Η Βόρεια Κορέα εκτόξευσε στις 19 Απριλίου βαλλιστικούς πυραύλους που κατέληξαν σε ύδατα ανοιχτά της ανατολικής της ακτής, σύμφωνα με το νοτιοκορεατικό πρακτορείο ειδήσεων Yonhap.
Η Βόρεια Κορέα έχει πραγματοποιήσει πολλαπλές δοκιμές βαλλιστικών πυραύλων μικρού βεληνεκούς το 2026, συμπεριλαμβανομένων διαδοχικών εκτοξεύσεων στις 8 Απριλίου. Η ενέργεια της 19ης Απριλίου αποτέλεσε την τέταρτη εκτόξευση πυραύλων αυτόν τον μήνα και την έβδομη μέσα στο 2026.
Οι εκτοξεύσεις σημειώθηκαν λίγες ημέρες αφότου ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, Ραφαέλ Γκρόσσι, συναντήθηκε με Νοτιοκορεάτες αξιωματούχους.
Ο Γκρόσσι ανέφερε σε ανάρτησή του, στην πλατφόρμα X, ότι η υπηρεσία του διατηρεί «βαθιά ανησυχία» για το πυρηνικό πρόγραμμα της Βόρειας Κορέας, έπειτα από συνάντηση με τον υπουργό Εξωτερικών της Νότιας Κορέας. Τόνισε τον ρόλο του οργανισμού στην παρακολούθηση και επαλήθευση της συμμόρφωσης με τους διεθνείς πυρηνικούς κανόνες, και επεσήμανε την ανάγκη επανεκκίνησης των διπλωματικών προσπαθειών, σε συμφωνία με τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Η Βόρεια Κορέα συνεχίζει να παραβιάζει τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, πραγματοποιώντας «ανοιχτό εμπλουτισμό πυρηνικού υλικού και ανάπτυξη πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς», σύμφωνα με το Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων.
Το Ναυτικό Ινστιτούτο των ΗΠΑ ανέφερε σε έκθεση του Μαΐου 2025 ότι η Βόρεια Κορέα συνεχίζει να προωθεί τις φιλοδοξίες της για πυρηνικά όπλα και πυραυλικά προγράμματα, παρά τις κυρώσεις των Ηνωμένων Εθνών. Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, δηλώσεις του κομμουνιστικού καθεστώτος δείχνουν ότι επιδιώκει να αυξήσει το απόθεμα πυρηνικών όπλων και ενδέχεται να έχει συναρμολογήσει έως και 50 πυρηνικές κεφαλές.
Η χώρα είχε ήδη πραγματοποιήσει την έκτη δοκιμή πυρηνικών όπλων έως τον Σεπτέμβριο του 2017, σύμφωνα με το Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων. Την ίδια περίοδο, η Βόρεια Κορέα είχε δηλώσει ότι είχε αναπτύξει και βόμβα υδρογόνου.
Η τρέχουσα σύγκρουση στο Ιράν ενδέχεται να ενισχύει την προσήλωση της Βόρειας Κορέας στα πυρηνικά όπλα, καθώς συνεχίζει να αναπτύσσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες, σύμφωνα με την ιστοσελίδα «38 North» του Stimson Center.
Η Βόρεια Κορέα αποτελεί διαχρονικά μία από τις πιο επίμονες προκλήσεις στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, καθώς οι τελευταίες έξι προεδρικές διοικήσεις των ΗΠΑ έχουν επιχειρήσει να ανακόψουν το πυρηνικό πρόγραμμα του καθεστώτος, σύμφωνα με την Υπηρεσία Ερευνών του Κογκρέσου. Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο ηγέτης της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν συναντήθηκαν τον Ιούνιο του 2018 με στόχο την οικοδόμηση σχέσης μεταξύ τους.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Νότια Κορέα διαθέτουν σύμφωνο αμοιβαίας άμυνας, ενώ χιλιάδες Αμερικανοί στρατιώτες είναι ανεπτυγμένοι στην κορεατική χερσόνησο.
Το Βιετνάμ εφαρμόζει εδώ και καιρό τη λεγόμενη «διπλωματία του μπαμπού»: ένα δόγμα που διατηρεί ανοικτές τις πόρτες προς όλα τα κράτη χωρίς να δεσμεύεται σε κάποιο συγκεκριμένο μπλοκ.
Η συνάντηση μεταξύ του ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος του Βιετνάμ Το Λαμ και του ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ δείχνει ότι το Ανόι εξακολουθεί να βλέπει το Πεκίνο ως βασικό εταίρο, ωστόσο αναλυτής επεσήμανε ότι οι αυξανόμενοι οικονομικοί δεσμοί του κινεζικού καθεστώτος και οι θαλάσσιες τακτικές σταδιακής επιβολής τετελεσμένων, γνωστές ως «τακτικές σαλαμοποίησης», του προσδίδουν μοχλό πίεσης ώστε να διαβρώνει σταδιακά την κυριαρχία του Βιετνάμ.
Ο Λαμ ολοκλήρωσε την τετραήμερη κρατική επίσκεψή του στην Κίνα στις 17 Απριλίου, με τις δύο πλευρές να δεσμεύονται, σύμφωνα με κοινή ανακοίνωση, για επέκταση της συνεργασίας στην τεχνητή νοημοσύνη, τους ημιαγωγούς και τους σιδηροδρόμους υψηλής ταχύτητας. Οι δύο χώρες υπέγραψαν επίσης συμφωνίες για κομματικές υποθέσεις, δημόσια ασφάλεια, δικαστική συνεργασία, εμπόριο, εφοδιαστικές αλυσίδες και τελωνεία.
Ο Λαμ συναντήθηκε με τον Σι στο Πεκίνο στις 15 Απριλίου και οι δύο ηγέτες συμφώνησαν να συνεχίσουν την εμβάθυνση και αναβάθμιση των διμερών σχέσεων.
Ήταν το πρώτο ταξίδι του Λαμ στο εξωτερικό μετά την εκλογή του ως αρχηγού του κράτους — ρόλο που εξασφάλισε με ομόφωνη ψήφο της Εθνοσυνέλευσης στο Ανόι στις 7 Απριλίου. Παρατηρητές εκτιμούν ότι η ανάδειξη αυτή καθιστά τον Λαμ την ισχυρότερη πολιτική προσωπικότητα του Βιετνάμ εδώ και δεκαετίες, μια εξέλιξη που προσομοιάζει ολοένα και περισσότερο στο πολιτικό μοντέλο του Πεκίνου.
Η μεταβολή αυτή συνιστά σαφή απομάκρυνση από το παραδοσιακό σύστημα συλλογικής ηγεσίας των «τεσσάρων πυλώνων», το οποίο κατανέμει την εξουσία μεταξύ του γενικού γραμματέα του κόμματος, του προέδρου του κράτους, του πρωθυπουργού και του προέδρου της Εθνοσυνέλευσης.
Εμβάθυνση κομματικών δεσμών
Ο Φαν Σουάν Ντουνγκ [Phan Xuan Dung], ανώτερος ερευνητής στο Ινστιτούτο ISEAS–Yusof Ishak στη Σιγκαπούρη, ανέφερε ότι το Πεκίνο επέλεξε μια στρατηγικά ευνοϊκή χρονική στιγμή για να φιλοξενήσει τον Λαμ, την οποία δεν είχε στη διάθεσή του εδώ και χρόνια.
Όπως δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times, η συγκέντρωση στα χέρια του Το Λαμ τόσο της θέσης του γενικού γραμματέα του κόμματος όσο και της προεδρίας σηματοδοτεί σημαντική μεταβολή στην εσωτερική ισορροπία εξουσίας στο Ανόι, την οποία το Πεκίνο παρακολουθεί στενά. Με την επίσημη υποδοχή υψηλού επιπέδου σε αυτή τη χρονική συγκυρία, το Πεκίνο υπενθυμίζει στο Ανόι τη βαθιά ιδεολογική συγγένεια μεταξύ των δύο κομμουνιστικών κομμάτων.
Σύμφωνα με τον Φαν, αυτό το κοινό ιδεολογικό υπόβαθρο λειτουργεί διαχρονικά ως παράγοντας συγκράτησης όσον αφορά το πόσο μακριά ήταν διατεθειμένο να κινηθεί το Βιετνάμ προς τη Δύση.
Ο ηγέτης του Κομμουνιστικού Κόμματος του Βιετνάμ Το Λαμ στη συνάντηση με τον Κινέζο ομόλογό του, Σι Τζινπίνγκ, στα γραφεία της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος στο Ανόι, Βιετνάμ, στις 14 Απριλίου 2025. (Nhac Nguyen/POOL/AFP μέσω Getty Images)
Ο Χα Χοάνγκ Χοπ (Ha Hoang Hop), πρώην πρόεδρος του συμβουλευτικού οργανισμού στο Ανόι Think Tank VietKnow και νυν ανεξάρτητος αναλυτής, επεσήμανε ότι το Βιετνάμ επιδιώκει μέσω της επίσκεψης να δείξει ότι μπορεί να συνεργάζεται με ανταγωνιστικές δυνάμεις χωρίς να εγκαταλείπει την Κίνα ως προτεραιότητα.
Σύμφωνα με τον Χοπ, αυτό καταδεικνύει ότι το Βιετνάμ εξακολουθεί να θεωρεί την Κίνα κεντρικό παράγοντα, παρά τις προσεγγίσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ιαπωνίας, και ταυτόχρονα αναδεικνύει την επιρροή του Πεκίνου στην ανώτατη ηγεσία του Ανόι.
Το Βιετνάμ εφαρμόζει εδώ και χρόνια τη «διπλωματία του μπαμπού» — έναν όρο που εισήγαγε ο εκλιπών γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος του Βιετνάμ Νγκουγιέν Φου Τρονγκ — η οποία διατηρεί ανοικτές τις πόρτες προς όλα τα κράτη χωρίς δέσμευση σε κάποιο συγκεκριμένο μπλοκ.
