Δευτέρα, 25 Μαΐ, 2026

Το ορατόριο «Παύλος» του Mendelssohn από τη Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών

Το ορατόριο του Φέλιξ Μέντελσον «Παύλος» (έργο 36) επέλεξε η Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών για να μας εισάγει στο πνεύμα της Μεγάλης Εβδομάδας, εστιάζοντας σε έναν από τους θεμελιωτές του Χριστιανισμού.

Το ορατόριο αφηγείται ολόκληρη την ιστορία του «Αποστόλου των Εθνών», της οποίας κομβικό σημείο είναι η μεταστροφή του Παύλου από διώκτη της νέας πίστης σε ένθερμο κήρυκα. Ανάλογη εμπειρία είχε και ο ίδιος ο συνθέτης, ο οποίος αν και ανατράφηκε με την ιουδαϊκή θρησκεία, σε όψιμη ηλικία στράφηκε στον Χριστιανισμό. Τα αρχικά του βιώματα απηχούν στα περισσότερα θρησκευτικά του έργα, τα οποία είναι βασισμένα στην Παλαιά και όχι στην Καινή Διαθήκη.

Προσωπογραφία του Φέλιξ Μέντελσον (1846), από τον Γερμανό ζωγράφο Έντουαρντ Μάγκνους. Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου. (Public Domain)

 

Ο Μέντελσον (1809–1847) έδειξε από νωρίς κλίση στη θρησκευτική μουσική, εστιάζοντας στην περίοδο από τον 16ο έως το 18ο αιώνα, και ειδικότερα στους αναγεννησιακούς συνθέτες και τον Μπαχ. Η επιρροή του τελευταίου είναι εμφανής στο ορατόριο «Παύλος», αλλά και στο «Ηλίας», κυρίως στη δομή και την έμφαση στο χορωδιακό μέρος.

Το ορατόριο θα παρουσιαστεί τη Μεγάλη Δευτέρα, 6 Απριλίου, στις 20:30, σε συνεργασία με ένα εξαιρετικό επιτελείο σολίστ και τρεις νεανικές χορωδίες, στο Ωδείο Αθηνών, στο αμφιθέατρο Ιωάννης Δεσποτόπουλος.

Η παρουσίαση του εντάσσεται στον κύκλο «Συμφωνικές βραδιές», και θα γίνει στην πρωτότυπη γερμανική γλώσσα με παράλληλους υπερτίτλους στην ελληνική.

Εισιτήρια πωλούνται αποκλειστικά διαδικτυακά, μέσω της πλατφόρμας more.com. Τη βραδιά της συναυλίας στο Ωδείο δεν θα είναι δυνατή η αγορά.

* * * * *

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΣΥΝΑΥΛΙΑΣ

Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών

Σολίστ:

Ελένη Καλένος (υψίφωνος)
Ειρήνη Καράγιαννη (μεσόφωνος)
Ανδρέας Καραούλης (τενόρος)
Χριστόφορος Σταμπόγλης (βαθύφωνος)

Χορωδίες:

Ακαδημαϊκή Χορωδία Νέων Αθηνών (ΑΧΝΑ) (διδασκαλία Νίκος Μαλιάρας)
Μικτή Χορωδία του Εθνικού Ωδείου (διδασκαλία Σπύρος Κλάψης)
Apollo Voice Ensemble, από το Ηράκλειο της Κρήτης (διδασκαλία Μάνος Παναγιωτάκης)

Μουσική διεύθυνση: Νίκος Μαλιάρας

* * * * *

Ωδείο Αθηνών

Ρηγίλλης & Βασιλέως Γεωργίου Β΄ 17-19

Τηλέφωνο: (+30) 210 7240 673
Καθημερινές 10:00–21:00
Email: info@athensconservatoire.gr

www.athensconservatoire.gr

Η επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας γίνεται εμφανής

Η Κίνα ολοκλήρωσε πρόσφατα τις «Δύο Συνόδους», τη σημαντικότερη πολιτική της συνεδρίαση για το έτος, με το Πεκίνο να θέτει στόχο ανάπτυξης για το 2026 στο 4,5% έως 5% — το χαμηλότερο επίπεδο από το 1991.

Για χρόνια, το Πεκίνο όριζε σταθερούς στόχους ανάπτυξης προκειμένου να προβάλλει εικόνα σταθερότητας. Αναλυτές δήλωσαν στην εφημερίδα The Epoch Times ότι οι χαμηλότερες προσδοκίες υποδηλώνουν ένα βαθύτερο πρόβλημα· η οικονομία ενδέχεται να είναι πολύ πιο αδύναμη από ό,τι δείχνουν τα επίσημα στοιχεία για το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ).

Τα προειδοποιητικά σημάδια, σύμφωνα με τους αναλυτές, είναι ήδη ορατά σε στοιχεία που το καθεστώς δεν μπορεί εύκολα να προσαρμόσει· μείωση φορολογικών εσόδων, νέα σημαντική πτώση των εσόδων από πωλήσεις γης, παρατεταμένη ύφεση στον τομέα των ακινήτων, ασθενής ιδιωτική επένδυση, υποτονική καταναλωτική ζήτηση, καθώς και άλλα στοιχεία που το Πεκίνο έχει τροποποιήσει, καθυστερήσει ή ακόμη και σταματήσει να δημοσιοποιεί.

Ο Κινέζος οικονομολόγος με έδρα τις ΗΠΑ Λι Χενγκτσίνγκ ανέφερε στην Epoch Times ότι όταν το Πεκίνο μείωσε τον στόχο ανάπτυξης για το 2026 στο 4,5% έως 5%, έκανε κάτι περισσότερο από το να περιορίσει τις προσδοκίες, καθώς προχώρησε σε μια σιωπηρή παραδοχή ότι η επιβράδυνση της Κίνας δεν αποτελεί πλέον μια προσωρινή κάμψη που μπορεί να καλυφθεί από έναν ενιαίο αριθμό ΑΕΠ.

Σύμφωνα με τον Λι, ο πιο σωστός τρόπος ανάγνωσης της κινεζικής οικονομίας δεν είναι να εξετάζεται αν κάθε επίσημος αριθμός είναι αληθής ή ψευδής, αλλά ποια στοιχεία είναι δυσκολότερο να «εξομαλυνθούν». Με αυτό το μέτρο, η εικόνα είναι ζοφερή.

Χαμηλότερος στόχος και ισχυρότερο μήνυμα

Οικονομολόγοι και αναλυτές αμφισβητούν εδώ και χρόνια την αξιοπιστία των επίσημων στοιχείων ΑΕΠ της Κίνας. Οι αμφιβολίες αυτές έχουν πολλαπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια, καθώς οι εμφανείς πιέσεις στην οικονομία έρχονται σε αντίθεση με τους ρυθμούς ανάπτυξης που επανειλημμένα επιτυγχάνουν ακριβώς τον στόχο.

Τα επίσημα στοιχεία τοποθετούν την ανάπτυξη στο 5%, τόσο το 2024 όσο και το 2025, δείχνοντας ότι ο στόχος του Πεκίνου επιτεύχθηκε, ωστόσο ορισμένες εξωτερικές εκτιμήσεις υποδηλώνουν ότι το καθεστώς ενδέχεται να έχει υπερεκτιμήσει την ανάπτυξη κατά 2 έως 3 ποσοστιαίες μονάδες.

Το Rhodium Group, ερευνητικό κέντρο με έδρα τη Νέα Υόρκη, εκτίμησε ότι η πραγματική αύξηση του ΑΕΠ της Κίνας το 2025 κυμάνθηκε περίπου στο 2,5% έως 3%, με πρόβλεψη 1% έως 2,5% για το 2026, ενώ η ελβετική τραπεζική ομάδα UBS εκτίμησε ανάπτυξη 3,4% για το 2025 και 3% για το 2026.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) ανέφερε ότι η ανάπτυξη στηρίχθηκε κυρίως στις εξαγωγές και στη δημοσιονομική και νομισματική τόνωση, με Κινέζους αξιωματούχους να χαρακτηρίζουν ανοιχτά την ανεπαρκή εγχώρια ζήτηση ως «σημαντικό ζήτημα» και να καλούν σε δράση.

Ο Λι σημείωσε ότι η απόκλιση αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί, επισημαίνοντας ότι τα δεδομένα αυτά δεν συνάδουν με έναν «καθαρό» ρυθμό ανάπτυξης 5%.

Ο Γκάο Σανγουέν, διακεκριμένος οικονομολόγος της κρατικής SDIC Securities, ανέφερε σε συνέδριο στην Ουάσιγκτον τον Δεκέμβριο του 2024 ότι η ανάπτυξη του ΑΕΠ της Κίνας πιθανότατα κυμάνθηκε κατά μέσο όρο γύρω στο 2% τα τελευταία δύο έως τρία χρόνια, παρότι τα επίσημα στοιχεία διατηρούνταν κοντά στο 5%, επισημαίνοντας ότι το πραγματικό μέγεθος της ανάπτυξης της Κίνας, καθώς και ορισμένα άλλα στοιχεία, δεν είναι γνωστά.

Στοιχεία που δεν μπορούν να κρυφτούν 

Ο οικονομολόγος Ντέιβι Τζ. Ουόνγκ, με έδρα τις ΗΠΑ, ανέφερε στην Epoch Times ότι τα πιο αποκαλυπτικά στοιχεία δεν βρίσκονται στον επίσημο ρυθμό ανάπτυξης, αλλά στα χρήματα που πράγματι κινούνται στην οικονομία. Τα έσοδα του γενικού κρατικού προϋπολογισμού της Κίνας μειώθηκαν κατά 1,7% το 2025, ενώ τα έσοδα των τοπικών κυβερνήσεων από πωλήσεις γης — βασική πηγή χρηματοδότησης — υποχώρησαν κατά 14,7%, καταγράφοντας την τέταρτη διαδοχική ετήσια πτώση.

Παράλληλα, η Παγκόσμια Τράπεζα διαπίστωσε ότι τα συνολικά δημοσιονομικά έσοδα παρέμειναν υποτονικά και ότι τα έσοδα από φόρο εταιρικών κερδών μειώθηκαν κατά 3,1% λόγω συρρίκνωσης των περιθωρίων κέρδους.

Ο Ουόνγκ επεσήμανε ότι, ενώ μια κυβέρνηση μπορεί να διαμορφώσει μια αφήγηση για την ανάπτυξη, είναι πολύ πιο δύσκολο να εξηγήσει ταυτόχρονα την αδύναμη είσπραξη φόρων, τη μείωση των εσόδων από πωλήσεις γης και την πτώση των φορολογικών εσόδων που συνδέονται με τα κέρδη.

Παρόμοια αδυναμία καταγράφεται και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς οι επενδύσεις σε πάγια περιουσιακά στοιχεία μειώθηκαν κατά 3,8% το 2025 και οι ιδιωτικές επενδύσεις κατά 6,4%, σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Κίνας.

Άποψη της κεντρικής επιχειρηματικής περιοχής του Πεκίνου. Κίνα, 18 Οκτωβρίου 2024. (Kevin Frayer/Getty Images)

 

Τα μηνιαία στοιχεία επιβεβαιώνουν την εικόνα· η εποχικά διορθωμένη σειρά επενδύσεων σε πάγια στοιχεία ήταν αρνητική σε κάθε μήνα του 2025, ενώ οι λιανικές πωλήσεις μειώθηκαν σε μηνιαία βάση τον Ιούνιο, τον Ιούλιο, τον Σεπτέμβριο, τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο. Τον Απρίλιο του 2025, το κράτος διοχέτευσε 520 δισεκατομμύρια γουάν σε τέσσερις μεγάλες τράπεζες στο πλαίσιο πακέτου στήριξης, κίνηση που ο Λι χαρακτήρισε εντυπωσιακή για μια οικονομία που υποτίθεται ότι αναπτύσσεται σταθερά με ρυθμό 5%.

