Δευτέρα, 25 Μαΐ, 2026

Από την Αθήνα στα Τίρανα: Πού ακριβώς εντάσσεται η συμφωνία AKTOR–ALBGAZ

 Στις 28 Απριλίου, η Aktor LNG USA, 100% θυγατρική του Ομίλου Aktor, υπέγραψε με την κρατική αλβανική Albgaz εικοσαετή εμπορική συμφωνία για προμήθεια 1 δισ. κυβικών μέτρων αμερικανικού LNG ετησίως από το 2030, με τον όμιλο να εκτιμά συνολικά έσοδα περίπου 6 δισ. ευρώ. Την ίδια μέρα, η Aktor Energy USA υπέγραψε και MoU με το αλβανικό υπουργείο Υποδομών και Ενέργειας για μελέτες γύρω από έναν ολοκληρωμένο ενεργειακό κόμβο στην Αλβανία, που θα περιλαμβάνει μονάδα ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο περίπου 380 MW. Η ίδια η Aktor συνδέει ρητά τη συμφωνία με τον «Κάθετο Διάδρομο» και αναφέρει ότι η πρωτοβουλία υποστηρίζεται από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, το Εθνικό Συμβούλιο για την Ενεργειακή Κυριαρχία (National Energy Dominance Council) του Λευκού Οίκου και το υπουργείο Εξωτερικών. Η υπογραφή έγινε στα Τίρανα, παρουσίᾳ του Έντι Ράμα και της πρέσβεως των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Κίμπερλυ Γκιλφόιλ.

Η Albgaz δεν είναι ιδιωτικός παίκτης αλλά ο κρατικός βραχίονας φυσικού αερίου της Αλβανίας. Η ίδια η Aktor την περιγράφει ως «100% κρατική εταιρεία φυσικού αερίου της Αλβανίας», ενώ η εταιρική παρουσίαση της Albgaz αναφέρει ότι το 100% των μετοχών της ανήκει στο αλβανικό κράτος. Αυτό σημαίνει ότι η συμφωνία δεν είναι μια απλή εμπορική πράξη μεταξύ δύο επιχειρήσεων, αλλά έχει σαφή διακρατική και στρατηγική διάσταση.

(α-δ) Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου Aktor Αλέξανδρος Εξάρχου, ο υπουργός Υποδομών και Ενέργειας της Αλβανίας,  Ενεά Καρακασί και η διευθύνουσα σύμβουλος της Albgaz, Αμάρντα Καπάχ, κατά την υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ Aktor και Albgaz.  Πίσω διακρίνονται η πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα Κίμπερλυ Γκιλφόιλ και ο πρωθυπουργός της Αλβανίας Έντι Ράμα. (Γραφείο Τύπου Πρωθυπουργού της Αλβανίας)

 

Γιατί η Αλβανία είναι έτοιμη να μπει τώρα στο κάδρο

Η συμφωνία δεν πέφτει από τον ουρανό. Η Αλβανία προσπαθεί εδώ και χρόνια να αποκτήσει αέριο ως κανονικό καύσιμο στην οικονομία της, παρότι ο TAP περνά από το έδαφός της. Η EBRD σημείωνε ακόμη το 2024 ότι, αν και ο TAP διασχίζει την Αλβανία και υπάρχει σημείο εξόδου, η χώρα δεν απολαμβάνει ακόμη ουσιαστικό εφοδιασμό φυσικού αερίου. Παράλληλα, το Western Balkans Investment Framework και το αλβανικό Gas Master Plan έχουν αναδείξει ως πρώτη προτεραιότητα για την είσοδο του φυσικού αερίου στη χώρα τη γραμμή Fier–Vlora, μήκους περίπου 40 χιλιομέτρων, που θα συνδέει τον TAP με τον θερμοηλεκτρικό σταθμό της Αυλώνας στην Αλβανία.

Υπάρχει και ιστορικό προεργασίας για LNG στην Αλβανία. Το αλβανικό υπουργείο Υποδομών και Ενέργειας είχε ήδη ανακοινώσει από το 2021 μνημόνιο μεταξύ Albgaz, Excelerate και Snam για LNG terminal στη Βλόρα, τον αγωγό Fier–Vlora και ευρύτερες λύσεις αποθήκευσης και περιφερειακής διανομής. Με άλλα λόγια, το σημερινό σχήμα δεν δημιουργεί μια αγορά από το μηδέν· κουμπώνει πάνω σε ένα υφιστάμενο, αν και μέχρι σήμερα αργά εξελισσόμενο, αλβανικό σχέδιο για το φυσικό αέριο.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ελληνικά ενεργειακά συμφέροντα είχαν ήδη αρχίσει να κινούνται προς την Αλβανία πριν από τη νέα συμφωνία της Aktor. Η ΔΕΠΑ Εμπορίας δηλώνει επισήμως ότι οι υποδομές IGB, Alexandroupolis FSRU και η επανενεργοποίηση του Trans Balkan Pipeline συγκροτούν τη ραχοκοκαλιά του Kάθετου Διαδρόμου, αναφέροντας παράλληλα ότι συμμετέχει και στην πρώτη θερμική μονάδα της Αλβανίας, 174 MW, την οποία θα τροφοδοτεί με αέριο μέσω μακροχρόνιας συμφωνίας. Επιπλέον, η ίδια η ΔΕΠΑ εμφανίζει στο εταιρικό της αποτύπωμα τόσο τη Fier Thermoelectric όσο και την Atlantic-SEE LNG Trade. Αυτό δείχνει ότι η ελληνική ενεργειακή διείσδυση στην Αλβανία είχε ήδη αρχίσει, και τώρα επεκτείνεται σε πιο καθαρά αμερικανικό LNG πλαίσιο.

Η αμερικανική στρατηγική με κόμβο την Ελλάδα

Το καθοριστικό υπόβαθρο είναι ότι από τα τέλη του 2025 έχει ενταθεί εμφανώς η αμερικανική ενεργειακή διπλωματία στην Ελλάδα. Τον Νοέμβριο του 2025, η Αθήνα φιλοξένησε το P-TEC, με παρουσία κορυφαίων Αμερικανών αξιωματούχων, της Κίμπερλυ Γκιλφόιλ, καθώς και στελεχών εταιρειών όπως ExxonMobil, Helleniq Energy και Energean. Την ίδια περίοδο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήριζε τη συνδυασμένη παρουσία ExxonMobil και Chevron στην Ελλάδα ως «ψήφο εμπιστοσύνης» των ΗΠΑ, ενώ το Reuters ανέφερε την Αθήνα ως τόπο αμερικανο-ευρωπαϊκής ενεργειακής συνάντησης υψηλού επιπέδου.

Στο ίδιο μοτίβο, η Ελλάδα υπέγραψε το φθινόπωρο του 2025 την πρώτη μακροχρόνια συμφωνία προμήθειας αμερικανικού LNG διάρκειας 20 ετών, αρχής γενησομένης από το 2030, ενώ ακολούθησε και συμφωνία Ελλάδας–Ουκρανίας για αμερικανικό LNG μέσω ελληνικών υποδομών. Παράλληλα, το AP μετέδωσε ότι ο τότε Αμερικανός υπουργός Εσωτερικών Νταγκ Μπέργκαμ προέβαλε την Ελλάδα ως κόμβο για την αύξηση αμερικανικών εξαγωγών φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, ενώ οι Financial Times έγραψαν ότι η χώρα επιχειρεί να καταστεί κεντρικό hub στη μεταρωσική αγορά αερίου της Ευρώπης, με αναβαθμισμένες υποδομές και στενούς δεσμούς με τις ΗΠΑ.

Η αμερικανική στρατηγική δεν είναι μόνο πολιτική ρητορική. Ο Λευκός Οίκος ίδρυσε το Εθνικό Συμβούλιο για την Ενεργειακή Κυριαρχία τον Φεβρουάριο του 2025, για να προωθήσει μια πιο επιθετική ατζέντα παραγωγής, εξαγωγών και επενδύσεων στην ενέργεια. Το υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ ανακοίνωσε τον Μάρτιο του 2026 ότι συγκέντρωσε τις χώρες του Κάθετου Διαδρόμου σε διαδικασία που «χτίζει» πάνω στο P-TEC της Αθήνας τον Νοέμβριο του 2025 και στο Transatlantic Gas Security Summit της Ουάσιγκτον τον Φεβρουάριο του 2026, με σαφή στόχο την επέκταση των αμερικανικών εξαγωγών LNG προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.

Αυτό δίνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να διαβαστεί και η συμφωνία με την Αλβανία: όχι ως αποσπασματική επιχειρηματική κίνηση, αλλά ως μέρος μιας αρχιτεκτονικής όπου η Ελλάδα λειτουργεί ως βασική πύλη εισόδου αμερικανικής ενέργειας προς τα Βαλκάνια και ανατολικότερα.

Τι αλλάζει στις ελληνοαλβανικές σχέσεις — Η σημασία της χρονικής συγκυρίας

Η χρονική σειρά έχει σημασία. Στις 22 Απριλίου 2026, ο Έντι Ράμα βρέθηκε στην Αθήνα και συναντήθηκε με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η επίσημη ανακοίνωση της ελληνικής κυβέρνησης μιλά για σημαντική πρόοδο στις διμερείς σχέσεις και για ευκαιρία να λυθούν τα εκκρεμή ζητήματα, ενώ ο Ράμα δήλωσε πως ό,τι ανήκει στο παρελθόν «έχει μείνει στο παρελθόν» και ότι οι δύο πλευρές θέλουν να ολοκληρώσουν ένα τολμηρό έγγραφο στρατηγικής εταιρικής σχέσης. Έξι ημέρες αργότερα, στις 28 Απριλίου, υπεγράφη η συμφωνία Aktor–Albgaz στα Τίρανα.

Η στροφή αυτή είναι πιο ευδιάκριτη αν συγκριθεί με το κλίμα των αρχών του 2026. Τον Ιανουάριο, ο Ράμα είχε προκαλέσει αντιδράσεις στην Ελλάδα με σαρκαστικές αναφορές περί «απογόνων του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη», ενώ η υπόθεση Μπελέρη και οι περιουσιακές διαφορές της ελληνικής μειονότητας παρέμεναν ευαίσθητα θέματα. Στο Φόρουμ των Δελφών, όμως, χρησιμοποίησε χαμηλότερους τόνους, μιλώντας για σεβασμό προς την ελληνική κοινότητα και περιγράφοντας το επεισόδιο Μπελέρη ως «ατυχές».

Η αλληλουχία των γεγονότων, σε συνδυασμό με τη νέα έμφαση στη «στρατηγική συνεργασία» μεταξύ Αθήνας και Τιράνων, κάνει εύλογη την ανάγνωση ότι η ενέργεια λειτουργεί ως πεδίο πραγματιστικής εξομάλυνσης. Η αμερικανική παρουσία προσθέτει σε αυτό το σχήμα έναν τρίτο εγγυητή: πολιτικό, χρηματοδοτικό και γεωοικονομικό.

Η ουσιαστική γεωπολιτική ανάγνωση

Η πιο ακριβής ερμηνεία είναι ότι η Αλβανία δεν εντάσσεται στον σκληρό, αρχικό πυρήνα του Κάθετου Διαδρόμου, όπως αυτός περιγράφεται συνήθως από αμερικανικές και ευρωπαϊκές πηγές — δηλαδή τη βόρεια ροή από την Ελλάδα προς Βουλγαρία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Μολδαβία και Ουκρανία. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, η συμφωνία Aktor–Albgaz μοιάζει περισσότερο με δυτική βαλκανική προέκταση ή παράπλευρο βραχίονα της ίδιας λογικής: η Ελλάδα ως νότια πύλη, το αμερικανικό LNG ως καύσιμο-άγκυρα, και οι γειτονικές αγορές όπως η Αλβανία ως νέοι χώροι κατανάλωσης, ηλεκτροπαραγωγής και ενδεχομένως μελλοντικής διαμετακόμισης.

Με αυτή την έννοια, η Ελλάδα δεν «εξάγει» απλώς αέριο προς τα βόρεια. Εξάγει και γεωοικονομική αρχιτεκτονική: επιχειρηματικά οχήματα, συμβάσεις LNG, υποδομές FSRU και pipeline logic, διασυνδέσεις με αμερικανικούς θεσμούς και ένα διπλωματικό αφήγημα περί ενεργειακής ασφάλειας. Η ίδια η Aktor, σε άλλη δημόσια τοποθέτηση του Αλεξάνδρου Εξάρχου, έλεγε στα τέλη Μαρτίου ότι για να λειτουργήσει πλήρως το μοντέλο απαιτείται δεύτερο FSRU στην Ελλάδα έως το 2030 και βελτίωση του αγωγικού διαδρόμου προς την Ουκρανία. Δηλαδή, η συμφωνία με την Αλβανία δεν είναι τελικός σταθμός, αλλά μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής που ακόμα εκτυλίσσεται.

Τα ρίσκα, τα όρια και τα ανοιχτά ερωτήματα

Η μεγάλη επιφύλαξη είναι ότι η δημόσια πληροφόρηση παραμένει ελλιπής στο επιχειρησιακό επίπεδο. Η ανακοίνωση της Aktor δίνει διάρκεια, όγκο, έναρξη το 2030 και αναφορά σε MoU για ενεργειακό κόμβο, αλλά δεν κατονομάζει ποιο αμερικανικό liquefaction project θα τροφοδοτεί τις ροές, ποια ακριβώς αλυσίδα logistics θα χρησιμοποιηθεί, εάν θα απαιτηθεί ελληνική ή αλβανική υποδομή επαναεριοποίησης, ούτε ποιο θα είναι το τελικό χρηματοδοτικό μοντέλο του κόμβου και της μονάδας 380 MW.

