σάτο ανέφερε ότι οι πρόσφατες εκτελέσεις στο Ιράν αποτελούν μέρος μίας μακροχρόνιας πολιτικής που εφαρμόζει τη θανατική ποινή για την καταστολή της διαφωνίας. Τα ευρέως οριζόμενα «εγκλήματα κατά της ασφάλειας» στην ιρανική νομοθεσία, εξήγησε, επιτρέπουν στις αρχές να ποινικοποιούν σχεδόν κάθε μορφή διαμαρτυρίας και χρησιμοποιούνται συστηματικά για τη φίμωση της αντιπολίτευσης και τον περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης, του συνεταιρίζεσθαι και της ειρηνικής συνάθροισης.
Ο Κιαν επεσήμανε ότι αυτό αντανακλά ένα βαθύ χάσμα μεταξύ κράτους και κοινωνίας, σχολιάζοντας ότι υπάρχει μια θάλασσα αίματος ανάμεσα στον λαό και την Ισλαμική Δημοκρατία και ότι πρόκειται για ανθρώπους των οποίων τα παιδιά έχουν σκοτωθεί.
Διακοπή διαδικτύου
Αυτή την περίοδο, στο Ιράν, για περισσότερες από 38 ημέρες, η σύνδεση του διαδικτύου είναι κομμένη, με μερική συνδεσιμότητα να είναι διαθέσιμη μόνο μέσω δορυφορικών υπηρεσιών ή εργαλείων παράκαμψης.
Οι αξιωματούχοι έχουν αιτιολογήσει τη διακοπή ως αναγκαιότητα σε καιρό πολέμου. Στις 7 Απριλίου, η κυβερνητική εκπρόσωπος Φατεμέχ Μοχατζερανί χαρακτήρισε τη διακοπή του διαδικτύου ως φυσική συνθήκη σε περίοδο πολέμου, υποστηρίζοντας ότι οι συνθήκες του πολέμου απαιτούν διαφορετική αντιμετώπιση και ότι οι δημοσιογράφοι, ως φορείς μετάδοσης μηνυμάτων, διαθέτουν αυτή την πρόσβαση, ενώ είναι φυσικό το ευρύ κοινό να μην έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο υπό τέτοιες συνθήκες.
Ωστόσο, οι δηλώσεις αυτές αφορούσαν δημοσιογράφους που ελέγχονται από το κράτος και εργάζονται σε μέσα ενημέρωσης που ευθυγραμμίζονται με την Ισλαμική Δημοκρατία και τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης, λειτουργώντας ως φερέφωνα του καθεστώτος.
Χωρίς αξιόπιστη πρόσβαση στο διαδίκτυο, πολλοί Ιρανοί δεν έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν προειδοποιήσεις έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένων ειδοποιήσεων εκκένωσης που φέρεται να εκδόθηκαν από το Ισραήλ σε ορισμένες περιοχές. Άλλοι δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν με τα μέλη των οικογενειών τους ή να επιβεβαιώσουν ότι είναι ασφαλείς.
Την 1η Απριλίου, ο Ρεζά Παχλαβί, ηγετική μορφή της αντιπολίτευσης και εξόριστος διάδοχος του θρόνου, περιέγραψε την κατάσταση ως προσπάθεια φίμωσης του πληθυσμού. Σε ομιλία του στο Liberty University ανέφερε ότι για περισσότερο από έναν μήνα οι Ιρανοί ζουν σε ψηφιακό σκοτάδι, χωρίς διαδίκτυο, χωρίς σύνδεση και χωρίς φωνή, προσθέτοντας ότι η διακοπή δεν είναι τυχαία αλλά αποτελεί μέρος στρατηγικής ελέγχου της πληροφορίας και καταστολής της κοινωνικής αναταραχής.
Στην Ουκρανία, κατά τη διάρκεια του πολέμου με τη Ρωσία, οι αρχές κατέβαλαν προσπάθειες να διατηρήσουν τη συνδεσιμότητα στο διαδίκτυο ώστε οι πολίτες να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες και να προετοιμάζονται για επιθέσεις. Στο Ιράν, ακολουθείται η αντίθετη προσέγγιση, με περιορισμό της πρόσβασης σε μια περίοδο κατά την οποία η πληροφορία μπορεί να αποδειχθεί σωτήρια.
Πολλοί Ιρανοί δεν εμπιστεύονται πλέον τις επίσημες ανακοινώσεις σχετικά με ασφαλείς ζώνες ή καταφύγια, φοβούμενοι ότι τέτοιες τοποθεσίες ενδέχεται να έχουν χρησιμοποιηθεί από την Ισλαμική Δημοκρατία και να αποτελούν στόχο των ΗΠΑ ή του Ισραήλ, ανέφερε ο Κιαν, τονίζοντας ότι αυτό το χάσμα μεταξύ κράτους και κοινωνίας είναι καθοριστικό για την κατανόηση των εξελίξεων, καθώς ο μεγαλύτερος φόβος της κυβέρνησης δεν είναι οι ξένες επιθέσεις, αλλά ο ίδιος ο ιρανικός λαός.
Της Shahrzad Ghanei