Στρατηγική «σαλαμοποίησης»
Ο Λαμ και ο Σι συζήτησαν το ζήτημα της Νότιας Σινικής Θάλασσας, όπου οι δύο χώρες διατηρούν εδώ και καιρό επικαλυπτόμενες διεκδικήσεις κυριαρχίας, και συμφώνησαν να διαχειριστούν τις θαλάσσιες διαφορές τους. Ωστόσο, το Πεκίνο κατασκευάζει σιωπηρά εγκαταστάσεις στον ύφαλο Αντιλόπη, στα νησιά Παρασέλ — ένα αρχιπέλαγος της Νότιας Σινικής Θάλασσας το οποίο διεκδικούν επίσης το Ανόι και η Ταϊπέι.
Ο Χοπ ανέφερε ότι η ενίσχυση της παρουσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) συνιστά χαρακτηριστική ενέργεια «γκρίζας ζώνης», όρος που αναφέρεται σε επιθετικές τακτικές σχεδιασμένες να εκφοβίζουν τον αντίπαλο χωρίς να θεωρούνται εμπόλεμες ενέργειες.
Εξήγησε ότι το Πεκίνο μεταβάλλει σταδιακά τα δεδομένα στη θάλασσα, ‘απορροφώντας’ τις διπλωματικές διαμαρτυρίες, ενώ οι βαθύτεροι οικονομικοί δεσμοί τού προσφέρουν μεγαλύτερη δυνατότητα άσκησης στοχευμένης πίεσης.
Πλοίο της κινεζικής ακτοφυλακής καταδιώκει σκάφος της ακτοφυλακής του Βιετνάμ κοντά στο σημείο όπου εγκαθίσταται κινεζική εξέδρα γεώτρησης πετρελαίου, σε διαφιλονικούμενα ύδατα, στα ανοικτά του Βιετνάμ. Νότια Σινική Θάλασσα, 14 Μαΐου 2014. (Hoang Dinh Nam/AFP μέσω Getty Images)
Η Κίνα αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο του Βιετνάμ από το 2004, με το διμερές εμπόριο να φτάνει το ρεκόρ των 290 δισεκατομμυρίων δολαρίων (~270 δισεκατομμύρια ευρώ) το 2025, σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων της Κίνας Xinhua.
Ο Χοπ προειδοποίησε ότι ο πραγματικός κίνδυνος εντοπίζεται στις τακτικές «σαλαμοποίησης» του κινεζικού καθεστώτος. Σημείωσε ότι εάν η στρατηγική αυτή συνεχιστεί για μία δεκαετία, ενδέχεται να περιορίσει σταδιακά την επιχειρησιακή πρόσβαση του Βιετνάμ χωρίς ποτέ να προκαλέσει επίσημη αντιπαράθεση, επισημαίνοντας ότι ο κύριος κίνδυνος είναι η μακροπρόθεσμη στρατηγική κόπωση.
Ο Ντουνγκ υπογράμμισε ότι το Βιετνάμ δεν παρακολουθεί παθητικά τη συρρίκνωση του θαλάσσιου χώρου του. Ανέφερε ότι τα τελευταία χρόνια έχει επιταχύνει σημαντικά τις εργασίες επιχωμάτωσης στα νησιά Σπράτλυ, χωρίς να προκαλέσει εμφανώς αρνητικές αντιδράσεις από την Κίνα.
Σύμφωνα με έκθεση του Αυγούστου 2025 από την Πρωτοβουλία Διαφάνειας για τη Ναυτιλία στην Ασία του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (Center for Strategic and International Studies Asia Maritime Transparency Initiative), το Βιετνάμ έχει κατασκευάσει είκοσι ένα τεχνητά νησιά στα Σπράτλυ — σύμπλεγμα της Νότιας Σινικής Θάλασσας στο επίκεντρο της εδαφικής αντιπαράθεσης με την Κίνα, η οποία έχει κατασκευάσει μόλις επτά.
Ο Ντουνγκ επεσήμανε ότι τόσο το Ανόι όσο και το Πεκίνο έχουν ισχυρά κίνητρα να διατηρήσουν τους οικονομικούς δεσμούς και να διαχειριστούν τις εντάσεις στη Νότια Σινική Θάλασσα. Η διατάραξη αυτής της σχέσης ενέχει κόστος και για το Πεκίνο, επισημαίνοντας ότι ούτε το Ανόι ούτε το Πεκίνο μπορούν να αντέξουν το οικονομικό και το κόστος φήμης που θα προκαλούσε μια σοβαρή θαλάσσια κλιμάκωση.
Περιορισμένη συμμόρφωση
Ετήσια έρευνα που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο από το Ινστιτούτο ISEAS–Yusof Ishak έδειξε ότι, όταν κλήθηκαν να επιλέξουν μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων, περισσότεροι ερωτηθέντες στην Ένωση Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN) προτίμησαν την Κίνα έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών.
Σύμφωνα με την έκθεση, το 48% των ερωτηθέντων επέλεξε τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ το 52% επέλεξε την Κίνα, αυξημένο από το 47,7% του προηγούμενου έτους.
Η ASEAN αποτελείται από 11 κράτη-μέλη, συμπεριλαμβανομένων του Μπρουνέι, της Καμπότζης, της Ινδονησίας, του Λάος, της Μαλαισίας, της Μιανμάρ, των Φιλιππινών, της Σιγκαπούρης, της Ταϊλάνδης, του Βιετνάμ και του Ανατολικού Τιμόρ.
Το λογότυπο της Ένωσης Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN), πριν από την 47η Σύνοδο Κορυφής της ASEAN στην Κουάλα Λουμπούρ. Μαλαισία, 23 Οκτωβρίου 2025. (Mohd Rasfan/AFP μέσω Getty Images)
Ο Ντουνγκ επεσήμανε ότι τα κράτη της Νοτιοανατολικής Ασίας δεν σπεύδουν να ευθυγραμμιστούν πλήρως με το Πεκίνο, καθώς συνεχίζουν να χρησιμοποιούν την Ουάσιγκτον ως αντίβαρο στην Κίνα. Ανέφερε ότι η ανησυχία για την αυξανόμενη επιθετικότητα της Κίνας στη Νότια Σινική Θάλασσα και την εμφανή οικονομική επιρροή της παραμένει, αλλά η στρατηγική ευθυγράμμιση αποτελεί τελικά συγκριτική αξιολόγηση.
Παρά τη σημαντική επιρροή του ΚΚΚ στην περιοχή, οι εσωτερικές οικονομικές και πολιτικές πιέσεις περιορίζουν την πραγματική του ικανότητα να εξασφαλίσει συμμόρφωση σε περιφερειακό επίπεδο, σύμφωνα με τον Χοπ, ο οποίος συμπεραίνει ότι δημιουργείται ένα πραγματικό αλλά στενό περιθώριο κινήσεων για το Βιετνάμ: να αντιδράσει πιο αποφασιστικά στις πιέσεις της «γκρίζας ζώνης», να αποσπάσει συγκεκριμένες οικονομικές παραχωρήσεις και να ενισχύσει τις συνεργασίες στον τομέα της ασφάλειας. Όπως σημειώνει, το Πεκίνο δεν έχει την πολυτέλεια να επιτρέψει δεύτερο μέτωπο ανοιχτής εχθρότητας στη νότια περιφέρειά του.
Ο πρόεδρος της Λευκορωσίας Αλεξάντερ Λουκασένκο δήλωσε ότι θα συναινούσε σε μία συνάντηση με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, εφ’ όσον είχε γίνει προετοιμασία για μια «μεγάλη συμφωνία» μεταξύ των δύο χωρών.
Ο Αλεξάντερ Λουκασένκο επανέλαβε ότι θα ήταν έτοιμος για μια τέτοια συνάντηση μόνο αφού έχει διαμορφωθεί μια συμφωνία που να αφορά τις διμερείς σχέσεις.
Σε συνέντευξή του στο ρωσικό τηλεοπτικό δίκτυο RT, αποσπάσματα της οποίας δημοσιεύθηκαν την Κυριακή 19 Απριλίου 2026, ανέφερε ότι η χώρα του είναι έτοιμη για συμφωνία, αλλά αυτή πρέπει να προετοιμαστεί με τρόπο που να αντανακλά τα συμφέροντα τόσο των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και της Λευκορωσίας.
Ο Λουκασένκο είναι στενός σύμμαχος του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν και έχει στηρίξει την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, αν και δεν έχει αποστείλει στρατεύματα για να συμμετάσχουν στις πολεμικές επιχειρήσεις.
Τον Μάρτιο, ο απεσταλμένος του Ντόναλντ Τραμπ, Τζον Κόουλ, είχε δηλώσει ότι ο Λευκορώσος πρόεδρος ενδέχεται σύντομα να επισκεφθεί τις Ηνωμένες Πολιτείες, μια επίσκεψη που θα σηματοδοτούσε σημαντική εξέλιξη για τον μακροχρόνιο αυταρχικό ηγέτη, έπειτα από χρόνια διεθνούς απομόνωσης λόγω παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στήριξης του στον Πούτιν στον πόλεμο.
Στην ίδια συνέντευξη, ο Λουκασένκο ανέφερε ότι το Μινσκ έχει προσαρμοστεί στις κυρώσεις της Δύσης και ότι οποιαδήποτε ενδεχόμενη συμφωνία με την Ουάσιγκτον θα πρέπει να υπερβαίνει την απλή άρση των κυρώσεων.