Υπάρχει και ζήτημα αγοράς. Οι Financial Times σημειώνουν ότι η εμπορική απορρόφηση του ελληνικού hub δεν είναι ακόμη γραμμική, λόγω τελών διέλευσης και σημείων συμφόρησης, ενώ το Chatham House έχει προειδοποιήσει ότι οι φιλοδοξίες της Ελλάδας ως LNG hub μπορούν βραχυπρόθεσμα να βοηθήσουν την Ευρώπη, αλλά μεσοπρόθεσμα ενέχουν τον κίνδυνο δημιουργίας ανεκμετάλλευτων αγαθών, αν η ζήτηση αερίου εξασθενήσει και οι δυτικοβαλκανικές αγορές παραμείνουν μικρές. Αυτό το ρίσκο είναι ακόμη πιο εμφανές στην Αλβανία, η οποία μέχρι πρόσφατα δεν λάμβανε ουσιαστικά αέριο παρότι φιλοξενεί τον TAP. Με άλλα λόγια, η νέα συμφωνία δεν αξιοποιεί μια ώριμη αγορά, αλλά σε μεγάλο βαθμό επιχειρεί να τη δημιουργήσει.

Τέλος, στο πεδίο της διπλωματίας, αυτό που τεκμηριώνεται πλήρως είναι ο επίσημος ρόλος της Κίμπερλυ Γκιλφόιλ στην Αθήνα και η παρουσία της στην υπογραφή στα Τίρανα. Η συμφωνία αποτυπώνει σίγουρα την αμερικανική στήριξη και την ελληνική διαμεσολάβηση μέσω εταιρικών οχημάτων.

Συνολικά, το συμπέρασμα είναι το εξής: η συμφωνία Aktor–Albgaz δεν είναι μια μεμονωμένη κίνηση, αλλά η μέχρι τώρα πιο καθαρή ένδειξη ότι η αμερικανοελληνική ενεργειακή ώθηση, που στήθηκε γύρω από την Αθήνα το 2025-2026, αρχίζει να αποκτά βαλκανικές προεκτάσεις και προς τα δυτικά. Η Ελλάδα παραμένει ο βασικός κόμβος. Η Αλβανία εμφανίζεται ως ο επόμενος δέκτης αυτής της αρχιτεκτονικής. Και οι ελληνοαλβανικές σχέσεις, παρότι δεν έχουν λύσει όλα τα πολιτικά τους βάρη, φαίνεται ότι μπαίνουν όλο και περισσότερο σε φάση πραγματισμού με επίκεντρο την ενέργεια.

Απορρίφθηκε πρόταση για έλεγχο των πολεμικών εξουσιών του Τραμπ σχετικά με την Κούβα

Η Γερουσία των ΗΠΑ μπλόκαρε στις 28 Απριλίου ψήφισμα που θα απέτρεπε τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ από το να διατάξει στρατιωτική δράση κατά της Κούβας χωρίς προηγούμενη έγκριση του Κογκρέσου.

Οι γερουσιαστές Τιμ Κέιν (D-Va.), Άνταμ Σιφ (D-Calif.) και Ρούμπεν Γκαγιέγο (D-Ariz.) ενεργοποίησαν τον Νόμο περί Πολεμικών Εξουσιών του 1973, προκειμένου να εξαναγκάσουν τη διεξαγωγή ψηφοφορίας στη Γερουσία την Τρίτη. Θέτοντας το ζήτημα των πολεμικών εξουσιών, οι Δημοκρατικοί της Γερουσίας επικαλέστηκαν πρόσφατες αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Βενεζουέλα και το Ιράν, καθώς και τη δήλωση που έκανε ο Τραμπ τον Μάρτιο, «η Κούβα είναι η επόμενη».

Οι γερουσιαστές ψήφισαν με 51 έναντι 47 κατά της προώθησης του ψηφίσματος των Δημοκρατικών σε τελική ψηφοφορία. Ανάλογες πρωτοβουλίες των Δημοκρατικών σχετικά με τις στρατιωτικές ενέργειες των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και το Ιράν έχουν επίσης αποτύχει τις τελευταίες εβδομάδες στη Γερουσία, όπου πλειοψηφούν οι Ρεπουμπλικανοί.

Οι σχέσεις ΗΠΑ–Κούβας παραμένουν τεταμένες από το 1959, όταν ο Φιντέλ Κάστρο κατέλαβε την εξουσία στην Αβάνα ως επικεφαλής της κομμουνιστικής επανάστασης. Κατά τη διάρκεια της δεκαετία του 1960, η κυβέρνηση των ΗΠΑ στόχευσε στην ανατροπή του Κάστρο. Μετά την υπερίσχυση των κομμουνιστών στο νησί, αξιωματικοί της CIA συμμετείχαν στον εξοπλισμό και την εκπαίδευση Κουβανών εξόριστων, οι οποίοι ηγήθηκαν εισβολής για την ανακατάληψη της χώρας τον Απρίλιο του 1961. Μετά την αποτυχία της επιχείρησης, η CIA ανέπτυξε διάφορες μυστικές μεθόδους για την αποδυνάμωση της εξουσίας του Κάστρο, συνολικά γνωστών ως Επιχείρηση «Mongoose». Επιπλέον, από τη δεκαετία του 1960, η αμερικανική κυβέρνηση ασκεί πίεση στην Κούβα μέσω οικονομικών κυρώσεων και εμπορικών περιορισμών.

Υπό την ηγεσία του Κάστρο, η Κούβα ευθυγραμμίστηκε με τη Σοβιετική Ένωση. Σήμερα, η Κούβα συνεχίζει να διατηρεί σχέσεις με τη Ρωσία, την Κίνα και τη Βενεζουέλα.

Η Αβάνα αναγνώρισε ότι 32 Κουβανοί στρατιώτες, οι οποίοι ανήκαν στη φρουρά ασφαλείας του Νικολάς Μαδούρο, σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης της 3ης Ιανουαρίου 2026 για τη σύλληψη του ηγέτη της Βενεζουέλας.

Σχεδόν έναν μήνα μετά, στις 29 Ιανουαρίου, ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα , με το οποίο χαρακτήρισε την Κούβα «ασυνήθιστη και εξαιρετική απειλή» για την εθνική ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών. Στο διάταγμα σημειώνεται η στρατιωτική συνεργασία της Κούβας με την Κίνα, τη Ρωσία και το Ιράν, ενώ υποστηρίζεται ότι η Αβάνα έχει δεχθεί οργανώσεις που έχουν χαρακτηριστεί τρομοκρατικές, όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ.

Στο πλαίσιο του ίδιου διατάγματος της 29ης Ιανουαρίου, ο Τραμπ επέβαλε νέους δασμούς σε χώρες που πωλούν πετρέλαιο στην Κούβα. Το νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής έχει αντιμετωπίσει πρόσφατα διακοπές ρεύματος, καθώς δυσκολεύεται να διατηρήσει τον ενεργειακό του εφοδιασμό.

Ο Άνταμ Σιφ δήλωσε πριν από την ψηφοφορία της Τρίτης ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είχε παρακάμψει τη μοναδική αρμοδιότητα του Κογκρέσου να κηρύσσει πόλεμο, πραγματοποιώντας επιθέσεις στο Ιράν και τη Βενεζουέλα, σημειώνοντας ότι η επιθετική ρητορική του προέδρου απέναντι στην Κούβα καθιστά σαφές ποιος είναι ο επόμενος στόχος του.

Ο γερουσιαστής Ρικ Σκοτ (R-Fla.) παρενέβη στην αίθουσα της Γερουσίας για να αμφισβητήσει το ψήφισμα των Δημοκρατικών, υποστηρίζοντας ότι το μέτρο στερείται συνάφειας, καθώς δεν έχουν αναπτυχθεί αμερικανικά στρατεύματα στην Κούβα. Σύμφωνα με τον Σκοτ, ο πρόεδρος Τραμπ δεν έχει δηλώσει ποτέ ότι επιθυμεί την αποστολή χερσαίων δυνάμεων ούτε το έχουν πράξει οι Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές.

Παρότι ο Τραμπ αναφέρθηκε πρόσφατα σε ενδεχόμενη «ανάληψη ελέγχου» της Κούβας, ο στρατηγός Φράνσις Ντόνοβαν, ο οποίος επιβλέπει τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Λατινική Αμερική, κατέθεσε σε ακρόαση της Γερουσίας στις 19 Μαρτίου ότι η διοίκησή του δεν προετοιμάζεται ενεργά για στρατιωτική επιχείρηση που να αφορά το νησί.

Το Κίεβο καταγγέλλει το Ισραήλ για αγορά ουκρανικών σιτηρών από τη Ρωσία

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε στις 28 Απριλίου ότι η αγορά σιτηρών από ισραηλινές αρχές, τα οποία προέρχονται από ουκρανικά εδάφη υπό ρωσική κατοχή, δεν μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη εμπορική δραστηριότητα, προσθέτοντας ότι το Κίεβο ετοιμάζει κυρώσεις κατά όσων επωφελούνται από τις συγκεκριμένες συναλλαγές.

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο Ζελένσκι χαρακτήρισε τα σιτηρά «κλεμμένα αγαθά», επισημαίνοντας ότι οι ισραηλινές αρχές δεν είναι δυνατόν να αγνοούν ποια πλοία καταφθάνουν στα λιμάνια της χώρας και τι φορτίο μεταφέρουν. Επεσήμανε ότι η Ρωσία υφαρπάζει συστηματικά σιτηρά από προσωρινά κατεχόμενα ουκρανικά εδάφη και οργανώνει την εξαγωγή τους μέσω προσώπων που συνδέονται με τις δυνάμεις κατοχής, τονίζοντας ότι τέτοιες πρακτικές παραβιάζουν ακόμη και τη νομοθεσία του ίδιου του Ισραήλ.

Σύμφωνα με τον Ζελένσκι, η Ουκρανία έχει προβεί σε όλα τα απαραίτητα διπλωματικά βήματα για την αποτροπή τέτοιων περιστατικών, ωστόσο ένα ακόμη πλοίο που μετέφερε αντίστοιχο φορτίο δεν εμποδίστηκε να προσεγγίσει ισραηλινό λιμάνι.

Επικαλούμενος τις υπηρεσίες πληροφοριών της χώρας, ανέφερε ότι προετοιμάζεται πακέτο κυρώσεων που θα καλύπτει τόσο όσους μεταφέρουν άμεσα τα σιτηρά όσο και φυσικά ή νομικά πρόσωπα που επιχειρούν να αποκομίσουν κέρδη από αυτό που χαρακτήρισε εγκληματικό σχέδιο, προσθέτοντας ότι η Ουκρανία θα συντονιστεί με ευρωπαϊκούς εταίρους ώστε τα εμπλεκόμενα πρόσωπα να ενταχθούν και στα ευρωπαϊκά καθεστώτα κυρώσεων.

Κατέληξε εκφράζοντας την προσδοκία ότι οι ισραηλινές αρχές θα σεβαστούν την Ουκρανία και θα αποφύγουν ενέργειες που υπονομεύσουν τις διμερείς σχέσεις.

Το Κίεβο θεωρεί ότι όλα τα σιτηρά που παράγονται στις τέσσερις περιοχές που η Ρωσία ισχυρίζεται ότι προσάρτησε μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή του 2022, καθώς και στην Κριμαία που προσαρτήθηκε το 2014, είναι κλεμμένα, και έχει και στο παρελθόν διαμαρτυρηθεί για την εξαγωγή τους σε τρίτες χώρες.

Παρότι η Μόσχα χαρακτηρίζει τις περιοχές αυτές ως «νέα εδάφη», εξακολουθούν να αναγνωρίζονται διεθνώς ως ουκρανικά. Το Κρεμλίνο δεν έχει τοποθετηθεί σχετικά με το νομικό καθεστώς των σιτηρών που συγκομίζονται εκεί.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας Αντρίι Σιμπίχα ανέφερε σε ανάρτησή του στις 27 Απριλίου ότι ο πρέσβης του Ισραήλ κλήθηκε για εξηγήσεις, λόγω αυτού που χαρακτήρισε απουσία αντίδρασης από ισραηλινής πλευράς ως προς την είσοδο φορτίων σιτηρών από κατεχόμενα ουκρανικά εδάφη.

Όπως σημείωσε, η απουσία της αναμενόμενης αντίδρασης από το Ισραήλ στο νόμιμο αίτημα της Ουκρανίας σχετικά με προηγούμενο πλοίο που είχε παραδώσει κλεμμένα αγαθά στη Χάιφα είναι ακατανόητη για το Κιέβο, και η συνέχιση της αποδοχής τέτοιων φορτίων θα είναι εις βάρος των διμερών σχέσεων των δύο χωρών.

Ο Ισραηλινός ομόλογος του Σιμπίχα, Γεδεών Σάαρ, επέκρινε τον Ουκρανό ΥΠΕΞ για τη δημοσιοποίηση της θέσης του μέσω της πλατφόρμας X και υποστήριξε ότι η Ουκρανία δεν είχε προσκομίσει αποδείξεις ότι τα σιτηρά ήταν κλεμμένα. Τόνισε ότι οι ισχυρισμοί του δεν αποτελούν αποδείξεις και ότι δεν είχε υποβληθεί καν αίτημα νομικής συνδρομής πριν την προσφυγή στα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα. Προσέθεσε ότι το ζήτημα θα εξεταστεί και ότι το Ισραήλ λειτουργεί ως κράτος δικαίου με ανεξάρτητες αρχές επιβολής του νόμου, οι οποίες θα ενεργήσουν σύμφωνα με τη νομοθεσία.

Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ απέφυγε να σχολιάσει το περιστατικό, δηλώνοντας στις 28 Απριλίου ότι η Ρωσία δεν θα εμπλακεί και ότι το ζήτημα θα πρέπει να το χειριστούν απευθείας το Κίεβο και το Ισραήλ.

Το διπλωματικό επεισόδιο ξεκίνησε όταν η ισραηλινή εφημερίδα Haaretz ανέφερε στις 26 Απριλίου ότι τέσσερα φορτία σιτηρών από κατεχόμενα ουκρανικά εδάφη είχαν ήδη εκφορτωθεί στο Ισραήλ μέσα στο έτος. Σε  δημοσίευμα στις 27 Απριλίου, η ίδια εφημερίδα ανέφερε ότι το πλοίο Panormitis, το οποίο φέρεται να μεταφέρει επίσης σιτηρά από τα ίδια εδάφη, ανέμενε άδεια για να δέσει στη Χάιφα.

Με πληροφορίες από το Reuters

Αντιδράσεις των ΗΠΑ για τον ρόλο του Ιράν στη διάσκεψη του ΟΗΕ για τα πυρηνικά

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντέδρασαν έντονα μετά την επιλογή του Ιράν ως ενός εκ των 34 αντιπροέδρων της διάσκεψης της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση Πυρηνικών Όπλων του ΟΗΕ στις 27 Απριλίου.

Το Ιράν προτάθηκε ως υποψήφιο από το Κίνημα των Αδεσμεύτων, το οποίο αποτελείται από 121 αναπτυσσόμενες χώρες, κυρίως από την Αφρική και την Ασία, ενώ η διάσκεψη, που πραγματοποιείται κάθε πέντε χρόνια από το 1970, περιλαμβάνει και τα 191 συμβαλλόμενα μέρη της συνθήκης, τα οποία εξετάζουν την εφαρμογή της.

Αν και, βάσει της συνθήκης, το Ιράν υποχρεούται να συνεργάζεται με τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (ΔΥΑΕ), δεν έχει επιτρέψει την πρόσβαση επιθεωρητών σε πυρηνικές εγκαταστάσεις από τότε που αυτές βομβαρδίστηκαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Ιούνιο του 2025.

Ο υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ για τον έλεγχο εξοπλισμών και τη μη διάδοση, Κρίστοφερ Γιου, ανέφερε ότι ήταν αδιαμφισβήτητο πως το Ιράν είχε επί μακρόν επιδείξει περιφρόνηση προς τις δεσμεύσεις της Συνθήκης και πρόσθεσε ότι, αντί να αξιοποιηθεί η διάσκεψη για την υπεράσπιση της ακεραιότητας της συνθήκης και την απόδοση ευθυνών, επιλέχθηκε το ίδιο ως αντιπρόεδρος, κάτι που, όπως υποστήριξε, συνιστά σοβαρό πλήγμα για την αξιοπιστία της διαδικασίας.

Στήριξη από Αυστραλία και ΗΑΕ 

Τη θέση των ΗΠΑ στήριξαν η Αυστραλία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Γερμανία εξέφρασαν ανησυχία, με τις τρεις τελευταίες — γνωστές ως Ε3 — να έχουν συμμετάσχει στο Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (Joint Comprehensive Plan of Action – JCPOA) του 2015, που διαπραγματεύτηκε η κυβέρνηση Ομπάμα με στόχο τον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν.

Ο πρόεδρος της διάσκεψης, πρέσβης του Βιετνάμ στον ΟΗΕ, Ντο Χουνγκ Βιετ, δήλωσε ότι οι ενστάσεις και οι επιφυλάξεις που εκφράστηκαν θα καταγραφούν στα πρακτικά, ενώ ο πρέσβης του Ιράν στον ΟΗΕ στη Βιέννη, Ρεζά Νατζαφί, χαρακτήρισε τις κατηγορίες της Ουάσιγκτον αβάσιμες και πολιτικά υποκινούμενες, εκφράζοντας παράλληλα την αντίθεση της Τεχεράνης στη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών ως αντιπροέδρου.

Στα έγγραφα της διάσκεψης, η οποία θα διαρκέσει έως τις 22 Μαΐου, περιλαμβάνεται αναφορά σε ιρανικό έγγραφο εργασίας που ζητά τη δημιουργία ζώνης απαλλαγμένης από πυρηνικά όπλα στη Μέση Ανατολή, ενώ υπενθυμίζεται ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ αποχώρησε από το JCPOA το 2018 και ότι τον Σεπτέμβριο του 2025 ενεργοποιήθηκε ο μηχανισμός επαναφοράς κυρώσεων του ΟΗΕ, οδηγώντας σε εκ νέου επιβολή εμπάργκο όπλων στο Ιράν.

Ο πρέσβης του Ιράν στη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (ΔΥΑΕ), Ρεζά Νατζαφί, στο Διεθνές Κέντρο στη Βιέννη. Αυστρία, 26 Νοεμβρίου 2015. (AP Photo/Ronald Zak)

 

Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, η Συνθήκη για τη Μη Διάδοση Πυρηνικών Όπλων αποτελεί καθοριστική διεθνή συνθήκη με στόχο την αποτροπή της διάδοσης πυρηνικών όπλων, την προώθηση ειρηνικής χρήσης της πυρηνικής ενέργειας και την επίτευξη πυρηνικού αφοπλισμού.

Σε δήλωση προς το διοικητικό συμβούλιο της ΔΥΑΕ στις 9 Ιουνίου, ο γενικός διευθυντής Ραφαέλ Γκρόσσι εξέφρασε σοβαρή ανησυχία για τη ραγδαία συσσώρευση υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου στο Ιράν, ενώ στις 12 Ιουνίου 2025 η υπηρεσία ενέκρινε ψήφισμα που διαπίστωνε μη συμμόρφωση της Τεχεράνης με τις υποχρεώσεις της.

Εντός ωρών από την απόφαση αυτή, το Ισραήλ ξεκίνησε βομβαρδισμούς κατά του Ιράν, ενώ στις 21 Ιουνίου οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαπέλυσαν την επιχείρηση «Midnight Hammer», χρησιμοποιώντας βόμβες διάτρησης οχυρωμένων στόχων περίπου 13.600 κιλών σε πυρηνικές εγκαταστάσεις.

Οι δύο χώρες επανεκκίνησαν κατόπιν διαπραγματεύσεις, οι οποίες όμως κατέρρευσαν φέτος, οδηγώντας τον Τραμπ να εγκρίνει τη στρατιωτική επιχείρηση «Epic Fury», που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου.

Σήμερα, το Ισραήλ θεωρείται ευρέως η μόνη χώρα στη Μέση Ανατολή που διαθέτει πυρηνικά όπλα, αν και δεν το έχει επιβεβαιώσει ούτε διαψεύσει, με τη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Κοινοτήτων του Ηνωμένου Βασιλείου να αναφέρει ότι η χώρα ανέπτυξε πυρηνική ικανότητα εκτός του πλαισίου της Συνθήκης.

Το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών Ειρήνης της Στοκχόλμης σημειώνει ότι το Ισραήλ διατηρεί πολιτική «πυρηνικής αμφισημίας», εκτιμώντας ότι διαθέτει περίπου 80 πυρηνικά όπλα, εκ των οποίων περίπου 30 είναι αεροπορικές βόμβες και τα υπόλοιπα προορίζονται για εκτόξευση μέσω βαλλιστικών πυραύλων Jericho II.

Ο πληροφοριοδότης Μορντεχάι Βανούνου φυλακίστηκε για 18 χρόνια μετά από αποκαλύψεις που έκανε το 1986 σχετικά με τον πυρηνικό αντιδραστήρα της Ντιμόνα, οι οποίες οδήγησαν ειδικούς στο συμπέρασμα ότι η εγκατάσταση είχε παραγάγει υλικό για έως και 200 πυρηνικές κεφαλές. Μετά την αποφυλάκισή του, το 2004, του επιβλήθηκαν αυστηροί περιορισμοί, συμπεριλαμβανομένης απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα.

Ο Ισραηλινός πληροφοριοδότης για τα πυρηνικά, Μορντεχάι Βανούνου, ανάμεσα σε Ισραηλινούς αστυνομικούς σε δικαστήριο της Ιερουσαλήμ. Ισραήλ, 29 Δεκεμβρίου 2009. (Gali Tibbon/AFP/Getty Images)

 

Οι ΗΠΑ εξετάζουν ιρανική πρόταση

Στις 27 Απριλίου, η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λέβιτ ανέφερε ότι ο Τραμπ είχε συνομιλίες με συμβούλους εθνικής ασφάλειας μετά την υποβολή νέας πρότασης από το ιρανικό καθεστώς για επίλυση της σύγκρουσης.

Κατά την εναρκτήρια συνεδρίαση της διάσκεψης, ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρρες κάλεσε τα συμβαλλόμενα μέρη να παραμείνουν ενωμένα και να προστατεύσουν την ανθρωπότητα από τον κίνδυνο πυρηνικής καταστροφής.

Ο Γκουτέρρες αναμένεται να αποχωρήσει αργότερα μέσα στο έτος, με τον Γκρόσσι να συγκαταλέγεται στους τέσσερις υποψηφίους για τη διαδοχή του, μαζί με τη Μισέλ Μπατσελέ, τη Ρεμπέκκα Γκρήνσπαν και τον Μακί Σαλ.

Στο πλαίσιο της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση Πυρηνικών Όπλων, οι πέντε μεγαλύτερες πυρηνικές δυνάμεις — Ρωσία, Κίνα, Βρετανία, Γαλλία και Ηνωμένες Πολιτείες — έχουν δεσμευτεί να διαπραγματευτούν την εξάλειψη των οπλοστασίων τους, ενώ τα κράτη χωρίς πυρηνικά όπλα δεσμεύονται να μην τα αποκτήσουν, διατηρώντας το δικαίωμα ανάπτυξης πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς.

Μετά την υπογραφή της συνθήκης, η Ινδία, το Πακιστάν και η Βόρεια Κορέα έχουν αναπτύξει πυρηνικά όπλα.

Του Chris Summers

Με πληροφορίες από το Associated Press

Σοβαρές πιέσεις στην κινεζική οικονομία από τον αποκλεισμό στο Ορμούζ

Η Κίνα εντείνει τις προσπάθειες εξασφάλισης εναλλακτικών προμηθειών πετρελαίου, έπειτα από την παρατεταμένη διαταραχή στα Στενά του Ορμούζ, με τη σύγκρουση να περιορίζει τις εισαγωγές και να ασκεί πιέσεις σε βασικούς τομείς της οικονομίας της, σύμφωνα με πρόσωπα που έχουν γνώση της κατάστασης εντός του καθεστώτος. Πολλές πηγές από την Κίνα μίλησαν στην εφημερίδα The Epoch Times υπό τον όρο της ανωνυμίας, φοβούμενοι αντίποινα από το καθεστώς.

Αξιωματούχοι στο Πεκίνο έχουν χαρακτηρίσει εσωτερικά την κατάσταση ως «ενεργειακή κρίση», σύμφωνα με πηγές εντός του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ), γεγονός που έχει οδηγήσει σε επείγουσα προσπάθεια διαφοροποίησης των εισαγωγών αργού πετρελαίου μακριά από τη Μέση Ανατολή, με αύξηση αγορών από τη Ρωσία και το Καζακστάν και ταυτόχρονη αναζήτηση νέων προμηθευτών στην Αφρική, τη Λατινική Αμερική, ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Τα Στενά του Ορμούζ, μέσω των οποίων διακινείται περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και φυσικού αερίου, έχουν ουσιαστικά κλείσει για περισσότερες από 50 ημέρες, αναγκάζοντας τα πλοία να αλλάζουν πορεία και αυξάνοντας το κόστος μεταφοράς.

Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ ανέφερε ότι δεκάδες πλοία έχουν ήδη διαφοροποιήσει την πορεία τους λόγω της αυξημένης έντασης, ανακοινώνοντας στην πλατφόρμα X ότι στις 25 Απριλίου αναχαίτισε ένα πλοίο στην Αραβική Θάλασσα και συνέδραμε στην επιστροφή του στο Ιράν, ενώ το συγκεκριμένο πλοίο συγκαταλεγόταν μεταξύ δεκαεννέα σκαφών στα οποία είχαν επιβληθεί κυρώσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες την προηγουμένη.

Στην Κίνα, η διαταραχή ήδη επηρεάζει τη ναυτιλία, τη μεταποίηση και την παραγωγή ενέργειας, σύμφωνα με άτομο από το σύστημα εξωτερικού εμπορίου της χώρας. Οι προμήθειες σε ορισμένες παράκτιες περιοχές περιορίζονται, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην άμεση αγορά αυξάνονται και τα περιθώρια κέρδους στους εξαγωγικούς και βιομηχανικούς τομείς συρρικνώνονται. Σε απάντηση, το Πεκίνο έχει ξεκινήσει μια ευρεία, διακλαδική προσπάθεια για την εξασφάλιση προμηθειών πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Πολλοί κυβερνητικοί φορείς της Κίνας — μεταξύ αυτών το υπουργείο Εμπορίου, οι τελωνειακές αρχές και οι οργανισμοί προώθησης εμπορίου — έχουν λάβει εντολή να αξιοποιήσουν τα δίκτυά τους για τον εντοπισμό νέων πηγών, ακόμη και πέρα από την κύρια αρμοδιότητά τους, ενώ μια προσωρινή ομάδα συντονισμού που συγκροτήθηκε από τα υπουργεία Εξωτερικών και Εμπορίου έχει ήδη στείλει ομάδες σε χώρες όπως το Καζακστάν και η Ρωσία για να διαπραγματευτούν μεγαλύτερες αποστολές, σύμφωνα με την ίδια πηγή.

