Η Stellantis φέρεται να αναπροσανατολίζει τη στρατηγική της, δίνοντας προτεραιότητα σε τέσσερις βασικές μάρκες: Jeep, Ram, Peugeot και Fiat. Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters, η εταιρεία σχεδιάζει να κατευθύνει μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεών της σε αυτές, εγκαταλείποντας το προηγούμενο μοντέλο πιο ισομερούς κατανομής πόρων.
Η αλλαγή αυτή προκύπτει μετά την αποχώρηση του πρώην διευθύνοντος συμβούλου Κάρλος Ταβάρες και εν όψει της ανάληψης καθηκόντων από τον Αντόνιο Φιλόζα, ο οποίος αναμένεται να παρουσιάσει τη νέα στρατηγική της εταιρείας το επόμενο διάστημα. Παρά τη μετατόπιση της έμφασης, δεν υπάρχει ένδειξη ότι κάποια από τις 14 μάρκες του ομίλου θα καταργηθεί.
Οι υπόλοιπες μάρκες, όπως Alfa Romeo, Opel και Citroën, αναμένεται να επικεντρωθούν σε συγκεκριμένες αγορές ή κατηγορίες οχημάτων. Τα μελλοντικά τους μοντέλα ενδέχεται να βασίζονται σε κοινές πλατφόρμες που θα αναπτύσσονται από τις βασικές μάρκες, διατηρώντας ωστόσο διαφοροποιημένο σχεδιασμό.
Σε ορισμένες περιπτώσεις εξετάζεται και η χρήση διαφορετικών εμπορικών σημάτων για παρόμοια μοντέλα, ανάλογα με την αγορά. Παράλληλα, ορισμένες μικρότερες μάρκες ενδέχεται να περιορίσουν τη γεωγραφική τους παρουσία ή να αναλάβουν πιο εξειδικευμένους ρόλους.
Η Maserati δεν περιλαμβάνεται στις συγκεκριμένες αναφορές, ωστόσο η Stellantis έχει επανειλημμένα διαψεύσει σενάρια πώλησής της. Παράλληλα, έχει ανακοινωθεί ενίσχυση της συνεργασίας της με την Alfa Romeo, κυρίως σε επίπεδο ανάπτυξης νέων μοντέλων.
Στη Βόρεια Αμερική, η Chrysler δεν περιλαμβάνεται στις βασικές μάρκες προτεραιότητας, αν και βρίσκονται σε εξέλιξη κινήσεις ανανέωσης, όπως η δημιουργία νέου σχεδιαστικού κέντρου και η τοποθέτηση νέας διοίκησης. Όσον αφορά την Dodge, δεν υπάρχει σαφής αναφορά στη νέα στρατηγική, ωστόσο έχει ήδη ανακοινωθεί επένδυση 130 εκατ. δολαρίων για την παραγωγή της επόμενης γενιάς του μοντέλου Durango από το 2029.
Η Stellantis αναμένεται να παρουσιάσει επίσημα το νέο της στρατηγικό πλάνο τον Μάιο, όπου θα αποσαφηνιστεί ο βαθμός ενίσχυσης των επενδύσεων στις βασικές μάρκες και ο ρόλος των υπολοίπων στο πλαίσιο του ομίλου.
Σε διπλωματικές επαφές με το Ιράν σχεδιάζει να προχωρήσει ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμμανουέλ Μακρόν, με στόχο την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και τη σταθεροποίηση των διεθνών αγορών ενέργειας.
Από την Ανδόρα, ο Γάλλος πρόεδρος τόνισε ότι η άνοδος των τιμών στα καύσιμα συνδέεται άμεσα με τους περιορισμούς στη διέλευση πλοίων από το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να αντιμετωπιστεί η αιτία του προβλήματος.
Όπως δήλωσε, σκοπεύει να ανοίξει δίαυλο επικοινωνίας με την Τεχεράνη αμέσως μετά την ολοκλήρωση της επίσκεψής του, εκφράζοντας συγκρατημένη αισιοδοξία για πρόοδο στο άμεσο μέλλον. Βασικός στόχος είναι η ομαλοποίηση της ροής κρίσιμων αγαθών, όπως το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τα λιπάσματα, μέσω των Στενών, καθώς η διαταραχή της κυκλοφορίας έχει ευρύτερες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.
Τα Στενά του Ορμούζ, κομβικό σημείο για τη μεταφορά υδρογονανθράκων, παραμένουν στο επίκεντρο της έντασης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν. Παρά την εύθραυστη ισορροπία στην περιοχή, η ναυσιπλοΐα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικούς περιορισμούς.
Ο υπουργός Άμυνας του Μάλι, στρατηγός Σαντιό Καμαρά, σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια επίθεσης στην κατοικία του, συντονισμένης από αυτονομιστές και ισλαμιστές τρομοκράτες, όπως επιβεβαίωσε η κυβέρνηση στις 26 Απριλίου.
Η κυβέρνηση ανέφερε σε ανάρτηση στο Facebook ότι στις 25 Απριλίου ένα αυτοκίνητο γεμάτο εκρηκτικά, οδηγούμενο από βομβιστή αυτοκτονίας, στόχευσε την οικία του Καμαρά, ο οποίος αντάλλαξε πυρά με τους επιτιθέμενους, εξουδετερώνοντας ορισμένους από αυτούς. Καθώς τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου υπέκυψε στα τραύματά του. Τον θάνατό του ανακοίνωσε και από την κρατική τηλεόραση ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, στρατηγός Ισά Ουσμάν Κουλιμπαλί.
Ο Καμαρά σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια επίθεσης στο Κάτι, περίπου 14 χιλιόμετρα βόρεια της πρωτεύουσας Μπαμάκο, όπου βρίσκεται η κύρια στρατιωτική βάση της χώρας. Η επίθεση εντάσσεται σε ευρύτερο κύμα συντονισμένων επιθέσεων σε όλη τη χώρα από αντάρτες, μεταξύ των οποίων η Τζαμαάτ Νουσράτ αλ Ισλάμ Ουάλ Μουσλιμίν (JNIM), οργάνωση συνδεδεμένη με την Αλ Κάιντα στη Δυτική Αφρική, και το Μέτωπο Απελευθέρωσης του Αζαουάντ (FLA), μια οργάνωση όπου κυριαρχούν οι Τουαρέγκ. Οι Τουαρέγκ, που επιδιώκουν την ανεξαρτησία της περιοχής Αζαουάντ, συγκρούονται κατά διαστήματα με την κυβέρνηση από τη δεκαετία του 1960.
Πέρα από το Κάτι, επιθέσεις σημειώθηκαν κοντά στο αεροδρόμιο του Μπαμάκο και σε βορειότερες περιοχές όπως το Γκάο, το Μοπτί και το Σεβαρέ, ενώ η κυβέρνηση ανακοίνωσε στις 26 Απριλίου ότι οι επιθέσεις φαίνεται να έχουν λήξει. Πρόκειται για το πιο πρόσφατο περιστατικό βίας στη χώρα της Δυτικής Αφρικής που διοικείται από στρατιωτικό καθεστώς και αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια ισλαμιστές τρομοκράτες και αυτονομιστές.
Τον Σεπτέμβριο του 2025, τρομοκράτες της JNIM είχαν αποκλείσει τις εισαγωγές καυσίμων στο Μάλι, επιτιθέμενοι σε βυτιοφόρα που προσπαθούσαν να φτάσουν στο Μπαμάκο, ενώ τον Σεπτέμβριο του 2024 είχαν επιτεθεί σε σχολή εκπαίδευσης παραστρατιωτικής αστυνομίας κοντά στο αεροδρόμιο της πρωτεύουσας, σκοτώνοντας περίπου εβδομήντα ανθρώπους.
Ο ΟΗΕ εκφράζει βαθιά ανησυχία
Η Οικονομική Κοινότητα Κρατών της Δυτικής Αφρικής (Economic Community of West African States – ECOWAS), στην οποία ανήκει το Μάλι, καταδίκασε τις επιθέσεις, αναφέροντας σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα X, στις 26 Απριλίου, ότι οι αποτρόπαιες αυτές πράξεις αποδεικνύουν για ακόμη μία φορά τη βάρβαρη φύση των δραστών, οι οποίοι συνεχίζουν να απειλούν την ειρήνη, την ασφάλεια και τη σταθερότητα σε ολόκληρη την περιοχή της Δυτικής Αφρικής.
Παράλληλα, κάλεσε όλα τα κράτη και τις δυνάμεις ασφαλείας της περιοχής να ενωθούν και να κινητοποιηθούν συντονισμένα για την καταπολέμηση αυτής της μάστιγας.
Την ίδια ημέρα, εκπρόσωπος του ΟΗΕ ανέφερε ότι ο γενικός γραμματέας Αντόνιο Γκουτέρες είναι βαθιά ανήσυχος από τις αναφορές για επιθέσεις σε διάφορες περιοχές του Μάλι, τονίζοντας ότι καταδικάζει έντονα τις πράξεις βίας, εκφράζει αλληλεγγύη προς τον λαό της χώρας και υπογραμμίζει την ανάγκη προστασίας των αμάχων και των πολιτικών υποδομών.