Ο Ουόνγκ υπογράμμισε ότι τα στοιχεία αυτά δεν δείχνουν ανάκαμψη που διαχέεται στην εγχώρια οικονομία, αλλά μια εικόνα οικονομίας που στηρίζεται σε επιλεγμένους τομείς, στην κρατική υποστήριξη και στις εξαγωγές, ενώ ο ιδιωτικός τομέας παραμένει αδύναμος. Η Παγκόσμια Τράπεζα κατέληξε σε παρόμοιο συμπέρασμα, εκτιμώντας ότι η δημοσιονομική ώθηση έφτασε το 1,6% του ΑΕΠ το 2025, αλλά μόνο το 0,5% κατευθύνθηκε άμεσα στα νοικοκυριά.

Η ίδια έκθεση σημειώνει ότι η ζήτηση για ιδιωτική πίστωση παρέμεινε ασθενής παρά τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, καθώς τα νοικοκυριά επηρεάστηκαν από τη βραδύτερη αύξηση εισοδημάτων, την πτώση των τιμών κατοικιών και το υψηλό επίπεδο χρέους. Παράλληλα, η ίδια η ρητορική του Πεκίνου υπονόμευσε τα επίσημα στοιχεία, με τον Σι Τζινπίνγκ να ζητά ταχύτερη δράση για την ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης και άλλους αξιωματούχους να θέτουν την επέκτασή της ως κορυφαία προτεραιότητα για το 2026.

Ταυτόχρονα, οι ρυθμιστικές αρχές δεσμεύθηκαν να αντιμετωπίσουν τον «εσωστρεφή ανταγωνισμό» και τους «άτακτους πολέμους τιμών», δηλαδή έναν έντονο ανταγωνισμό όπου οι επιχειρήσεις μειώνουν τιμές, αυξάνουν την παραγωγή και μιμούνται προϊόντα, διαβρώνοντας τα κέρδη χωρίς πραγματική ανάπτυξη. Ο Λι σημείωσε ότι το μήνυμα είναι σαφές: οι επιχειρήσεις μειώνουν υπερβολικά τις τιμές, τα νοικοκυριά δεν δαπανούν αρκετά και η ανάπτυξη εξαρτάται υπερβολικά από την προσφορά.

Στιγμιότυπο από την 20ή Διεθνή Έκθεση Αυτοκινητοβιομηχανίας της Σαγκάης. Κίνα, 19 Απριλίου 2023. (Hector Retamal/AFP μέσω Getty Images)

 

Η δημογραφική κάμψη εντείνει τις πιέσεις, καθώς ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 3,39 εκατομμύρια το 2025. Ο Ουόνγκ επεσήμανε ότι, αν και η μείωση του πληθυσμού δεν προκαλεί άμεση επιβράδυνση, καθιστά την προσαρμογή πιο δύσκολη σε μια οικονομία που ήδη αντιμετωπίζει χρέος, ασθενή ζήτηση και μειωμένη εμπιστοσύνη.

Η ύφεση στην αγορά ακινήτων

Η αγορά ακινήτων παραμένει ένας από τους βασικούς ανασταλτικούς παράγοντες της ανάπτυξης. Το 2025, οι επενδύσεις στον κλάδο μειώθηκαν κατά 17,2%, οι νέες κατασκευές κατά 20,4% και οι πωλήσεις σε αξία κατά 12,6%, ενώ η χρηματοδότηση των κατασκευαστών μειώθηκε κατά 13,4%. Μέχρι τον Δεκέμβριο, και οι εβδομήντα μεγάλες και μεσαίες πόλεις της χώρας κατέγραφαν μηνιαίες μειώσεις στις τιμές των μεταχειρισμένων κατοικιών.

Ο καθηγητής Σουν Κουό-Χσιανγκ ανέφερε ότι τα στοιχεία αυτά αντανακλούν μια συνεχιζόμενη ύφεση που επιβαρύνει τα οικονομικά των τοπικών κυβερνήσεων, τον πλούτο των νοικοκυριών και την εμπιστοσύνη. Κατά τα χρόνια της άνθησης, οι κατασκευαστές αγόραζαν γη από τις τοπικές αρχές σε υψηλές τιμές, δημιουργώντας σημαντικά έσοδα και ενισχύοντας την οικοδομική δραστηριότητα.

Πύργοι γραφείων υπό κατασκευή, στην κεντρική επιχειρηματική περιοχή του Πεκίνου. Κίνα, 18 Οκτωβρίου 2024. (Kevin Frayer/Getty Images)

 

Το μοντέλο αυτό άρχισε να καταρρέει το 2020 με την πολιτική των «τριών κόκκινων γραμμών», η οποία περιόρισε τον δανεισμό των εταιρειών και συνέβαλε στην κατάρρευση της Evergrande, επιδεινώνοντας τη συνολική κάμψη. Η πίεση στον κλάδο συνεχίζεται, με τα ακίνητα και τις συναφείς δραστηριότητες να αντιστοιχούν περίπου στο ένα τέταρτο έως το ένα τρίτο του ΑΕΠ.

Η πτώση των τιμών και της οικοδομικής δραστηριότητας επηρεάζει ευρύτερα την οικονομία και περιορίζει την κατανάλωση, καθώς τα νοικοκυριά διακρατούν μεγάλο μέρος του πλούτου τους σε ακίνητα. Η έλλειψη επίσημων στοιχείων για τις κενές κατοικίες και η απόσυρση σχετικής έκθεσης από το Ινστιτούτο Beike ενίσχυσαν τις ανησυχίες για υπερπροσφορά, με τον Σουν να εκτιμά ότι υπήρξαν πιέσεις από το Πεκίνο.

Το πρόβλημα των «εξαφανισμένων» στοιχείων

Από το 2022 τουλάχιστον, οι κινεζικές αρχές έχουν σταματήσει να δημοσιεύουν εκατοντάδες σειρές δεδομένων που χρησιμοποιούνταν παλαιότερα από ερευνητές και επενδυτές, μεταξύ των οποίων στοιχεία για πωλήσεις γης, ξένες επενδύσεις, ανεργία, κενές κατοικίες, αποτεφρώσεις, επιχειρηματική εμπιστοσύνη, παραγωγή σάλτσας σόγιας και εμβολιασμούς. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι αρχές δεν έχουν εξηγήσει γιατί τα δεδομένα αυτά αφαιρέθηκαν ή δεν δημοσιοποιούνται.

Τα στοιχεία που απουσιάζουν σχετίζονται συχνά με πολιτικά ευαίσθητους τομείς, ιδίως την αγορά ακινήτων. Η εξέλιξη αυτή σημειώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ύφεση στον κλάδο έχει εξαφανίσει δισεκατομμύρια από τον πλούτο των νοικοκυριών και έχει προκαλέσει διαμαρτυρίες από δυσαρεστημένους αγοραστές κατοικιών. Η διαχείριση των στοιχείων για την ανεργία των νέων αποτελεί ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Άτομα που αναζητούν εργασία, σε έκθεση εργασίας στο Πεκίνο. Κίνα, 20 Μαρτίου 2024. (Jade Gao/AFP μέσω Getty Images)

 

Τον Ιούνιο του 2023, το επίσημο ποσοστό ανεργίας των νέων στην Κίνα έφτασε σε ιστορικό υψηλό 21,3%. Την ίδια περίπου περίοδο, η οικονομολόγος και καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Πεκίνου Τζανγκ Νταν-νταν προκάλεσε έντονη συζήτηση σε εθνικό επίπεδο, εκτιμώντας ότι το πραγματικό ποσοστό θα μπορούσε να φτάνει έως και το 46,5%.

Τον Αύγουστο του ίδιου έτους, οι αρχές ανακοίνωσαν ότι θα αναστείλουν τη δημοσίευση των στοιχείων για την ανεργία των νέων, επικαλούμενες την ανάγκη αναθεώρησης της μεθοδολογίας υπολογισμού. Πέντε μήνες αργότερα, το Πεκίνο δημοσίευσε νέα σειρά στοιχείων, τοποθετώντας το ποσοστό στο 14,9%.

Αξιωματούχοι ανέφεραν ότι το αναθεωρημένο ποσοστό εξαιρεί σχεδόν 62 εκατομμύρια φοιτητές πλήρους φοίτησης, υποστηρίζοντας ότι δεν θα πρέπει να υπολογίζονται ως άνεργοι. Ωστόσο, ο Ουόνγκ επεσήμανε ότι η συνήθης στατιστική πρακτική περιλαμβάνει όσους αναζητούν ενεργά εργασία, συμπεριλαμβανομένων των φοιτητών. Συγκριτικά, ο μέσος όρος ανεργίας των νέων στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης ανερχόταν στο 11,2% τον Ιούλιο του 2025, με τις Ηνωμένες Πολιτείες στο 10,8% και την Ιαπωνία στο 4,1%.

Γιατί αμφισβητούνται τα επίσημα στοιχεία

Το 2007, ο πρώην πρωθυπουργός της Κίνας Λι Κετσιάνγκ είχε δηλώσει στον πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών ότι τα στοιχεία ΑΕΠ της επαρχίας που διοικούσε ήταν τεχνητά και, συνεπώς, αναξιόπιστα, σύμφωνα με διπλωματικό τηλεγράφημα των ΗΠΑ που διέρρευσε. Αντί αυτών, είχε αναφέρει ότι βασιζόταν στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, τις σιδηροδρομικές μεταφορές εμπορευμάτων και τα νέα τραπεζικά δάνεια για να αξιολογήσει την πραγματική οικονομική δραστηριότητα, επισημαίνοντας ότι τα επίσημα στοιχεία ΑΕΠ χρησιμοποιούνται μόνο για λόγους αναφοράς.

Ο Ουόνγκ ανέφερε ότι η δήλωση αυτή αποτυπώνει το βασικό πρόβλημα του στατιστικού συστήματος της Κίνας· οι αριθμοί συχνά εξυπηρετούν πολιτικούς σκοπούς. Όπως εξήγησε, στην Κίνα τα στατιστικά στοιχεία δεν αποτελούν απλώς τεχνικό ζήτημα, αλλά συνδέονται με γραφειοκρατικά κίνητρα και ταυτόχρονα αποτελούν πολιτική αποστολή που ανατίθεται από τις κεντρικές αρχές στο πλαίσιο διατήρησης της νομιμοποίησης της διακυβέρνησης.

Οι τοπικοί αξιωματούχοι έχουν ισχυρά κίνητρα να παρουσιάζουν βελτιωμένη εικόνα, καθώς η οικονομική επίδοση συνδέεται με την αξιολόγηση, την προαγωγή και την απόδοση ευθυνών. Όταν το Πεκίνο θέτει σαφείς στόχους για την ανάπτυξη, την απασχόληση και τη σταθερότητα, η ασφαλέστερη επιλογή για τις τοπικές αρχές δεν είναι να αποτυπώσουν πλήρως την έκταση των προβλημάτων, αλλά να προσαρμόσουν τα στοιχεία σε ένα «αποδεκτό εύρος».

Αυτό εξηγεί γιατί οι αναλυτές αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό τα στοιχεία όταν η ανάπτυξη συμπίπτει ακριβώς με τον στόχο. Η αναφερόμενη ανάπτυξη 5% το 2024 ταυτίστηκε πλήρως με τον κυβερνητικό στόχο.