Μηχανικός της κρατικής εταιρείας China National Petroleum Corp. ανέφερε στην Epoch Times ότι ανώτατοι αξιωματούχοι του ΚΚΚ ανέδειξαν πρόσφατα την ενεργειακή ασφάλεια σε κορυφαία προτεραιότητα κατά τη διάρκεια εσωτερικών συσκέψεων, προειδοποιώντας ότι οι διαταραχές επηρεάζουν τόσο τις προμήθειες πετρελαίου και φυσικού αερίου όσο και τις ευρύτερες εμπορικές σχέσεις.

Η Κίνα προσαρμόζει πλέον τη δομή των εισαγωγών αργού πετρελαίου ώστε να μειώσει την εξάρτησή της από τη Μέση Ανατολή, με αύξηση εισαγωγών από τα λιμάνια της ρωσικής Άπω Ανατολής και επέκταση των παραδόσεων μέσω αγωγών από το Καζακστάν μέσω της Κεντρικής Ασίας, ενώ τα διυλιστήρια τροποποιούν τα μείγματα πρώτων υλών και πραγματοποιούν δοκιμές συμβατότητας για διαφορετικούς τύπους αργού.

Ωστόσο, οι επιλογές παραμένουν περιορισμένες, καθώς η παραγωγική ικανότητα και τα διαθέσιμα αποθέματα της Ρωσίας μειώνονται, ενώ το Πεκίνο διστάζει να αξιοποιήσει τα στρατηγικά του αποθέματα πετρελαίου, τα οποία θεωρεί κρίσιμα για την εθνική ασφάλεια. Σύμφωνα με τον ίδιο μηχανικό, η προτεραιότητα είναι το άνοιγμα νέων μακροπρόθεσμων διαύλων προμήθειας, ενώ η Κίνα εξακολουθεί να εισάγει περισσότερα από τα δύο τρίτα του πετρελαίου της, με βασικούς προμηθευτές το Ιράν, τη Σαουδική Αραβία, το Ιράκ και τη Ρωσία, καθώς και μικρότερες ποσότητες από την Αφρική και τη Νότια Αμερική.

Το εμπόριο και η βιομηχανία υπό πίεση

Η διαταραχή πλήττει και τον εξαγωγικό τομέα, καθώς στην ανατολική εμπορική πόλη Γιγού, που συνήθως αποτελεί πολυσύχναστο κέντρο εξαγωγών μικρών εμπορευμάτων, οι παραγγελίες από αγοραστές της Μέσης Ανατολής κατέρρευσαν κατά την περίοδο αιχμής γύρω από το Ραμαζάνι, σύμφωνα με τοπικούς εμπόρους που επικαλείται το Chinese Newsweek μέσω της πλατφόρμας Tencent.

Παράλληλα, περισσότερα από εξήντα πλοία παραμένουν ακινητοποιημένα έξω από τα Στενά του Ορμούζ, αδυνατώντας να περάσουν, ενώ οι διαδρομές από μεγάλα κινεζικά λιμάνια όπως το Νινγκμπό και το Τζουσάν προς τη Μέση Ανατολή έχουν σε μεγάλο βαθμό παγώσει, σύμφωνα με πηγή από τη ναυτιλιακή βιομηχανία. Πριν από τη διαταραχή κατέφθαναν καθημερινά 10 έως 18 δεξαμενόπλοια αργού πετρελαίου, ενώ πλέον μόλις τέσσερα έως επτά πλοία — κυρίως αναδρομολογημένα ή υπό περιορισμούς — καταφέρνουν να περάσουν.

Οι εξαγωγές συσσωρεύονται στα λιμάνια, αναγκάζοντας ορισμένους διαχειριστές να διακόψουν την παραλαβή φορτίων λόγω αυξανόμενων ζημιών, με προϊόντα από καταναλωτικά αγαθά έως αυτοκίνητα με προορισμό τη Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ να παραμένουν ουσιαστικά μπλοκαρισμένα όταν ο διάπλους του Περσικού Κόλπου περιλαμβάνεται στη διαδρομή τους.

Για τις ναυτιλιακές εταιρείες, το οικονομικό κόστος αυξάνεται ραγδαία, καθώς κινεζικά πλοία που έχουν εγκλωβιστεί κοντά στα Στενά επιβαρύνονται με ημερήσια τέλη καθυστέρησης περίπου 500.000 δολαρίων και σημαντικά αυξημένα ασφάλιστρα, με αποτέλεσμα τα πρόσθετα έξοδα να φτάνουν σε διάστημα ενός μήνα δεκάδες εκατομμύρια δολάρια ανά πλοίο, εξαλείφοντας πλήρως τα περιθώρια κέρδους.

Του Michael Zhuang

Με τη συμβολή της Hu Ying

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αποχωρούν από τον ΟΠΕΚ

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) ανακοίνωσαν στις 28 Απριλίου ότι αποχωρούν από τον ΟΠΕΚ και τη διευρυμένη συμμαχία. Το υπουργείο Ενέργειας των ΗΑΕ ανέφερε ότι η απόφαση ακολούθησε μια συνολική επανεξέταση της πολιτικής παραγωγής της χώρας και της τρέχουσας και μελλοντικής παραγωγικής της ικανότητας και βασίζεται στο εθνικό συμφέρον, καθώς και στη δέσμευση της χώρας να συμβάλει αποτελεσματικά στην κάλυψη της αγοράς.

Η απόφαση αυτή ενδέχεται να αποτελέσει σοβαρό πλήγμα για τον οργανισμό εξαγωγής πετρελαίου: από τότε που εντάχθηκαν το 1967 — επτά χρόνια μετά την ίδρυση του — τα ΗΑΕ έχουν εξελιχθεί στον τρίτο μεγαλύτερο παραγωγό πετρελαίου εντός του ΟΠΕΚ, μετά τη Σαουδική Αραβία και το Ιράκ, συμβάλλοντας με 3-4,5 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου ημερησίως.

Αν και τα ΗΑΕ δεν διευκρίνισαν ρητά τον λόγο αποχώρησης από την 12μελή ομάδα, η χώρα εμπλέκεται εδώ και χρόνια σε διάφορες εσωτερικές διαφωνίες, γεγονός που σημαίνει ότι η απώλειά της θα μπορούσε να εντείνει περαιτέρω τις διαιρέσεις εντός του ΟΠΕΚ, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωσή του σε μια περίοδο παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης λόγω του πολέμου στο Ιράν.

Οι παραγωγοί του Κόλπου αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εξαγωγή πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ, μιας στενής θαλάσσιας διόδου μεταξύ του Ιράν και της Αραβικής Χερσονήσου, από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προμήθειας αργού πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου, καθώς και διάφορα καταναλωτικά και εμπορικά αγαθά, από λιπάσματα έως φαρμακευτικά προϊόντα. Η κίνηση των δεξαμενόπλοιων έχει ουσιαστικά ακινητοποιηθεί, ενώ τα Στενά βρίσκονται στο επίκεντρο των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν.

Ο ΟΠΕΚ ανέφερε ότι η παραγωγή της ομάδας τον Μάρτιο μειώθηκε κατά 7,7 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, πέφτοντας κάτω από τα 21 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ενώ τα ΗΑΕ έχασαν περισσότερα από 1,5 εκατομμύριο βαρέλια παραγωγής τον περασμένο μήνα. Στη Μηνιαία Έκθεση για την Αγορά Πετρελαίου, ο ΟΠΕΚ σημείωσε ότι οι διαταραχές στις ναυτιλιακές δραστηριότητες στην περιοχή αύξησαν τις διαρκείς ανησυχίες για τις ροές προμήθειας, ενώ η ισχυρή ζήτηση για άμεσες ποσότητες στην αγορά, οι περικοπές παραγωγής και οι δηλώσεις ανωτέρας βίας ενίσχυσαν περαιτέρω την ανοδική δυναμική των τιμών.

Η αποχώρηση του Άμπου Ντάμπι θα μπορούσε να αποδειχθεί θετική εξέλιξη για τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος εδώ και χρόνια επικρίνει τακτικά τον ΟΠΕΚ. Πριν από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 2018, κατά την πρώτη του θητεία ως πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, είχε δηλώσει ότι ο ΟΠΕΚ και οι χώρες-μέλη εκμεταλλεύονται τον υπόλοιπο κόσμο επιβάλλοντας υψηλές τιμές πετρελαίου, επισημαίνοντας παράλληλα ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες υπερασπίζονται πολλές από αυτές τις χώρες χωρίς αντάλλαγμα, εκείνες εκμεταλλεύονται αυτή τη σχέση.

Τα ΗΑΕ αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή. Ο Τραμπ αποκάλυψε την περασμένη εβδομάδα ότι η Ουάσιγκτον και το Άμπου Ντάμπι ενδέχεται να συνεργαστούν για τη δημιουργία μιας γραμμής ανταλλαγής νομισμάτων δολαρίου–ντίρχαμ, εν μέσω της αστάθειας που προκαλεί η σύγκρουση.

Αξιωματούχοι των ΗΑΕ έχουν επίσης επικρίνει έντονα περιφερειακούς εταίρους για την αποτυχία τους να προστατεύσουν τη χώρα από ιρανικές επιθέσεις. Ο Ανουάρ Γκαργκάς, διπλωματικός σύμβουλος του προέδρου των ΗΑΕ Μοχάμεντ μπιν Ζαγέντ Αλ Ναχιάν, ανέφερε σε συνέδριο, στις 27 Απριλίου, ότι οι χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου υποστήριξαν η μία την άλλη σε επίπεδο υλικοτεχνικής υποστήριξης, αλλά πολιτικά και στρατιωτικά η στάση τους ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο, η πιο αδύναμη ιστορικά. Όπως παρατήρησε, η αδυναμία του Αραβικού Συνδέσμου ήταν αναμενόμενη, αλλά τον εξέπληξε η στάση του Συμβουλίου Συνεργασίας.

Οι διεθνείς αγορές ενέργειας είχαν ήδη κινηθεί ανοδικά πριν από την ανακοίνωση των ΗΑΕ. Η τιμή του αργού πετρελαίου West Texas Intermediate — δείκτης αναφοράς για τις τιμές πετρελαίου στις ΗΠΑ — αυξήθηκε κατά 4% κατά τη συνεδρίαση της 28ης Απριλίου, φθάνοντας τα 100 δολάρια (~93 ευρώ) ανά βαρέλι στο Χρηματιστήριο Εμπορευμάτων της Νέας Υόρκης, ενώ η τιμή του Brent, που αποτελεί το παγκόσμιο σημείο αναφοράς, αυξήθηκε κατά 3%, φθάνοντας περίπου τα 105 δολάρια (περίπου 98 ευρώ) ανά βαρέλι στις διεθνείς αγορές.

Από τη Σοφοκλέους στη STOXX: Μια κομβική αναβάθμιση

Η απόφαση της STOXX της 24ης Απριλίου 2026 δεν είναι μια απλή τεχνική μεταβολή δείκτη. Η εταιρεία ανακοίνωσε ότι, με ισχύ από τις 21 Σεπτεμβρίου 2026, η Ελλάδα θα περάσει από την κατηγορία των αναδυόμενων στις ανεπτυγμένες αγορές, και μάλιστα θα είναι η μόνη αλλαγή στην ταξινόμηση χωρών του σύμπαντος STOXX για το 2026. Η STOXX βασίζει την ταξινόμηση χωρών σε έξι αντικειμενικά κριτήρια: μακροοικονομικά δεδομένα, μέγεθος αγοράς, ρευστότητα, μετατρεψιμότητα νομίσματος, περιορισμούς στις ροές κεφαλαίων και δείκτη διακυβέρνησης. Με άλλα λόγια, η αναβάθμιση δεν αποτυπώνει μόνο καλύτερες αποτιμήσεις, αλλά και σαφή βελτίωση της επενδυσιμότητας και της θεσμικής ποιότητας της ελληνικής αγοράς.

Η σημασία της κίνησης «κουμπώνει» με μια ευρύτερη διεθνή αναταξινόμηση. Η FTSE Russell έχει ήδη ορίσει επίσης την 21η Σεπτεμβρίου 2026 ως ημερομηνία μετάβασης της Ελλάδας από Advanced Emerging σε Developed, η S&P Dow Jones Indices έχει αποφασίσει αναβάθμιση από Emerging σε Developed με εφαρμογή στη σύνθεση του Σεπτεμβρίου 2026, ενώ η MSCI ανακοίνωσε ότι θα επαναφέρει την Ελλάδα στις Developed Markets στον έλεγχο του Μαΐου 2027. Στο υλικό υλοποίησης της FTSE Russell, η προβλεπόμενη στάθμιση της Ελλάδας στους δείκτες developed παραμένει μικρή — περίπου 0,050% στον FTSE Developed Index και 0,056% στον FTSE Developed All Cap — αλλά η ουσία είναι ότι η χώρα επανεντάσσεται στο ίδιο «ράφι» με τις ώριμες ευρωπαϊκές αγορές.