Ο αξιωματικός του στρατού Ασιμί Γκοϊτά ηγήθηκε δύο πραξικοπημάτων το 2020 και το 2021, καταλαμβάνοντας την εξουσία και εγκαθιστώντας στρατιωτική κυβέρνηση. Το 2023, η κυβέρνηση ζήτησε την αποχώρηση των ειρηνευτικών δυνάμεων του ΟΗΕ, που βρίσκονταν στη χώρα από το 2013, αίτημα το οποίο έγινε δεκτό, ενώ πλέον βασίζεται ολοένα και περισσότερο σε ρωσικές μισθοφορικές μονάδες για την ενίσχυση των εγχώριων δυνάμεων.
Αντίστοιχα, τα στρατιωτικά καθεστώτα στη Μπουρκίνα Φάσο και στον Νίγηρα έχουν απομακρυνθεί από τους δυτικούς συμμάχους τους και έχουν στραφεί προς τη Ρωσία για βοήθεια για την αντιμετώπιση των ισλαμιστών μαχητών.
Ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε τη Δευτέρα 27 Απριλίου ότι ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ είχε συνομιλίες με συμβούλους εθνικής ασφάλειας, μετά την υποβολή νέας πρότασης από το ιρανικό καθεστώς για την επίλυση της σύγκρουσης μεταξύ των δύο χωρών.
Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ, απάντησε σε ερωτήσεις κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου σχετικά με αναφορές ότι η Τεχεράνη απέστειλε νέο σχέδιο στην κυβέρνηση των ΗΠΑ, ενώ βρίσκονται σε ισχύ κατάπαυση του πυρός και ναυτικός αποκλεισμός. Δεν έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες, ωστόσο επεσήμανε ότι οι «κόκκινες γραμμές» του Τραμπ παραμένουν αμετάβλητες, δηλαδή η ελεύθερη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ και η παράδοση του ιρανικού ουρανίου στις Ηνωμένες Πολιτείες, ώστε η χώρα να μην αποκτήσει πυρηνικά όπλα.
Η Λέβιτ διευκρίνισε ότι δεν θα έλεγε πως η πρόταση εξετάζεται, αλλά ότι υπήρξε σχετική συζήτηση το πρωί της ίδιας ημέρας, για την οποία ο πρόεδρος αναμένεται να τοποθετηθεί ο ίδιος.
Η κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν έχει σε μεγάλο βαθμό διατηρηθεί από τότε που ανακοινώθηκε νωρίτερα μέσα στον μήνα. Ο Τραμπ ανακοίνωσε την προηγούμενη εβδομάδα παράταση τριών εβδομάδων, διατηρώντας παράλληλα σε ισχύ τον ναυτικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμένων.
Ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε στις 26 Απριλίου 2026 σε συνέντευξή του στο Fox News ότι το Ιράν είναι ελεύθερο να επικοινωνήσει απευθείας με την Ουάσιγκτον, εφόσον επιθυμεί διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου. Ανέφερε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν το πλεονέκτημα και ότι δεν υπάρχει λόγος αποστολής αντιπροσώπων σε πολύωρα ταξίδια, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν ασφαλείς γραμμές επικοινωνίας. Παρατήρησε ότι ορισμένοι Ιρανοί διαπραγματευτές είναι λογικοί, ενώ άλλοι όχι, και εξέφρασε την ελπίδα να λήξει σύντομα η σύγκρουση, με τον όρο το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα.
Ο Τραμπ ανέφερε επίσης ότι ανακάλεσε τους απεσταλμένους του, τον Τζάρεντ Κούσνερ και τον Στηβ Γουίτκοφ, ακυρώνοντας την προγραμματισμένη επίσκεψή τους στο Ισλαμαμπάντ. Όπως εξήγησε, η πτήση διαρκεί περίπου 17 ώρες, ενώ είχε ενημερωθεί ότι οι συνομιλίες δεν θα πραγματοποιούνταν πριν από την Τρίτη 28 Απριλίου, παρότι οι απεσταλμένοι επρόκειτο να αναχωρήσουν το Σάββατο 25 Απριλίου 2026.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social την ίδια ημέρα, ο πρόεδρος έκανε λόγο για σπατάλη χρόνου στις μετακινήσεις και αυξημένο φόρτο εργασίας, σχολιάζοντας ότι στην ιρανική ηγεσία επικρατούν έντονες εσωτερικές διαμάχες και σύγχυση, και ότι δεν είναι σαφές ποιος έχει τον έλεγχο. Όπως παρατήρησε, οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν το πλεονέκτημα και το Ιράν μπορεί να επικοινωνήσει για συνομιλίες. Είχαν προηγηθεί συνομιλίες στο Ισλαμαμπάντ, στις 11 και 12 Απριλίου 2026, μεταξύ του αντιπροέδρου των ΗΠΑ Τζ. Ντ. Βανς και του προέδρου της Βουλής του Ιράν, Μοχάμαντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ, χωρίς όμως κάποιο απτό αποτέλεσμα.
Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, δήλωσε σήμερα ότι η λειτουργία των Στενών του Ορμούζ υπό αυστηρούς όρους δεν είναι αποδεκτή, εξηγώντας ότι αυτό προϋποθέτει έλεγχο και άδεια από την Τεχεράνη, κάτι που δεν συνάδει με το καθεστώς των διεθνών υδάτων. Υπογράμμισε ότι το Ιράν δεν μπορεί να εμποδίσει τη διέλευση από τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό, από την οποία διακινείται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου.
Αναζήτηση διεθνούς στήριξης
Εν το μεταξύ, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, μετέβη στη Ρωσία εχθές, 27 Απριλίου, για συνομιλίες με τον πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, σε μια προσπάθεια ενίσχυσης της στήριξης της Τεχεράνης. Είχε προηγουμένως μετακινηθεί μεταξύ Πακιστάν και Ομάν, ενώ αποχώρησε από το Ισλαμαμπάντ χωρίς να συναντήσει Αμερικανούς διαπραγματευτές.
Σε δηλώσεις του, ο Αραγτσί ανέφερε ότι το ταξίδι στη Ρωσία αποτελεί ευκαιρία για διαβουλεύσεις σχετικά με τις εξελίξεις του πολέμου και την τρέχουσα κατάσταση, ενώ υποστήριξε ότι οι διαπραγματεύσεις δεν απέδωσαν λόγω λανθασμένης προσέγγισης και υπερβολικών απαιτήσεων των Ηνωμένων Πολιτειών. Κατά την άποψή του, το Ιράν παρουσίασε ένα λειτουργικό πλαίσιο για τον οριστικό τερματισμό του πολέμου, αλλά δεν είναι σαφές κατά πόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες επενδύουν πραγματικά στη διπλωματία.
Ο πρεσβευτής του Ιράν στη Ρωσία, Καζέμ Τζαλάλι, σημείωσε ότι η επίσκεψη του Αραγτσί στοχεύει στον συντονισμό συνεργασίας και στην προώθηση κοινών προγραμμάτων, προσθέτοντας ότι Ιράν και Ρωσία βρίσκονται στην ίδια πλευρά απέναντι σε διεθνείς πιέσεις, τασσόμενες αμφότερες υπέρ ενός πολυπολικού κόσμου.
Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν δήλωσε, σε επικοινωνία με τον πρωθυπουργό του Πακιστάν, ότι η Τεχεράνη δεν πρόκειται να αποδεχθεί διαπραγματεύσεις υπό απειλές ή αποκλεισμό, τονίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να άρουν τα εμπόδια, συμπεριλαμβανομένου του ναυτικού αποκλεισμού, πριν από οποιαδήποτε νέα συνομιλία.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιβάλει ναυτικό αποκλεισμό στα ιρανικά λιμάνια από τις 13 Απριλίου, και έχουν μέχρι τώρα αναγκάσει 34 πλοία να επιστρέψουν. Ο υπουργός Πολέμου των ΗΠΑ, Πητ Χέγκσεθ, δήλωσε στις 24 Απριλίου 2026 ότι ο αποκλεισμός αποσκοπεί στην αποκοπή των εσόδων από το πετρέλαιο και των δικτύων εφοδιασμού της Τεχεράνης, επισημαίνοντας ότι το αμερικανικό ναυτικό τον εφαρμόζει χωρίς δισταγμό σε πλοία που σχετίζονται με το Ιράν ή κατευθύνονται προς και από ιρανικούς λιμένες.
Η ένταση στην περιοχή παραμένει αυξημένη, με ανταλλαγές πυρών μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ, παρά την εκεχειρία, και εντολή του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου για εντατικοποίηση των επιθέσεων στον Λίβανο.
Η Ιορδανία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα προχωρούν σε μια στρατηγικής σημασίας επένδυση ύψους 2,3 δισ. δολαρίων, με την υπογραφή συμφωνίας για την κατασκευή του σιδηροδρόμου του λιμανιού της Άκαμπα. Το έργο αποτελεί το πρώτο βήμα για τη δημιουργία ενός ευρύτερου διαμετακομιστικού διαδρόμου που στοχεύει στον εκσυγχρονισμό των logistics της Ιορδανίας και στην ενίσχυση της σύνδεσής της με τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.
Η συμφωνία υπεγράφη στο Άμπου Ντάμπι, παρουσίᾳ του πρωθυπουργού της Ιορδανίας Τζαφάρ Χασάν και του αντιπροέδρου των ΗΑΕ, σεΐχη Μανσούρ μπιν Ζαγέντ αλ Ναχιάν. Το έργο υλοποιείται ως ισότιμη συνεργασία μεταξύ ιορδανικών κρατικών και βιομηχανικών φορέων και της επενδυτικής πλατφόρμας Lunate Holding με έδρα το Άμπου Ντάμπι.
Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει την κατασκευή σιδηροδρομικού δικτύου 360 χιλιομέτρων, το οποίο θα συνδέει τα ορυχεία στο Σιντίγια και τις εγκαταστάσεις ποτάσας στο Γκορ αλ Σάφι με το λιμάνι της Άκαμπα. Το έργο περιλαμβάνει την κατασκευή σηράγγων και γεφυρών λόγω της δύσκολης γεωμορφολογίας της περιοχής.
(Thinkstock)
Πέρα από τη βιομηχανική του σημασία, ο σιδηρόδρομος αποτελεί τον πυρήνα του μελλοντικού εθνικού σιδηροδρομικού δικτύου της Ιορδανίας. Σε επόμενη φάση προβλέπεται η επέκτασή του προς το Αμμάν και από εκεί προς τη Συρία, τη Μεσόγειο και την Τουρκία, ενώ παράλληλα θα συνδεθεί με τη Σαουδική Αραβία και τις αγορές του Κόλπου. Στόχος είναι η ενίσχυση της περιφερειακής διασύνδεσης και η ανάδειξη της Ιορδανίας σε βασικό διαμετακομιστικό κόμβο μεταξύ Μέσης Ανατολής και Ευρώπης.
Το έργο αναμένεται να έχει σημαντικό αντίκτυπο στην οικονομία της χώρας, ιδιαίτερα στον εξορυκτικό τομέα, που αποτελεί βασικό πυλώνα των εξαγωγών. Η νέα γραμμή θα μπορεί να μεταφέρει περίπου 16 εκατομμύρια τόνους φορτίου ετησίως, εκ των οποίων 13 εκατ. τόνοι φωσφορικών αλάτων και 2,6 εκατ. τόνοι ποτάσας (υδροξείδιο του καλίου). Η μετάβαση από τις οδικές μεταφορές στον σιδηρόδρομο αναμένεται να μειώσει σημαντικά το κόστος μεταφοράς και να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα των ιορδανικών προϊόντων.
Η συμφωνία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο επενδυτικό πλαίσιο ύψους 5,5 δισ. δολαρίων που συμφωνήθηκε το 2023 μεταξύ των δύο χωρών. Η χρηματοδότηση του έργου αναμένεται να ολοκληρωθεί έως τις αρχές του 2027, ενώ η κατασκευή προβλέπεται να διαρκέσει περίπου πέντε χρόνια.
Η πρωτοβουλία αυτή θεωρείται ως ένα ακόμη βήμα ενίσχυσης της στρατηγικής συνεργασίας Ιορδανίας–ΗΑΕ, με τις δύο πλευρές να επιδιώκουν την προώθηση βιώσιμων επενδύσεων και τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή μέσω μεγάλων υποδομών.
Ο πρόεδρος της Jordan Phosphate Mines Company (JPMC), Μοχάμαντ Θνεϊμπάτ, δήλωσε ότι το έργο του σιδηροδρόμου της Άκαμπα αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες υποδομές που έχουν υλοποιηθεί στην Ιορδανία τα τελευταία χρόνια και αναμένεται να μειώσει το ετήσιο κόστος μεταφοράς ποτάσας και φωσφορικών κατά περίπου 40 εκατ. δολάρια. Όπως ανέφερε, η εξοικονόμηση αυτή θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των εταιρειών σε διεθνές επίπεδο, ενώ παράλληλα το έργο αναμένεται να δημιουργήσει περίπου 5.000 θέσεις εργασίας στη νότια περιοχή της χώρας. Πρόσθεσε επίσης ότι ο σιδηρόδρομος θα συνδεθεί με το «ξηρό λιμάνι» της Μάαν.
Περισσότεροι από 1.000 οργανισμοί στις Ηνωμένες Πολιτείες συνδέονται με το δίκτυο επιρροής του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ), γνωστό ως «Ενιαίο Μέτωπο», σύμφωνα με δηλώσεις του προέδρου του Jamestown Foundation, Πήτερ Μάττις.
Σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εκπομπή American Thought Leaders της Epoch Times, ο Μάττις περιέγραψε το σύστημα του Ενιαίου Μετώπου ως έναν μηχανισμό μέσω του οποίου το ΚΚΚ «προσπαθεί να ελέγξει και να κινητοποιήσει ανθρώπους εκτός της χώρας».
Η ανάλυση βασίζεται σε πρόσφατη έκθεση του Jamestown Foundation, η οποία καταγράφει ένα εκτεταμένο δίκτυο οργανώσεων σε μεγάλες δυτικές χώρες.
Η έκθεση εντοπίζει περισσότερους από 2.000 οργανισμούς με δεσμούς με το Ενιαίο Μέτωπο σε Ηνωμένες Πολιτείες, Καναδά, Ηνωμένο Βασίλειο και Γερμανία. Σύμφωνα με την έκθεση, το Κόμμα έχει αφιερώσει δεκαετίες στην καλλιέργεια οργανώσεων της κινεζικής κοινότητας στο εξωτερικό, ενσωματώνοντας τις αφηγήσεις του στην κοινωνία των πολιτών μέσω τοπικών ηγετών και θεσμών. Ακόμη και ομάδες που προηγουμένως είχαν αφιερώσει δεκαετίες στην υποστήριξη της Δημοκρατίας της Κίνας (Ταϊβάν) υψώνουν τώρα τη σημαία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (Κίνα). Το Κόμμα αξιοποιεί αυτό το παγκόσμιο δίκτυο για να υποστηρίξει τον πρωταρχικό του στόχο, που είναι αυτός της εθνικής αναζωογόνησης. Αυτό συνεπάγεται την ενοποίηση με την Ταϊβάν και την ανάδειξη της Κίνας σε παγκόσμιο ηγέτη όσον αφορά την εθνική ισχύ. Η εργασία στο Ενιαίο Μέτωπο, που υποστηρίζει αυτόν τον στόχο, περιλαμβάνει και την εμπλοκή σε κακόβουλες και παράνομες δραστηριότητες σε ξένες χώρες. Ομάδες του εξωτερικού με δεσμούς με το Ενιαίο Μέτωπο έχουν υποστηρίξει άμεσα την παράνομη μεταφορά τεχνολογίας, την κατασκοπεία, τη στρατολόγηση ταλέντων και την κινητοποίηση ψηφοφόρων για λογαριαμό του Πεκίνου. Αυτές οι ομάδες εμπλέκονται επίσης σε διακρατική καταστολή, παρακολούθηση, παρενόχληση ή/και εκφοβισμό εθνοτικών μειονοτήτων, αντιφρονούντων και άλλων επικριτών του Κόμματος.
Οι οργανισμοί αυτοί δραστηριοποιούνται σε ένα ευρύ φάσμα τομέων, από πολιτιστικούς συλλόγους και επιχειρηματικές ενώσεις μέχρι ακαδημαϊκά και πολιτικά δίκτυα, και συχνά λειτουργούν ανοιχτά μέσα στις κοινωνίες όπου εδρεύουν. Σύμφωνα με τον Μάττις, ο ρόλος τους δεν περιορίζεται σε πολιτιστικές ανταλλαγές, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική «πολιτικού αγώνα» του ΚΚΚ για την προώθηση των συμφερόντων του στο εξωτερικό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία τα έκθεσης, μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες εντοπίζονται περίπου 967 οργανισμοί, ενώ στον Καναδά τουλάχιστον 575. Αν και οι αριθμοί είναι υψηλότεροι στις ΗΠΑ, η αναλογία ανά πληθυσμό δείχνει ότι ο Καναδάς έχει σημαντικά μεγαλύτερη πυκνότητα τέτοιων οργανώσεων. Όπως επισημαίνεται στη συνέντευξη, ο Καναδάς έχει περίπου πέντε φορές περισσότερες οργανώσεις του Ενιαίου Μετώπου ανά κάτοικο σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό το στοιχείο έχει οδηγήσει αναλυτές να θεωρούν τη χώρα ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε επιρροές. Το Ενιαίο Μέτωπο αποτελεί βασικό εργαλείο της κινεζικής εξωτερικής πολιτικής.
Πώς λειτουργεί το Ενιαίο Μέτωπο
Η έρευνα δείχνει ότι οι οργανισμοί αυτοί δεν είναι απαραίτητα μυστικοί. Αντίθετα, πολλές φορές δραστηριοποιούνται δημόσια προωθώντας πολιτιστικές, οικονομικές ή κοινωνικές δράσεις. Ωστόσο, διατηρούν θεσμικούς ή προσωπικούς δεσμούς με όργανα του κινεζικού κράτους, όπως το Τμήμα Εργασίας του Ενιαίου Μετώπου.