Ο Κινέζος πρωθυπουργός Λι Κετσιάνγκ απαντά σε ερωτήσεις κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, μετά την ολοκλήρωση της συνεδρίασης του Εθνικού Λαϊκού Κογκρέσου. Πεκίνο, 15 Μαρτίου 2015. (Feng Li/Getty Images)

 

Ο Λι Χενγκτσίνγκ ανέφερε ότι πριν ακόμη ξεκινήσει το έτος έχει ήδη «προβλεφθεί με ακρίβεια» η συνολική οικονομική επίδοση, σημειώνοντας ότι πρόκειται για φαινόμενο σχεδόν ανύπαρκτο σε άλλα μέρη του κόσμου και πραγματικά μοναδικό. Η οικονομική ανάπτυξη πρέπει να παράγεται στην πραγματικότητα και δεν μπορεί απλώς να κατασκευαστεί ή να καταγραφεί τεχνητά· ωστόσο, στην Κίνα αυτή η διάκριση ουσιαστικά δεν υφίσταται, καθώς οι αριθμοί είναι, στην ουσία, κατασκευασμένοι.

Όπως εξήγησε, τα δεδομένα προέρχονται από τη βάση: οι δήμοι αναφέρουν στους νομούς, οι νομοί στις πόλεις, οι πόλεις στις επαρχίες και τελικά στην Εθνική Στατιστική Υπηρεσία. Στο χαμηλότερο επίπεδο, οι επιχειρήσεις δηλώνουν παραγωγή και έσοδα, αλλά τους επισημαίνεται ότι τα στοιχεία δεν συνδέονται με τη φορολογία, με αποτέλεσμα να αισθάνονται ασφαλείς να τα διογκώνουν.

Εάν τα στοιχεία υπολείπονται των στόχων — όπως ο στόχος ανάπτυξης 5% του Κρατικού Συμβουλίου — επιστρέφονται για «επανέλεγχο», που στην πράξη σημαίνει αναθεώρησή τους προς τα πάνω. Όλοι κατανοούν τη διαδικασία· οι αριθμοί προσαρμόζονται μέχρι να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες.

Η διαδικασία αυτή διογκώνει τα στοιχεία σε κάθε επίπεδο της διοικητικής αλυσίδας. Παράλληλα, υπενθύμισε περιπτώσεις όπου επαρχίες παραδέχθηκαν σημαντικές στρεβλώσεις, όπως το 2018, όταν η Εσωτερική Μογγολία παραδέχθηκε διόγκωση δημοσιονομικών και βιομηχανικών στοιχείων έως και κατά 40%, και το 2017, όταν η επαρχία Λιαονίνγκ αναγνώρισε υπερεκτίμηση των οικονομικών στοιχείων άνω του 20%.

Του Sean Tseng

Με τη συμβολή της Gu Xiaohua και πληροφορίες από το Reuters

Γάλλος ναύαρχος ζητά από την Κίνα πιο άμεση εμπλοκή για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ

Ανάλυση ειδήσεων

Ο αρχηγός του γαλλικού Πολεμικού Ναυτικού, ναύαρχος Νικολά Βωζούρ, δήλωσε την 1η Απριλίου ότι πιθανότατα θα χρειαστεί να εμπλακεί η Κίνα πιο άμεσα στις προσπάθειες επαναλειτουργίας των Στενών του Ορμούζ.

Αναλυτές ανέφεραν στην εφημερίδα The Epoch Times ότι η τοποθέτηση του επικεφαλής του γαλλικού Ναυτικού, η οποία φέρνει το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας προ των ευθυνών του, εν μέσω διαφωνιών μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους στο ΝΑΤΟ σχετικά με τον πόλεμο στο Ιράν, αντανακλά την προσπάθεια της Ευρώπης να υιοθετήσει μια πολυμερή προσέγγιση για την αντιμετώπιση των διαταραχών στην παγκόσμια προσφορά πετρελαίου.

Ο Βωζούρ ανέφερε, μιλώντας στο συνέδριο ασφάλειας «Πόλεμος και Ειρήνη» στο Παρίσι την 1η Απριλίου, ότι δεν έχει παρατηρηθεί έως τώρα παρέμβαση του κινεζικού Ναυτικού για την επαναλειτουργία των Στενών. Σημείωσε, ωστόσο, ότι υπάρχει άμεσος πολιτικός διάλογος μεταξύ των κινεζικών και των ιρανικών αρχών, προκειμένου να εξασφαλιστεί η διέλευση ενός αριθμού πλοίων, εκφράζοντας παράλληλα αμφιβολίες για το κατά πόσο αυτό επαρκεί για την αποκατάσταση της ομαλής ναυσιπλοΐας. Εκτίμησε ότι η Κίνα πιθανότατα θα χρειαστεί να εμπλακεί πιο ενεργά στη συζήτηση και να καταδείξει τη δυσαρέσκειά της για το γεγονός ότι τα Στενά παραμένουν κλειστά.

Την ίδια ημέρα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι άλλες χώρες θα πρέπει να αναλάβουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, ασκώντας κριτική για την έλλειψη στήριξης από τους συμμάχους. Ο Τραμπ άφησε επίσης να εννοηθεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να αποχωρήσουν από το ΝΑΤΟ, συμμαχία η οποία συνίσταται κυρίως από ευρωπαϊκές χώρες.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κηρ Στάρμερ ανακοίνωσε, την 1η Απριλίου, ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα συγκαλέσει 35 χώρες — πλην των ΗΠΑ — για να εξετάσουν πιθανούς τρόπους για τη λύση του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ.

Εν τω μεταξύ, τρία κινεζικά πλοία διέσχισαν τα Στενά στις 30 Μαρτίου, στη δεύτερη προσπάθειά τους, αφού δύο από αυτά είχαν αναγκαστεί να επιστρέψουν στις 27 Μαρτίου.

Η Κίνα και το Πακιστάν παρουσίασαν στις 30 Μαρτίου ένα πενταμερές ειρηνευτικό σχέδιο για τον τερματισμό του πολέμου στο Ιράν. Ωστόσο, σύμφωνα με το ειδησεογραφικό μέσο Iran International με έδρα το Λονδίνο, το ιρανικό καθεστώς εμφανίζεται δυσαρεστημένο με την πρόταση.

Προηγουμένως, η Epoch Times είχε μεταδώσει ότι η Τεχεράνη απέρριψε την προσπάθεια του Πεκίνου να διαδραματίσει διαμεσολαβητικό ρόλο στον πόλεμο, καθώς και το αίτημά του για ασφαλή διέλευση κινεζικών εμπορικών πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ, σύμφωνα με πηγές στους διπλωματικούς κύκλους της Κίνας.

Στις 2 Απριλίου, το υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας χαρακτήρισε τον πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν παράνομο και υπεύθυνο για τον αποκλεισμού των Στενών.

Φέρνοντας την Κίνα προ των ευθυνών της

Οι δηλώσεις του αρχηγού του γαλλικού Ναυτικού, σύμφωνα με τον οποίο η Κίνα θα πρέπει να αναλάβει μεγαλύτερη δράση για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, δεν θα πρέπει να εκληφθούν ως στροφή της Ευρώπης προς την Κίνα, επεσήμαναν αναλυτές στην Epoch Times. Σύμφωνα με δημόσια διαθέσιμα στοιχεία για το 2025, η Κίνα αγοράζει περισσότερο από το 80% του πετρελαίου που εξάγεται από το Ιράν, ενώ σχεδόν το 40% των εισαγωγών αργού πετρελαίου της διέρχεται από τα Στενά, σύμφωνα με την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ.

Ως βασικός ενδιαφερόμενος, η Κίνα θα πρέπει να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο της προσπάθειας και της ευθύνης για το άνοιγμα του Ορμούζ, δήλωσε η Χσιε Πέι-Σιουέ, αναπληρώτρια ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Έρευνας Εθνικής Άμυνας και Ασφάλειας της Ταϊβάν, σχολιάζοντας τις δηλώσεις του Γάλλου ναυάρχου. Η Χσιε διευκρίνισε ότι αυτό δεν συνιστά πρόσκληση προς την Κίνα να εμπλακεί με τρόπους που θα ενίσχυαν τη στρατιωτική της επιρροή στη Μέση Ανατολή.

Παρόμοια εκτίμηση διατύπωσε και ο Σεν Μινγκ-σι, ερευνητής στο τμήμα εθνικής ασφάλειας του ίδιου Ινστιτούτου. Όπως ανέφερε, το γαλλικό Ναυτικό εμφανίζεται απρόθυμο να αναπτύξει δυνάμεις στα Στενά του Ορμούζ και θεωρεί ότι πρέπει να αναλάβουν αυτή την αποστολή τα κράτη της Ανατολικής Ασίας, τα οποία εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής.

Όπως παρατήρησε, αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι οι ευρωπαϊκές χώρες ή τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ επιθυμούν βαθύτερη εμπλοκή του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας στις υποθέσεις της Μέσης Ανατολής. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) παρέχει ήδη σημαντική στήριξη στο Ιράν, μεταξύ άλλων και μέσω της πώλησης στρατιωτικού εξοπλισμού, πυραύλων και άλλων οπλικών συστημάτων. Αντιθέτως, ο στόχος είναι να επιλυθούν τα ζητήματα στη Μέση Ανατολή το ταχύτερο δυνατόν και να συμμετάσχουν όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές στη διαδικασία.

Η Χσιε επεσήμανε ότι, όταν ο Βωζούρ αναφέρθηκε στον άμεσο πολιτικό διάλογο μεταξύ Κίνας και Ιράν, υπονοούσε ουσιαστικά ότι η Κίνα ήδη διατηρεί ιδιωτικές συνεννοήσεις με το Ιράν. Δεδομένου ότι το ΚΚΚ διαθέτει επιρροή στο ιρανικό καθεστώς και αποτελεί τον κύριο ωφελούμενο, θα πρέπει να αξιοποιήσει αυτή την επιρροή για να προωθήσει το πλήρες άνοιγμα της θαλάσσιας οδού και όχι απλώς να διασφαλίσει τη διέλευση των δικών του πλοίων. Όπως εξήγησε, πρόκειται για τη γαλλική διπλωματική στρατηγική της «δέσμευσης», σύμφωνα με την οποία μια τέτοια δημόσια τοποθέτηση αποσκοπεί στο να υποχρεώσει την Κίνα να προσέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αποτρέποντάς την από το να ενεργεί παρασκηνιακά και να αποκομίζει οφέλη χωρίς να αναλαμβάνει τις αντίστοιχες ευθύνες.

Σημείωσε επίσης ότι, δεδομένου ότι ο Βωζούρ διατύπωσε τις δηλώσεις του σε συνέδριο για τον πόλεμο, την ειρήνη και την ασφάλεια, είναι πιθανό να είχε προηγουμένως διαβουλευθεί με ναυτικούς διοικητές άλλων χωρών, όπως η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιαπωνία, η Ιταλία και η Ινδία. Οι δηλώσεις του Βωζούρ αντικατοπτρίζουν μια ευρύτερη συναίνεση μεταξύ της Γαλλίας και πολλών άλλων δυτικών χωρών. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα ρεαλιστική προσέγγιση, καθώς η Ευρώπη αντιμετωπίζει ήδη σοβαρές συνέπειες από τον αποκλεισμό του Ορμούζ, με εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου, αυξημένο κίνδυνο ελλείψεων σε ντίζελ και συναφή προβλήματα. Κατέληξε ότι καθίσταται αναγκαία η παρέμβαση όλων των μεγάλων χωρών — ιδίως εκείνων που διαθέτουν σημαντική διπλωματική επιρροή στο Ιράν, όπως η Κίνα — για την επίλυση της κρίσης.

Προσπάθεια για πολυμερή προσέγγιση

Όσον αφορά την πρωτοβουλία του Βρετανού πρωθυπουργού να συγκαλέσει 35 χώρες για τη διερεύνηση λύσεων επαναλειτουργίας των Στενών, η Χσιε σχολίασε ότι πρόκειται ουσιαστικά για μια πολυμερή προσπάθεια και ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν συνιστά μονομερή στροφή προς συνεργασία με την Κίνα.