Συμπλήρωσε δε ότι υπάρχουν πολλά άλλα ζητήματα προς επίλυση, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο μιας μεγάλης συμφωνίας, χωρίς ωστόσο να τα προσδιορίσει. Όπως είπε, μόλις αυτά οριστικοποιηθούν σε χαμηλότερο επίπεδο, η πλευρά του θα είναι έτοιμη να συναντηθεί με τον Ντόναλντ Τραμπ και να υπογράψει τη συμφωνία.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στις 19 Απριλίου ότι Αμερικανοί εκπρόσωποι θα φτάσουν στο Πακιστάν το βράδυ της 20ής Απριλίου, προκειμένου να προετοιμάσουν διαπραγματεύσεις με το Ιράν.
Σύμφωνα με τον Τραμπ, η Τεχεράνη παραβίασε τη συμφωνία εκεχειρίας, ανοίγοντας πυρ στις 18 Απριλίου εναντίον γαλλικού πλοίου και βρετανικού φορτηγού πλοίου στα Στενά του Ορμούζ. Παράλληλα, σημείωσε ότι το Ιράν ανακοίνωσε το κλείσιμο του πορθμού, κάτι που χαρακτήρισε παράδοξο, καθώς, όπως ανέφερε, ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός ήδη ίσχυε, προσθέτοντας ότι το Ιράν υφίσταται απώλειες περίπου 500 εκατομμυρίων δολαρίων ημερησίως.
Ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς, ο ειδικός απεσταλμένος Στηβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ αναμένεται να συμμετάσχουν στην αμερικανική αποστολή ενώ το Ιράν δεν έχει επιβεβαιώσει τη συμμετοχή του στις συνομιλίες.
Ο Τραμπ προειδοποίησε ότι, εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να στοχοποιήσουν κρίσιμες υποδομές στο Ιράν, συμπεριλαμβανομένων εργοστασίων ενέργειας και γεφυρών, επισημαίνοντας ότι θα το θεωρούσε τιμή του να πράξει τα δέοντα.
Ανέφερε επίσης ότι αμερικανικές δυνάμεις αναχαίτισαν ιρανικό φορτηγό πλοίο στον Κόλπο του Ομάν, όταν αυτό επιχείρησε να παρακάμψει τον αποκλεισμό. Όπως δήλωσε, το πλήρωμα δεν συμμορφώθηκε με τις εντολές, με αποτέλεσμα το αμερικανικό πολεμικό πλοίο να το ακινητοποιήσει πλήττοντας το μηχανοστάσιο. Όπως είπε, πεζοναύτες έχουν αναλάβει τον έλεγχο του πλοίου και εξετάζουν το φορτίο του. Το σκάφος ονομάζεται Touska και έχει μήκος ~270 μέτρα.
Το Ιράν, από την πλευρά του, δηλώνει ότι δεν είναι έτοιμο να επιστρέψει σε ειρηνευτικές συνομιλίες, εάν ο Τραμπ δεν εγκαταλείψει τη «μαξιμαλιστική» του στάση στο ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος. Ο υφυπουργός Εξωτερικών Σαΐντ Χατιμπζαντέχ ανέφερε στις 18 Απριλίου ότι απαιτείται ένα σαφές «πλαίσιο κατανόησης» πριν προχωρήσουν οι συνομιλίες και υπογράμμισε ότι το Ιράν δεν θα αποδεχθεί αυστηρότερους περιορισμούς από εκείνους που ισχύουν για άλλες χώρες βάσει του Διεθνούς Δικαίου.
Επισημάνθηκε ακόμη ότι δεν θα οριστεί ημερομηνία για νέες συνομιλίες χωρίς βασική συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, ενώ απορρίφθηκε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο μεταφοράς εμπλουτισμένου ουρανίου στις Ηνωμένες Πολιτείες, προοπτική που χαρακτηρίστηκε μη ρεαλιστική.
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών Σαΐντ Χατιμπζαντέχ παραχωρεί συνέντευξη Τύπου. Τεχεράνη, 9 Μαΐου 2022. (Atta Kenare/AFP μέσω Getty Images)
Το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος παραμένει βασικό σημείο τριβής. Αν και το Ιράν αρνείται ότι επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών όπλων, ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας εκτιμά ότι η χώρα διαθέτει περίπου 440 κιλά ουρανίου εμπλουτισμένου κατά 60%, επίπεδο κοντά στο 90% που απαιτείται για στρατιωτική χρήση.
Οι προηγούμενες συνομιλίες μεταξύ των δύο πλευρών δεν απέδωσαν καρπούς. Στις 11 Απριλίου, ο Τζ. Ντ. Βανς ηγήθηκε του κύκλου διαπραγματεύσεων χωρίς αποτέλεσμα, με βασικό εμπόδιο την άρνηση της Τεχεράνης να αποκηρύξει ρητά την επιδίωξη πυρηνικών όπλων.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν βομβαρδίσει τρεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις τον Ιούνιο του 2025, ενώ ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να εισέλθει στο Ιράν για να εντοπίσει και να απομακρύνει αποθέματα ουρανίου.
Η ένταση στην ευρύτερη περιοχή παραμένει υψηλή, επηρεάζοντας το Ορμούζ, που αποτελεί βασική αρτηρία για το παγκόσμιο εμπόριο ενέργειας: περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως διέρχονταν από τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 20% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου.
Μετά από την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στις 28 Φεβρουαρίου, ιρανικές δυνάμεις άρχισαν να απειλούν πλοία στην περιοχή. Αν και η Τεχεράνη συμφώνησε να σταματήσει τις επιθέσεις στο πλαίσιο της δεκαπενθήμερης εκεχειρίας που ξεκίνησε στις 8 Απριλίου και λήγει περίπου στις 22 του μηνός, ο ιρανικός στρατός ανακοίνωσε στις 19 Απριλίου ότι θα περιορίσει εκ νέου τη διέλευση, ως απάντηση στον αμερικανικό αποκλεισμό.
Το Ιράν έχει καταστήσει σαφές ότι θεωρεί τον ναυτικό αποκλεισμό παραβίαση της εκεχειρίας, ενώ έχει προτείνει την επαναλειτουργία του πορθμού για εμπορικά πλοία, εφ’ όσον υπάρξει συνολική κατάπαυση του πυρός. Την ίδια στιγμή, το Ιρανικό Πρακτορείο Ειδήσεων ανέφερε ότι ο προηγούμενος γύρος συνομιλιών στο Πακιστάν δεν έδωσε καρπούς λόγω νέων απαιτήσεων από την πλευρά των ΗΠΑ.
Η ένταση παραμένει στην περιοχή: το Κέντρο Ναυτικών Επιχειρήσεων Εμπορίου του Ηνωμένου Βασιλείου ανέφερε ότι ιρανικά ταχύπλοα άνοιξαν πυρ κατά δεξαμενόπλοιου, ενώ άγνωστο βλήμα έπληξε πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων βορειοανατολικά του Ομάν, χωρίς να αναφερθούν θύματα.
Οι εξελίξεις επηρεάζουν την οικονομία, με τις τιμές καυσίμων στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αυξηθεί σημαντικά, ενώ έρευνα του Pew Research Center έδειξε ότι το 69% των Αμερικανών ανησυχεί για περαιτέρω αυξήσεις λόγω πιθανής στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Οι σχέσεις ΗΠΑ–Ιράν είναι τεταμένες εδώ και δεκαετίες, από την Ιρανική Επανάσταση του 1979. Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι στόχος της αμερικανικής πολιτικής είναι η εξάλειψη των απειλών από το Ιράν και η διασφάλιση ότι δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικά όπλα.
Από το 2023, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ευρώπη αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο καταγράφουν άνοδο του αντισημιτισμού και αύξηση των επιθέσεων κατά των εβραϊκών κοινοτήτων ανά τον κόσμο. Το φαινόμενο είναι βαθύ, και εκτείνεται από τις αντιδράσεις της κοινωνίας μέχρι βίαιες πράξεις που συνδέονται με ισλαμιστικές οργανώσεις. Οι επιχειρήσεις του Ισραήλ κατά της Χαμάς, μετά την πολύνεκρη επίθεση που πραγματοποίησε η οργάνωση κατά αμάχων εντός του Ισραήλ στις 7 Σεπτεμβρίου 2023, αλλά και η πρόσφατη συμμετοχή στην επιχείρηση κατά του Ιράν και οι επιθέσεις στον Λίβανο για την εξάρθρωση της Χεζμπολάχ, έχουν τροφοδοτήσει το αντισημιτικό αίσθημα, ωθώντας πολλούς ανθρώπους να ταυτίζουν τους Εβραίους με το κράτος του Ισραήλ και τις πολιτικές επιλογές του. Ως αποτέλεσμα, εξετάζεται ο επαναπροσδιορισμός του ‘αντισημιτισμού’ και η ποινικοποίηση εκδηλώσεων κατά των Εβραίων σε ορισμένες χώρες.
Πιο πρόσφατο κρούσμα, σχέδια για τον βομβαρδισμό της ισραηλινής πρεσβείας στο Λονδίνο, σύμφωνα με ανακοίνωση της βρετανικής αστυνομίας στις 17 Απριλίου, η οποία εντόπισε ανάρτηση ομάδας που δήλωνε ότι έχει στοχοποιήσει την πρεσβεία με μη επανδρωμένα συστήματα που μεταφέρουν «επικίνδυνα υλικά». Η αντιτρομοκρατική υπηρεσία έδρασε αμέσως εξετάζοντας και διασφαλίζοντας τον χώρο και διερευνώντας αντικείμενα που βρέθηκαν πέριξ.
Ο αρχηγός της υπηρεσίας στο Λονδίνο, Ματ Τζουκς, δήλωσε ότι ερευνάται και η αυθεντικότητα του βίντεο, το οποίο φέρεται να συνδέεται με τη φιλοϊρανική ομάδα «Κίνημα των συντρόφων του δεξιού χεριού του Ισλάμ» ή αλλιώς «Χαρακάτ Ασάμπ αλ Γιαμίν αλ Ισλαμίγια». Η ίδια ομάδα έχει αναλάβει την ευθύνη για σειρά πληγμάτων στην Ευρώπη κατά αμερικανικών και εβραϊκών στόχων, όπως τον εμπρησμό των ασθενοφόρων που ανήκαν στην εθελοντική εβραϊκή οργάνωση Χατζόλα, στην περιοχή Golders Green, στο βόρειο Λονδίνο, τον περασμένο μήνα.