Οι δραστηριότητές τους περιλαμβάνουν:
Προώθηση μιας θετικής εικόνας της Κίνας
Ανάπτυξη επιχειρηματικών και πολιτικών σχέσεων
Επιρροή σε κοινότητες της κινεζικής διασποράς
Συμμετοχή σε δημόσιο διάλογο και πολιτικές διαδικασίες
Ο Μάττις εξηγεί ότι ο Καναδάς αντιμετωπίζεται ως στρατηγικός στόχος. Ο βασικός λόγος είναι ότι, σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, υπήρξε λιγότερη θεσμική αντίδραση και έλεγχος απέναντι σε τέτοιες οργανώσεις. Αυτό επέτρεψε στα δίκτυα του Ενιαίου Μετώπου να λειτουργούν πιο ανοιχτά και με μεγαλύτερη άνεση. «Αυτές οι ομάδες δεν χρειάστηκε ποτέ πραγματικά να κρυφτούν… μπορούσαν απλώς να κινούνται και να λειτουργούν», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι στο καναδικό περιβάλλον υπήρξε λιγότερος έλεγχος. Παράλληλα, η στενή οικονομική και γεωπολιτική διασύνδεση του Καναδά με τις ΗΠΑ τον καθιστά ελκυστική πύλη για επιρροή σε ευρύτερο επίπεδο. Αναλύσεις υποστηρίζουν ότι η χώρα μπορεί να λειτουργήσει ως πλατφόρμα πρόσβασης σε τεχνολογία, πολιτικά δίκτυα και αγορές της Βόρειας Αμερικής. Ο Μάττις χαρακτηρίζει τον Καναδά ως «το μαλακό υπογάστριο» των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ, εξηγώντας ότι η γεωπολιτική του θέση και οι θεσμικές του αδυναμίες τον καθιστούν ιδιαίτερα ελκυστικό στόχο.
Ένα από τα σημεία της συνέντευξης αφορά τη σχέση αυτών των οργανώσεων με πολιτικά πρόσωπα. Ο Μάττις υποστηρίζει ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι, γερουσιαστές ή βουλευτές εμφανίζονται σε δίκτυα του Ενιαίου Μετώπου. Αν και δεν τεκμηριώνονται παράνομες ενέργειες, οι διασυνδέσεις αυτές εγείρουν ερωτήματα σχετικά με την επιρροή ξένων παραγόντων στις δημοκρατικές διαδικασίες.
Σύμφωνα με την έκθεση του Jamestown Foundation, η διαδικασία που ακολουθά το Ενιαίο Μέτωπο αποτελείται από τέσσερα κύρια στάδια:
Εντοπισμός στόχων και οργανώσεων
Ανάπτυξη σχέσεων μέσω επαφών και ανταλλαγών
Ενίσχυση δεσμών με την πάροδο του χρόνου
Προώθηση αφηγήσεων ευθυγραμμισμένων με το Πεκίνο
Σε πολλές περιπτώσεις, οι δραστηριότητες αυτές παρουσιάζονται ως νόμιμες πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών, ενώ ο ρόλος του κινεζικού κράτους παραμένει λιγότερο ορατός.
Η συνέντευξη του Πήτερ Μάττις και η έκθεση του Jamestown Foundation σκιαγραφούν ένα εκτεταμένο και πολυεπίπεδο δίκτυο επιρροής του ΚΚΚ στη Δύση. Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αρχίσει να αντιμετωπίζουν πιο ενεργά το ζήτημα, ο Καναδάς παραμένει πιο εκτεθειμένος, λειτουργώντας ως κρίσιμος κόμβος σε μια ευρύτερη στρατηγική γεωπολιτικής επιρροής.
Κατά την επίσκεψη του Εμμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε μια πρόταση με σημαντικό γεωπολιτικό και βιομηχανικό βάρος: τη συμμετοχή της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα μαχητικού 6ης γενιάς FCAS. Η ελληνική πλευρά δεν περιορίζεται στην προοπτική αγοράς του αεροσκάφους στο μέλλον, αλλά επιδιώκει ενεργό ρόλο στην ανάπτυξη του συστήματος, φιλοδοξώντας να αποτελέσει τον τέταρτο εταίρο δίπλα σε Γαλλία, Γερμανία και Ισπανία.
Η πρόταση συνδέεται με ένα ευρύτερο πλαίσιο εκσυγχρονισμού της Πολεμικής Αεροπορίας. Οι προοπτικές που συζητώνται περιλαμβάνουν την αξιοποίηση παλαιότερων ελληνικών Mirage 2000-5, αλλά και την εξασφάλιση ευνοϊκότερων όρων για την απόκτηση επιπλέον μαχητικών Rafale. Περαιτέρω, η Αθήνα επιδιώκει να αποκτήσει ουσιαστική συμμετοχή στο βιομηχανικό κομμάτι του FCAS, αναλαμβάνοντας ρόλο σε τομείς όπως το λογισμικό ή η ανάπτυξη των μη επανδρωμένων συνοδών αεροσκαφών (remote carriers).
Το πρόγραμμα FCAS έχει ως στόχο να συμπληρώσει και να αντικαταστήσει το Eurofighter. (φωτογραφία αρχείου μέσω του πρακτορείου ειδήσεων dts)
Η ελληνική πρόταση εντάσσεται στη νέα φάση της ελληνογαλλικής συνεργασίας και συνδέεται με τη στρατηγική «Ατζέντα 2030», που στοχεύει στην ενίσχυση του ρόλου της Ελλάδας ως τεχνολογικού και γεωπολιτικού κόμβου στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η συμμετοχή της χώρας μπορεί να ενισχύσει τη συνοχή του προγράμματος και να προσδώσει επιπλέον επιχειρησιακή αξία, ιδιαίτερα σε απαιτητικά περιβάλλοντα όπως το Αιγαίο.
Ο Εμμανουέλ Μακρόν αντέδρασε θετικά στην ελληνική πρωτοβουλία, επισημαίνοντας ότι η εμβάθυνση της διμερούς αμυντικής συνεργασίας δημιουργεί το κατάλληλο υπόβαθρο για τέτοιες συνέργειες. Ωστόσο, τόνισε ότι η ένταξη νέου εταίρου απαιτεί τη συναίνεση και των άλλων συμμετεχόντων, δηλαδή της Γερμανίας και της Ισπανίας. Ως πρώτο βήμα, πρότεινε τη διασύνδεση του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας με τη γαλλική αντίστοιχη υπηρεσία, ώστε να ξεκινήσει άμεσα συνεργασία σε επίπεδο έρευνας και τεχνολογίας.
Το FCAS (Future Combat Air System/Μελλοντικό Σύστημα Αεροπορικών Μαχών) δεν αφορά ένα απλό μαχητικό, αλλά ένα ολοκληρωμένο σύστημα αεροπορικών επιχειρήσεων. Στον πυρήνα του βρίσκεται το Next Generation Fighter, το οποίο θα συνεργάζεται με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και θα λειτουργεί μέσα σε ένα ψηφιακό περιβάλλον δεδομένων, το λεγόμενο Combat Cloud, που αξιοποιεί τεχνητή νοημοσύνη για τον συντονισμό των επιχειρήσεων σε πραγματικό χρόνο. Σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό, το σύστημα προβλέπεται να αποτελέσει τη ραχοκοκαλιά της γερμανο-γαλλικής αεροπορικής άμυνας από τη δεκαετία του 2040 και μετά. Στόχος είναι το μαχητικό αεροσκάφος, εξοπλισμένο με τεχνολογία που ξεφεύγει από τον εντοπισμό των ραντάρ, να αντικαταστήσει μακροπρόθεσμα τα Eurofighter Tycoon (στη γερμανική πολεμική αεροπορία) και Rafale (στις γαλλικές αεροπορικές δυνάμεις).
Το πρόγραμμα βρίσκεται σε κρίσιμη φάση ανάπτυξης, με καθυστερήσεις λόγω διαφωνιών μεταξύ των βιομηχανικών εταίρων. Η πρώτη πτήση του πρωτοτύπου μετατίθεται πλέον για το 2028 ή το 2029, ενώ συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις για την επόμενη φάση παραγωγής. Παρά τις δυσκολίες, Γαλλία και Γερμανία επιμένουν στη σημασία του έργου, το οποίο θεωρείται κομβικό για τη μελλοντική αμυντική αυτονομία της Ευρώπης. Η πιθανή συμμετοχή της Ελλάδας στο FCAS θα σηματοδοτούσε αναβάθμιση του ρόλου της, όχι μόνο σε επιχειρησιακό αλλά και σε βιομηχανικό επίπεδο, τοποθετώντας τη χώρα στον πυρήνα των εξελίξεων της ευρωπαϊκής άμυνας.
Οι διαφωνίες μεταξύ των δύο βασικών εταίρων γύρω από το πρόγραμμα FCAS έχουν κυρίως δομικό χαρακτήρα. Στο επίκεντρο βρίσκεται η σύγκρουση μεταξύ της Dassault και της Airbus για τον έλεγχο του έργου, με τη γαλλική πλευρά να διεκδικεί ηγετικό ρόλο επικαλούμενη την εμπειρία της στην κατασκευή μαχητικών αεροσκαφών, κάτι που η γερμανική πλευρά θεωρεί ότι ανατρέπει την ισορροπία συνεργασίας. Παράλληλα, οι δύο χώρες εμφανίζουν διαφορετικές επιχειρησιακές απαιτήσεις: η Γαλλία χρειάζεται ένα μαχητικό ικανό να επιχειρεί από αεροπλανοφόρα και να φέρει πυρηνικό φορτίο, ενώ η Γερμανία προσανατολίζεται σε διαφορετικά χαρακτηριστικά απόδοσης, υποστηρίζοντας την ανάπτυξη δύο διαφορετικών εκδόσεων. Οι πολιτικοί που ασχολούνται με θέματα άμυνας θεωρούν ότι αυτό είναι λογικό από στρατιωτική άποψη, ενώ ορισμένοι προτείνουν τον περιορισμό της συνεργασίας σε μη επανδρωμένα συστήματα και σε άλλα εξαρτήματα.