Ο Σεν, αναφερόμενος στις εντάσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και ευρωπαϊκών χωρών, σημείωσε ότι το ΚΚΚ θα ήταν ικανοποιημένο αν οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκλωβίζονταν στον πόλεμο με το Ιράν ή αν οι τιμές του πετρελαίου αυξάνονταν λόγω του αποκλεισμού του Ορμούζ, γεγονός που θα οδηγούσε άλλες χώρες να αμφισβητήσουν την Ουάσιγκτον. Παράλληλα, παρατήρησε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες διατηρούν ορισμένες επιφυλάξεις έναντι του Τραμπ, ιδίως λόγω της μονομερούς προσήλωσής του στα συμφέροντα της χώρας του και της ταχύτητας με την οποία προχώρησε στην έναρξη του πολέμου χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τους συμμάχους.

Ωστόσο, υπογράμμισε ότι σε μακροπρόθεσμο επίπεδο τα ευρωπαϊκά κράτη και τα μέλη του ΝΑΤΟ, των οποίων τα στρατηγικά συμφέροντα ευθυγραμμίζονται με εκείνα των Ηνωμένων Πολιτειών, είναι πιθανό να συνεχίσουν να τάσσονται στο πλευρό της Αμερικής.

Η απειλή του Τραμπ για αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ φαίνεται, προς το παρόν, να λειτουργεί κυρίως ως μέσο άσκησης πίεσης προς τα άλλα κράτη-μέλη, εκτίμησε η Χσιε. Η πιθανότητα μιας άμεσης αποχώρησης παραμένει περιορισμένη βραχυπρόθεσμα, κυρίως λόγω των νομοθετικών περιορισμών που επιβάλλει το Κογκρέσο. Η Χσιε επέστησε την προσοχή στις αλυσιδωτές επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν, σημειώνοντας ότι οι εξελίξεις αυτές ενδέχεται να αναδιαμορφώσουν βαθιά το παγκόσμιο τοπίο της ενέργειας, της γεωπολιτικής και της ασφάλειας, ενώ οι ρόλοι και οι συμμαχίες των εμπλεκόμενων πλευρών μεταβάλλονται με ταχείς ρυθμούς.

Συνοψίζοντας, η Χσιε εκτίμησε ότι η ευρωπαϊκή στρατηγική, υπό το πρίσμα μιας σταδιακής αποχώρησης των Ηνωμένων Πολιτειών από τη Μέση Ανατολή — με την Ουάσιγκτον να στρέφει την προσοχή της στον Ινδο-Ειρηνικό για την αντιμετώπιση της κινεζικής απειλής — επικεντρώνεται στην οικοδόμηση ενός πολυμερούς μηχανισμού για την αντιμετώπιση των κοινών παγκόσμιων απειλών στην ενεργειακή ασφάλεια.

Το Πακιστάν δηλώνει έτοιμο να φιλοξενήσει συνομιλίες ΗΠΑ–Ιράν

Το υπουργείο Εξωτερικών του Πακιστάν ανακοίνωσε στις 2 Απριλίου ότι το Ισλαμαμπάντ είναι πρόθυμο να διευκολύνει τον διάλογο μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν με στόχο τον τερματισμό του πολέμου στη Μέση Ανατολή, αν και δεν έχει συμφωνηθεί χρονοδιάγραμμα και οποιαδήποτε διαπραγμάτευση θα εξαρτηθεί από το πότε και οι δύο πλευρές θα είναι έτοιμες να συμμετάσχουν.

Σε συνέντευξη Τύπου στο Ισλαμαμπάντ, ο εκπρόσωπος του υπουργείου, Ταχίρ Αντράμπι, δήλωσε ότι ο χρόνος διεξαγωγής οποιωνδήποτε συνομιλιών θα καθοριστεί από την Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη. Ανέφερε ότι τόσο το Ιράν όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εκφράσει την εμπιστοσύνη τους στο Πακιστάν για τη διευκόλυνση αυτών των συνομιλιών, προσθέτοντας ότι το Ισλαμαμπάντ θα θεωρούσε τιμή να φιλοξενήσει και να διευκολύνει διαπραγματεύσεις με στόχο μια συνολική και διαρκή διευθέτηση του πολέμου.

Σημείωσε επίσης ότι περιφερειακές δυνάμεις, μεταξύ των οποίων η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και η Αίγυπτος, έχουν στηρίξει τις προσπάθειες για τη δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών για διαπραγματεύσεις, με τους υπουργούς Εξωτερικών να συμφωνούν στην ανάγκη αποκλιμάκωσης και έναρξης διπλωματικής διαδικασίας. Το Πακιστάν αναδεικνύεται σε διπλωματικό διαμεσολαβητή στη σύγκρουση, μεταφέροντας μηνύματα μεταξύ των δύο πλευρών και προωθώντας πλαίσια διαλόγου.

Αξιωματούχοι στο Πακιστάν έχουν δηλώσει ότι η χώρα έχει ήδη διαβιβάσει προτάσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης και συνεργάζεται με περιφερειακούς και διεθνείς εταίρους για τη συγκέντρωση στήριξης υπέρ μιας διαπραγματευμένης λύσης.

Ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τη Μέση Ανατολή, Στηβ Γουίτκοφ, επιβεβαίωσε σε πρόσφατη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν διαβιβάσει στο Ιράν πρόταση κατάπαυσης του πυρός δεκαπέντε (15) σημείων, χωρίς ωστόσο να δώσει λεπτομέρειες. Ανέφερε ότι, σε συνεργασία με την ομάδα εξωτερικής πολιτικής, έχει παρουσιαστεί ένα σχέδιο δεκαπέντε σημείων, που αποτελεί το πλαίσιο για μια ειρηνευτική συμφωνία, διευκρινίζοντας ότι αυτό διαβιβάστηκε μέσω της κυβέρνησης του Πακιστάν, η οποία λειτούργησε ως διαμεσολαβητής, και ότι αυτό είχε ως αποτέλεσμα θετικά μηνύματα και συνομιλίες.

Παρατήρησε ότι το Ιράν φαίνεται να αναζητά διέξοδο μετά από τις απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για ενδεχόμενα πλήγματα σε ιρανικές ενεργειακές εγκαταστάσεις, και ότι ο Αμερικανός πρόεδρος είναι πρόθυμος να ακούσει ειρηνευτικές προτάσεις.

Εντείνονται οι διπλωματικές προσπάθειες 

Η πρόταση του Πακιστάν έρχεται σε μια περίοδο αυξημένης ανησυχίας για τις οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου, μεταξύ των οποίων διαταραχές στις ενεργειακές αγορές και στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ. Η θαλάσσια αυτή οδός, μέσω της οποίας διακινείται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου που μεταφέρεται δια θαλάσσης, έχει αποκλειστεί από το Ιράν ως απάντηση στα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα, οδηγώντας σε άνοδο των τιμών και εντείνοντας τους φόβους για ευρύτερες διαταραχές στην τροφοδοσία.

Κατά την Ουάσιγκτον, η διπλωματική οδός παραμένει ανοικτή, παρά τη στρατιωτική πίεση. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει ότι οι συνομιλίες με την Τεχεράνη συνεχίζονται και σημειώνουν πρόοδο, προειδοποιώντας ταυτόχρονα ότι ενδέχεται να ακολουθήσουν περισσότερα πλήγματα εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία.

Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν αναγνωρίσει ότι ανταλλάσσονται μηνύματα μέσω διαμεσολαβητών, χωρίς όμως να δηλώνουν έτοιμοι για επίσημες διαπραγματεύσεις. Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, δήλωσε σε συνέντευξη στο Al Jazeera στις 31 Μαρτίου ότι η Τεχεράνη λαμβάνει μηνύματα — ορισμένα απευθείας και άλλα μέσω περιφερειακών διαμεσολαβητών — αλλά δεν θεωρεί ότι αυτό συνιστά διαδικασία διαπραγμάτευσης.

Το ερώτημα εάν βρίσκονται σε εξέλιξη συνομιλίες αποτελεί σημείο αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο χωρών, καθώς ο Τραμπ έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι διεξάγονται διαπραγματεύσεις, άμεσες και έμμεσες, υποστηρίζοντας αυτή την εβδομάδα ότι η πρόοδος είναι πολύ καλή και ότι το Ιράν έχει ζητήσει κατάπαυση του πυρός. Αντιθέτως, Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν απορρίψει αυτούς τους ισχυρισμούς και έχουν εκφράσει επιφυλάξεις για τις αμερικανικές προτάσεις, συμπεριλαμβανομένου του πλαισίου των δεκαπέντε σημείων.

Ο Αραγτσί ανέφερε ότι το Ιράν δεν έχει απαντήσει επίσημα στο σχέδιο και εξακολουθεί να απαιτεί πλήρη τερματισμό των εχθροπραξιών αντί για προσωρινή κατάπαυση του πυρός, καθώς και εγγυήσεις έναντι μελλοντικών επιθέσεων, και αποζημίωση για τις ζημίες.

Σε ομιλία του την 1η Απριλίου, ο Τραμπ δήλωσε ότι οι αμερικανικές επιχειρήσεις πλησιάζουν στην ολοκλήρωσή τους, προειδοποιώντας ωστόσο για ενδεχόμενη κλιμάκωση. Ανέφερε ότι τις επόμενες δύο έως τρεις εβδομάδες οι επιθέσεις θα είναι εξαιρετικά σφοδρές, προσθέτοντας ότι ενδέχεται οι Ηνωμένες Πολιτείες να στοχεύσουν κρίσιμες υποδομές του Ιράν, συμπεριλαμβανομένων εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία. Παράλληλα, κάλεσε τις χώρες που εξαρτώνται από τη ροή ενέργειας μέσω των Στενών του Ορμούζ να αναλάβουν πιο ενεργό ρόλο στην ασφάλεια των θαλάσσιων οδών, επισημαίνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα βοηθήσουν αλλά δεν θα ηγηθούν τέτοιων προσπαθειών.

Ο πρόεδρος του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκιάν, έδειξε διάθεση για αποκλιμάκωση, σημειώνοντας σε ανοιχτή επιστολή στις 2 Απριλίου ότι η σύγκρουση έχει φτάσει σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, όπου η συνέχιση της αντιπαράθεσης θα ήταν δαπανηρή και μάταιη. Έγραψε ότι η επιλογή μεταξύ σύγκρουσης και συνεργασίας είναι πραγματική και κρίσιμη και ότι το αποτέλεσμά της θα διαμορφώσει το μέλλον για τις επόμενες γενιές.

Οι δηλώσεις του Πεζεσκιάν δεν έφτασαν στο σημείο να υποστηρίξουν συνομιλίες για κατάπαυση του πυρός και δεν απάντησαν στον ισχυρισμό του Τραμπ ότι η Τεχεράνη έχει ζητήσει κατάπαυση του πυρός, ενώ παράλληλα έθεσαν υπό αμφισβήτηση το κατά πόσο η σύγκρουση εξυπηρετεί τα συμφέροντα των Αμερικανών.

ΗΠΑ-Ιράν: Απειλές για νέα πλήγματα — Στο στόχαστρο γέφυρες, ενεργειακές υποδομές και εταιρείες

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, απείλησε με νέα κύματα επιθέσεων κατά του Ιράν, προαναγγέλλοντας πλήγματα σε γέφυρες και ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς, ενώ την ίδια στιγμή η Τεχεράνη δηλώνει ότι θα στοχοποιήσει αμερικανικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή.

Σε ανάρτησή του αργά την Πέμπτη στην πλατφόρμα Truth Social, ο Τραμπ ανέφερε ότι ο αμερικανικός στρατός, τον οποίο χαρακτήρισε ως τον ισχυρότερο στον κόσμο, δεν έχει ακόμη ξεκινήσει να καταστρέφει ό,τι έχει απομείνει στο Ιράν και προειδοποίησε ότι επόμενοι στόχοι θα είναι οι γέφυρες και στη συνέχεια οι ηλεκτροπαραγωγικοί σταθμοί. Παράλληλα, σημείωσε ότι η νέα ηγεσία του Ιράν γνωρίζει τι πρέπει να γίνει και ότι αυτό πρέπει να γίνει γρήγορα.