Της προχθεσινής απειλής έχει προηγηθεί σειρά επιθέσεων στο Λονδίνο, τόσο κατά της πρεσβείας όσο και κατά συναγωγών. Τον Μάρτιο συνελήφθησαν δύο άντρες για παρακολούθηση της ισραηλινής πρεσβείας και άλλων εβραϊκών στόχων για λογαριασμό του Ιράν, ενώ αυτή την εβδομάδα ένας άνδρας από το Κουβέιτ παραπέμφθηκε σε δίκη με την κατηγορία ότι σχεδίαζε τρομοκρατική επίθεση κατά της πρεσβείας.
Αντισημιτική δραστηριότητα έχει σημειωθεί και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ολλανδία, το Βέλγιο, η Γαλλία και η Ιταλία. Στο Άμστερνταμ, δέχθηκε επίθεση τον Μάρτιο εβραϊκό σχολείο, ενώ στο Βέλγιο μία συναγωγή. Στη Γαλλία, οι αρχές έχουν συλλάβει άτομα που βρέθηκαν να έχουν στην κατοχή τους όπλα και εκρηκτικά υλικά, καθώς και τζιχαντιστικό υλικό και σημαίες της τρομοκρατικής οργάνωσης «Ισλαμικό Κράτος» (ISIS). Οι αρχές έχουν ενισχύσει τα μέτρα ασφαλείας γύρω από εβραϊκούς χώρους συγκέντρωσης.
Η άνοδος των τρομοκρατικών αντισημιτικών εκδηλώσεων, αλλά και γενικότερα του αντισημιτισμού, που παρατηρείται από το 2023, μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των Ισραηλινών για την εξάλειψη της οργάνωσης, έλαβε νέα ώθηση από τις πρόσφατες αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν, σύμφωνα με στοιχεία της CNCDH, της γαλλικής κυβερνητικής οργάνωσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το ίδιο διάστημα καταγράφηκε ταυτόχρονα και άνοδος της ισλαμοφοβίας, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, κυβερνήσεις και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Για την καταπολέμηση του φαινομένου, η γαλλική και η ιταλική κυβέρνηση εξετάζουν τον εκ νέου ορισμό του ‘αντισημιτισμού’ και την ψήφιση νόμων για τον περιορισμό του φαινομένου. Ο γαλλικός νόμος προτείνει την επιβολή κυρώσεων σε όσους δικαιολογούν «εμμέσως» την τρομοκρατία, καλούν σε καταστροφή κράτους αναγνωρισμένου από τη Γαλλία και συγκρίνουν το Ισραήλ με τους Ναζί. Το ιταλικό νομοσχέδιο που προωθείται προβλέπει να ενσωματωθεί στην ιταλική νομοθεσία ο ορισμός του αντισημιτισμού της Διεθνούς Συμμαχίας για τη Μνήμη του Ολοκαυτώματος (IHRA), ο οποίος αναφέρει ορισμένες κριτικές κατά του Ισραήλ ως παραδείγματα αντισημιτισμού.
Οι πολέμιοι αυτών των νομοσχεδίων — οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ακαδημαϊκοί και αριστεροί πολιτικοί, κυρίως — υποστηρίζουν ότι τέτοιοι νόμοι θα υπηρετήσουν την καταστολή του ακτιβισμού υπέρ των Παλαιστινίων, ταυτίζοντας την έννοια του ‘Εβραίου’ με το κράτος του Ισραήλ. H Γαλλίδα βουλευτής, Καρολίν Γιαντάν, που πρότεινε το επίμαχο νομοσχέδιο, παρατηρεί ότι «στην κοινωνία σήμερα είναι ήδη υπαρκτή η τάση να εξομοιώνονται οι Εβραίοι με το Ισραήλ».
Σύμφωνα με μαρτυρίες Ισραηλινών που έζησαν στην Ευρώπη τα τελευταία είκοσι χρόνια, η αλλαγή του κλίματος είναι εμφανής, με τους Ισραηλινούς να αποκλείονται από την αγορά εργασίας σταδιακά, έστω και μόνο για «προληπτικούς λόγους», από φόβο αντίδρασης ή πρόκλησης δυσαρέσκειας στο κοινό.
Η Λίβια Οττολένγκι, εκπρόσωπος της εβραϊκής κοινότητας στην Ιταλία, θεωρεί τον νόμο απαραίτητο, επισημαίνοντας ότι τα παιδιά χρειάζονται συνοδεία για να κυκλοφορήσουν στον δρόμο, ενώ τα παράθυρα των σχολείων τους έχουν ενισχυθεί με κάγκελα.
«Το να αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο η ευθύνη για τις ενέργειες μιας κυβέρνησης στην εβραϊκή κοινότητα στην Ευρώπη είναι εντελώς απαράδεκτο και, πράγματι, δημιουργεί το φάντασμα του αντισημιτισμού. Αλλά το να συγχέεται κατά κάποιον τρόπο οποιαδήποτε κριτική προς το Ισραήλ με τον αντισημιτισμό είναι γελοίο», δήλωσε ο Μάικλ Ο’ Φλάχερτυ, επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης, σύμφωνα με τον οποίο μπορεί ο ορισμός της IHRA να είναι ένα χρήσιμο εργαλείο, αλλά ενέχει το ενδεχόμενο κατάχρησης για την καταστολή των κινημάτων αλληλεγγύης προς τους Παλαιστινίους, ειδικά στη Γερμανία.
Εκτιμάται ότι στη Βρετανία διαμένουν περί τους 300.000 Εβραίους, και είναι η δεύτερη στην Ευρώπη χώρα με το υψηλότερο ποσοστό Εβραίων κατοίκων (~0,5%). Πρώτη είναι η Γαλλία, με όμοιο κατά προσέγγιση ποσοστό και αριθμό, ενώ ακολουθούν η Ρωσία και η Γερμανία, με ποσοστά 0,2% και 0,3% αντίστοιχα. Τα ποσοστά των μουσουλμανικών πληθυσμών αυτών των χωρών, από την άλλη, ανέρχονται σε 4,4% στη Βρετανία, 7,5% στη Γαλλία, 10% στη Ρωσία και 5,8% στη Γερμανία. Στην Ελλάδα, η μουσουλμανική κοινότητα ανέρχεται στο 5,3%, ενώ η εβραϊκή καταγράφει μηδενικό ποσοστό. Σε Ισπανία και Ιταλία, το ποσοστό της εβραϊκής κοινότητας είναι ελάχιστο, ενώ της μουσουλμανικής 2,1% και 3,7% αντίστοιχα.
Σύμφωνα με γεωπολιτικούς αναλυτές, όπως ο Αλέξανδρος Ιτιμούδης, η πολυπληθής παρουσία μουσουλμάνων στις ευρωπαϊκές χώρες, έχει επίδραση στις πολιτικές τους επιλογές, όπως η αποφυγή στήριξης των επιχειρήσεων κατά του Ιράν, παρά τους συμμαχικούς δεσμούς με τις ΗΠΑ μέσω του ΝΑΤΟ. Η επιρροή τους αποδίδεται αφ’ ενός στον φόβο για τυχόν βίαιες αντιδράσεις των κοινοτήτων αφ’ ετέρου στην πολυεπίπεδη διείσδυσή τους στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, τα κινήματα, την πολιτική, όπου χρησιμεύουν σαν ενίσχυση του αντιαμερικανικού/αντιδυτικού αισθήματος που καλλιεργούν και προωθούν κόμματα και οργανώσεις του αριστερού κυρίως χώρου.
Ένα δικαστήριο στο Χονγκ Κονγκ επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός έτους σε ασκούμενο του Φάλουν Γκονγκ, με βάση τον νόμο εθνικής ασφάλειας του 2024 της πόλης, κατηγορώντας τον ότι επέκρινε το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας και τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων μέσω αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Τα Πρωτοβάθμια δικαστήρια του Δυτικού Καουλούν ανακοίνωσαν στις 14 Απριλίου την καταδίκη τού 61 ετών Τσονγκ Γουάι-μαν. Κρίθηκε ένοχος για εν γνώσει δημοσίευση υλικού με «στασιαστική πρόθεση», αδίκημα βάσει του Διατάγματος για τη Διασφάλιση της Εθνικής Ασφάλειας, το οποίο είναι γνωστό τοπικά ως Άρθρο 23.
Το διάταγμα αυτό βασίστηκε σε παρόμοια νομοθεσία που επέβαλε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) στην πόλη το 2020, μετά από μαζικές διαδηλώσεις υπέρ της δημοκρατίας. Στοχεύει σε πολιτικά εγκλήματα όπως η προδοσία, η εξέγερση και η δολιοφθορά. Ενώ το Χονγκ Κονγκ και το Πεκίνο υποστήριξαν ότι το μέτρο ήταν απαραίτητο για τη σταθερότητα, επικριτές ανέφεραν ότι εδραίωσε τις προσπάθειες του κομμουνιστικού καθεστώτος να μετατρέψει την πρώην βρετανική αποικία σε μια ακόμη πόλη της ηπειρωτικής Κίνας.
Σχολιάζοντας την απόφαση, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ επεσήμανε την προσπάθεια των κινεζικών αρχών να φιμώσουν τους επικριτές και να περιορίσουν βασικές ελευθερίες μέσω νόμων εθνικής ασφάλειας τα τελευταία χρόνια. Εκπρόσωπος του υπουργείου δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι το Πεκίνο και οι αρχές του Χονγκ Κονγκ χρησιμοποιήσαν και το 2025 ευρείς νόμους εθνικής ασφάλειας για να υπονομεύσουν το κράτος δικαίου και τα προστατευόμενα δικαιώματα και ελευθερίες των πολιτών, καθώς και να προβαίνουν σε πράξεις διακρατικής καταστολής.