Η πολιτική διάσταση επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση, με τον καγκελάριο Μερτς να έχει ήδη αμφισβητήσει δημόσια το πρόγραμμα, ενώ η αποτυχία των προσπαθειών διαμεσολάβησης εντείνει τα σενάρια διάσπασης ή ακόμη και εγκατάλειψης του FCAS στη σημερινή του μορφή. Ενώ είναι υπό συζήτηση εναλλακτικές συνεργασίες και παράλληλα προγράμματα, η πιθανή συμμετοχή της Ελλάδας έρχεται να ενδυναμώσει το ευρωπαϊκό εγχείρημα.
Τα μέχρι τώρα στάδια του έργου
Το σχέδιο τέθηκε σε εφαρμογή το 2017, από τον πρόεδρο της Γαλλίας Εμμανουέλ Μακρόν και την τότε καγκελάριο της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ (CDU), κατά τη διάρκεια ενός γερμανο-γαλλικού υπουργικού συμβουλίου. Δύο χρόνια αργότερα, η Ισπανία ανακοίνωσε τη συμμετοχή της, ενώ το Βέλγιο βρίσκεται σε καθεστώτος παρατηρητή από το 2023.
Στην πραγματικότητα, η δεύτερη φάση του σχεδίου θα έπρεπε να ξεκινήσει φέτος, με στόχο την ανάπτυξη ενός πτητικού μοντέλου έως το 2029. Ωστόσο, οι συμμετέχουσες εταιρείες διαφωνούν εδώ και καιρό σχετικά με τις αρμοδιότητες και τις ηγετικές διεκδικήσεις. Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα συμφωνίες, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ισπανία θα συμμετέχουν κατά ένα τρίτο η καθεμία στην ανάπτυξη του FCAS. Επικεφαλής στη Γαλλία είναι η Dassault Aviation, στη Γερμανία η Airbus και στην Ισπανία η Indra.
Ο επικεφαλής της Dassault, Ερίκ Τραππιέ, επιμένει ότι η γαλλική εταιρεία θα πρέπει να έχει ηγετικό ρόλο και σημαντικά υψηλότερο μερίδιο στην ανάπτυξη. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην εμπειρία του ομίλου του στην κατασκευή μαχητικών αεροσκαφών, την οποία η Airbus, ως κατασκευαστής πολιτικών αεροσκαφών, δεν διαθέτει. Αυτό, ωστόσο, θα αναστάτωνε την κατανομή αρμοδιοτήτων όπως την έχουν καθορίσει οι μέχρι τώρα διαπραγματεύσεις.
Δεν έχει επιτευχθεί ακόμη συμφωνία μεταξύ των Μερτς και Μακρόν σχετικά με το σύστημα αεροπορικών μαχών FCAS. (Ebrahim Noroozi/Pool AP/dpa)
Ο καγκελάριος Φρήντριχ Μερτς είχε επιμείνει για πολύ καιρό στις αρχικές συμφωνίες με τη Γαλλία και την Ισπανία όσον αφορά το FCAS, ωστόσο τον περασμένο Φεβρουάριο ο καγκελάριος αμφισβήτησε για πρώτη φορά ανοιχτά το έργο, αναφερόμενος στις διαφορετικές απαιτήσεις της Γαλλίας και τις Γερμανίας από ένα σύγχρονο μαχητικό αεροσκάφος. «Αν δεν μπορέσουμε να το λύσουμε αυτό, τότε δεν μπορούμε να διατηρήσουμε το πρόγραμμα», είχε δηλώσει ο Μερτς σε συνέντευξη.
Μετά από αυτή την τοποθέτηση, ο Γάλλος πρόεδρος δήλωσε ότι ο ίδιος παραμένει «αφοσιωμένος στην επιτυχία του FCAS», χωρίς ωστόσο να αποκλείει την αποτυχία του έργου. «Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις στρατηγικές προκλήσεις για την Ευρώπη μας, θα ήταν ακατανόητο αν δεν μπορούσαν να ξεπεραστούν οι βιομηχανικές διαφορές», σχολίασε.
Η πιο πρόσφατη συζήτηση για τον ηγετικό ρόλο στο FCAS έλαβε χώρα στα τέλη Μαρτίου, με δύο στελέχη του τομέα της άμυνας να αναλαμβάνουν την προσπάθεια για την εξεύρεση λύσης. Δεν υπάρχουν ακόμη επίσημες πληροφορίες για το αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με τη γερμανική εφημερίδα Handelsblatt, η γαλλική πλευρά φέρεται να προειδοποίησε για μια εκλογική νίκη του Rassemblement National στις προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους, το οποίο θέλει να τερματίσει τα προγράμματα συνεργασίας στον τομέα της άμυνας, σε περίπτωση που αναλάβει την εξουσία. Επίσης, η Γαλλία φέρεται να απείλησε εκ νέου με τον τερματισμό του κοινού προγράμματος αρμάτων μάχης MGCS, σε περίπτωση που το FCAS δεν συνεχιστεί.
Ο εισηγητής της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ένωσης, Φόλκερ Μάγιερ-Λέυ (CDU), ο οποίος είναι αρμόδιος για τη γερμανική Πολεμική Αεροπορία, δήλωσε ότι «με αυτή τη διαμεσολάβηση εξαντλούνται όλες οι επιλογές. [Εάν δεν οδηγήσει σε βιώσιμο αποτέλεσμα], το FCAS, με τη μορφή που έχει μέχρι τώρα, θα σταματήσει».
Ποιες είναι οι εναλλακτικές
Σύμφωνα με πληροφορίες από βιομηχανικούς κύκλους, η Airbus είναι έτοιμη να αναπτύξει δικό της μαχητικό αεροσκάφος. Είναι επίσης πιθανό η Γερμανία να συνεργαστεί με τη Σουηδία για την ανάπτυξη ενός μαχητικού αεροσκάφους.
Η Μεγάλη Βρετανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία, από την πλευρά τους, επιθυμούν να αναπτύξουν ένα νέο βομβαρδιστικό αεροσκάφος με τεχνολογία στελθ, υπό την ονομασία GCAP (Global Combat Air Programme) ή Tempest, ικανό να αντικαταστήσει τα ιαπωνικά μαχητικά αεροσκάφη F-2, καθώς και τα βρετανικά και ιταλικά Eurofighter. Η Γερμανία θα μπορούσε να συμμετάσχει σε αυτό το έργο. Ωστόσο, δεδομένου ότι το έργο έχει ήδη προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό, είναι αμφίβολο ποια επιρροή θα μπορούσε να ασκήσει η Γερμανία.
Με πληροφορίες από τη γερμανική έκδοση της Epoch Times
Αμερικανοί νομοθέτες εξέφρασαν την υποστήριξή τους προς τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ στις 25 Απριλίου, με αφορμή την 27η επέτειο μιας ειρηνικής διαμαρτυρίας στην Κίνα, οι επιπτώσεις της οποίας εξακολουθούν να γίνονται αισθητές έως σήμερα.
Η ειρηνική συγκέντρωση, γνωστή πλέον ως η έκκληση της 25ης Απριλίου, πραγματοποιήθηκε το 1999. Αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις στη σύγχρονη ιστορία της κομμουνιστικής Κίνας, καθώς περίπου 10.000 ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ συγκεντρώθηκαν στο Πεκίνο, με αίτημα την απελευθέρωση συλληφθέντων ομοϊδεατών τους και το δικαίωμα να ασκούνται ελεύθερα.
Παρά τις διαβεβαιώσεις των αξιωματούχων εκείνη την περίοδο, το γεγονός δεν οδήγησε σε διεύρυνση των ελευθεριών. Λιγότερο από τρεις μήνες αργότερα, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) ξεκίνησε μια σκληρή εκστρατεία δίωξης κατά της ομάδας. Η δίωξη συνεχίζεται αμείωτη μέχρι σήμερα, ενώ ορισμένοι ειδικοί την έχουν χαρακτηρίσει ως «ψυχρή γενοκτονία».
Ο Κρις Σμιθ (R-N.J.), ένας εκ των προέδρων της Εκτελεστικής Επιτροπής του Κογκρέσου για την Κίνα, ανέφερε σε δήλωσή του ότι κάθε ημέρα, και ιδιαίτερα στις 25 Απριλίου, τιμάται και μνημονεύεται το ακλόνητο θάρρος και η πεποίθηση των ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ σε όλον τον κόσμο, οι οποίοι συνεχίζουν να υφίστανται τη σκληρή εκστρατεία δίωξης, δυσφήμησης και διεθνικής καταστολής από το ΚΚΚ. Όπως σημείωσε, η βάναυση προσπάθεια του κόμματος να εξαλείψει το Φάλουν Γκονγκ θα καταγραφεί ως ένα από τα χειρότερα εγκλήματα του 21ου αιώνα.