Νωρίτερα την ίδια ημέρα, δημοσίευσε βίντεο που δείχνει αμερικανικές δυνάμεις να καταστρέφουν τμήματα μεγάλης γέφυρας κοντά στην Τεχεράνη. Σε σχετική ανάρτηση ανέφερε ότι η μεγαλύτερη γέφυρα του Ιράν καταρρέει και δεν θα χρησιμοποιηθεί ξανά, προσθέτοντας ότι θα ακολουθήσουν και άλλα πλήγματα. Τόνισε επίσης ότι είναι καιρός το Ιράν να συνάψει συμφωνία πριν να είναι πολύ αργά — διαφορετικά, δεν απομείνει τίποτα από αυτά που θα το καθιστούσαν μια μεγάλη χώρα.

Η επίθεση αυτή πραγματοποιήθηκε λιγότερο από μία ημέρα μετά από τηλεοπτικό διάγγελμα του Τραμπ σε ώρα υψηλής τηλεθέασης, κατά το οποίο προανήγγειλε εντατικοποίηση των αμερικανικών επιθέσεων κατά του Ιράν τις επόμενες δύο έως τρεις εβδομάδες, δηλώνοντας ότι ο στόχος είναι να προκληθεί συντριπτικό πλήγμα στη χώρα.

Αξιωματούχος του αμερικανικού στρατού με γνώση της επιχείρησης ανέφερε ότι στόχος της επίθεσης ήταν η γέφυρα B1, η οποία συνδέει την Τεχεράνη με την Καράτζ. Σύμφωνα με τον ίδιο, σκοπός του πλήγματος ήταν η εξάλειψη ενός σχεδιαζόμενου στρατιωτικού διαδρόμου ανεφοδιασμού για τις ιρανικές βαλλιστικές πυραυλικές δυνάμεις και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη επίθεσης.

Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, καταδίκασε την επίθεση ως πλήγμα σε πολιτικές υποδομές, επισημαίνοντας ότι τέτοιες ενέργειες δεν θα αναγκάσουν τους Ιρανούς να υποχωρήσουν, αλλά καταδεικνύουν την ήττα και την ηθική κατάρρευση του αντιπάλου. Όπως τόνισε, οι υποδομές θα ανοικοδομηθούν, ενώ η ζημιά στο κύρος των Ηνωμένων Πολιτειών δεν θα αποκατασταθεί.

Ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι οι επιθέσεις στη γέφυρα B1 προκάλεσαν τον θάνατο τουλάχιστον δύο αμάχων και τον τραυματισμό αρκετών ακόμη, ενώ μετέδωσαν και πλήγματα στο Ινστιτούτο Παστέρ του Ιράν στην Τεχεράνη.

Στις 2 Απριλίου, σύμφωνα με τα ίδια μέσα, ιρανικές δυνάμεις εξαπέλυσαν καταιγισμό πυραύλων κατά ισραηλινών και αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων, και κατά εγκαταστάσεων χάλυβα και αλουμινίου που συνδέονται με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Παράλληλα, το Ιράν ανακοίνωσε ότι θα ξεκινήσει επιθέσεις εναντίον αμερικανικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή. Σε ανακοίνωση της 31ης Μαρτίου, το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) απείλησε δεκαοκτώ (18) εταιρείες, τις οποίες κατηγόρησε ότι συμμετείχαν στην παροχή υπηρεσιών για την αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι Meta, Google, Microsoft, Apple, IBM, Dell, Palantir, Nvidia, Tesla, Boeing, Cisco, Oracle και Intel.

Οι Φρουροί ανέφεραν ότι οι επιθέσεις θα ξεκινήσουν από την 1η Απριλίου και κάλεσαν τους εργαζομένους να αποχωρήσουν άμεσα από τους χώρους εργασίας τους. Παράλληλα, επιτέθηκε σε κέντρο δεδομένων που λειτουργεί η Oracle στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, επικαλούμενο τη συνεργασία της εταιρείας με τον αμερικανικό στρατό και τις υπηρεσίες πληροφοριών.

Η Amazon επιβεβαίωσε στις αρχές Μαρτίου ότι κέντρα δεδομένων της στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στο Μπαχρέιν υπέστησαν ζημιές από επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, προκαλώντας διακοπές στις υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους. Σε ανακοίνωση της 24ης Μαρτίου προς την εφημερίδα The Epoch Times, εκπρόσωπος της Amazon Web Services ανέφερε ότι η εταιρεία συνεργάζεται με τις αρχές, δίνει προτεραιότητα στην ασφάλεια του προσωπικού και υποστηρίζει τους πελάτες που επηρεάστηκαν, βοηθώντας τους να μεταφέρουν τις υπηρεσίες τους σε άλλες περιοχές.

Την ίδια στιγμή, αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες έχουν τοποθετήσει τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ως περιφερειακό κόμβο για την υπολογιστική ισχύ που απαιτείται για υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης, όπως το ChatGPT. Η Microsoft ανακοίνωσε τον Νοέμβριο του 2025 ότι σχεδιάζει να αυξήσει τις επενδύσεις της στη χώρα στα 15 δισεκατομμύρια δολάρια έως το τέλος του 2029, χρησιμοποιώντας επεξεργαστές της Nvidia στα κέντρα δεδομένων της.

Σε ανάλυση του Center for Strategic and International Studies με έδρα την Ουάσιγκτον σημειώνεται ότι, σε προηγούμενες συγκρούσεις, το Ιράν και οι σύμμαχοί του είχαν στοχοποιήσει ενεργειακές υποδομές, όπως αγωγούς και διυλιστήρια σε χώρες του Κόλπου. Προειδοποίησε επίσης ότι στη σύγχρονη εποχή της υπολογιστικής ισχύος ενδέχεται να στοχοποιηθούν κέντρα δεδομένων, ενεργειακές υποδομές που τα υποστηρίζουν και κρίσιμα σημεία δικτύων οπτικών ινών.

Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι ενδέχεται να τερματίσει τον πόλεμο χωρίς συμφωνία, καλώντας τις χώρες που εξαρτώνται από τις αποστολές καυσίμων μέσω των Στενών του Ορμούζ να εξασφαλίσουν τις προμήθειές τους με κάθε δυνατό τρόπο.

Η Epoch Times επικοινώνησε με τον Λευκό Οίκο για σχόλιο σχετικά με τις απειλές των Φρουρών της Επανάσταση, αλλά δεν έλαβε απάντηση έως τη στιγμή της δημοσίευσης.

Των Jack Phillips και Ryan Morgan

Με τη συμβολή της Evgenia Filimianova και πληροφορίες από το Reuters

Πολιτική αναταραχή από τη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ — Όλα τα ονόματα

Ισχυρούς τριγμούς προκαλεί στο πολιτικό σκηνικό η νέα δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που αφορά την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η έρευνα φέρνει στο προσκήνιο συνολικά έντεκα (11) εν ενεργεία βουλευτές, εκ των οποίων δύο είναι υπουργοί, καθώς και δύο πρώην βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, ενώ παράλληλα εξετάζεται η εμπλοκή και άλλων πρώην κοινοβουλευτικών.

Μεταξύ των προσώπων που περιλαμβάνονται στη δικογραφία και για τα οποία ζητείται άρση ασυλίας βρίσκονται οι Μάξιμος Σενετάκης, Βασίλης Βασιλειάδης, Γιάννης Κεφαλογιάννης, Νότης Μηταράκης, Κατερίνα Παπακώστα, Κώστας Αχ. Καραμανλής, Χρήστος Μπουκώρος, Θεόφιλος Λεονταρίδης, Κώστας Τσιάρας, Κώστας Σκρέκας και Δημήτρης Βαρτζόπουλος. Επιπλέον, στη δικογραφία περιλαμβάνονται οι Σπήλιος Λιβανός και Φωτεινή Αραμπατζή, οι οποίοι δεν είναι πλέον βουλευτές, αλλά εμπίπτουν στις διατάξεις περί ευθύνης υπουργών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, υπάρχουν ενδείξεις για παρεμβάσεις που φέρονται να οδήγησαν σε παράνομες επιδοτήσεις, προκαλώντας πιθανή ζημία στα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η υπόθεση φαίνεται να αφορά κυρίως την περίοδο του 2021.

Η δικογραφία διαβιβάζεται στη Βουλή λόγω των συνταγματικών περιορισμών που αφορούν την ποινική ευθύνη υπουργών, γεγονός που αναμένεται να ανοίξει έναν νέο κύκλο πολιτικών εξελίξεων. Η εξέλιξη της υπόθεσης εκτιμάται ότι θα προκαλέσει σημαντικές πολιτικές ανακατατάξεις, με σενάρια ακόμη και για ανασχηματισμό να βρίσκονται στο τραπέζι, καθώς η δικογραφία αναμένεται να φτάσει στη Βουλή άμεσα.

Ρωσία: Απαγόρευση εξαγωγών βενζίνης έως το τέλος Ιουλίου

Η Ρωσία επέκτεινε προσωρινή απαγόρευση εξαγωγών βενζίνης για τους παραγωγούς, όπως ανακοίνωσε η Μόσχα στις 2 Απριλίου, επικαλούμενη την ανάγκη σταθεροποίησης της εγχώριας αγοράς εν όψει της περιόδου της αυξημένης εποχικής ζήτησης και των υψηλότερων διεθνών τιμών πετρελαίου που συνδέονται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.

Το μέτρο βασίζεται σε περιορισμούς που υιοθετήθηκαν τον Ιανουάριο και περιελάμβαναν τη βενζίνη, το πετρέλαιο κίνησης και τα καύσιμα ναυτιλίας έως τις 31 Ιουλίου, αλλά εξαιρούσαν τις εξαγωγές βενζίνης από παραγωγούς. Η απαγόρευση δεν ισχύει για χώρες με τις οποίες η Ρωσία έχει διακυβερνητικές συμφωνίες για την προμήθεια καυσίμων, όπως η Μογγολία.

Το μέτρο τίθεται σε ισχύ άμεσα και θα παραμείνει έως τις 31 Ιουλίου, σύμφωνα με την ανακοίνωση.

Ορισμένες περιοχές της Ρωσίας και τμήματα της κατεχόμενης Ουκρανίας είχαν αναφέρει ελλείψεις βενζίνης πέρυσι, μετά από επιθέσεις του Κιέβου σε ρωσικά διυλιστήρια και εν μέσω εποχικής αύξησης της ζήτησης καυσίμων.

Η Ρωσία έχει επανειλημμένα επιβάλει περιορισμούς στις εξαγωγές βενζίνης και πετρελαίου κίνησης, προκειμένου να συγκρατήσει την άνοδο των τιμών καυσίμων και να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις. Το 2025, η Ρωσία εξήγαγε περίπου 4,7 εκατομμύρια μετρικούς τόνους βενζίνης, σύμφωνα με τη ρωσική επιχειρηματική έκδοση Kommersant, η οποία επικαλείται στοιχεία του κλάδου.

Και άλλες χώρες λαμβάνουν μέτρα για να μετριάσουν την άνοδο του ενεργειακού κόστους που προκαλεί ο πόλεμος κατά του Ιράν στη Μέση Ανατολή.

Ο πρόεδρος της Νότιας Κορέας, Λι Τζε-μιουνγκ, στις 2 Απριλίου, κάλεσε τους πολίτες να εξοικονομούν «ακόμη και μία σταγόνα πετρελαίου». Σε ομιλία του στο Κοινοβούλιο, παρουσιάζοντας έναν συμπληρωματικό προϋπολογισμό ύψους 26,2 τρισεκατομμυρίων γουόν (περίπου 15,9 δισ. ευρώ), ο Λι ανέφερε ότι οι διαταραχές στις προμήθειες πετρελαίου έχουν οδηγήσει σε αύξηση των τιμών καυσίμων και απειλούν βασικούς κλάδους, από τα πλαστικά έως την παραγωγή λιπασμάτων.