Σύμφωνα με δικαστικό έγγραφο, ο Τσονγκ δημοσίευσε 53 αναρτήσεις στο Facebook, τις οποίες το δικαστήριο έκρινε ότι είχαν «στασιαστικές προθέσεις», από τον Μάρτιο του 2024 έως τον Νοέμβριο του 2025.
Ο δικαστής Βίκτορ Σο, που επιλέχθηκε από τον επικεφαλής της πόλης Τζον Λι για να εκδικάζει υποθέσεις εθνικής ασφάλειας, επεσήμανε τη φωτογραφία στο προφίλ του λογαριασμού του Τσονγκ στο Facebook, η οποία έφερε το σύνθημα «Ο Ουρανός θα καταστρέψει το ΚΚΚ· ο Θεός να ευλογεί το Χονγκ Κονγκ». Ο Τσονγκ παραδέχθηκε ότι ο λογαριασμός στο Facebook, με την ονομασία Holy Raymond, του ανήκε, υποστήριξε όμως ότι απλώς ασκούσε το δικαίωμά του στην ελευθερία του λόγου. Στο δικαστήριο ανέφερε ότι οι αναρτήσεις του στόχευαν στην ευαισθητοποίηση σχετικά με «τις αδικίες του ΚΚΚ», σύμφωνα με το δικαστικό έγγραφο. Οι αναρτήσεις που επικαλέστηκαν οι εισαγγελείς περιείχαν ισχυρισμούς ότι μόνο αν πέσει το ΚΚΚ υπάρχει πραγματική ελπίδα για την Κίνα και τον κινεζικό λαό, καθώς και ότι οι δολοφονίες ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ για τα όργανά τους είναι εκτεταμένες, σύμφωνα με το τοπικό μέσο The Witness.
Ο τελευταίος ισχυρισμός υποστηρίζεται από απόφαση ανεξάρτητου δικαστηρίου με έδρα το Λονδίνο του 2019, έπειτα από έρευνα ενός έτους, σύμφωνα με την οποία οι εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων πραγματοποιούνται στην Κίνα επί χρόνια «σε σημαντική κλίμακα». Τα κύρια θύματα, σύμφωνα με τα ευρήματα, ήταν φυλακισμένοι ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ. Πρόκειται για μία παραδοσιακή κινεζική πνευματική άσκηση, γνωστή και ως Φάλουν Ντάφα, η οποία υφίσταται βίαιη δίωξη από το ΚΚΚ από το 1999, έχοντας προσελκύσει περισσότερους από 70 εκατομμύρια Κινέζους χάρη στο περιεχόμενο της διδασκαλίας της και στη θετική επίδραση που είχε στην υγεία. Η ευρεία δημοτικότητά της έκανε τον τότε ηγέτη του Κόμματος Τζιανγκ Ζεμίν, να τη θεωρήσει ως απειλή για την εξουσία του Κόμματος και διέταξε την εξάλειψή της.
Για περισσότερες από δύο δεκαετίες, οι ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ στο Χονγκ Κονγκ και αλλού ενημερώνουν τον κόσμο για τη δίωξη των ομοϊδεατών τους στην ηπειρωτική Κίνα, οι οποίοι αντιμετωπίζουν διαρκή απειλή σύλληψης, κράτησης, βασανιστηρίων και καταναγκαστικής εργασίας επειδή αρνούνται να αποκηρύξουν την πίστη τους.
Ο νόμος περί εθνικής ασφάλειας που θέσπισε το ΚΚΚ πριν από έξι χρόνια έχουν σημαντικό αντίκτυπο σε αυτές τις δραστηριότητες στην Κίνα, του Χονγκ Κονγκ περιλαμβανομένου, καθιστώντας ποινικά κολάσιμη κάθε ενέργεια που το καθεστώς κρίνει ως απόσχιση, ανατροπή, τρομοκρατία ή συνεργασία με ξένες δυνάμεις, επισύροντας ακόμη και ισόβια κάθειρξη.
Βάσει αυτού του νόμου, η αστυνομία του Χονγκ Κονγκ έχει συλλάβει 385 άτομα ως υπόπτους για δραστηριότητες που θέτουν σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια, με κατηγορίες να απαγγέλλονται σε περισσότερους από τους μισούς, όπως ανέφερε ο αρχηγός της αστυνομίας Τζο Τσόου σε συνεδρίαση του νομοθετικού συμβουλίου στις 10 Φεβρουαρίου. Ο αριθμός αυτός περιλαμβάνει όσους συνελήφθησαν βάσει του νόμου εθνικής ασφάλειας που επιβλήθηκε από το Πεκίνο και του Άρθρου 23.
Ανώτεροι οικονομικοί αξιωματούχοι από μεγάλες οικονομίες εκφράζουν ανησυχίες ότι η νεότερη γενιά μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης ενδέχεται να δημιουργήσει σημαντικούς κινδύνους για το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, αποκαλύπτοντας αδυναμίες στις άμυνες κυβερνοασφάλειας.
Ορισμένες από τις προειδοποιήσεις διατυπώθηκαν κατά τις Εαρινές Συνόδους του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και της Παγκόσμιας Τράπεζας, από τις 13 έως τις 18 Απριλίου, όπου υπουργοί Οικονομικών, κεντρικοί τραπεζίτες και ρυθμιστικές αρχές συγκεντρώθηκαν στην Ουάσιγκτον για να αξιολογήσουν τις αυξανόμενες οικονομικές και γεωπολιτικές προκλήσεις. Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκε ένα ισχυρό νέο μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης, το Claude Mythos Preview, που αναπτύχθηκε από τη νεοφυή εταιρεία Anthropic με έδρα το Σαν Φρανσίσκο.
Σε ανακοίνωσή της, στις 7 Απριλίου, η εταιρεία ανέφερε ότι το μοντέλο εντόπισε χιλιάδες ευπάθειες μηδενικής ημέρας, πολλές εκ των οποίων κρίσιμες, σε βασικά λειτουργικά συστήματα και προγράμματα περιήγησης στο διαδίκτυο, αναδεικνύοντας τη διττή φύση της προηγμένης τεχνητής νοημοσύνης, η οποία μπορεί να ενισχύει τις άμυνες αλλά και να διευκολύνει τη δράση κακόβουλων παραγόντων.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, Άντριου Μπέιλυ, μιλώντας στις 14 Απριλίου στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης, χαρακτήρισε την ταχεία εξέλιξη των δυνατοτήτων της τεχνητής νοημοσύνης ως σημείο καμπής για τον χρηματοπιστωτικό κίνδυνο, σημειώνοντας ότι μέχρι πρόσφατα τα γεγονότα στον Κόλπο θεωρούνταν η πιο πρόσφατη πρόκληση, αλλά κατέστη σαφές ότι η Anthropic ενδέχεται να έχει βρει έναν τρόπο να «ανοίξει» συνολικά το πεδίο του κυβερνοκινδύνου.
Τόνισε ότι οι ρυθμιστικές αρχές πρέπει επειγόντως να αξιολογήσουν τις πρακτικές συνέπειες της τεχνολογίας, επισημαίνοντας ότι το βασικό ζήτημα είναι κατά πόσο η νέα εκδοχή του προϊόντος μπορεί να εντοπίζει ευπάθειες σε άλλα συστήματα που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για κυβερνοεπιθέσεις, και προσθέτοντας ότι πρόκειται για μια διαρκή και εξελισσόμενη απειλή που απαιτεί συνεχή αντιμετώπιση.
Νέες ανησυχίες
Σε ανακοίνωσή της, στις 16 Απριλίου, η Anthropic ανέφερε ότι προχωρά με προσοχή στην ανάπτυξη του Mythos, διατηρώντας περιορισμένη την κυκλοφορία του Claude Mythos Preview και δοκιμάζοντας νέα μέτρα κυβερνοασφάλειας αρχικά σε λιγότερο ισχυρά μοντέλα. Παράλληλα, σημείωσε ότι το μοντέλο Opus 4.7 περιλαμβάνει μηχανισμούς που έχουν σχεδιαστεί για να εντοπίζουν και να μπλοκάρουν αιτήματα που υποδηλώνουν απαγορευμένες ή υψηλού κινδύνου χρήσεις στον τομέα της κυβερνοασφάλειας.
Ο συνιδρυτής της εταιρείας, Τζακ Κλαρκ, ανέφερε στις 13 Απριλίου ότι το μοντέλο συζητείται με την κυβέρνηση Τραμπ, παρόλο που το Πεντάγωνο χαρακτήρισε την εταιρεία ως κίνδυνο για την αλυσίδα εφοδιασμού, περιγράφοντας το ζήτημα ως περιορισμένη διαφορά συμβάσεων και υπογραμμίζοντας την πρόθεση ενημέρωσης των κυβερνητικών αξιωματούχων για λόγους εθνικής ασφάλειας.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσσεντ, συγκάλεσε μεγάλες τράπεζες και τον πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Τζερόμ Πάουελ, αναφέροντας στις 15 Απριλίου ότι ορισμένες τράπεζες επιδεικνύουν καλύτερες επιδόσεις στην κυβερνοασφάλεια από άλλες και ότι στόχος ήταν η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και ο καθορισμός κατεύθυνσης.