Ο Κρις Σμιθ (R-N.J.), πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Κογκρέσου για την Κίνα, μετά από ακρόαση σχετικά με την πρακτική των εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας. Ουάσιγκτον, 20 Μαρτίου 2024. (York Du/The Epoch Times)
Το Φάλουν Γκονγκ, γνωστό και ως Φάλουν Ντάφα, είναι μια πνευματική άσκηση που περιλαμβάνει αργές κινήσεις και διδασκαλίες βασισμένες στις αρχές της αλήθειας, της καλοσύνης και της ανεκτικότητας. Πρωτοπαρουσιάστηκε δημόσια στην Κίνα το 1992 και διαδόθηκε ταχύτατα από στόμα σε στόμα σε όλη τη χώρα. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, τουλάχιστον 70 εκατομμύρια άνθρωποι είχαν υιοθετήσει την πρακτική, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις της εποχής.
Στα πρώτα χρόνια, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης της Κίνας παρουσίαζαν το Φάλουν Γκονγκ με θετικό τρόπο. Άρθρο του 1993 στο περιοδικό China Today, που εκδίδεται από το κράτος, περιέγραφε την ευρεία απήχησή του, σημειώνοντας ότι οι ασκούμενοι προέρχονταν από όλα τα κοινωνικά στρώματα — ανάμεσά τους βρίσκονταν στρατιωτικοί, κυβερνητικοί αξιωματούχοι, καθηγητές και φοιτητές.
Τον Νοέμβριο του 1998, η κρατική εφημερίδα Yangcheng Evening News ανέφερε ότι περίπου 5.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν σε ένα πάρκο για να ασκηθούν στο Φάλουν Γκονγκ. Η συγκεκριμένη αναφορά συγκαταλέγεται μεταξύ των τελευταίων περιπτώσεων θετικής κάλυψης του Φάλουν Γκονγκ στην Κίνα.
Στις 11 Απριλίου 1999, ένα κολέγιο στην Τιαντζίν, πόλη κοντά στο Πεκίνο, δημοσίευσε στο περιοδικό του άρθρο κατά της πρακτικής. Η δημοσίευση ώθησε ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ της περιοχής να απευθυνθούν σε εκπροσώπους του ιδρύματος και σε τοπικούς αξιωματούχους, για να διαψεύσουν τους παραπλανητικούς ισχυρισμούς που περιείχε το άρθρο.
Αργότερα τον ίδιο μήνα, η Δημόσια Ασφάλεια της Τιαντζίν ανέπτυξε δυνάμεις καταστολής, οι οποίες χρησιμοποίησαν βία κατά ειρηνικής διαμαρτυρίας ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ, με αποτέλεσμα τη σύλληψη 45 ατόμων.
Η αστυνομική βία στην Τιαντζίν προκάλεσε γρήγορα ευρύτερες αντιδράσεις. Στις 25 Απριλίου 1999, περίπου 10.000 ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ συγκεντρώθηκαν στο Πεκίνο ζητώντας την απελευθέρωση των κρατουμένων της Τιαντζίν και το ελεύθερο να ασκούν την πρακτική που έχουν επιλέξει. Μετά από συνάντηση μεταξύ αξιωματούχων του ΚΚΚ και πέντε εκπροσώπων του Φάλουν Γκονγκ στο Κρατικό Συμβούλιο, οι αρχές της Τιαντζίν ικανοποίησαν το αίτημα.
Ωστόσο, λιγότερο από τρεις μήνες αργότερα, στις 20 Ιουλίου 1999, το ΚΚΚ ξεκίνησε πανεθνική εκστρατεία για την εξάλειψη του Φάλουν Γκονγκ. Ταυτόχρονα, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης της χώρας άρχισαν να δημοσιεύουν προπαγάνδα για την ειρηνική έκκληση, συχνά παρουσιάζοντάς την ως «πολιορκία» κατά του καθεστώτος.
Ο Νηλ Νταν (R-Fla.), μέλος της Ειδικής Επιτροπής της Βουλής για το ΚΚΚ, ανέφερε ότι, καθώς συμπληρώνεται η επέτειος της ειρηνικής έκκλησης του 1999 στο Πεκίνο, τιμάται το θάρρος περισσότερων από 10.000 ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ που στάθηκαν ειρηνικά υπέρ των πεποιθήσεών τους απέναντι στην καταστολή. Όπως δήλωσε, οι Ηνωμένες Πολιτείες στέκονται σταθερά στο πλευρό όσων υφίστανται θρησκευτικές διώξεις στην Κίνα και παγκοσμίως.
Ο Νηλ Νταν (R-Fla.) δίνει συνέντευξη Τύπου σε συγκέντρωση έξω από την America ChangLe Association, εκθέτοντας τη διεθνική καταστολή του Πεκίνου. Νέα Υόρκη, 25 Φεβρουαρίου 2023. (Samira Bouaou/The Epoch Times)
Από την έναρξη της δίωξης, εκατομμύρια ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ έχουν κλειστεί σε φυλακές, στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και άλλες εγκαταστάσεις, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες έχουν υποστεί βασανιστήρια κατά τη διάρκεια της φυλάκισής τους, σύμφωνα με το Κέντρο Πληροφόρησης Φάλουν Ντάφα. Πολλοί έχουν χάσει τη ζωή τους, είτε λόγω των βασανιστηρίων είτε λόγω αφαίρεσης των ζωτικών τους οργάνων για να χρησιμοποιηθούν ως μοσχεύματα σε επεμβάσεις που αναλαμβάνουν κρατικά νοσοκομεία της Κίνας.
Ανάληψη ευθυνών
Ο Ρικ Σκοτ (R-Fla.), μέλος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, χαρακτήρισε τη δίωξη του Φάλουν Γκονγκ από το ΚΚΚ ως βάναυση και παράλογη.
Όπως είπε, καθώς ο κινεζικός λαός εξακολουθεί να υφίσταται φρικτές διώξεις υπό το κομμουνιστικό καθεστώς, οι Ηνωμένες Πολιτείες και κάθε άλλη χώρα που αγαπά την ελευθερία οφείλουν να αναλάβουν δράση και να απαιτήσουν λογοδοσία για την απαράδεκτη θρησκευτική δίωξη και τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων που εφαρμόζει το ΚΚΚ.
Ο Ρικ Σκοτ (R-Fla.) στο Λας Βέγκας, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024. (John Fredricks/The Epoch Times)
Ο Σκοτ ήταν μεταξύ αυτών που υποστήριξαν τον Νόμο για την Προστασία του Φάλουν Γκονγκ. Το νομοσχέδιο, που επανεισήχθη τον Μάρτιο του 2025, προβλέπει την επιβολή στοχευμένων κυρώσεων σε όσους εμπλέκονται στις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ, όπως περιορισμούς στη χορήγηση θεωρήσεων, πρόστιμα έως ένα εκατομμύριο δολάρια και ποινές φυλάκισης έως είκοσι έτη.
Ο Ζακ Ναν (R-Iowa), μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Κογκρέσου για την Κίνα και της Ειδικής Επιτροπής της Βουλής για το ΚΚΚ, χαρακτήρισε την πρακτική των εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ ως αποτρόπαιη.
Σε δήλωσή του σημείωσε ότι πριν από 27 χρόνια το ΚΚΚ ξεκίνησε μια βάναυση εκστρατεία κατά των ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα μια ειρηνική έκκληση για ελευθερία. Υπογράμμισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες στέκονται σταθερά στο πλευρό των ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ και ότι ο ίδιος θα συνεχίσει να εργάζεται για να λογοδοτήσει το Πεκίνο έως ότου τερματιστεί η δίωξη.
Ο Ζακ Ναν (R-Iowa) μιλά σε δημοσιογράφους στην Ουάσιγκτον, στις 15 Μαΐου 2025, μετά από ακρόαση στο Καπιτώλιο. (Madalina Vasiliu/The Epoch Times)
Το 2020, το China Tribunal — ένα ανεξάρτητο λαϊκό δικαστήριο με έδρα το Λονδίνο — κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κινεζικό καθεστώς πραγματοποιούσε επί χρόνια εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων από κρατούμενους συνείδησης, προσδιορίζοντας τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ ως τα κύρια θύματα.
Ο Σμιθ ανέφερε ότι θα συνεχίσει να διοργανώνει ακροάσεις, να καταθέτει νομοθετικές πρωτοβουλίες και να καλεί την αμερικανική κυβέρνηση να δίνει προτεραιότητα στα ανθρώπινα δικαιώματα στις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας. Υπογράμμισε ότι ο κόσμος δεν πρέπει να αποστρέφει το βλέμμα του, ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας πρέπει να λογοδοτήσει και ότι οι ωμότητες κατά του Φάλουν Γκονγκ πρέπει να τερματιστούν.
Ο Τομ Τίφφανυ (R-Wis.), μέλος της Επιτροπής Δικαιοσύνης της Βουλής, δήλωσε ότι παραμένει βαθιά ανήσυχος για τις θρησκευτικές μειονότητες, τους πολιτικούς αντιφρονούντες, τους καλλιτέχνες, τους δημοσιογράφους και τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων που υφίστανται διώξεις στην Κίνα. Επεσήμανε δε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες στέκονται στο πλευρό όσων επιδιώκουν να χαράξουν το δικό τους δημοκρατικό μέλλον, να εκφράζουν ελεύθερα τις απόψεις τους και να ασκούν την ελευθερία της λατρείας και της συνείδησης χωρίς φόβο τιμωρίας ή αντιποίνων.