Αυτό έχει πρακτικές συνέπειες στη ροή κεφαλαίων. Πριν ακόμη ανακοινωθεί η τελική απόφαση της STOXX, η JPMorgan εκτιμούσε ότι μια αναβάθμιση θα μπορούσε να οδηγήσει σε περίπου 962 εκατ. δολάρια παθητικών εισροών, με τις ελληνικές τράπεζες να απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος. Η εκτίμηση αυτή συνάδει με τη σημερινή δομή της αγοράς: στο τέλος του 2025, ο τραπεζικός κλάδος αντιπροσώπευε περίπου το 33,4% της συνολικής κεφαλαιοποίησης του Χρηματιστηρίου Αθηνών, παρέμενε ο βασικός οδηγός ρευστότητας και συγκέντρωνε υψηλό μερίδιο της συναλλακτικής δραστηριότητας και στα παράγωγα.

Η μακρά αφετηρία μιας αγοράς που γεννήθηκε τον 19ο αιώνα

Το ελληνικό χρηματιστήριο έχει πολύ βαθύτερη ιστορία από ό,τι θυμόμαστε συνήθως. Η πορεία του ξεκινά στις 30 Σεπτεμβρίου 1876, όταν η κυβέρνηση του Αλεξάνδρου Κουμουνδούρου εξέδωσε το διάταγμα ίδρυσης του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Ο πρώτος κανονισμός λειτουργίας του δημοσιεύθηκε στις 12 Νοεμβρίου 1876, ενώ οι πρώτες δεκαετίες του συνοδεύτηκαν από μεταστεγάσεις, ανοδικούς κύκλους και ήδη από το 1884 μία σοβαρή χρηματοπιστωτική κρίση, που δείχνει ότι η ελληνική αγορά συνδέθηκε από νωρίς με τους ευρύτερους οικονομικούς κύκλους της χώρας.

Η πρώτη μεγάλη τομή ήρθε με τους πολέμους και τις διεθνείς κρίσεις. Το Χρηματιστήριο έκλεισε για πρώτη φορά στις 16 Ιουλίου 1914, εν μέσω του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και επανήλθε στις 28 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Το 1918 απέκτησε επίσημα τη μορφή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, γεγονός που εδραίωσε τον θεσμικό του ρόλο. Η παγκόσμια κρίση του 1929 μεταφέρθηκε στην Ελλάδα με καθυστέρηση και οδήγησε σε αναστολή διαπραγμάτευσης τον Σεπτέμβριο του 1931, με επαναλειτουργία τον Δεκέμβριο του 1932. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο λειτούργησε διακοπτόμενα, ενώ μετά το τέλος του Εμφυλίου, τον Αύγουστο του 1949, η ζήτηση για μετοχές ενισχύθηκε αισθητά και η αγορά εισήλθε σε νέα φάση.

Στη μεταπολεμική περίοδο, το Χρηματιστήριο Αθηνών άρχισε να αποκτά μόνιμες θεσμικές υποδομές. Στα τέλη του 1964 εισήγαγε τον Γενικό Δείκτη Τιμών, ενώ ο νόμος 148/1967 έθεσε τη βάση για την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία ξεκίνησε να λειτουργεί το 1972. Το 1970 υιοθετήθηκαν οι θεσμοί των αμοιβαίων κεφαλαίων και των εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου, ενώ το 1974, μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το Χρηματιστήριο ανέστειλε ξανά τη λειτουργία του και επανήλθε τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Η μακρά ιστορία των διακοπών λειτουργίας δείχνει ότι για δεκαετίες το ΧΑ ήταν έντονα εκτεθειμένο όχι μόνο στην οικονομία αλλά και στη γεωπολιτική αστάθεια.

Η μεγάλη θεσμική στροφή και η έκρηξη του 1999

Η πραγματική μετάβαση στη σύγχρονη εποχή έγινε τη δεκαετία του 1990. Το 1991 ιδρύθηκε το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών για την εκκαθάριση συναλλαγών, την περίοδο 1991-1992 δημιουργήθηκε η Παράλληλη Αγορά, ενώ την ίδια περίοδο τέθηκε σε λειτουργία αυτοματοποιημένο ηλεκτρονικό σύστημα συναλλαγών, βάζοντας τέλος σε 116 χρόνια διαπραγμάτευσης «δια βοής». Το 1995 το Χρηματιστήριο μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με μοναδικό μέτοχο το Δημόσιο, ενώ το κράτος άρχισε να μειώνει τη συμμετοχή του μέσω placements το 1997 και το 1998. Το 1999 είχαν ήδη δημιουργηθεί η Αγορά Παραγώγων και η Εταιρεία Εκκαθάρισης Παραγώγων, είχε ξεκινήσει η αποϋλοποίηση των μετοχών και το OASIS αντικαθιστούσε το παλαιότερο ηλεκτρονικό σύστημα, διευρύνοντας την πρόσβαση σε μετοχές και παράγωγα.

Αυτές οι αλλαγές έδωσαν στη χώρα μια αγορά πολύ πιο σύγχρονη τεχνολογικά και θεσμικά, αλλά συνέπεσαν με ένα από τα πιο ακραία επεισόδια χρηματιστηριακής υπερθέρμανσης στην Ευρώπη. Η Τράπεζα της Ελλάδος κατέγραψε ότι ο γενικός δείκτης του ΧΑ αυξήθηκε κατά 102,2% το 1999, κλείνοντας στις 5.535,1 μονάδες από 2.737,6 μονάδες στο τέλος του 1998, ενώ κορυφώθηκε στις 6.355 μονάδες στις 17 Σεπτεμβρίου 1999. Την ίδια χρονιά η κεφαλαιοποίηση εκτινάχθηκε στα 67,311 τρισ. δραχμές, δηλαδή στο 176% του ΑΕΠ, από 22,839 τρισ. δραχμές ή 64% του ΑΕΠ το 1998. Μόνο στο τρίτο τρίμηνο του 1999 άνοιξαν περίπου 270.000 νέοι λογαριασμοί στο Σύστημα Άυλων Τίτλων.

Εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη αντίθεση με τη σημερινή συγκυρία. Το 1999 η έκρηξη οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στη μαζική εισροή μικροεπενδυτών και στην απότομη επέκταση μιας αγοράς που μόλις είχε εκσυγχρονιστεί, αλλά δεν είχε ακόμη αποκτήσει το βάθος και τη θεσμική ωριμότητα που απαιτούνται για να απορροφήσει ένα τέτοιο κύμα. Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι από τα μέσα Σεπτεμβρίου του 1999 και μετά οι τιμές και οι συναλλαγές άρχισαν να πέφτουν με μεγάλες διακυμάνσεις. Μια εύλογη ερμηνεία είναι ότι ο εκσυγχρονισμός της αγοράς είχε προηγηθεί, αλλά η κουλτούρα διαχείρισης κινδύνου και η επενδυτική σύνθεση δεν είχαν ακόμη ωριμάσει στο ίδιο μέτρο.

Από την εποχή του ευρώ στην κατάρρευση της διπλής κρίσης

Η δεκαετία που ακολούθησε ξεκίνησε με φιλοδοξίες διεθνοποίησης. Το 2000 ιδρύθηκε η HELEX ως εταιρεία συμμετοχών και τον ίδιο χρόνο εισήχθη στο Χρηματιστήριο. Το 2002 ολοκληρώθηκε η συγχώνευση του Χρηματιστηρίου Αθηνών με την αγορά παραγώγων, το 2003 το κράτος αποεπένδυσε πλήρως από τη HELEX, το 2006 λειτούργησε κοινή πλατφόρμα διαπραγμάτευσης με το Χρηματιστήριο Κύπρου, το 2007 ο όμιλος μεταφέρθηκε στη νέα έδρα στη Λεωφόρο Αθηνών, ενώ το 2008 μπήκαν στην αγορά το πρώτο ETF και η Εναλλακτική Αγορά (ΕΝ.Α.). Θεσμικά, το ΧΑ έμοιαζε όλο και περισσότερο με ένα ώριμο ευρωπαϊκό χρηματιστήριο.

Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 ανέτρεψε βίαια αυτή την πορεία. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η καθοδική πορεία του σύνθετου δείκτη που είχε ξεκινήσει τον Νοέμβριο του 2007 επιταχύνθηκε το 2008 και συνεχίστηκε και στο πρώτο τρίμηνο του 2009. Οι απώλειες του δείκτη στο τέλος του 2008 έφτασαν το 65,5%, ενώ η συνολική χρηματιστηριακή κεφαλαιοποίηση ως ποσοστό του ΑΕΠ υποχώρησε στο 28% από 86% στο τέλος του 2007. Η ίδια επίσημη στατιστική σειρά δείχνει ότι η κεφαλαιοποίηση των μετοχών έπεσε από 195,5 δισ. ευρώ το 2007 σε 68,2 δισ. ευρώ το 2008, ενώ από τον Οκτώβριο του 2008 το μερίδιο των ξένων επενδυτών στη συνολική κεφαλαιοποίηση έπεσε κάτω από το 50% για πρώτη φορά μετά τον Μάρτιο του 2007.

Η επόμενη φάση ήταν ακόμη δυσκολότερη, επειδή η διεθνής κρίση μετατράπηκε στην Ελλάδα σε κρίση δημοσίου χρέους και εμπιστοσύνης. Το 2013, η MSCI υποβάθμισε την Ελλάδα από Developed σε Emerging Markets, τονίζοντας ότι η αγορά δεν ικανοποιούσε πλέον αρκετά κριτήρια προσβασιμότητας — ιδίως στο stock lending, στο short selling και στη μεταβιβασιμότητα — ενώ υστερούσε και στο κριτήριο μεγέθους. Την ίδια χρονιά, η FTSE την είχε εντάξει σε watch list για πιθανή υποβάθμιση από developed σε advanced emerging. Η κορύφωση του σοκ ήρθε το 2015: μετά την επιβολή capital control στις 29 Ιουνίου, το Χρηματιστήριο παρέμεινε κλειστό έως τις 3 Αυγούστου, καταγράφοντας τη μακρύτερη σύγχρονη αναστολή λειτουργίας του. Η ετήσια έκθεση της ATHEX για το 2015 σημειώνει ότι η αγορά έμεινε κλειστή 25 εργάσιμες ημέρες, η αξία συναλλαγών μειώθηκε 39,3% στα 19,1 δισ. ευρώ, η μέση κεφαλαιοποίηση έπεσε στα 43,8 δισ. ευρώ και ο Γενικός Δείκτης τερμάτισε στις 631,35 μονάδες, χαμηλότερα από οποιοδήποτε κλείσιμο έτους μετά το 1989. Παρ’ όλα αυτά, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες κατάφεραν να αντλήσουν 9,4 δισ. ευρώ μέσα στο 2015 και συνολικά 46,7 δισ. ευρώ στην τριετία 2013-2015.

Η ανασυγκρότηση μετά το 2016 και η νέα βάση της αγοράς

Από το 2016 και μετά, η στρατηγική του ΧΑ δεν περιορίστηκε στην επιβίωση. Το 2016 λανσαρίστηκε η υπηρεσία Electronic Book Building, το 2018 ιδρύθηκε το Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας και το ΧΑ εντάχθηκε στην πρωτοβουλία Sustainable Stock Exchanges του ΟΗΕ, ενώ το 2019 θεσπίστηκε και ο οδηγός ESG Reporting. Στην πανδημία του 2020, ο όμιλος επένδυσε σε ψηφιακά εργαλεία, όπως η πλατφόρμα AXIA e-Shareholders Meeting, και στη συνέχεια προχώρησε σε διασυνοριακές συνεργασίες, όπως η στρατηγική σύνδεση με το χρηματιστήριο του Βελιγραδίου, η υποστήριξη του ALPEX και η αναβάθμιση του OASIS σε έκδοση Linux το 2024. Η αγορά δεν ξαναχτίστηκε μόνο με όρους τιμών, αλλά και με όρους τεχνολογίας, διαφάνειας και νέων υπηρεσιών.

Οι αριθμοί της περιόδου 2021-2025 δείχνουν μια αγορά ποιοτικά διαφορετική από εκείνη που βγήκε από την κρίση. Σύμφωνα με το ATHEX Market Insights, ο Γενικός Δείκτης έκλεισε το 2025 με άνοδο 44,3%, σημειώνοντας μία από τις ισχυρότερες ετήσιες επιδόσεις των τελευταίων δεκαετιών. Η αγορά είχε κλείσει ανοδικά σε έξι από τα τελευταία επτά χρόνια, με μοναδική αρνητική εξαίρεση το 2020 λόγω COVID-19 (-11%). Στο σύνολο της πενταετίας 2021-2025, ο σύνθετος δείκτης κατέγραψε άνοδο 162% και ο τραπεζικός δείκτης 342%.

Η βελτίωση δεν είναι μόνο χρηματιστηριακή. Στο τέλος του 2025, η συνολική κεφαλαιοποίηση έφτασε τα 146,8 δισ. ευρώ, το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 2008. Η μέση ημερήσια αξία συναλλαγών στην αγορά μετοχών ανέβηκε στα 219 εκατ. ευρώ, αυξημένη κατά 56,6% σε σχέση με το 2024, ενώ η turnover velocity διαμορφώθηκε στο 42%, κλείνοντας μεγάλο μέρος της απόστασης από ευρωπαϊκές ομοειδείς αγορές. Ταυτόχρονα, η ξένη συμμετοχή έφτασε σε ιστορικό υψηλό 68,5% της κεφαλαιοποίησης και 64,1% της ημερήσιας συναλλακτικής δραστηριότητας, με σωρευτικές καθαρές εισροές 1,1 δισ. ευρώ την περίοδο 2021-2025.