Ρυθμίσεις και οικονομικές επιπτώσεις
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι κεντρικές τράπεζες και οι ρυθμιστικές αρχές δοκιμάζουν ήδη με ποιους τρόπους ενδέχεται τέτοιες τεχνολογίες να επηρεάσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Η Τράπεζα της Αγγλίας ανέφερε σε επιστολή, που δημοσιεύθηκε στις 16 Απριλίου, ότι πραγματοποιεί αναλύσεις σεναρίων και προσομοιώσεις για την αξιολόγηση των κινδύνων που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη, αντικρούοντας την κριτική της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων του Κοινοβουλίου ότι ακολουθεί παθητική στάση, ενώ εξακολουθούν να υπάρχουν ανησυχίες για κενά στο ρυθμιστικό πλαίσιο, με την πρόεδρο της επιτροπής, Μεγκ Χίλιερ, να επισημαίνει την απογοήτευση των νομοθετών για καθυστερήσεις στην εφαρμογή εποπτικών εργαλείων.
Ο Μπέιλυ υποστήριξε ότι η πολιτική χρηματοπιστωτικής σταθερότητας χρειάζεται ισχυρότερη θεσμική στήριξη, δηλώνοντας στις 14 Απριλίου ότι η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών στον τομέα αυτό δεν είναι αρκετά ισχυρή και ζητώντας ένα ενιαίο πλαίσιο που να αντιμετωπίζει τη νομισματική και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ως αλληλένδετες, εκτιμώντας ότι ένα ενιαίο αφήγημα με έμφαση στην αξία του χρήματος θα ενίσχυε την εμπιστοσύνη στα χρηματοπιστωτικά συστήματα.
Πέρα από τους βραχυπρόθεσμους κινδύνους κυβερνοασφάλειας, οι αξιωματούχοι εξετάζουν και τις μακροπρόθεσμες οικονομικές επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, μιλώντας στις 14 Απριλίου στις συναντήσεις του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, περιέγραψε δύο παράλληλες κατευθύνσεις σκέψης, θέτοντας το ερώτημα ποιοι κίνδυνοι προκύπτουν από την τεχνητή νοημοσύνη που αναπτύσσεται σήμερα και επισημαίνοντας την ανάγκη για αυστηρές δοκιμές και μέτρα ασφαλείας, ενώ πρόσθεσε ότι οι πρόσφατες εξελίξεις έχουν καταστήσει σαφείς τόσο τις θετικές όσο και τις αρνητικές δυνατότητες εντοπισμού κινδύνων.
Υπογράμμισε επίσης την αβεβαιότητα μεταξύ των οικονομολόγων για τις επιπτώσεις στην παραγωγικότητα, την απασχόληση και την κοινωνική σταθερότητα, σημειώνοντας ότι τα πιθανά οφέλη εξαρτώνται από τη διεθνή συνεργασία και ότι ο κατακερματισμός στα δεδομένα και στα χρηματοπιστωτικά συστήματα θα μπορούσε να περιορίσει τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης.
Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, Φρανσουά-Λουί Μισό, δήλωσε στις 16 Απριλίου ότι οι τράπεζες παραμένουν επαρκώς ανθεκτικές ώστε να αντέχουν τις τρέχουσες πιέσεις, επικαλούμενος ισχυρά κεφαλαιακά και ρευστά αποθέματα, προειδοποιώντας ωστόσο ότι οι μελλοντικοί κίνδυνοι ενδέχεται να διαφέρουν σημαντικά από προηγούμενες κρίσεις και επισημαίνοντας ότι οι απειλές κυβερνοασφάλειας που συνδέονται με τις νέες τεχνολογίες βρίσκονται στο επίκεντρο των ρυθμιστικών συζητήσεων.
Κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στο Πεκίνο, ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ κάλεσε το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας να διαδραματίσει μεγαλύτερο ρόλο σε παγκόσμια ζητήματα, όπως η ασφάλεια, οι ανισότητες και η δράση για το κλίμα. Παρότι η τοποθέτηση του Σάντσεθ δεν εκφράζει τη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντανακλά μια επικίνδυνη τάση που αναδύεται στην Ευρώπη, όπως δήλωσαν αναλυτές στην εφημερίδα The Epoch Times.
Ο Σάντσεθ, ο οποίος επισκέφθηκε την Κίνα από τις 11 έως τις 15 Απριλίου, εκφώνησε ομιλία στο Πανεπιστήμιο Τσινγκχουά στο Πεκίνο, καλώντας το κινεζικό καθεστώς να αναλάβει πιο ουσιαστικές ευθύνες παγκόσμιας ηγεσίας. Όπως ανέφερε, η Ευρώπη θα πρέπει επίσης να εντείνει τις προσπάθειές της, ιδίως τώρα που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποφασίσει να αποσυρθούν από πολλά από αυτά τα μέτωπα.
Μετά τη συνάντηση της 14ης Απριλίου με τον ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ, ο οποίος εκτίμησε ότι η διεθνής τάξη «καταρρέει», ο Σάντσεθ υποστήριξε ότι η Ευρώπη και η Κίνα πρέπει να ενισχύσουν τους δεσμούς τους για να αντιμετωπίσουν τις απειλές κατά της πολυμέρειας.
Η Κίνα και η Ισπανία υπέγραψαν επίσης συμφωνίες για αγροτικά προϊόντα και μεταφορές.
Η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία έχουν προκύψει διαφωνίες μεταξύ ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών και των Ηνωμένων Πολιτειών σχετικά με τις αμερικανικές πολιτικές, τον πόλεμο στο Ιράν και τις δαπάνες και τις υποχρεώσεις στο ΝΑΤΟ.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει απειλήσει ότι θα αποσύρει τη χώρα του από το ΝΑΤΟ, λόγω έλλειψης στήριξης από άλλα μέλη — κυρίως ευρωπαϊκές χώρες — για τη διασφάλιση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης με το Ιράν.
Πέρυσι, η Ισπανία είχε αρνηθεί να συμμετάσχει σε νέα δέσμευση συμμάχων του ΝΑΤΟ για αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035, με την πλειονότητα των 32 κρατών-μελών να συμφωνεί στην αύξηση. Επιπλέον, φέτος, στον πόλεμο κατά του Ιράν, αρνήθηκε στις ΗΠΑ τη χρήση του εναέριου χώρου της και νατοϊκών βάσεων στα εδάφη της για επιθέσεις στο Ιράν. Ως αποτέλεσμα, ο Τραμπ απείλησε με διακοπή του εμπορίου και ενδεχομένως κάθε σχέσης με την Ισπανία.
Ο Σεν Μινγκ-σι (Shen Ming-shih), ερευνητής στο Ινστιτούτο Εθνικής Άμυνας και Ασφαλείας της Ταϊβάν, εκτίμησε ότι η στάση του Σάντσεθ απορρέει από τον αριστερό πολιτικό του προσανατολισμό. Συμπλήρωσε ότι αυτό ενδέχεται να ενισχύεται από προσωπική αντιπάθεια προς τον Τραμπ, ιδίως δεδομένου ότι ο τελευταίος είχε θέσει ακόμη και το ενδεχόμενο διακοπής διπλωματικών σχέσεων με την Ισπανία, παρατηρώντας ότι η Ισπανία αποτελεί το λιγότερο συνεργάσιμο μέλος του ΝΑΤΟ.
Υποκινητής, όχι ειρηνοποιός
Το ζήτημα δεν είναι κατά πόσο η Κίνα θα πρέπει να αναλάβει περισσότερες διεθνείς ευθύνες, αλλά ότι η ίδια αποτελεί βασικό υποκινητή πολλών από τις σημερινές διεθνείς κρίσεις, εκτίμησε ο πολιτικός σχολιαστής με έδρα τις ΗΠΑ Κάι Σενκούν (Cai Shenkun), ο οποίος διατηρεί επαφές με πρόσωπα εντός του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ).
Όπως ανέφερε, το καθεστώς του Ιράν υποστηρίζει επί μακρόν τρομοκρατικές οργανώσεις, αναπτύσσει πυραύλους και έχει επιδιώξει κρυφά την απόκτηση πυρηνικών όπλων, ενώ την ίδια στιγμή η Ρωσία βασίζεται στις κινεζικές αγορές, στα χρηματοπιστωτικά κανάλια και σε αγαθά διπλής χρήσης για να συντηρεί και τροφοδοτεί τον πόλεμο κατά της Ουκρανίας. Αντί το Πεκίνο να περιορίζει αυτά τα καθεστώτα, στην πραγματικότητα τους παρέχει συστηματικά οικονομική και εφοδιαστική στήριξη, καθώς και διπλωματική κάλυψη, λειτουργώντας ως ο πιο κρίσιμος εξωτερικός υποστηρικτής τους σε καίριες στιγμές.
Σύμφωνα με τον Κάι, η ρητορική του Σάντσεθ στο Πεκίνο συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας ιδιαίτερα παραπλανητικής διεθνούς εικόνας για το ΚΚΚ, σύμφωνα με την οποία δεν αποτελεί μέρος της κρίσης αλλά μια «υπεύθυνη μεγάλη δύναμη», απαραίτητη για την επίλυσή της. Τόνισε ότι αυτό είναι ακριβώς το αφήγημα που επιδιώκει το Πεκίνο και που επιζητά να προωθούν οι Ευρωπαίοι πολιτικοί. Το πιο επιλήψιμο στοιχείο της επίσκεψης του Σάντσεθ δεν είναι όσα είπε, αλλά το γεγονός ότι, σε μια κρίσιμη συγκυρία, συνέβαλε στο «ξέπλυμα» της διεθνούς εικόνας του Πεκίνου. Εκτίμησε επίσης ότι ο Σάντσεθ δεν μπορεί να αγνοεί την πραγματική σχέση μεταξύ Κίνας, Ιράν και Ρωσίας και ότι δεν πρόκειται για έλλειψη κατανόησης, αλλά για συνειδητή επιλογή αποφυγής του ζητήματος, καθώς αυτό εξυπηρετεί πρακτικά του συμφέροντα.