Ο Τίφφανυ σημείωσε ότι το ΚΚΚ έχει επιβάλει ποινικές κυρώσεις σε ορισμένους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ.
Ο Τομ Τίφφανυ (R-Wis.) κατά τη διάρκεια τελετής ορκωμοσίας στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ, στις 19 Μαΐου 2020. (Drew Angerer/Getty Images)
Ο ιστότοπος Minghui.org, με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες, που παρακολουθεί τη δίωξη των ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ στην Κίνα, ανέφερε 751 νέες περιπτώσεις επιβολής ποινών φυλάκισης σε ασκούμενους το 2025. Μία από τις μεγαλύτερες ποινές — οκτώ έτη — επιβλήθηκε στη Μενγκ Τσινγκτζιέ, 72 ετών, συνταξιούχο δασκάλα δημοτικού σχολείου, τον Μάρτιο του 2025.
Ο Τίφφανυ επίσης συγκαταλέγεται μεταξύ των υποστηρικτών του Νόμου για την Προστασία του Φάλουν Γκονγκ, ο οποίος εγκρίθηκε από τη Βουλή τον Μάιο του 2025.
Ο Μάικλ Μακόλ (R-Texas), επίτιμος πρόεδρος τόσο της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων όσο και της Επιτροπής Εσωτερικής Ασφάλειας της Βουλής, δήλωσε ότι το ΚΚΚ καταστέλλει βάναυσα κάθε μορφή διαφωνίας.
Ο Μάικλ Μακόλ (R-Texas) στο Καπιτώλιο της Ουάσιγκτον, στις 11 Οκτωβρίου 2023. (Kevin Lamarque/Reuters)
Όπως τόνισε, με αφορμή την επέτειο την ειρηνική έκκληση του Φάλουν Γκονγκ στις 25 Απριλίου 1999, καταδικάζει έντονα κάθε πράξη καταστολής των ασκουμένων και δεσμεύεται να σταθεί στο πλευρό όλων των θυμάτων της τυραννίας του ΚΚΚ.
Μια υπόθεση με ευρείες νομικές, οικονομικές και πολιτικές προεκτάσεις εκδικάζεται στις 27 Απριλίου στο Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, με επίκεντρο τη χρήση της γλυφοσάτης και την ευθύνη της Monsanto — θυγατρικής της Bayer — απέναντι σε καταναλωτές που υποστηρίζουν ότι η υγεία τους υπέστη σοβαρές βλάβες. Την ίδια στιγμή, έξω από το δικαστήριο, υποστηρικτές του κινήματος Make America Healthy Again (MAHA) συγκεντρώνονται στη διαδήλωση «People vs. Poison», ασκώντας πίεση για αυστηρότερη ρύθμιση των χημικών στη γεωργία.
Η υπόθεση Monsanto Co. κατά Τζον Ντάρνελ (John Durnell) αφορά έναν κάτοικο του Μιζούρι, ο οποίος, έπειτα από χρόνια χρήσης του ζιζανιοκτόνου Roundup, εμφάνισε λέμφωμα μη-Hodgkin. Ένορκοι κατέληξαν ομόφωνα στο συμπέρασμα ότι η έκθεση στη γλυφοσάτη προκάλεσε την ασθένεια και επιδίκασαν αποζημίωση 1,25 εκατομμυρίων δολαρίων, κρίνοντας ότι η Monsanto δεν προειδοποίησε επαρκώς για τον κίνδυνο καρκίνου, όπως ορίζει η νομοθεσία της πολιτείας.
Η εταιρεία προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση βασίστηκε σε εσφαλμένη εφαρμογή της αρχής της υπερίσχυσης, σύμφωνα με την οποία το ομοσπονδιακό δίκαιο υπερισχύει του δικαίου των πολιτειών όταν υπάρχει σύγκρουση. Οι δικηγόροι της Monsanto υποστήριξαν ότι η απόφαση προϋπέθετε ότι η πολιτεία απαιτούσε προειδοποίηση την οποία η Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος των ΗΠΑ (Environmental Protection Agency – EPA) είχε ήδη κρίνει ατεκμηρίωτη και περιττή.
Το λογότυπο της Monsanto στις εγκαταστάσεις παραγωγής και στο κέντρο λειτουργιών της στη Λιλ. Βέλγιο, 24 Μαΐου 2016. (John Thys/AFP μέσω Getty Images)
Η EPA έχει εγκρίνει τη χρήση της γλυφοσάτης από το 1974, υποστηρίζοντας ότι η ουσία δεν προκαλεί καρκίνο, χαρακτηρίζοντας «απίθανο» να είναι καρκινογόνος. Η ρυθμιστική αυτή στάση αποτελεί βασικό πυλώνα της υπερασπιστικής γραμμής της εταιρείας, η οποία επικαλείται επίσης τον Ομοσπονδιακό Νόμο για Εντομοκτόνα, Μυκητοκτόνα και Τρωκτικοκτόνα, υποστηρίζοντας ότι περιορίζει τη δυνατότητα των πολιτειών να επιβάλλουν πρόσθετες απαιτήσεις προειδοποίησης.
Ωστόσο, επιστημονικοί και διεθνείς οργανισμοί έχουν εκφράσει διαφορετική άποψη. Η Διεθνής Υπηρεσία Έρευνας για τον Καρκίνο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας κατέταξε το 2015 τη γλυφοσάτη ως πιθανώς καρκινογόνο για τον άνθρωπο, ενώ χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Βραζιλία έχουν επιβάλει περιορισμούς στη χρήση της. Παράλληλα, εκατοντάδες τοπικές αρχές στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν υιοθετήσει ανάλογα μέτρα.
Η ουσία αποτελεί βασικό εργαλείο της σύγχρονης γεωργίας, καθώς χρησιμοποιείται ευρέως για την καταπολέμηση ζιζανίων και την προετοιμασία των καλλιεργειών πριν από τη συγκομιδή. Οι καλλιέργειες που είναι ανθεκτικές στη γλυφοσάτη καλύπτουν την πλειονότητα των καλλιεργειών καλαμποκιού, σόγιας και βαμβακιού, ενώ μέσω της Monsanto η Bayer είναι ο μοναδικός παραγωγός της ουσίας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με τη μελέτη Global Glyphosate Study, πρόκειται για το πιο διαδεδομένο ζιζανιοκτόνο στην ιστορία.
Η υπόθεση Ντάρνελ εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κύμα δικαστικών διεκδικήσεων. Χιλιάδες άτομα έχουν στραφεί κατά της Monsanto, υποστηρίζοντας ότι δεν προειδοποιήθηκαν επαρκώς για τους κινδύνους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ντηγουέιν «Λη» Τζόνσον (Dewayne ‘Lee’ Johnson), που έλαβε αρχικά αποζημίωση 289 εκατομμυρίων δολαρίων, η οποία μειώθηκε στη συνέχεια σε 20,5 εκατομμύρια.
Ο ενάγων Ντηγουέιν Τζόνσον μετά την ανακοίνωση της απόφασης για την υπόθεσή του κατά της Monsanto στο Ανώτερο Δικαστήριο της Καλιφόρνια. Σαν Φρανσίσκο, 10 Αυγούστου 2018. (Josh Edelson/AFP μέσω Getty Images)
Αντίστοιχα, ένορκοι επεδίκασαν στην Αλμπέρτα και τον Άλβα Πίλιοντ (Alberta και Alva Pilliod) δεκάδες εκατομμύρια δολάρια ως αποζημίωση και ένα δισεκατομμύριο δολάρια ως ποινικές αποζημιώσεις το 2017. Και οι δύο είχαν διαγνωστεί με λέμφωμα μη-Hodgkin έπειτα από δεκαετίες χρήσης του Roundup. Μετά από αιτήματα της Monsanto για νέα δίκη, επιτεύχθηκε τελικά συμφωνία βάσει της οποίας η Αλμπέρτα Πίλιοντ έλαβε πάνω από 56 εκατομμύρια δολάρια και ο Άλβα Πίλιοντ πάνω από 30 εκατομμύρια δολάρια.
Περισσότερα χρήματα ενδέχεται να δοθούν σε ενάγοντες όπως ο Τζόνσον, καθώς η Bayer πρότεινε τον Φεβρουάριο συμβιβασμό συλλογικής αγωγής σε εθνικό επίπεδο έως και 7,25 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ο συμβιβασμός θα επιλύσει όλες τις τρέχουσες και μελλοντικές αξιώσεις που υποστηρίζουν ότι η έκθεση στο Roundup προκάλεσε λέμφωμα μη-Hodgkin. Νωρίτερα, το 2020, η Bayer είχε συμφωνήσει σε ξεχωριστό συμβιβασμό ύψους δέκα δισεκατομμυρίων δολαρίων για αξιώσεις που σχετίζονται με λέμφωμα μη-Hodgkin.
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου αναμένεται να επηρεάσει περισσότερους από 100.000 ενάγοντες. Ο δικηγόρος Άνχελ Ρέγιες εκτίμησε ότι ενδεχόμενη απόφαση υπέρ της Bayer θα λειτουργήσει ως ισχυρή νομική προστασία για τις εταιρείες, περιορίζοντας σημαντικά τη δυνατότητα των πολιτών να προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη.