Η Ουγγαρία, στις 9 Μαρτίου, επέβαλε ανώτατο όριο τιμών για τη βενζίνη και το πετρέλαιο κίνησης, ως απάντηση στην άνοδο των τιμών ενέργειας, ορίζοντας το όριο για τη βενζίνη στα 595 φιορίνια (περίπου 1,65 ευρώ) ανά λίτρο — περίπου 6,80 δολάρια ανά γαλόνι — και για το πετρέλαιο κίνησης στα 615 φιορίνια (περίπου 1,70 ευρώ) ανά λίτρο.

Η κυβέρνηση της Τσεχίας συμφώνησε επίσης να θέσει ανώτατα όρια στα περιθώρια κέρδους των πρατηρίων καυσίμων και να μειώσει τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, προκειμένου να περιορίσει την άνοδο των τιμών, όπως ανέφερε ο πρωθυπουργός της χώρας, Αντρέι Μπάμπις, στις 2 Απριλίου, σύμφωνα με την ειδησεογραφική ιστοσελίδα Idnes.cz.

Η Πολωνία μείωσε τον φόρο προστιθέμενης αξίας στα καύσιμα στο 8% από 23% στις 31 Μαρτίου και περιόρισε τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης στο ελάχιστο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έως τα μέσα Απριλίου, σύμφωνα με την αγγλόφωνη ιστοσελίδα Notes From Poland. Παράλληλα, εισήγαγε ανώτατα ημερήσια όρια λιανικής τιμής στα πρατήρια, με πρόστιμα έως 1 εκατομμύριο ζλότι (περίπου 250.000 ευρώ) για παραβάσεις.

Όλο αυτό το διάστημα, οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν ασταθείς, με το Brent να καταγράφει άνοδο άνω του 7% και να διαμορφώνεται κοντά στα 108 δολάρια το βαρέλι, μετά την ανακοίνωση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, σε τηλεοπτικό διάγγελμα υψηλής τηλεθέασης στις 1 Απριλίου, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πλήξουν το Ιράν εξαιρετικά σκληρά τις επόμενες εβδομάδες και θα το επαναφέρουν «στη Λίθινη Εποχή, εκεί όπου ανήκει».

Οι τιμές των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης του πετρελαίου Brent ξεπέρασαν τα 115 δολάρια ανά βαρέλι κατά τη διάρκεια των συναλλαγών αργά στις 29 Μαρτίου.

Με πληροφορίες από το Reuters

Ο Τραμπ εξετάζει την αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι εξετάζει σοβαρά την αποχώρηση της χώρας από το ΝΑΤΟ, εντείνοντας τις πιέσεις προς τους Ευρωπαίους συμμάχους, τους οποίους κατηγορεί για έλλειψη στήριξης στον πόλεμο με το Ιράν.

Σε συνέντευξή του στη βρετανική εφημερίδα The Telegraph την 1η Απριλίου, ανέφερε ότι επανεξετάζει τη συμμετοχή των ΗΠΑ στη Συμμαχία, υποστηρίζοντας ότι το αίτημά του για αρωγή στον Πορθμό του Ορμούζ ήταν μια δοκιμασία που οι σύμμαχοι δεν πέρασαν. Περιέγραψε το ΝΑΤΟ ως «χάρτινη τίγρη» και σημείωσε ότι η αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκεται πλέον πέρα από το στάδιο της απλής επανεξέτασης, προσθέτοντας ότι δεν είχε πειστεί ποτέ από τη Συμμαχία και ότι την ίδια εκτίμηση συμμερίζεται και ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν.

Ο Αμερικανός πρόεδρος εξέφρασε απορία για τη στάση των κρατών-μελών, επισημαίνοντας ότι δεν άσκησε έντονη πίεση για τη συμμετοχή τους, καθώς τη θεωρούσε αυτονόητη. Υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αυτόματα στο πλευρό των συμμάχων τους, όπως φάνηκε στην περίπτωση της Ουκρανίας, παρόλο που δεν αφορούσε την Αμερική άμεσαζήτημα. Όταν αντιστράφηκαν οι όροι, οι σύμμαχοι δεν ανταποκρίθηκαν αντίστοιχα.

Η γενικότερη αντίθεση των ευρωπαϊκών χωρών στις στρατιωτικές επιχειρήσεις ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν έχει δημιουργήσει τεταμένο κλίμα στις σχέσεις ΗΠΑ-ΕΕ, με τον Αμερικανό πρόεδρο να επικρίνει την άρνησή τους ακόμη και για χρήση του εναέριου χώρου τους για τη μεταφορά αμερικανικών όπλων προς το Ισραήλ, ή για χρήση των νατοϊκών βάσεων που φιλοξενούν στο έδαφός τους.

Στα σχόλια του Τραμπ η γαλλική προεδρία απάντησε ότι η απόφαση της χώρας να αρνηθεί τη χρήση του εναέριου χώρου της ήταν συνεπής με τη στάση της από την έναρξη της σύγκρουσης στις 28 Φεβρουαρίου, και εξέφρασε έκπληξη για τις δηλώσεις, επιβεβαιώνοντας ότι η θέση της δεν έχει αλλάξει. Το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας υποστήριξε ότι η απαγόρευση επιβλήθηκε παρά τον προηγούμενο συντονισμό και τις διαβεβαιώσεις ότι τα πυρομαχικά προορίζονταν αποκλειστικά για χρήση κατά του Ιράν, ανακοινώνοντας ότι το Ισραήλ θα διακόψει κάθε αμυντική συνεργασία με τη Γαλλία.

Η Ιταλία αρνήθηκε να επιτρέψει σε αμερικανικά στρατιωτικά αεροσκάφη να χρησιμοποιήσουν τη βάση Σιγονέλα στη Σικελία για επιχειρήσεις προς τη Μέση Ανατολή. Ο υπουργός Άμυνας Γκουίντο Κροζέττο διευκρίνισε ότι δεν υπάρχει ρήξη με τις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι οι αμερικανικές βάσεις παραμένουν ενεργές, αλλά απαιτείται ειδική άδεια για χρήσεις εκτός των υφιστάμενων συμφωνιών.

Η Ισπανία υπερασπίστηκε την απόφασή της να κλείσει τον εναέριο χώρο της σε αμερικανικά αεροσκάφη που συμμετείχαν στις επιθέσεις, με την υπουργό Άμυνας Μαργαρίτα Ρόμπλες να τονίζει ότι οι βάσεις της χώρας χρησιμοποιούνται μόνο για τη συλλογική άμυνα του ΝΑΤΟ. Ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ έχει καταγγείλει τον πόλεμο, υποστηρίζοντας ότι η απάντηση σε μια παρανομία με μια άλλη οδηγεί σε μεγάλες καταστροφές.

Στη Γερμανία, όπου βρίσκεται η αμερικανική βάση Ράμσταϊν, η κυβέρνηση είχε αρχικά δηλώσει ότι δεν υπάρχουν περιορισμοί στη χρήση της, ωστόσο το θέμα έχει προκαλέσει συζήτηση μετά την εκτίμηση του προέδρου Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ ότι ο πόλεμος είναι παράνομος. Ο υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους χαρακτήρισε τη σύγκρουση οικονομική καταστροφή και ξεκαθάρισε ότι η χώρα δεν επιθυμεί να εμπλακεί, τονίζοντας ότι δεν πρόκειται για δικό της πόλεμο.

Αντίστοιχη στάση τηρεί και το Ηνωμένο Βασίλειο. Ο πρωθυπουργός Κηρ Στάρμερ επανέλαβε την 1η Απριλίου ότι η χώρα του δεν θα εμπλακεί στη σύγκρουση, καθώς αυτό δεν εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον. Τόνισε ότι η οικονομική κρίση που προκαλεί ο πόλεμος ωθεί τη Βρετανία σε στενότερη συνεργασία με την Ευρώπη και την Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά το γεγονός ότι η χώρα του αποχώρησε από την Ένωση το 2020. Απαντώντας σε ερωτήσεις για τις δηλώσεις Τραμπ, χαρακτήρισε το ΝΑΤΟ ως την πιο αποτελεσματική στρατιωτική συμμαχία στην ιστορία, υπογραμμίζοντας ότι θα συνεχίσει να ενεργεί με γνώμονα το εθνικό συμφέρον, ανεξαρτήτως πιέσεων. Παράλληλα, η βρετανική κυβέρνηση προετοιμάζει διπλωματικές πρωτοβουλίες για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, τα οποία έχει αποκλείσει η Τεχεράνη προκαλώντας άνοδο των τιμών ενέργειας και διεθνείς οικονομικές αναταράξεις.

Παρά την ένταση, ο Αμερικανός πρόεδρος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αποκλιμάκωσης, αναφέροντας ότι η ιρανική ηγεσία έχει ζητήσει κατάπαυση του πυρός. Σημείωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επανεξετάσουν τη στάση τους όταν τα Στενά του Ορμούζ ανοίξουν και καταστούν ασφαλή, ενώ μέχρι τότε θα συνεχιστούν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο έχει επίσης επισημάνει ότι η Ουάσιγκτον πρέπει να επανεξετάσει τη σχέση της με το ΝΑΤΟ, χαρακτηρίζοντας τη στάση ορισμένων συμμάχων ιδιαίτερα απογοητευτική. Όπως τόνισε, η αξία της Συμμαχίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες συνδέεται με τη δυνατότητα χρήσης βάσεων στο εξωτερικό για επιχειρήσεις, σημειώνοντας ότι η άρνηση χωρών να επιτρέψουν τη χρήση εναέριου χώρου και βάσεων εγείρει ερωτήματα για τα οφέλη που αποκομίζουν τελικά οι ΗΠΑ. Εάν το ΝΑΤΟ περιορίζεται στην υπεράσπιση της Ευρώπης χωρίς να παρέχει αντίστοιχη επιχειρησιακή ευελιξία στις Ηνωμένες Πολιτείες, τότε η ισορροπία της συνεργασίας τίθεται υπό αμφισβήτηση.

Η συλλογική άμυνα αποτελεί τον πυρήνα της Συμμαχίας, η οποία ιδρύθηκε το 1949 με στόχο την αποτροπή επιθέσεων από τη Σοβιετική Ένωση. Το Άρθρο 5 της Συνθήκης του Βόρειου Ατλαντικού προβλέπει ότι επίθεση εναντίον ενός κράτους-μέλους θεωρείται επίθεση εναντίον όλων, διάταξη που ενεργοποιήθηκε μία μόνο φορά, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αποκλειστικό: Η κόρη του Φιντέλ Κάστρο δηλώνει ότι η αλλαγή καθεστώτος στην Κούβα είναι επιβεβλημένη

Η Αλίνα Φερνάντες Ρεβουέλτα, κόρη του πρώην ηγέτη της Κούβας Φιντέλ Κάστρο, ασκεί έντονη κριτική στο κομμουνιστικό καθεστώς που εγκαθίδρυσε ο πατέρας της το 1959, εκτιμώντας ότι η χώρα χρειάζεται εδώ και καιρό μια νέα κυβέρνηση. Η ίδια διέφυγε από την Αβάνα το 1993, σε ηλικία 37 ετών, και εγκαταστάθηκε στο Μαϊάμι, όπου ζει μια λιτή ζωή, παρόμοια με εκείνη άλλων Κουβανών εξόριστων.