Κατά τη συνάντηση με τον Σι Τζινπίνγκ, προτεραιότητα αποτέλεσαν τα οικονομικά και εμπορικά ζητήματα. Ο Σάντσεθ επεσήμανε ότι η Κίνα αντιστοιχεί στο 74% του συνολικού εμπορικού ελλείμματος της Ισπανίας, γεγονός που συνιστά πρόκληση για τη σταθερότητα της οικονομίας της. Όπως ανέφερε στην ομιλία του στο Πανεπιστήμιο Τσινγκχουά, στις 13 Απριλίου, η Ισπανία κατέγραψε εμπορικό έλλειμμα 42,3 δισ. ευρώ με την Κίνα το 2025.
Σε συνέντευξη Τύπου στο Πεκίνο, δήλωσε ότι το κινεζικό καθεστώς συμφώνησε σε μέτρα για τη μείωση του ελλείμματος, ενώ υπέγραψε σειρά συμφωνιών με τον Κινέζο πρωθυπουργό Λι Τσιανγκ, μεταξύ των οποίων η αύξηση των εισαγωγών ισπανικών αγροτικών προϊόντων και η βελτίωση των μεταφορών και των υποδομών της Ισπανίας.
Από τη μία πλευρά, ο Σάντσεθ χρειάζεται την κινεζική αγορά και τις κινεζικές επενδύσεις, επιδιώκοντας παράλληλα να διαδραματίσει έναν ρόλο στην Ευρώπη «ανεξάρτητο από τις Ηνωμένες Πολιτείες», σημείωσε ο Κάι. Από την άλλη, εκτίμησε ότι απευθύνεται σε συγκεκριμένες αριστερές πολιτικές ομάδες και στο αντι-αμερικανικό κλίμα στην Ευρώπη, παρουσιάζοντας τη «διεθνή τάξη με πολλαπλά κέντρα ισχύος» ως ηθική επιταγή, την απομάκρυνση από τις Ηνωμένες Πολιτείες ως «στρατηγική αυτονομία» και τον κατευνασμό του Πεκίνου ως «διεθνή διαμεσολάβηση».
Μια επικίνδυνη τάση
Ο Σεν προειδοποίησε ότι, εάν οι αξίες του κινεζικού καθεστώτος ή το «κινεζικό μοντέλο» αντικαταστήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα υπονομευθούν και οι δημοκρατικές και φιλελεύθερες αξίες. Πρόσθεσε ότι η ανάθεση της κυριαρχίας της παγκόσμιας τάξης σε ένα τέτοιο αυταρχικό κράτος συνιστά εξαιρετικά επικίνδυνη εξέλιξη.
Ο Κάι επεσήμανε ότι ο Σάντσεθ δεν εκπροσωπεί το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εντός της Ένωσης δεν υπάρχει συναίνεση υπέρ της ιδέας να «αντικαταστήσει το Πεκίνο την Ουάσιγκτον», ενώ πολλές ευρωπαϊκές χώρες καθίστανται ολοένα και πιο επιφυλακτικές απέναντι στο ΚΚΚ. Σημείωσε επίσης ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ενισχύσει την επαγρύπνησή της έναντι της διείσδυσης και της επέκτασης του κινεζικού καθεστώτος σε πολλούς τομείς, όπως η ασφάλεια, το εμπόριο και η ενέργεια, καθώς οι Βρυξέλλες αναγνωρίζουν σταδιακά ότι το Πεκίνο συνιστά απειλή για τις αξίες και τον τρόπο ζωής της Ένωσης.
Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι ο Σάντσεθ ενσαρκώνει μια επικίνδυνη τάση που αναδύεται στην Ευρώπη. Η τάση αυτή χαρακτηρίζεται από αυξημένη κριτική προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και μεγαλύτερη επιείκεια απέναντι στο ΚΚΚ, με τους Ευρωπαίους να προβάλλουν αρχές όταν πρόκειται για δυτικούς συμμάχους, αλλά να επικαλούνται «κατανόηση» όταν συναλλάσσονται με αυταρχικά καθεστώτα.
Παράλληλα, πρόσθεσε ότι ζητούν αυτοσυγκράτηση από τις δημοκρατικές χώρες, ενώ επενδύουν τις ελπίδες τους σε αυταρχικές δυνάμεις για τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης.
Ο Σεν εκτίμησε ότι, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες πάψουν να στηρίζουν το ΝΑΤΟ, η συνολική στρατιωτική ισχύς και επιρροή της Συμμαχίας θα μειωθούν αναπόφευκτα. Μια τέτοια μείωση θα ήταν επωφελής για τη Ρωσία και, υπό αυτές τις συνθήκες, το ΝΑΤΟ δεν θα μπορούσε πλέον να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη γεωπολιτική και την ασφάλεια της Ευρώπης, γεγονός που θα μπορούσε να σηματοδοτήσει είτε την κατάρρευσή του είτε την είσοδό του σε φάση οριστικής παρακμής.
Με τη συμβολή του Luo Ya και πληροφορίες από το Reuters
Η εκεχειρία μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου φαίνεται να διατηρείται, ενισχύοντας τις ελπίδες για μια ευρύτερη διπλωματική διευθέτηση που θα μπορούσε να οδηγήσει στον τερματισμό της σύγκρουσης στην περιοχή. Πρόκειται για την πρώτη ουσιαστική παύση των εχθροπραξιών από την κλιμάκωση της έντασης στις αρχές Μαρτίου, μετά από συγκρούσεις μεταξύ ισραηλινών δυνάμεων και της Χεζμπολάχ.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ εξέφρασε την ελπίδα η Χεζμπολάχ να τηρήσει την εκεχειρία, σημειώνοντας ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε σημαντική στιγμή για την οργάνωση και υπογραμμίζοντας την ανάγκη να σταματήσει η αιματοχυσία και να επικρατήσει ειρήνη. Σε μεταγενέστερες δηλώσεις του έκανε λόγο για πιθανή ιστορική ημέρα για τον Λίβανο, επισημαίνοντας ότι καταγράφονται θετικές εξελίξεις στην περιοχή, ενώ εκτίμησε ότι ο πόλεμος με το Ιράν εξελίσσεται ομαλά και ενδέχεται να ολοκληρωθεί σχετικά σύντομα.
Ο Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο μετάβασης στο Ισλαμαμπάντ, εφόσον υπάρξει πρόοδος στις επόμενες συνομιλίες, για τις οποίες δεν έχει ακόμη οριστεί ημερομηνία. Παράλληλα, Αμερικανοί αξιωματούχοι χαρακτήρισαν την εκεχειρία εύθραυστη αλλά σημαντική, τονίζοντας ότι αποτελεί μόνο την αρχή μιας μακράς διαδικασίας, με μικρά και σταδιακά βήματα, καθώς οι πλευρές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν βαθιά έλλειψη εμπιστοσύνης.
Η συμφωνία προβλέπει διάρκεια 10 ημερών και συνδέεται με ευρύτερες προσπάθειες αποκλιμάκωσης στην περιοχή.
Τα Στενά του Ορμούζ
Στο πλαίσιο της εκεχειρίας, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Σεγιέντ Αραγτσί, ανακοίνωσε ότι οι ιρανικές δυνάμεις θα σταματήσουν να περιορίζουν τη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ για το υπόλοιπο της διάρκειάς της. Τα Στενά αποτελούν μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες παγκοσμίως και είχαν μετατραπεί σε βασικό σημείο έντασης, καθώς η Τεχεράνη είχε περιορίσει τη διέλευση σε αντίποινα για τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η διέλευση των εμπορικών πλοίων θα γίνεται μέσω συγκεκριμένης συντονισμένης διαδρομής που έχει καθοριστεί από τις ιρανικές αρχές. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ επικρότησε την εξέλιξη, εκφράζοντας ευγνωμοσύνη προς το Ιράν και σημειώνοντας ότι τα Στενά είναι πλέον πλήρως ανοιχτά για ναυσιπλοΐα.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός πλοίων που συνδέονται με το Ιράν θα παραμείνει σε πλήρη ισχύ μέχρι να ολοκληρωθεί η υπό διαπραγμάτευση συμφωνία με την Τεχεράνη. Ανέφερε επίσης ότι υπάρχει δέσμευση από ιρανικής πλευράς να μην κλείσουν ξανά τα Στενά και ότι δεν θα χρησιμοποιηθούν ως μέσο πίεσης στο μέλλον, ενώ σημείωσε ότι προβλέπεται απομάκρυνση τυχόν ναρκών από την περιοχή.
Η είδηση είχε άμεσο αντίκτυπο στις διεθνείς αγορές, με τις τιμές του πετρελαίου να καταγράφουν πτώση άνω του 10% και τους βασικούς χρηματιστηριακούς δείκτες των ΗΠΑ να κινούνται ανοδικά, αντανακλώντας την προσωρινή αποκλιμάκωση της έντασης.
Ωστόσο, η απαίτηση για συγκεκριμένη διαδρομή διέλευσης υποδηλώνει ότι το άνοιγμα είναι περιορισμένο και προσωρινό, συνδεδεμένο άμεσα με τη διάρκεια της εκεχειρίας.
Ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός παρακολουθεί την κατάσταση, εξετάζοντας αν διασφαλίζεται η ελευθερία ναυσιπλοΐας. Όπως επισημάνθηκε, το Ιράν έχει εισαγάγει διαφορετικό διάδρομο από τον διεθνώς αναγνωρισμένο, για τον οποίο δεν υπάρχουν ακόμη επαρκείς πληροφορίες ως προς την ασφάλεια, ενώ το καθιερωμένο σύστημα διαχωρισμού κυκλοφορίας που ισχύει από το 1968 παραμένει έτοιμο να επανενεργοποιηθεί.
Η κατάσταση στον Λίβανο
Στον Λίβανο, η κατάσταση παραμένει εύθραυστη. Οι Ένοπλες Δυνάμεις του Λιβάνου κατηγόρησαν το Ισραήλ για παραβιάσεις της εκεχειρίας, αναφέροντας επιθέσεις και διαλείποντες βομβαρδισμούς σε περιοχές του νότου και καλώντας τους πολίτες να καθυστερήσουν την επιστροφή τους.