Υπήρξε και επιστροφή της αγοράς στον ρόλο της ως μηχανισμού άντλησης κεφαλαίων. Το 2025 πραγματοποιήθηκαν τέσσερις IPOs και τέσσερις νέες εισαγωγές, οι εκδόσεις εταιρικών ομολόγων έφτασαν τα 1,4 δισ. ευρώ με μέσο βαθμό υπερκάλυψης 2,4 φορές, ενώ οι διανομές μετρητών προς τους μετόχους ξεπέρασαν το προ κρίσης υψηλό του 2007. Αυτό είναι κρίσιμο: μια αγορά θεωρείται ώριμη όχι μόνο όταν ανεβαίνει, αλλά όταν χρηματοδοτεί αποτελεσματικά επιχειρήσεις, απορροφά placements, στηρίζει δευτερογενείς εκδόσεις και ανταμείβει με συνέπεια τους μετόχους.

Τι σημαίνει πρακτικά η επιστροφή στις ανεπτυγμένες αγορές

Το 2026 βρήκε την αγορά σε νέα φάση θεσμικής ενσωμάτωσης. Η Euronext είχε ολοκληρώσει από τον Νοέμβριο του 2025 τη δημόσια πρόταση για την ΕΧΑΕ και, τον Απρίλιο του 2026, το Χρηματιστήριο Αθηνών μετονομάστηκε σε Euronext Athens. Στην επίσημη ανακοίνωσή της, η Euronext χαρακτήρισε τη νέα ταυτότητα βασικό βήμα για την ένταξη της ελληνικής αγοράς στην ενιαία πανευρωπαϊκή τεχνολογική πλατφόρμα, το ενιαίο βιβλίο εντολών και την κοινή δεξαμενή ρευστότητας του ομίλου. Αυτό είναι σημαντικό, επειδή ενισχύει ακριβώς τα χαρακτηριστικά που εξετάζουν και οι διεθνείς index providers: προσβασιμότητα, τεχνολογική διασύνδεση, ρευστότητα και λειτουργική ομοιογένεια με τις ανεπτυγμένες αγορές της Ευρώπης.

Στο επίπεδο των δεικτών, η FTSE Russell δείχνει τι ακριβώς σημαίνει αυτή η μετάβαση. Για την επαναταξινόμηση του Σεπτεμβρίου 2026, ο ενδεικτικός κατάλογος ελληνικών τίτλων που περνούν τα screens για τις developed ευρωπαϊκές σειρές περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, Allwyn, Alpha Bank, Eurobank, ΟΤΕ, Εθνική Τράπεζα, Πειραιώς και ΔΕΗ στη μεσαία κεφαλαιοποίηση, αλλά και Aegean, Athens International Airport, EYDAP, Autohellas, Bank of Cyprus, Cenergy, GEK Terna, Helleniq Energy, Jumbo, Lamda, Motor Oil, Optima, Quest, Sarantis, Titan και Viohalco στη μικρή κεφαλαιοποίηση. Η τελική σύνθεση θα οριστικοποιηθεί με βάση τα στοιχεία της 30ής Ιουνίου 2026, όμως η βασική εικόνα είναι ήδη σαφής: η Ελλάδα επιστρέφει στους ευρωπαϊκούς developed δείκτες με μια αγορά που είναι περισσότερο πολυκλαδική από ό,τι ήταν στην αρχή της μεταμνημονιακής περιόδου, αλλά εξακολουθεί να έχει ισχυρό τραπεζικό πυρήνα.

Γι’ αυτό και το βασικό ερώτημα των επόμενων μηνών δεν είναι απλώς «πόσα κεφάλαια θα έρθουν», αλλά «σε ποιους κλάδους θα κατευθυνθούν». Η λογική που αναφέρουν οι αναλυτές — ότι οι ελληνικές τράπεζες θα απορροφήσουν μεγάλο μέρος των ροών — δεν είναι τυχαία. Η FTSE βάζει τις τέσσερις μεγάλες τράπεζες στον βασικό κορμό των eligible mid-caps, η JPMorgan είχε εκτιμήσει ότι αυτές θα πάρουν το μεγαλύτερο μερίδιο από τις πιθανές παθητικές εισροές, ο τραπεζικός κλάδος αντιπροσωπεύει ήδη περίπου το ένα τρίτο της αγοράς και τα τραπεζικά stock futures είναι η «μηχανή» της αγοράς παραγώγων. Άρα, η αναβάθμιση της χώρας μεταφράζεται τεχνικά σε μια αναβάθμιση που, σε πρώτη φάση, θα είναι τραπεζοκεντρική.

Η αγορά έχει ήδη μπει σε αυτή τη νέα φάση με εμφανώς καλύτερες αφετηρίες από εκείνες της προηγούμενης δεκαετίας. Στις 28 Απριλίου 2026, η οθόνη της Euronext Athens έδειχνε τον Γενικό Δείκτη στις 2.222,04 μονάδες, επίπεδο που αποτυπώνει πόσο μακριά έχει μετακινηθεί το ΧΑ από τις 631 μονάδες του τέλους του 2015. Η διαφορά, βέβαια, δεν είναι μόνο αριθμητική· είναι και θεσμική, γιατί σήμερα το χρηματιστήριο εμφανίζεται ξανά ως ευρωπαϊκή αγορά κεφαλαίων με επανενταγμένη πρόσβαση στα μεγάλα developed benchmarks.

Τι μας λέει η ιστορική διαδρομή

Αν κοιτάξει κανείς την πορεία του ελληνικού χρηματιστηρίου από το 1876 μέχρι σήμερα, θα δει τρεις μεγάλες αφηγήσεις να επαναλαμβάνονται. Η πρώτη είναι ότι το ΧΑ ήταν πάντοτε καθρέφτης της ελληνικής οικονομίας και της γεωπολιτικής της ευαλωτότητας: πόλεμοι, κρίσεις, αναστολές λειτουργίας, πολιτικές αναταράξεις. Η δεύτερη είναι ότι κάθε μεγάλο βήμα ωρίμανσης ήρθε μέσα από θεσμικές και τεχνολογικές τομές — από τον Γενικό Δείκτη, την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και τα αμοιβαία κεφάλαια, μέχρι την αποϋλοποίηση, το OASIS, την εκκαθάριση, τις ESG υποδομές και πλέον την ένταξη στη Euronext. Η τρίτη είναι ότι η αγορά γινόταν ευάλωτη όταν η άνοδος στηριζόταν υπερβολικά στη συγκυρία ή στο retail hype, όπως το 1999, και πιο ανθεκτική όταν η πρόοδος πατούσε σε υποδομές, ρευστότητα, ξένη θεσμική συμμετοχή και δυνατότητα άντλησης κεφαλαίων.

Με αυτή την έννοια, η αναβάθμιση της STOXX δεν είναι απλώς η «επιστροφή της Ελλάδας στις ανεπτυγμένες αγορές». Είναι το σημείο στο οποίο μια αγορά που γεννήθηκε τον 19ο αιώνα, έζησε τη φούσκα του 1999, την κατάρρευση του 2008, την υποβάθμιση του 2013 και το κλείσιμο του 2015, επανέρχεται σήμερα με πολύ ισχυρότερη θεσμική βάση. Η κρίσιμη πρόκληση από εδώ και πέρα δεν είναι να κερδίσει απλώς μια νέα ταμπέλα, αλλά να διατηρήσει μόνιμα τα χαρακτηριστικά που δικαιολογούν αυτή την ταμπέλα: βάθος, ρευστότητα, διάχυση κλάδων πέρα από τις τράπεζες, περισσότερες νέες εισαγωγές και σταθερή θέση στους ευρωπαϊκούς δείκτες χωρίς εκ νέου αμφισβήτηση. Αυτό, περισσότερο από οποιοδήποτε στιγμιαίο ράλι, θα κρίνει αν η επιστροφή είναι οριστική.

Το ΝΑΤΟ μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα

Η πιθανότητα εξόδου των Ηνωμένων Πολιτειών από το ΝΑΤΟ οδηγεί τους Ευρωπαίους ηγέτες να αποτιμήσουν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες χωρίς την αμερικανική ισχύ.

Για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τη Ρωσία χωρίς τις ΗΠΑ, οι ευρωπαϊκές χώρες της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας θα χρειαστεί να ενισχύσουν τους μόνιμους στρατούς τους κατά τουλάχιστον 300.000 στρατιώτες και να αυξήσουν σημαντικά τις αμυντικές δαπάνες πέραν του 3,5% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος — τουλάχιστον κατά 250 δισ. ευρώ — ενώ παράλληλα θα πρέπει να αναβιώσουν και να ενοποιήσουν τη βιομηχανική τους βάση.

Αυτή η αλλαγή δεν πρέπει να καθυστερήσει, σύμφωνα με κοινή ανάλυση του 2025 του ευρωπαϊκού ερευνητικού ιδρύματος Bruegel και του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Οικονομίας του Κιέλου, που προειδοποιούν ότι η Μόσχα αναμένεται να δοκιμάσει την αποφασιστικότητα του ΝΑΤΟ μέσα στα επόμενα τρία έως δέκα χρόνια.

Επί του παρόντος, οι Αμερικανοί διατηρούν 80.000 στρατιώτες σε 30 βάσεις στην Ευρώπη, και μπορούν να αναπτύσσουν γρήγορα δυνάμεις. Ωστόσο, η αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τη Συμμαχία — προοπτική μέχρι πρότινος αδιανόητη — είναι είναι πλέον υπό εξέταση από την κυβέρνηση Τραμπ. Η άρνηση Ευρωπαίων ηγετών να επιτρέψουν τη χρήση βάσεων και εναέριου χώρου σε αμερικανικά μαχητικά, καθώς και η αποχή τους από τον ναυτικό αποκλεισμό στην Αραβική Θάλασσα, οδήγησαν τον Αμερικανό πρόεδρο — ο οποίος ουδέποτε υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της συμμαχίας των 32 χωρών, που το Πεντάγωνο καθοδηγεί από το 1949 — να ζητήσει μια «πολύ σοβαρή εξέταση» της συμμαχίας. Όπως έχει ήδη προειδοποιήσει ο Τραμπ, οι Ευρωπαίοι ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωποι με μια «αναμέτρηση» χωρίς την αμερικανική ηγεσία και υποστήριξη.

Για την αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ απαιτείται έγκριση του Κογκρέσου — που θεωρείται απίθανο να δοθεί — ωστόσο οι δηλώσεις του προέδρου πυροδοτούν συζητήσεις και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού για αναδιάρθρωση της συμμαχίας, με τους Ευρωπαίους να καλούνται να αναλάβουν περισσότερες ευθύνες.

Όπως έχει ευρέως αναφερθεί, οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι άρχισαν να συζητούν ενεργά και προετοιμάζονται για ένα «ΝΑΤΟ χωρίς τις ΗΠΑ» μετά από την απαίτηση του Τραμπ να αναλάβουν πιο ενεργά τη στήριξη της ουκρανικής άμυνας, με την απειλή για κατάληψη της Γροιλανδίας και τον χαρακτηρισμό των κρατών-μελών ως «δειλών» να ενισχύουν το σενάριο, αμφισβητώντας την αξιοπιστία του Τραμπ ως προς την τήρηση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Από την πλευρά τους, οι Αμερικανοί αμφισβητούν την αποφασιστικότητα του ΝΑΤΟ, μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, ήδη από την περίοδο της διακυβέρνησης του Μπαράκ Ομπάμα.

Ως προς το αμερικανικό αίτημα για αμυντικές δαπάνες της τάξεως του 5% του ΑΕΠ, τα μέλη συμφώνησαν κατά τη σύνοδο της Συμμαχίας το 2025 να διαθέσουν το 3,5% για τις ένοπλες δυνάμεις τους — ποσοστό περίπου αντίστοιχο με αυτό που δαπανούν οι Ηνωμένες Πολιτείες — και επιπλέον 1,5% για βελτιώσεις υποδομών, όπως η κυβερνοασφάλεια, η διαχείριση κρίσεων και η προσαρμογή οδικών αξόνων, σιδηροδρομικών γραμμών, γεφυρών και λιμανιών στις στρατιωτικές ανάγκες.

Ισχύς και οικονομικοί πόροι

Η ανάλυση του Ιδρύματος Bruegel και του Ινστιτούτου Κιέλου καταγράφει ότι οι ευρωπαϊκοί στρατοί διαθέτουν συνολικά περίπου 1,5 εκατομμύριο στρατιώτες. Για να αντέξει μια υποθετική ρωσική εισβολή, μια δύναμη αποτελούμενη αποκλειστικά από ευρωπαϊκές χώρες θα χρειαζόταν 300.000 επιπλέον στρατιώτες πεζικού, δηλαδή περίπου 50 επιπλέον ταξιαρχίες σε σχέση με το 2025. Θα απαιτούνταν τουλάχιστον 1.400 άρματα μάχης, 2.000 τεθωρακισμένα οχήματα μάχης πεζικού και 700 πυροβόλα, και περισσότερα από 1 εκατομμύριο βλήματα των 155 χιλιοστών — η ελάχιστη ποσότητα για τρεις μήνες πολεμικών επιχειρήσεων, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση.

Αυτοί οι αριθμοί ξεπερνούν τις σημερινές δυνάμεις της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου μαζί. Και αυτά αφορούν μόνο τις χερσαίες δυνάμεις.