Γεννημένη το 1956, η Φερνάντες μεγάλωσε στην επαναστατική Αβάνα, ως μέλος της προνομιούχου ελίτ της επανάστασης. Ωστόσο, από νεαρή ηλικία αντιλήφθηκε την πραγματικότητα του κομμουνισμού και αργότερα αναδείχθηκε σε μία από τις πιο έντονες επικρίτριες της διακυβέρνησης του πατέρα της, την οποία χαρακτήρισε καταπιεστική.

Σε αποκλειστική συνέντευξη στην εφημερίδα The Epoch Times, ανέφερε ότι η ανάγκη για αλλαγή καθεστώτος υφίσταται ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Όταν πέθανε ο Φιντέλ Κάστρο, πολλοί θεωρούσαν πως το καθεστώς του θα έφτανε στο τέλος του, είπε, καθώς επρόκειτο για μια έντονα προσωποκεντρική, πατερναλιστική και ναρκισσιστική μορφή διακυβέρνησης. Ωστόσο, το καθεστώς επιβίωσε.

Η Φερνάντες είναι κόρη του Κάστρο και της κοσμικής κυρίας της Αβάνας Ναταλίας Ρεβουέλτα, οι οποίοι διατηρούσαν εξωσυζυγική σχέση στα μέσα της δεκαετίας του 1950, αν και οι δύο ήταν παντρεμένοι. Μεγάλωσε με τη μητέρα της και τον πατριό της και έμαθε ότι ο Κάστρο ήταν ο βιολογικός της πατέρας σε ηλικία 10 ετών. Όπως αποκάλυψε, εξακολουθεί να βασανίζεται από αναμνήσεις του παρελθόντος, ενώ αναφέρεται στον Κάστρο με το όνομά του, αντί να τον αποκαλεί «πατέρα».

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 πέρασε ανοιχτά στην αντιπολίτευση, κάτι που της προκάλεσε έντονο φόβο, κυρίως για την ασφάλεια της έφηβης τότε κόρης της, η οποία αναπόφευκτα επιβαρύνθηκε από την επιλογή της μητέρας της.

Επί δεκαετίες, η Κούβα εξαρτιόταν από ξένη βοήθεια, κυρίως από τη Σοβιετική Ένωση, η οποία παρείχε σημαντικές επιδοτήσεις έως την κατάρρευσή της το 1991. Η διακοπή αυτής της στήριξης οδήγησε σε μια παρατεταμένη οικονομική κρίση, γνωστή ως «Ειδική Περίοδος».

Για τη Φερνάντες, εκείνα τα χρόνια ήταν χρόνια απόλυτης δυστυχίας, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, τρόφιμα ή μέσα μαζικής μεταφοράς, ενώ τα σχολεία παρέμεναν κλειστά. Σημείωσε ότι, αν και κάποιοι θεωρούν πως η κατάσταση σήμερα είναι χειρότερη, τη δεκαετία του 1990 ήταν εξαιρετικά δύσκολη.

Η Αλίνα Φερνάντες Ρεβουέλτα με τον Φιντέλ Κάστρο, κατά τον εορτασμό του γάμου της με τον Γιόγι Χιμένεζ, το 1973. (Ευγενική παραχώρηση της Alina Fernández Revuelta)

 

Όταν της δόθηκε η ευκαιρία να διαφύγει, επέλεξε να φύγει πρώτη, αφήνοντας πίσω την κόρη της. Κατάφερε να δραπετεύσει χρησιμοποιώντας το διαβατήριο μιας Ισπανίδας τουρίστριας που δέχθηκε να τη βοηθήσει. Αρχικά ταξίδεψε στην Ισπανία και στη συνέχεια έλαβε πολιτικό άσυλο στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω της αμερικανικής πρεσβείας στη Μαδρίτη. Στις 21 Δεκεμβρίου 1993, έφτασε στην Ατλάντα.

Λίγες ημέρες αργότερα, ο πάστορας Τζέσσε Τζάκσον επισκέφθηκε την Κούβα και εξασφάλισε την έγκριση του Κάστρο για την έξοδο της εγγονής του από τη χώρα, εξέλιξη που η Φερνάντες χαρακτήρισε ως θεία παρέμβαση. Λίγο μετά, μητέρα και κόρη ήταν και πάλι μαζί, στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Γιατί έφυγε από την Κούβα

Από την ηλικία περίπου των 9 ή 10 ετών, η Φερνάντες άρχισε να κατανοεί την πραγματική σημασία του κομμουνισμού και της επανάστασης. Αφετηρία της ήταν η εμπειρία της λεγόμενης «εθελοντικής εργασίας».Είχε εκφράσει στη μητέρα της την επιθυμία να μην συμμετάσχει, αλλά εκείνη της απάντησε ότι ήταν υποχρεωτικό. Το καθεστώς επέβαλλε στους Κουβανούς, ακόμη και στα παιδιά, να συμμετέχουν σε απλήρωτη εργασία για τη στήριξη της κρατικής οικονομίας, κυρίως σε αγροτικές δραστηριότητες όπως η συγκομιδή ζαχαροκάλαμου.

Διαπίστωσε τότε ότι στην Κούβα ο όρος «εθελοντικό» σήμαινε επί της ουσίας υποχρεωτικό. Αυτό αποτέλεσε ένα πρώιμο μάθημα για το πώς οι κομμουνιστές αλλοιώνουν τη γλώσσα προς όφελος του συστήματος. Συνειδητοποίησε πολύ νωρίς ότι της έλεγαν ψέματα.

 

Ο ηγέτης της Κούβας Φιντέλ Κάστρο, λίγο μετά την ανατροπή του δικτάτορα Φουλχένσιο Μπατίστα. Σιενφουέγος, Κούβα, 4 Ιανουαρίου 1959. (Prensa Latina/AFP μέσω Getty Images)

 

Όταν ήταν περίπου 10 ετών, η μητέρα της της αποκάλυψε ότι ο Κάστρο ήταν ο βιολογικός της πατέρας. Μέχρι τότε πίστευε ότι πατέρας της ήταν ο σύζυγος της μητέρας της, ο διακεκριμένος καρδιολόγος Ορλάντο Φερνάντες Φερέρ. Λόγω της νομοθεσίας της χώρας, διατήρησε το επώνυμό του αντί να υιοθετήσει εκείνο του Κάστρο. Ο πατριός της εγκατέλειψε τη χώρα στις αρχές της δεκαετίας του 1960 μαζί με την αδελφή της.

Ήδη από τότε, σε σχολικά και επίσημα έγγραφα, αναγκαζόταν να καταγράφει στοιχεία που την έκαναν να αισθάνεται ότι υπήρχαν «προδότες» στην οικογένειά της. Παρέμεινε στην Κούβα με τη μητέρα της, ωστόσο η σχέση τους ήταν δύσκολη. Σύμφωνα με τη Φερνάντες, η μητέρα της υπήρξε μία από τις αρχικές μορφές της επανάστασης, συμμετέχοντας από τα πρώτα στάδια της προετοιμασίας της. Τη χαρακτήρισε ένθερμη υποστηρίκτρια και ιδιαίτερα πιστή στον Κάστρο.

Ο σεναριογράφος Χοσέ Ριβέρα και η Αλίνα Φερνάντες. (John Martinez O’Felan)

 

Η κρίση του Μαριέλ το 1980 αποτέλεσε σημείο καμπής για την ίδια. Η λεγόμενη «έξοδος του Μαριέλ» ήταν μια μαζική έξοδος από την Κούβα, που ξεκίνησε έπειτα από κρίση στην πρεσβεία του Περού στην Αβάνα, όπου περισσότεροι από 10.000 Κουβανοί ζήτησαν άσυλο λόγω της οικονομικής κατάστασης. Ως απάντηση, ο Κάστρο άνοιξε το λιμάνι του Μαριέλ, επιτρέποντας σε όσους ήθελαν να εγκαταλείψουν τη χώρα να φύγουν. Από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο του 1980, περίπου 125.000 Κουβανοί κατευθύνθηκαν προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το καθεστώς χαρακτήριζε όσους έφευγαν με υποτιμητικούς όρους, όπως «σκουλήκια» και «προδότες», ενώ οργανώνονταν ομάδες για τον εκφοβισμό και την παρενόχλησή τους. Η Φερνάντες ανέφερε ότι οι πολίτες ενθαρρύνονταν να επιτίθενται σε όσους εγκατέλειπαν τη χώρα, να τους προσβάλλουν και να τους ταπεινώνουν, ακόμη και να τους σκοτώνουν σε ορισμένες περιπτώσεις επειδή επιθυμούσαν να φύγουν. Όπως υπογράμμισε, η εμπειρία αυτή αποτέλεσε για την ίδια ένα εξαιρετικά σκληρό σημείο καμπής, καθώς είδε ανθρώπους να αντιμετωπίζονται με αυτόν τον τρόπο επισήμως.

Σκάφη μεταφέρουν Κουβανούς στο Μαϊάμι από το λιμάνι του Μαριέλ. Κούβα, Μάιος του 1980. (Αρχείο AFP μέσω Getty Images)

 

Το 2014, η Φερνάντες επέστρεψε στην Αβάνα για πρώτη φορά μετά από 21 χρόνια, έχοντας λάβει άδεια από τις κουβανικές αρχές για να επισκεφθεί τη σοβαρά άρρωστη μητέρα της στο νοσοκομείο. Έκτοτε δεν έχει επιστρέψει στο νησί, αλλά, όπως πολλοί Κουβανοί που ζουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, ελπίζει να το επισκεφθεί όταν καταρρεύσει το καθεστώς.

Σήμερα δεν διατηρεί επαφή με τα μέλη της οικογένειάς της, μεταξύ των οποίων και ο θείος της και πρώην ηγέτης της Κούβας Ραούλ Κάστρο, ο οποίος είναι πλέον 94 ετών. Μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της Κούβας είναι ότι αυτή η κατάσταση δίχασε τις οικογένειες με τον πιο δραματικό τρόπο, μετατρέποντας σε εχθρούς όσους δεν συμμερίζονταν τις ίδιες απόψεις. Η Φερνάντες σημείωσε ότι αυτή η κατάσταση επικράτησε από την αρχή.

Το μέλλον της Κούβας

Η κουβανική επανάσταση ξεκίνησε το 1953 ως ένοπλη εξέγερση που ανέτρεψε τελικά τη δικτατορία του Φουλχένσιο Μπατίστα. Την 1η Ιανουαρίου 1959, ο Φιντέλ Κάστρο ανέλαβε την εξουσία και σύντομα μετέτρεψε την Κούβα σε κομμουνιστική χώρα.

Περισσότεροι από δώδεκα πρόεδροι των Ηνωμένων Πολιτειών επιχείρησαν έκτοτε να επηρεάσουν, να αλλάξουν ή να ανατρέψουν το κουβανικό καθεστώς. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν το 1960 οικονομικό εμπάργκο και κυρώσεις, που ενισχύονταν με την πάροδο του χρόνου. Μεταξύ άλλων ενεργειών περιλαμβάνονται η αποτυχημένη απόβαση στον Κόλπο των Χοίρων το 1961 επί προεδρίας Τζον Φ. Κέννεντυ, η αποβολή της Κούβας από τον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών και η επιβολή ταξιδιωτικών περιορισμών.

Τις τελευταίες εβδομάδες, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι η Κούβα ενδέχεται να αποτελέσει τον επόμενο στόχο, μετά τη σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο με στρατιωτική επέμβαση στις 3 Ιανουαρίου, και την έναρξη επιθέσεων κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου. Σε δηλώσεις του, στις 29 Μαρτίου, ανέφερε ότι πρόκειται για μια χώρα που καταρρέει και ότι σύντομα θα έρθει η σειρά της, προσθέτοντας ότι μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα θα καταρρεύσει αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι έτοιμες να τη βοηθήσουν.