Το Ισραήλ δεν έχει σχολιάσει τις καταγγελίες. Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει δηλώσει ότι θα διατηρήσει στρατεύματα στη ζώνη ασφαλείας στον Λίβανο, σε βάθος περίπου 9,7 χιλιομέτρων από τα σύνορα, επισημαίνοντας ότι δεν πρόκειται να αποχωρήσει από τις θέσεις που έχει καταλάβει.
Ο Νετανιάχου υπογράμμισε ότι ο βασικός στόχος της εκστρατείας —ο αφοπλισμός της Χεζμπολάχ— δεν έχει ακόμη επιτευχθεί, ενώ ανέφερε ότι μεγάλο μέρος του εκτιμώμενου οπλοστασίου της οργάνωσης, που φτάνει τις 150.000 ρουκέτες και πυραύλους, έχει ήδη καταστραφεί.
Όπως ανέφερε, η ισορροπία δυνάμεων έχει μεταβληθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να έχουν διατυπωθεί αιτήματα για απευθείας ειρηνευτικές συνομιλίες, κάτι που δεν έχει συμβεί εδώ και δεκαετίες. Παράλληλα, απέρριψε όρους που αποδίδονται στη Χεζμπολάχ, όπως η αποχώρηση του Ισραήλ και μια εκεχειρία που προβλέπει αμοιβαία αυτοσυγκράτηση.
Διεθνείς αντιδράσεις
Το Ιράν χαιρέτισε τη συμφωνία εκεχειρίας, τονίζοντας ότι ο τερματισμός των εχθροπραξιών στον Λίβανο αποτελεί βασική προϋπόθεση για μια ευρύτερη συμφωνία στην περιοχή. Ιρανός αξιωματούχος επισήμανε ότι η Τεχεράνη επιδιώκει ταυτόχρονη εκεχειρία σε όλη τη Μέση Ανατολή και υπογράμμισε την ανάγκη πλήρους αποχώρησης των ισραηλινών δυνάμεων από τον Λίβανο, στοιχείο που ενδέχεται να προκαλέσει τριβές.
Η εκεχειρία έγινε δεκτή θετικά από τη διεθνή κοινότητα. Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν εξέφρασε πλήρη στήριξη, αλλά και ανησυχία για πιθανή υπονόμευσή της λόγω συνεχιζόμενων στρατιωτικών ενεργειών. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν χαρακτήρισε την εξέλιξη ανακούφιση.
Ο πρωθυπουργός του Πακιστάν Σαχμπάζ Σαρίφ χαιρέτισε επίσης την εκεχειρία, αποδίδοντάς την σε έντονες διπλωματικές προσπάθειες, ενώ εξέφρασε την ελπίδα ότι θα ανοίξει τον δρόμο για μια βιώσιμη ειρήνη. Το Πακιστάν έχει αναδειχθεί σε βασικό διαμεσολαβητή, φιλοξενώντας συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν και συνεχίζοντας τις επαφές με την Τεχεράνη.
Αραβικές χώρες, όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, η Ιορδανία, η Αίγυπτος, το Ομάν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, χαιρέτισαν την εκεχειρία ως θετικό βήμα προς την αποκλιμάκωση και τη σταθερότητα.
Πίεση από ΗΠΑ
Παράλληλα με τις διπλωματικές κινήσεις, οι Ηνωμένες Πολιτείες εντείνουν την πίεση προς το Ιράν. Το Πεντάγωνο επιβεβαίωσε την επέκταση του ναυτικού αποκλεισμού, με δυνατότητα ελέγχου και κατάσχεσης πλοίων που θεωρείται ότι υποστηρίζουν την ιρανική πολεμική προσπάθεια σε διεθνή ύδατα.
Αμερικανός στρατιωτικός αξιωματούχος προειδοποίησε ότι τα πλοία αυτά θα πρέπει να αλλάξουν πορεία ή να είναι έτοιμα για νηοψία, ακόμη και με τη χρήση προειδοποιητικών πυρών. Οι νέες οδηγίες επεκτείνουν τον ορισμό των παράνομων φορτίων πέρα από τα όπλα, ώστε να περιλαμβάνουν πετρελαϊκά προϊόντα, βιομηχανικά υλικά και αγαθά διπλής χρήσης.
Το Ιράν έχει επικρίνει έντονα τα μέτρα, προειδοποιώντας για πιθανά αντίποινα σε θαλάσσιες οδούς και ενεργειακές υποδομές.
Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν συνεχίζονται παράλληλα με τις εξελίξεις στον Λίβανο, με την Ουάσιγκτον να επιμένει ότι οποιαδήποτε συμφωνία πρέπει να περιλαμβάνει τον τερματισμό του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος και την παράδοση αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου — όρους που μέχρι στιγμής απορρίπτονται από την Τεχεράνη.
Ο πόλεμος έχει προκαλέσει σοβαρές ανθρωπιστικές συνέπειες, με περίπου 2.200 νεκρούς, περισσότερους από 7.100 τραυματίες και πάνω από 1,2 εκατομμύρια εκτοπισμένους στον Λίβανο από τις αρχές Μαρτίου, γεγονός που εντείνει την πίεση για μια συνολική λύση.
Δορυφόροι κατέγραψαν πρόσφατη κινεζική δραστηριότητα στον ύφαλο Σκάρμπορω, στη Νότια Σινική Θάλασσα — ένα σημείο που αν και βρίσκεται εντός της ΑΟΖ των Φιλιππινών, παραμένει διαφιλονικούμενο εδώ και χρόνια.
Συγκεκριμένα, ο πάροχος δορυφορικών εικόνων Vantor (πρώην Maxar Technologies) παρουσίασε στις 10 και 11 Απριλίου φωτογραφίες που αποτυπώνουν την παρουσία τεσσάρων κινεζικών αλιευτικών σκαφών, ενός σκάφους του Πολεμικού Ναυτικού ή της Ακτοφυλακής της Κίνας, καθώς και την τοποθέτηση πλωτού φράγματος 352 μ. που απομονώνει τμήμα του υφάλου.
Οι κινεζικές κινήσεις εντάσσονται στην απόφαση του Πεκίνου, το 2025, να εγκρίνει τη δημιουργία καταφυγίου άγριας ζωής στην περιοχή, καθώς κατηγορεί τις Φιλιππίνες για υπεραλίευση και μόλυνση των υδάτων. Η Μανίλα απορρίπτει τις κατηγορίες και τις ανταποδίδει ισχυριζόμενη ότι η κινεζική δραστηριότητα είναι αυτή που βλάπτει τη θαλάσσια ζωή και τους κοραλλιογενείς υφάλους.
Για τις Φιλιππίνες, η ίδρυση του θαλάσσιου πάρκου αποτελεί πρόφαση, με τα πραγματικά κίνητρα της Κίνας να ανάγονται σε διεκδίκηση της Νότιας Σινικής Θάλασσας, η οποία αποτελεί ζωτικό σημείο διέλευσης για το εμπόριό της: εμπορεύματα αξίας $3 τρισ. δολαρίων διακινούνται μέσω της περιοχής ετησίως. Ο κινεζικός χάρτης των «εννέα γραμμών» περικλείει το μεγαλύτερο μέρος της, παραβιάζοντας τα συμφέροντα του Βιετνάμ, της Ινδονησίας, της Μαλαισίας και του Μπρουνέι επίσης.
Η κινεζική παρουσία έχει ενταθεί μετά από αντιπαράθεση του 2012, με παρουσία στολίσκου αλιευτικών και σκαφών της ακτοφυλακής. Έχουν καταγραφεί επιθέσεις και παρενόχληση των ψαράδων της περιοχής, ενώ έχουν τοποθετηθεί ραντάρ, πυραυλικά συστήματα και διάδρομοι απογείωσης σε υφάλους των νήσων Σπράτλυ, που βρίσκονται νοτιότερα. Βάσει αυτών των δεδομένων, διεθνείς αναλυτές θεωρούν απόλυτα πιθανή την οικοδόμηση στον ύφαλο Σκάρμπορω τεχνητού νησιού.
Παρόλο που ο ύφαλος βρίσκεται εντός της ΑΟΖ των Φιλιππινών, η κυριαρχία παραμένει αμφισβητήσιμη. Το 2016, το Μόνιμο Διαιτητικό Δικαστήριο έδωσε μεν προτεραιότητα στις Φιλιππίνες, χωρίς ωστόσο να αποδώσει στη χώρα την κυριαρχία. Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, ο αποκλεισμός που επέβαλλε η Κίνα στην περιοχή, η οποία αποτελεί κοινό αλιευτικό χώρο πολλών διαφορετικών χωρών (όπως του Βιετνάμ, των Φιλιππινών αλλά και της ίδιας της Κίνας) παραβίαζε το Διεθνές Δίκαιο.
Για την προστασία των αλιέων τους από την κινεζική ακτοφυλακή, που συχνά τους αναγκάζει να απομακρυνθούν, οι Φιλιππίνες στέλνουν δικά τους σκάφη για να τους προστατεύσουν. Επιπλέον, καλλιεργούν σχέσεις με ισχυρούς συμμάχους, όπως οι ΗΠΑ, με τις οποίες έχουν συμφωνία από το 1951, ώστε να καλύπτεται η δική τους οπλική αδυναμία.
Στο παρελθόν έχουν συμβεί αρκετά περιστατικά μεταξύ των δύο χωρών που έχουν πυροδοτήσει εντάσεις, όπως χρήση υδροβόλων, εμβολισμοί με σκάφη, ελιγμοί της κινεζικής ακτοφυλακής, καθώς και πτήσεις μαχητικών αεροσκαφών που παρακολουθούν φιλιππινέζικα αεροσκάφη πάνω από τον υφάλου. Οι δύο πλευρές αλληλοκατηγορούνται για προκλήσεις και παραβιάσεις.