Για να φτάσει τα επίπεδα πολεμικής παραγωγής της Ρωσίας — ακόμη και λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις απώλειες στην Ουκρανία — μια ευρωπαϊκή δύναμη χωρίς τις ΗΠΑ θα χρειαζόταν συλλογικές προμήθειες οπλικών συστημάτων, κοινό εξοπλισμό, ενοποιημένη εφοδιαστική αλυσίδα και ενσωματωμένες στρατιωτικές μονάδες. Ένας τέτοιος στρατός θα έπρεπε να αντικαταστήσει τις αμερικανικές δυνάμεις που σταθμεύουν και εναλλάσσονται στον διάδρομο Σουβάλκι, μήκους περίπου 105 χιλιομέτρων, μεταξύ Πολωνίας και Λιθουανίας, ενώ θα έπρεπε επίσης να δημιουργήσει βάσεις στη Μολδαβία και τη Ρουμανία.

Αυτές είναι μόνο μερικές από τις προκλήσεις που θα αντιμετώπιζε ένα «ΝΑΤΟ χωρίς τις ΗΠΑ», όπως ανέφεραν στρατιωτικοί αναλυτές και ειδικοί στις διεθνείς σχέσεις στην εφημερίδα The Epoch Times. Παράλληλα, καθώς οι Ευρωπαίοι θα υιοθετούσαν αναγκαστικά πιο ενεργό ρόλο στην ήπειρο, οι αμερικανικές δυνάμεις θα έπρεπε να αντισταθμίσουν την απώλεια εξειδικεύσεων και δεξιοτήτων που προσφέρουν οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι.

Η καθηγήτρια Πολιτικής στο University of Miami, Τζουν Τόιφελ Ντράιερ (June Teufel Dreyer), του Ινστιτούτου Έρευνας Εξωτερικής Πολιτικής και πρώην μέλος της Επιτροπής Αναθεώρησης Οικονομικών και Ασφαλείας ΗΠΑ–Κίνας, εκτίμησε ότι οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ χωρίς τις ΗΠΑ είναι καλά εκπαιδευμένες και διαθέτουν ορισμένες ιδιαίτερα ικανές βιομηχανίες αμυντικής παραγωγής.

Όπως σημείωσε, ευρωπαϊκοί κολοσσοί, όπως οι Thales και Leonardo, θα έβλεπαν θετικά την προοπτική αυξημένων εγχώριων επενδύσεων. Οι Ευρωπαίοι αμυντικοί εργολάβοι γνωρίζουν πως τα απαιτούμενα κεφάλαια δεν είναι εξασφαλισμένα χωρίς παραγγελίες από τον αμερικανικό στρατό, όπως, για παράδειγμα, η ετήσια κατασκευή 2.000 πυρομαχικών περιφερόμενης προσβολής μεγάλου βεληνεκούς — μη επανδρωμένα αεροσκάφη — ώστε να ανταποκριθούν στα ρωσικά επίπεδα. Σύμφωνα με την Ντράιερ, η Γαλλία και η Γερμανία κατασκευάζουν υποβρύχια υψηλής ποιότητας, ενώ η Σουηδία παράγει εξαιρετικά μαχητικά αεροσκάφη.

Ωστόσο, από την άποψη της πυρηνικής αποτροπής, η αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ θα ήταν ιδιαίτερα προβληματική.

Η Ντράιερ υπενθύμισε ότι τον Ιούνιο του 2025 ο Βρετανός πρωθυπουργός Κηρ Στάρμερ ανακοίνωσε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα αγοράσει τουλάχιστον δώδεκα μαχητικά F-35 αμερικανικής κατασκευής, προκειμένου να ενισχύσει τη διαλειτουργικότητα της άμυνας του ΝΑΤΟ στο πυρηνικό σκέλος, τα οποία θα αποτελούν τη μοναδική πυρηνική αποτρεπτική δύναμη της χώρας πέραν του στόλου υποβρυχίων της. Το μαχητικό χαμηλής παρατηρησιμότητας είναι το πρώτο που μπορεί να φέρει τόσο συμβατικά όσο και πυρηνικά όπλα.

Σημείωσε ότι ο συντονισμός ΗΠΑ και Ευρωπαίων συμμάχων στις προμήθειες και την παραγωγή οπλικών συστημάτων μειώνει το κόστος και τις δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης για τα πλέον προηγμένα όπλα, επισημαίνοντας ότι το εκτιμώμενο κόστος για το μαχητικό έκτης γενιάς F-47 ανέρχεται σε 4,4 δισ. δολάρια, αλλά αποτελεί κοινή δαπάνη του ΝΑΤΟ.

Εξειδίκευση και δεξιότητες

Εάν διακοπούν οι δεσμοί στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επωφελούνται πλέον από αυτό που ο απόστρατος πλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού και συνεργάτης της Epoch Times, Καρλ Σούστερ, χαρακτήρισε ως «εντυπωσιακές δυνατότητες που ενδέχεται να αποδειχθούν κρίσιμες σε οποιαδήποτε σύγκρουση». Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ο σχεδιασμός αεροσκαφών και πλοίων, οι ειδικές επιχειρήσεις και η εξειδικευμένη γνώση περιοχών, όπως οι επιχειρήσεις σε ορεινό έδαφος και ο πόλεμος στην Αρκτική.

Ωστόσο, πολλά ευρωπαϊκά στρατιωτικά μέσα είναι πεπαλαιωμένα, και ήταν μόλις μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία — και τις απειλές του Τραμπ για αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμμαχία — που οι ηγέτες έδειξαν τη διάθεση να αντιμετωπίσουν τις ελλείψεις. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επίσης εκφράσει αμφιβολίες για την Ισπανία — η οποία αρνήθηκε να επιτρέψει τη χρήση βάσεων στο έδαφός της για επιθέσεις κατά του Ιράν — καθώς και για την Τουρκία.

Σύμφωνα με τον Σούστερ, η Ισπανία έχει απορρίψει οποιαδήποτε ιδέα συμμετοχής των χερσαίων και αεροπορικών της δυνάμεων σε επιχειρήσεις εκτός της επικράτειάς της, με αποτέλεσμα η συμβολή της στην άμυνα του ΝΑΤΟ να είναι περισσότερο θεωρητική παρά ουσιαστική.

Παράλληλα, αν και η Τουρκία διαθέτει τη μεγαλύτερη χερσαία δύναμη της Συμμαχίας, η προθυμία της να συμβάλει στην άμυνα της Ελλάδας, της Βουλγαρίας και της Ανατολικής Ευρώπης είναι αμφίβολη.

Ο διευθυντής του Middle East Forum, Γκρεγκ Ρόμαν, είχε επίσης αμφισβητήσει τη δέσμευση της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, σε άρθρο του τον Σεπτέμβριο του 2025 στην Epoch Times, ζητώντας μια «επείγουσα αξιολόγηση διαχωρισμού», μετά τις κινήσεις της Τουρκίας προς την Κίνα και το Ιράν κατά τη σύνοδο του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης.

Όπως ανέφερε τον Απρίλιο, έξι μήνες αργότερα, η αξιολόγηση αυτή δεν αποτελεί πλέον επιλογή, επισημαίνοντας ότι, δεδομένων των σχεδίων του ΝΑΤΟ για κοινή αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα, ένας σύμμαχος όπως η Τουρκία, που ευθυγραμμίζεται λειτουργικά με το Ιράν και το μπλοκ του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης, δεν μπορεί να θεωρείται αξιόπιστος.

Αποφασιστικότητα για στρατιωτική δράση

Ο Ρόμαν αμφισβήτησε και τις δυνατότητες ενός ευρέος φάσματος στρατιωτικών τομέων του ΝΑΤΟ.

Κατά την εκτίμησή του, στο δυσμενέστερο σενάριο, η Συμμαχία θα μετατρεπόταν σε μια ευρωπαϊκή λέσχη άμυνας, με μια γαλλική πυρηνική «ομπρέλα», ένα βρετανικό ναυτικό που δεν μπορεί να αναπτύξει ούτε ένα αντιτορπιλικό και μια γερμανική βιομηχανική βάση που δεν μπορεί να τηρήσει τα χρονοδιαγράμματα παραγωγής πυρομαχικών.

Σύμφωνα με τον Ρόμαν, θα επιβίωνε μόνο στα χαρτιά, χωρίς να λειτουργεί ως αποτρεπτική δύναμη απέναντι στη Μόσχα ή σε οποιαδήποτε άλλη περιφερειακή δύναμη, και ιδίως απέναντι στην Κίνα.

Ο Σούστερ διατύπωσε παρόμοιες ανησυχίες, σημειώνοντας ότι λίγοι στρατοί του ΝΑΤΟ διαθέτουν κοινά πρότυπα και συνεκτικές επιχειρησιακές δυνατότητες, ένα έλλειμμα που θα έπρεπε να είχε αντιμετωπιστεί από τη στιγμή που η Ρωσία επανεμφανίστηκε ως επιθετικός παράγοντας.

Ο Άντερς Κορ, εκδότης του Journal of Political Risk και επικεφαλής της Corr Analytics στο Πίτσμπεργκ, υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν χρειάζονται τίποτα από τους συμμάχους τους στο ΝΑΤΟ και ότι μόνο τα αμερικανικά κεφάλαια διατηρούν την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία σε λειτουργία.

Σύμφωνα με τον Κορ, δεν υπάρχουν σημαντικές ευρωπαϊκές στρατιωτικές τεχνολογίες που να μην διαθέτουν ήδη οι Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ, αν χρειάζονταν περισσότερα παγοθραυστικά ή δυνατότητες εντοπισμού υποβρυχίων, αυτά θα μπορούσαν να κατασκευαστούν σχετικά εύκολα ή να αποκτηθούν, δεδομένων των υψηλότερων αμυντικών προϋπολογισμών που αναμένονται στο μέλλον.

Η Ντράιερ, θέτοντας το ερώτημα τι ακριβώς λείπει, κατέληξε ότι, πέρα από την αναμφισβήτητη ικανότητα, το κρίσιμο στοιχείο είναι η προθυμία των χωρών του ΝΑΤΟ να χρηματοδοτήσουν το αυξημένο κόστος της αυτόνομης πορείας τους —καθώς και η αποφασιστικότητά τους να πολεμήσουν.

Του John Haughey

Η Κίνα αντιδρά στο ευρωπαϊκό σχέδιο ενίσχυσης της βιομηχανίας «Made in Europe»

Για αντίμετρα προειδοποίησε το Πεκίνο την Ευρωπαϊκή Ένωση, στις 27 Απριλίου, με αφορμή την πρόταση για τη στρατηγική «Made in Europe» («Ευρωπαϊκής κατασκευής»), υποστηρίζοντας ότι συνιστά «θεσμική διάκριση» εις βάρος ξένων εταιρειών.

Το υπουργείο Εμπορίου της Κίνας ανέφερε ότι το Πεκίνο υπέβαλε διαμαρτυρία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με τον προτεινόμενο Νόμο Επιτάχυνσης της Βιομηχανίας (Industrial Acceleration Act – IAA), με την οποία εκφράζει την επίσημη θέση και τις ανησυχίες του.

Σύμφωνα με το υπουργείο, η Κίνα εκτιμά ότι ο νόμος επιβάλλει πολυάριθμες περιοριστικές απαιτήσεις για τις ξένες επενδύσεις σε τέσσερις βασικούς αναδυόμενους στρατηγικούς τομείς: τις μπαταρίες, τα ηλεκτρικά οχήματα, τα φωτοβολταϊκά και τις κρίσιμες πρώτες ύλες.

Προστίθεται δε ότι διατάξεις, όπως οι ρήτρες «προέλευσης από την ΕΕ» στις δημόσιες προμήθειες και στις πολιτικές στήριξης, ισοδυναμούν με «σοβαρά εμπόδια στις επενδύσεις και θεσμική διάκριση».

Το υπουργείο σημείωσε ότι τα μέτρα ενδέχεται να παραβιάζουν τους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και προειδοποίησε ότι, εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση αγνοήσει τις συστάσεις της Κίνας, το Πεκίνο δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να λάβει αντίμετρα, και ότι θα διαφυλάξει αποφασιστικά τα νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα των κινεζικών εταιρειών.

Ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Όλοφ Γκιλ απάντησε δηλώνοντας στο Euronews, την ίδια ημέρα, ότι οι προτάσεις της Ένωσης είναι προσεκτικά σχεδιασμένες ώστε να επιτύχουν ευρύτερους οικονομικούς στόχους προς όφελος των πολιτών της. Όπως ανέφερε, η Ένωση συνεργάζεται με τους παγκόσμιους εταίρους της στον μέγιστο δυνατό βαθμό και είναι πρόθυμη να συνεχίσει τον διάλογο και να ακούσει τις απόψεις τους.

Τον Μάρτιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε τη στρατηγική ανταγωνιστικότητας «Made in Europe», με την ονομασία «Νόμος Επιτάχυνσης της Βιομηχανίας», η οποία αποσκοπεί στην αύξηση του μεριδίου της μεταποίησης στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της Ένωσης στο 20% έως το 2035, από το ~14% του 2024.

Η πρόταση της Επιτροπής δεν κατονομάζει την Κίνα· αντίθετα, θέτει προϋποθέσεις σε περιπτώσεις κατά τις οποίες μία «τρίτη χώρα» ελέγχει περισσότερο από το 40% της παγκόσμιας μεταποιητικής ικανότητας. Ο νόμος προτείνει την επιβολή απαιτήσεων για έργα άνω των 100 εκατομμυρίων ευρώ σε τομείς στους οποίους η συγκεκριμένη χώρα κατέχει τέτοια κυριαρχία.