Η κοινότητα του MAHA παίρνει θέση
Παράλληλα με τη δικαστική διαδικασία, η κινητοποίηση του MAHA αναδεικνύει τις πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις του ζητήματος. Η διοργανώτρια Βάνι Χάρι (Vani Hari), υποστηρίκτρια του MAHA και επίσης γνωστή στο διαδίκτυο ως «Food Babe», τόνισε ότι στη συγκέντρωση συμμετέχουν άνθρωποι από κάθε κοινωνική ομάδα και υπογράμμισε την ανάγκη διασφάλισης μιας τροφικής αλυσίδας χωρίς επιβλαβείς ουσίες. Όπως ανέφερε, το κίνημα επιδιώκει να αναδείξει τις επιπτώσεις της χρήσης της γλυφοσάτης στη γεωργική γη, στους αγρότες και στις επόμενες γενιές.
Η Βάνι Χάρι στην κουζίνα με τον γιο της, Φίνλεϋ. (Susan Stripling)
Η Κέλλυ Ράιερσον (Kelly Ryerson), γνωστή ως «Glyphosate Girl» και ιδρυτικό μέλος της American Regeneration, εξέφρασε την εκτίμηση ότι η κυβέρνηση Τραμπ αναγνωρίζει τη σημασία της εκλογικής βάσης του MAHA και επιδιώκει να διατηρήσει ανοιχτή επικοινωνία, αν και παραδέχθηκε ότι οι αντιδράσεις που προκάλεσαν οι πρόσφατες πολιτικές ενδέχεται να μην γεφυρωθούν εύκολα.
Η Κέλλυ Ράιερσον, γνωστή ως «Glyphosate Girl», ταξιδεύει σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες προωθώντας τις θέσεις του κινήματος Make America Healthy Again, μεταξύ των οποίων και η αντίθεση στην παροχή νομικής ασυλίας στους κατασκευαστές φυτοφαρμάκων. (Ευγενική παραχώρηση της Kelly Ryerson)
Το κίνημα MAHA, με διακομματική βάση ψηφοφόρων, εστιάζει σε ζητήματα όπως οι χρόνιες ασθένειες, τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα, η επιρροή των εταιρειών στις δημόσιες υγειονομικές πολιτικές και οι περιβαλλοντικές τοξίνες. Οι υποστηρικτές του θεωρούν θετικές ορισμένες πρωτοβουλίες του υπουργού Υγείας Ρόμπερτ Φ. Κέννεντυ, όπως η σταδιακή κατάργηση τεχνητών χρωστικών, οι αλλαγές σε επιτροπές εμβολίων και η αναθεώρηση πολιτικών για την ασφάλεια τροφίμων.
Ωστόσο, το εκτελεστικό διάταγμα του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ τον Φεβρουάριο, το οποίο χαρακτηρίζει τη γλυφοσάτη κρίσιμη για την αγροτική παραγωγή και την εθνική άμυνα και προβλέπει αύξηση της παραγωγής της, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Το διάταγμα στοχεύει επίσης στην παροχή νομικής προστασίας στην Bayer, γεγονός που ανησυχεί τους υποστηρικτές του MAHA.
Ο Ρόμπερτ Φ. Κέννεντυ υπερασπίστηκε δημόσια την απόφαση, τονίζοντας ότι προτεραιότητα αποτελεί η εθνική ασφάλεια και η επάρκεια τροφίμων, ενώ αναγνώρισε την ανάγκη μείωσης της εξάρτησης από εισαγωγές και σταδιακής μετάβασης σε εναλλακτικές γεωργικές πρακτικές. Σε συνέντευξή του, ωστόσο, έχει εκφράσει επιφυλάξεις για την πολιτική αυτή, σημειώνοντας ότι έχει αφιερώσει δεκαετίες στην καταπολέμηση των φυτοφαρμάκων, τα οποία θεωρεί επικίνδυνα.
Στο πολιτικό πεδίο, οι βουλευτές Τόμας Μάσσι (R-Ky.) και Τσέλλι Πίνγκρι (D-Maine) έχουν ενώσει δυνάμεις για την προώθηση τροπολογίας που αφαιρεί νομική ασυλία από τις χημικές εταιρείες. Η Πίνγκρι υποστήριξε ότι οι εταιρείες πρέπει να λογοδοτούν όταν τα προϊόντα τους προκαλούν βλάβες, ενώ ο Μάσσι κατήγγειλε ισχυρή επιρροή λομπιστών της Bayer σε όλα τα επίπεδα της κυβέρνησης, επισημαίνοντας ότι έχουν δαπανηθεί εκατομμύρια δολάρια για να αποφύγει η εταιρεία τη νομική ευθύνη.
Ο Μάσσι υπογράμμισε επίσης ότι το Σύνταγμα εγγυάται το δικαίωμα των πολιτών σε δίκη και κάλεσε τους συναδέλφους του να αντισταθούν σε πιέσεις για παροχή ασυλίας στις εταιρείες.
Ο βουλευτής Τόμας Μάσσι (R-Ky.) θέτει ερωτήσεις προς τη γενική εισαγγελέα των ΗΠΑ Παμ Μπόντι σχετικά με τα αρχεία Έπσταϊν, ενώπιον της Επιτροπής Δικαιοσύνης της Βουλής στο Καπιτώλιο. Ουάσιγκτον, 11 Φεβρουαρίου 2026. (Win McNamee/Getty Images)
Από την πλευρά της κυβέρνησης, ο γενικός νομικός εκπρόσωπος των ΗΠΑ Ντ. Τζον Σάουερ (D. John Sauer) υποστήριξε τη θέση της Monsanto ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου, επισημαίνοντας ότι η EPA έχει τον τελικό λόγο ως προς τις προειδοποιήσεις και ότι η ύπαρξη διαφορετικών κανόνων σε επίπεδο πολιτειών θα υπονόμευε την ενιαία εφαρμογή του νόμου.
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου αναμένεται να αποτελέσει σημείο καμπής, καθώς θα καθορίσει όχι μόνο την έκβαση της υπόθεσης Νταρνέλ, αλλά και το μέλλον των αγωγών κατά της Monsanto, τη δυνατότητα των πολιτών να διεκδικούν αποζημιώσεις και τη συνολική κατεύθυνση της αγροτικής και περιβαλλοντικής πολιτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τους λόγους για τους οποίους η μείωση του ΦΠΑ στην Ελλάδα παραμένει δύσκολη, εξήγησε ο Γεράσιμος Θωμάς, Γενικός Διευθυντής Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, δίνοντας έμφαση σε μια παράμετρο που, όπως είπε, συχνά παραβλέπεται.
Όπως τόνισε, σημαντικό μέρος των εσόδων από τον ΦΠΑ στη χώρα συνδέεται άμεσα με τον τουρισμό, καθώς πάνω από το 20% προέρχεται από δαπάνες επισκεπτών. Αυτό σημαίνει ότι μια ενδεχόμενη μείωση του ΦΠΑ θα οδηγούσε σε απώλεια εσόδων που σήμερα προέρχονται από μη Έλληνες φορολογούμενους, μεταφέροντας τελικά το βάρος στους πολίτες της χώρας.
Υποστήριξε ότι το υφιστάμενο μείγμα άμεσων και έμμεσων φόρων στην Ελλάδα θεωρείται ισορροπημένο, ενώ σε ευρωπαϊκό επίπεδο η εργασία παραμένει υπερφορολογημένη, καθώς περίπου το 50% των φορολογικών εσόδων σχετίζεται με αυτήν. Κατά τον ίδιο, η μείωση αυτής της επιβάρυνσης είναι κρίσιμη για την ενίσχυση της απασχόλησης.
Συνδέοντας τη φορολογία με το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, εξήγησε ότι τα υψηλά επίπεδα φορολογίας αντανακλούν και τις απαιτήσεις για δημόσιες υπηρεσίες, όπως υγεία και εκπαίδευση. Παράλληλα, σημείωσε ότι η συζήτηση για γενικευμένη μείωση φόρων έχει περιοριστεί, λόγω της ανάγκης αύξησης των αμυντικών δαπανών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Αναφορικά με τον ΦΠΑ στα καύσιμα, ξεκαθάρισε ότι δεν εξετάζεται μείωση, επισημαίνοντας πως παρεμβάσεις όπως αυτές που έγιναν σε Ισπανία και Πολωνία δεν συμβαδίζουν πλήρως με το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Αντίθετα, πρότεινε ως πιο αποτελεσματικό μέτρο τη στοχευμένη στήριξη μέσω επιδοτήσεων ή κουπονιών.
Για τη φορολόγηση καπνικών προϊόντων, ανέφερε ότι εξετάζεται η θέσπιση ελάχιστου συντελεστή σε επίπεδο ΕΕ και σταδιακή αύξηση των φόρων, με περιορισμένες επιπτώσεις στα παραδοσιακά προϊόντα και μεγαλύτερες στα νεότερα.
Τέλος, αναφέρθηκε και στις αλλαγές που σχεδιάζονται στην ευρωπαϊκή τελωνειακή πολιτική, με στόχο τη δημιουργία ενός ενιαίου συστήματος υποβολής στοιχείων για τις εισαγωγές σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ οι εθνικές αρχές θα διατηρούν τον έλεγχο. Όπως σημείωσε, η μεταρρύθμιση αυτή στοχεύει σε καλύτερη εποπτεία και ενίσχυση της προστασίας των ευρωπαϊκών συνόρων.