Μετά τη σύλληψη του Μαδούρο, οι αποστολές πετρελαίου προς την Κούβα σταμάτησαν, γεγονός που βύθισε το νησί σε μία από τις χειρότερες οικονομικές κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών. Μεγάλες διαδηλώσεις ξέσπασαν στο νησί, με φόντο τις συχνές διακοπές ρεύματος, τις σοβαρές ελλείψεις τροφίμων και την περιορισμένη πρόσβαση σε φάρμακα. Ωστόσο, η Φερνάντες εκτίμησε ότι μια ουσιαστική αλλαγή εκ των έσω είναι απίθανη στο άμεσο μέλλον, επισημαίνοντας ότι μορφές διαμαρτυρίας όπως το χτύπημα κατσαρολικών δεν επαρκούν για την ανατροπή του καθεστώτος.

Ο σεναριογράφος Χοσέ Ριβέρα και η Αλίνα Φερνάντες. (John Martinez O’Felan)

 

Εξήγησε ότι το κομμουνιστικό σύστημα παραμένει βαθιά εδραιωμένο, με την εξουσία να είναι έντονα συγκεντρωμένη και πολλούς από τους αρχικούς ηγέτες να εξακολουθούν να βρίσκονται σε θέσεις επιρροής, αν και ορισμένοι έχουν αποβιώσει.

Μετά την αποχώρησή της από την Αβάνα, αναδείχθηκε σε ένθερμη υπέρμαχο της ελευθερίας για την πατρίδα της. Το 1998 δημοσίευσε τα απομνημονεύματά της με τίτλο Castro’s Daughter: An Exile’s Memoir of Cuba («Η κόρη του Κάστρο: Απομνημονεύματα μιας εξόριστης από την Κούβα»), ενώ κατά καιρούς αντιμετωπίζει αντιδράσεις για το έργο της στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Πρόσφατα συμμετείχε σε ντοκιμαντέρ με τίτλο Revolution’s Daughter («Η κόρη της επανάστασης»), το οποίο θα κάνει πρεμιέρα στο Μαϊάμι στις 10 Απριλίου. Τα τελευταία χρόνια έχει περιορίσει τις δημόσιες εμφανίσεις της.

Η Φερνάντες παρέμεινε σιωπηλή για πολλά χρόνια, έχοντας την αίσθηση ότι είχε ήδη πει όσα είχε να πει.

Ο αναδυόμενος ρόλος του Πακιστάν στη σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν

Ως νέος παίκτης στην τρέχουσα σύγκρουση στη Μέση Ανατολή εμφανίζεται το Πακιστάν, γείτονας και φίλος του Ιράν, με σημαντική εξάρτηση από το πετρέλαιο που εξάγεται μέσω του Πορθμού του Ορμούζ. Καθώς ο παγκόσμιος αντίκτυπος της σύρραξης δυναμώνει και το κλείσιμο του στενού πιέζει την οικονομία, οι χώρες που νιώθουν περισσότερο την ενεργειακή έλλειψη και την άνοδο των τιμών επιδιώκουν πιο ενεργά τον τερματισμό της σύγκρουσης μέσω της διπλωματίας.

Στις 29 και 30 Μαρτίου, το Πακιστάν φιλοξένησε συνομιλίες μεταξύ τριών μουσουλμανικών χωρών (της Αιγύπτου, της Τουρκίας και της Σαουδικής Αραβίας), με στόχο την επίλυση της σύγκρουσης και την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ. Την επομένη, ο υπουργός Εξωτερικών του Πακιστάν, Μοχάμαντ Ισάκ Νταρ [Mohammad Ishaq Dar], συναντήθηκε στο Πεκίνο με τον ομόλογό του Ουάνγκ Γι [Wang Yi] και ζήτησε τη στήριξη της Κίνας στην πρωτοβουλία για την εξεύρεση συμφωνίας μεταξύ των εμπόλεμων μερών.

Στην πρόταση, η οποία στάλθηκε στην Ουάσιγκτον, επισημαίνεται  αφ’ ενός η ανάγκη να διαφυλαχθούν η «κυριαρχία, η εδαφική ακεραιότητα, η εθνική ανεξαρτησία και η ασφάλεια του Ιράν και των χωρών του Κόλπου, και ζητείται η προστασία των αμάχων, των υποδομών πολιτικής χρήσης και των ειρηνικών πυρηνικών εγκαταστάσεων», καθώς και η διασφάλιση της ναυσιπλοΐας, των πλοίων και των πληρωμάτων που έχουν εγκλωβιστεί στον Πορθμό του Ορμούζ και γύρω από αυτό. Τα προτεινόμενα μέτρα περιλαμβάνουν και την εφαρμογή διοδίων τύπου Σουέζ στο πέρασμα, τη διαχείριση των οποίων θα αναλάβει μια κοινοπραξία της Αιγύπτου, της Τουρκίας και της Σαουδικής Αραβίας, σύμφωνα με πακιστανικές πηγές.

Στις 31 Μαρτίου, Κίνα και Πακιστάν κάλεσαν όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να «μεριμνήσουν ώστε τα πολιτικά και εμπορικά πλοία να διέλθουν με ασφάλεια το συντομότερο δυνατόν και να αποκατασταθεί η κανονική ναυσιπλοΐα στο στενό το συντομότερο δυνατόν».

Την επομένη, ο Ντόναλντ Τραμπ ανέφερε σε ανάρτησή του στο Truth Social, ότι δέχθηκε αίτημα του Ιρανού ηγέτη για εκεχειρία, και τόνισε ότι το άνοιγμα του Ορμούζ είναι απαραίτητη προϋπόθεση πριν ξεκινήσουν οποιεσδήποτε συζητήσεις για τερματισμό των εχθροπραξιών.

Ο αποκλεισμός του Ορμούζ  έχει παγκόσμιες επιπτώσεις, αλλά το κόστος είναι πιο βαρύ για ορισμένες χώρες. Για την Κίνα, παραδείγματος χάριν, σημαίνει περαιτέρω απώλεια ενεργειακού ανεφοδιασμού, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την απώλεια του πετρελαίου της Βενεζουέλας μετά τη σύλληψη του Μαδούρο και την αλλαγή ηγεσίας. Για το Πακιστάν, το οποίο είναι σε σύγκρουση με το Αφγανιστάν την τρέχουσα περίοδο, σημαίνει απώλεια του 90% του εισαγόμενου πετρελαίου.

Άλλες χώρες που εξαρτώνται σημαντικά από το πετρέλαιο που διακινείται μέσω Ορμούζ είναι η Ιαπωνία (75% των εισαγωγών της) και η Ινδία (60% των εισαγωγών της), καθώς και οι Ιταλία, Γαλλία και Γερμανία στην Ευρώπη, σε μικρότερο ποσοστό (10% των εισαγωγών), ενώ ως εξαγωγείς πλήττονται καίρια η Σαουδική Αραβία (80-90% των εξαγωγών της) και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (72% των εξαγωγών τους).

Κατά τον Αμερικανό πρόεδρο, αυτές οι χώρες θα έπρεπε να αναλάβουν την ευθύνη για το άνοιγμα του περάσματος, όπως επεσήμανε σε ανάρτησή του, παρακινώντας τις να αναλάβουν δράση.

Απαντώντας στις επικρίσεις του Ντόναλντ Τραμπ για την αποχή των ευρωπαϊκών χωρών από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Ορμούζ, ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν δήλωσε σήμερα από τη Νότια Κορέα ότι δεν θεωρεί ρεαλιστική και ασφαλή λύση το άνοιγμα του πορθμού δια της βίας. Ωστόσο, Γάλλος ναύαρχος εκτίμησε, σε ομιλία του την 1η Απριλίου στο συνέδριο για την ασφάλεια «Πόλεμος και Ειρήνη», που έλαβε χώρα στο Παρίσι, ότι η στρατιωτική εμπλοκή είναι αναπόφευκτη, έστω και σε επίπεδο εποπτείας. Για τον Ναύαρχο Νικολά Βωζούρ είναι κρίσιμο να διαπιστωθεί κατ΄αρχάς η ύπαρξη ή όχι ναρκών στο πεδίο, ενώ αναμένει και την εμπλοκή της Κίνας, καθώς δεν θεωρεί ότι οι συνεννοήσεις σε πολιτικό επίπεδο και η επιλεκτική διέλευση ορισμένων δεξαμενόπλοιων αρκούν για να καλύψουν το έλλειμμα της χώρας σε ενεργειακό ανεφοδιασμό.

Η Κίνα και το Πακιστάν, χώρες που μοιράζονται συμφέροντα με το ιρανικό καθεστώς, και έχουν στενή οικονομική αλληλεξάρτηση (η Κίνα έχει κάνει μεγάλες επενδύσεις σε υποδομές στο Πακιστάν, οι οποίες έχουν οδηγήσει στη δημιουργία δυσβάστακτου χρέους του δεύτερου απέναντί της) εστιάζουν στην εκτόνωση της σύγκρουσης. Το Πακιστάν ιδίως, ως όμορη χώρα (έχει 900 χλμ χερσαία σύνορα με το Ιράν) αναζητά λύσεις που θα επιτρέψουν τον ανεφοδιασμό του παρά τον αποκλεισμό του Ορμούζ, όπως χερσαία διακίνηση του πετρελαίου ή ειδικές συμφωνίες για προστασία πλοίων που φέρουν την πακιστανική σημαία.

Αυτές περιλαμβάνουν, όπως αναφέρει το Bloomberg, την παραχώρηση από τους Φρουρούς της Επανάστασης άδειας διέλευσης σε είκοσι (20) δεξαμενόπλοια με σημαία Πακιστάν. Αυτό σημαίνει ότι θα επιτρέπουν σε αυτά τα πλοία να περνούν με την καταβολή αντιτίμου της τάξεως ~ $1 ανά βαρέλι, τακτική που εφαρμόζουν γενικότερα σε δεξαμενόπλοια τα οποία έχουν ελέγξει ότι δεν συνδέονται με τις ΗΠΑ, το Ισραήλ ή άλλη εχθρική χώρα. Σημειώνεται ότι τα διόδια ζητούνται είτε σε γουάν είτε σε σταθερό ψηφιακό νόμισμα.

Σύμφωνα με το ιρανικό ειδησεογραφικό πρακτορείο Fars, η απόφαση για την καταβολή διοδίων στα πλοία που περνούν από το Ορμούζ περιέχεται σε νομοσχέδιο που ενέκρινε η ιρανική Επιτροπή Εθνικής Ασφάλειας. Η διαδικασία ελέγχου με τα συνεπαγόμενα διόδια αιτιολογήθηκε σε επιστολή της κυβέρνησης προς τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (International Maritime Organization – ΙΜΟ), έναν ειδικό οργανισμό του ΟΗΕ με αντικείμενο τη ναυτική ασφάλεια μεταξύ άλλων, ως απαραίτητη για την αποτροπή εισόδου εχθρικών προς το Ιράν σκαφών. Η νομιμότητα, ωστόσο, της πρωτοβουλίας αμφισβητείται από δυτικούς ειδικούς του ναυτικού δικαίου, και η συνεργασία με το ισλαμικό καθεστώς κρίνεται νομικά επικίνδυνη.

Για να αξιοποιήσει το ‘προνόμιο’ που του παραχωρήθηκε, το Πακιστάν είναι αναγκασμένο να αναζητήσει συνεργασίες με ξένους πλοιοκτήτες, αφού το ίδιο δεν διαθέτει τον ορισμένο αριθμό δεξαμενόπλοιων. Σύμφωνα με αναφορές, έχει ήδη κάνει κάποιες πρώτες κρούσεις, επιλέγοντας μεγάλα σε μέγεθος πλοία, στους διαχειριστές των οποίων προτείνει την προσωρινή χρήση της πακιστανικής σημαίας προκειμένου να περάσουν από το Ορμούζ υπό την προστασία των Φρουρών της Επανάστασης.

Με πληροφορίες από Reuters και Bloomberg