Εργοστάσιο κατασκευής φωτοβολταϊκών (PV) πλαισίων για ηλιακούς συλλέκτες στο Σουτσιάν. Επαρχία Τζιανγκσού, Κίνα, 23 Ιανουαρίου 2025. (STR/AFP μέσω Getty Images)

 

Σύμφωνα με ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις 4 Μαρτίου, οι επενδύσεις αυτές πρέπει να δημιουργούν θέσεις εργασίας υψηλής ποιότητας, να ενισχύουν την καινοτομία και την ανάπτυξη και να παράγουν πραγματική αξία εντός της Ένωσης μέσω μεταφοράς τεχνολογίας και γνώσης, καθώς και μέσω συμμόρφωσης με απαιτήσεις τοπικού περιεχομένου. Παράλληλα, οφείλουν να διασφαλίζουν κατ’ ελάχιστον 50% απασχόληση Ευρωπαίων εργαζομένων, ώστε να ωφελούνται τόσο οι επιχειρήσεις όσο και οι πολίτες από την πρόσβαση στην ενιαία αγορά.

Η Ευρώπη παραμένει μία από τις μεγαλύτερες μεταποιητικές περιοχές παγκοσμίως, ωστόσο το σχετικό της μερίδιο μειώθηκε τις τελευταίες δύο δεκαετίες, καθώς η παραγωγή μετατοπίστηκε προς την Ασία και ιδιαίτερα προς την Κίνα. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν η Κίνα εντάχθηκε στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, πολλές επιχειρήσεις της Ένωσης μετέφεραν εκεί τις δραστηριότητές τους με στόχο τη μείωση του κόστους.

Εργαζόμενος στο εργαστήριο τήξης σιδήρου στο χαλυβουργείο Chengde, στην πόλη Τσενγκντέ. Επαρχία Χεμπέι, Κίνα, 11 Οκτωβρίου 2007. (Feng Li/Getty Images)

 

Σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία της Eurostat, το μερίδιο της μεταποίησης στην οικονομία της Ένωσης έχει μειωθεί με την πάροδο του χρόνου.

Το 1995, η μεταποίηση αντιστοιχούσε περίπου στο 19,6% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της Ένωσης· έως το 2015 είχε υποχωρήσει στο περίπου 15,9%, αποτυπώνοντας μια μακροχρόνια καθοδική τάση, καθώς ο τομέας των υπηρεσιών αναπτύχθηκε ταχύτερα από τη βιομηχανία.

Στα μέσα της δεκαετίας του 2020, το ποσοστό μειώθηκε περαιτέρω ελαφρώς· στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας δείχνουν ότι η μεταποίηση αντιπροσώπευε περίπου το 14% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της Ένωσης το 2024.

Το 2024, η Κίνα ήταν ο τρίτος μεγαλύτερος εξαγωγικός εταίρος της Ένωσης (8,3%) και ο μεγαλύτερος εισαγωγικός της εταίρος (21,3%), σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία της ΕΕ.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση υπέγραψαν, στις 24 Απριλίου, μνημόνιο συνεργασίας για σύμπραξη στον τομέα των κρίσιμων ορυκτών. Παρότι το σχέδιο δεν αναφέρει ρητά την Κίνα, εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να συνεργαστεί με δυτικούς συμμάχους, με στόχο τη χαλάρωση του ελέγχου του κινεζικού καθεστώτος στις κρίσιμες πρώτες ύλες.

Η Κίνα ελέγχει περίπου το 90% της παγκόσμιας δυναμικότητας στην επεξεργασία, τήξη και διαχωρισμό των υλικών αυτών, καθώς και στην παραγωγή μαγνητικών υλικών.

Δείγματα ορυκτών σπάνιων γαιών (από αριστερά: οξείδιο δημητρίου, μπαστνασίτης, οξείδιο νεοδυμίου και ανθρακικό λανθάνιο), στις εγκαταστάσεις σπάνιων γαιών Mountain Pass της Molycorp, στο Μάουντεν Πας. Καλιφόρνια, ΗΠΑ, 29 Ιουνίου 2015. (David Becker/Reuters)

 

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι η συμφωνία αντανακλά την αυξανόμενη ανησυχία των δυτικών οικονομιών για τη συγκέντρωση των αλυσίδων εφοδιασμού. Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει την αυξανόμενη συνειδητοποίηση και δέσμευση παγκοσμίως, ιδίως μεταξύ των δυτικών συμμάχων, σχετικά με τη σημασία των αλυσίδων εφοδιασμού και των κρίσιμων ορυκτών για την επιτυχία των οικονομιών και την εθνική ασφάλεια.

Ο Ρούμπιο προειδοποίησε ότι η υπερβολική συγκέντρωση της προμήθειας σε περιορισμένο αριθμό χωρών συνιστά απαράδεκτο κίνδυνο και τόνισε ότι απαιτείται διαφοροποίηση τόσο στις αλυσίδες εφοδιασμού όσο και στις πηγές προμήθειας κρίσιμων ορυκτών. Όπως διευκρίνισε, το μνημόνιο δεν θα παραμείνει απλώς ένα έγγραφο, αλλά θα υλοποιηθεί μέσω συγκεκριμένων ενεργειών.

Σε υψηλά επίπεδα οι στρατιωτικές δαπάνες παγκοσμίως το 2025

Οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 2,9% και ανήλθαν στα 2,89 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2025, καταγράφοντας την ενδέκατη διαδοχική χρονιά ανόδου, παρά τη μείωση κατά 7,5% στις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με έκθεση του Διεθνούς Ινστιτούτου Έρευνας για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI), που δημοσιεύθηκε στις 27 Απριλίου.

Οι τρεις χώρες με τις υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες — Ηνωμένες Πολιτείες, Κίνα και Ρωσία — αντιπροσώπευσαν συνολικά 1,48 τρισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή το 51% του παγκόσμιου συνόλου.

Παρότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέμειναν στην κορυφή των στρατιωτικών δαπανών, αυτές μειώθηκαν κατά 7,5% και διαμορφώθηκαν στα 954 δισεκατομμύρια δολάρια το 2025, κυρίως λόγω της απουσίας νέων πακέτων οικονομικής βοήθειας προς την Ουκρανία, σε έντονη αντίθεση με τα 127 δισεκατομμύρια δολάρια που είχαν εγκριθεί για το Κίεβο τα προηγούμενα τρία χρόνια.

Παράλληλα, η Ουάσιγκτον συνέχισε να επενδύει σημαντικά σε πυρηνικές και συμβατικές δυνάμεις, με στόχο την αποτροπή της Κίνας στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού. Το κόστος της τρέχουσας σύγκρουσης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν δεν περιλαμβάνεται στην έκθεση, καθώς ξεκίνησε το 2026.

Ο διευθυντής του προγράμματος στρατιωτικών δαπανών και παραγωγής όπλων του SIPRI, Ναν Τιαν, εκτίμησε ότι η μείωση των αμερικανικών στρατιωτικών δαπανών το 2025 πιθανότατα θα είναι βραχύβια, σημειώνοντας ότι οι δαπάνες που ενέκρινε το Κογκρέσο για το 2026 ξεπερνούν το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια, σημαντικά αυξημένες σε σχέση με το 2025, ενώ θα μπορούσαν να αυξηθούν περαιτέρω στα 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2027, εφόσον εγκριθεί η τελευταία πρόταση προϋπολογισμού του προέδρου Τραμπ.

Η Κίνα παρέμεινε δεύτερη στις στρατιωτικές δαπάνες παγκοσμίως, αυξάνοντας τον προϋπολογισμό της κατά 7,4%, στα 336 δισεκατομμύρια δολάρια, καταγράφοντας την τριακοστή πρώτη συνεχόμενη χρονιά αύξησης.

Στην τρίτη θέση, η Ρωσία κατέγραψε στρατιωτικές δαπάνες ύψους περίπου 190 δισεκατομμυρίων δολαρίων, αυξημένες κατά 5,9% σε ετήσια βάση. Πρόκειται για τον χαμηλότερο ετήσιο ρυθμό αύξησης από την έναρξη της εισβολής στην Ουκρανία το 2022, ωστόσο το στρατιωτικό βάρος της Μόσχας παρέμεινε υψηλό, στο 7,5% του ΑΕΠ το 2025, ενώ οι στρατιωτικές δαπάνες αντιστοιχούσαν στο 20% των κρατικών δαπανών, το υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγράψει ποτέ το SIPRI.

Ευρώπη

Η Ουκρανία ήταν έβδομη σε στρατιωτικές δαπάνες, αυξάνοντας τον προϋπολογισμό της κατά 20%, στα 84,1 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί στο 40% του ΑΕΠ της, σύμφωνα με την έκθεση. Αυξήσεις καταγράφηκαν επίσης σε ολόκληρη την Ευρώπη, ιδίως μεταξύ των μελών του ΝΑΤΟ, γεγονός που συνδέεται με το κάλεσμα των ΗΠΑ να απεξαρτητοποιηθεί η ευρωπαϊκή άμυνα από την αμερικανική υποστήριξη.

Η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της ηπείρου, αύξησε τις δαπάνες της κατά 24% στα 114 δισεκατομμύρια δολάρια, που αντιστοιχούν στο 2,3% του ΑΕΠ, ξεπερνώντας για πρώτη φορά από το 1990 το όριο του 2% του ΝΑΤΟ και καθιστώντας τη χώρα την τέταρτη σε στρατιωτικές δαπάνες παγκοσμίως. Συνολικά, 22 από τα 29 ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, πέτυχαν ή υπερέβησαν τον στόχο του 2% του ΑΕΠ.

Το Βέλγιο κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση μεταξύ των ευρωπαϊκών μελών του ΝΑΤΟ, με άνοδο 59%, στα 14,5 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ οι δαπάνες της Ισπανίας αυξήθηκαν κατά 50%, στα 40,2 δισεκατομμύρια δολάρια, υπερβαίνοντας το όριο του 2% για πρώτη φορά από το 1994.

Η Δανία και η Νορβηγία κατέγραψαν επίσης αυξήσεις της τάξης του υψηλού 40%, ενώ η Σουηδία, η Ιταλία και η Πολωνία σημείωσαν αυξήσεις άνω του 20%. Στον αντίποδα, η Γαλλία αύξησε τις δαπάνες της μόλις κατά 1,5%, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο κατέγραψε μείωση 2%, παραμένοντας ωστόσο πάνω από το όριο του ΝΑΤΟ, με δαπάνες ίσες με το 2,4% του ΑΕΠ.

Η ερευνήτρια του προγράμματος του SIPRI, Ζαντ Γκιμπερτό Ρικάρ, σημείωσε ότι το 2025 οι στρατιωτικές δαπάνες των ευρωπαϊκών μελών του ΝΑΤΟ αυξήθηκαν με τον ταχύτερο ρυθμό από το 1953, γεγονός που αντανακλά, όπως ανέφερε, την επιδίωξη για ευρωπαϊκή αυτάρκεια παράλληλα με την πίεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες για ενίσχυση της κατανομής των βαρών εντός της συμμαχίας.

Προειδοποίησε δε ότι, καθώς οι χώρες επιδιώκουν να επιτύχουν τους νέους στόχους δαπανών του ΝΑΤΟ, που συμφωνήθηκαν το 2025, υπάρχει κίνδυνος να θολώσουν τα όρια μεταξύ στρατιωτικών και άλλων δαπανών που σχετίζονται με την άμυνα και την ασφάλεια, μειώνοντας τη διαφάνεια και περιπλέκοντας περαιτέρω την αξιολόγηση των στρατιωτικών δυνατοτήτων.

Υπόλοιπος κόσμος

Στην Ασία και την Ωκεανία, οι δαπάνες αυξήθηκαν κατά 8,1% στα 681 δισεκατομμύρια δολάρια, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση από το 2009, με την Ιαπωνία να ενισχύει τις δαπάνες της κατά 9,7% στα 62,2 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί στο 1,4% του ΑΕΠ, το υψηλότερο επίπεδο από το 1958.

Η Ταϊβάν αύξησε επίσης τις δαπάνες της κατά 14%, στα 18,2 δισεκατομμύρια δολάρια, εν μέσω αυξανόμενων ανησυχιών για επιθετικότητα κατά του νησιού από το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας στο Πεκίνο.

Στη Μέση Ανατολή, οι δαπάνες παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητες, στα 218 δισεκατομμύρια δολάρια. Οι δαπάνες του Ισραήλ μειώθηκαν κατά 4,9%, στα 48,3 δισεκατομμύρια δολάρια, μετά την εκεχειρία στη Γάζα τον Οκτώβριο του 2025, αν και παρέμειναν αυξημένες κατά 97% σε σύγκριση με το 2022.

Η Τουρκία, μέλος του ΝΑΤΟ, αύξησε τον προϋπολογισμό της κατά 7,2%, στα 30 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ οι δαπάνες του Ιράν μειώθηκαν κατά 5,6%, καταγράφοντας δεύτερη συνεχόμενη χρονιά πτώσης, στα 7,4 δισεκατομμύρια δολάρια.

Στην Αφρική, οι στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν για τρίτη συνεχόμενη χρονιά το 2025, φτάνοντας τα 58,2 δισεκατομμύρια δολάρια σε όλη την ήπειρο, σημειώνοντας άνοδο 8,5%. Στη Νότια Αμερική, οι δαπάνες αυξήθηκαν επίσης κατά 3,4% στα 56,3 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ στην Κεντρική Αμερική και την Καραϊβική μειώθηκαν κατά 27% στα 17,1 δισεκατομμύρια δολάρια.