Δευτέρα, 15 Ιούν, 2026

Η Ανατολική Μεσόγειος γίνεται το νέο κέντρο βάρους: Η Ελλάδα μέσα στην αμερικανική αναδιάταξη

Η εικόνα που σχηματίζεται δεν είναι μια απλή μετακίνηση στρατευμάτων ούτε μια συγκυριακή διπλωματική προσέγγιση. Είναι κάτι ευρύτερο: η Ανατολική Μεσόγειος παύει σταδιακά να αντιμετωπίζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες ως περιφερειακός χώρος και μετατρέπεται σε κεντρικό κόμβο ασφάλειας, ενέργειας, εμπορίου, τεχνολογίας και στρατιωτικής προβολής ισχύος. Στο πλαίσιο αυτής της μετατόπισης, η Ελλάδα και η Κύπρος αποκτούν βάρος πολύ μεγαλύτερο από το γεωγραφικό τους μέγεθος, γιατί βρίσκονται ακριβώς στο σημείο όπου συναντώνται η Ευρώπη, η Μέση Ανατολή, η Βόρεια Αφρική, ο Εύξεινος Πόντος και οι νέοι διάδρομοι προς την Ινδία και τον Ινδο-Ειρηνικό.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι αυτή η αναδιάταξη δεν μένει στο επίπεδο των δηλώσεων. Στο αμερικανικό Κογκρέσο έχει αποκτήσει πλέον θεσμική μορφή η ιδέα ότι η Ανατολική Μεσόγειος πρέπει να αναβαθμιστεί σε στρατηγική προτεραιότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Η πρωτοβουλία Eastern Mediterranean Gateway Act συνδέει ευθέως την περιοχή με τον διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, με λιμάνια, ψηφιακούς διαδρόμους, ενεργειακές ροές, εφοδιαστικές αλυσίδες και στρατηγικές υποδομές. Δεν πρόκειται μόνο για άμυνα. Πρόκειται για ένα νέο πλέγμα ισχύος, όπου οι πολιτικές υποδομές, οι ενεργειακές διασυνδέσεις, τα καλώδια, τα logistics και οι βάσεις λειτουργούν ως ενιαίο σύστημα.

Η Ελλάδα βρίσκεται στον πυρήνα αυτού του συστήματος για τρεις λόγους. Πρώτον, λόγω θέσης. Δεύτερον, λόγω υποδομών. Τρίτον, λόγω της ήδη υπάρχουσας αμυντικής σχέσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη, η Λάρισα, το Στεφανοβίκειο και το ευρύτερο δίκτυο εγκαταστάσεων που εντάσσονται στην ελληνοαμερικανική αμυντική συνεργασία έχουν μετατρέψει τη χώρα σε κόμβο υποστήριξης επιχειρήσεων προς τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Ευρώπη. Η Αλεξανδρούπολη ειδικά έχει αποκτήσει διπλή αξία: στρατιωτική, ως πύλη προς το ανατολικό σκέλος του ΝΑΤΟ, και ενεργειακή, ως κόμβος LNG και διασυνδέσεων προς τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη.

Η νέα αμερικανική ανάγνωση της περιοχής στηρίζεται σε μια απλή διαπίστωση: οι παλιές βεβαιότητες της Ευρώπης δεν αρκούν πλέον. Η Γερμανία παραμένει κρίσιμη χώρα, αλλά δεν είναι πια το αδιαμφισβήτητο κέντρο βάρους της αμερικανικής παρουσίας στην Ευρώπη. Η απόφαση των ΗΠΑ να αποσύρουν περίπου 5.000 στρατιώτες από τη Γερμανία μέσα στους επόμενους μήνες λειτουργεί ως πολιτικό και στρατηγικό σήμα. Δεν σημαίνει ότι η Γερμανία παύει να έχει σημασία. Σημαίνει ότι η αμερικανική στρατηγική δεν θα εξαρτάται μονοδιάστατα από τη γερμανική ενδοχώρα, αλλά θα αναζητά ευέλικτα σημεία προβολής ισχύος σε περιοχές όπου διασταυρώνονται οι νέες κρίσεις.

Ο πόλεμος με το Ιράν και η ένταση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ επιτάχυναν αυτή τη διαδικασία. Η Ουάσιγκτον είδε για μία ακόμη φορά ότι η ενεργειακή ασφάλεια, η ναυσιπλοΐα, οι αεροπορικές επιχειρήσεις, η προστασία των συμμάχων στον Κόλπο και η πρόσβαση στη Μέση Ανατολή δεν μπορούν να στηρίζονται μόνο σε παραδοσιακές βάσεις ή σε κράτη που πολιτικά διστάζουν. Η Ανατολική Μεσόγειος προσφέρει εναλλακτικό βάθος: Κρήτη, Κύπρος, Ισραήλ, Ελλάδα, Ερυθρά Θάλασσα, Αραβικός Κόλπος και Ινδία μπορούν να συνδεθούν σε μια νέα αλυσίδα στρατηγικής συνέχειας.

Σε αυτό το πλαίσιο, το σχήμα Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το γνωστό 3+1, αποκτά πολύ πιο πρακτικό περιεχόμενο. Δεν είναι πλέον απλώς ένα διπλωματικό φόρουμ. Μετατρέπεται σε πλατφόρμα ενεργειακής ασφάλειας, θαλάσσιας επιτήρησης, αντιτρομοκρατικής συνεργασίας, προστασίας υποδομών και τεχνολογικής διασύνδεσης. Η αμερικανική νομοθετική πρωτοβουλία για την αντιτρομοκρατική και ναυτική συνεργασία στο 3+1 προβλέπει μηχανισμούς εκπαίδευσης και υποδομές με αναφορά στη Σούδα και στο κυπριακό CYCLOPS, δείχνοντας ότι η ασφάλεια της περιοχής οργανώνεται πλέον με μόνιμα εργαλεία και όχι μόνο με ασκήσεις ή περιστασιακές συναντήσεις.

Ο διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC) είναι το οικονομικό και τεχνολογικό υπόβαθρο αυτής της μετατόπισης. Η αρχική συμφωνία του 2023 προέβλεπε σιδηροδρομικές και θαλάσσιες συνδέσεις, ενεργειακά δίκτυα, τηλεπικοινωνίες και υποθαλάσσια καλώδια που θα ενώνουν την Ινδία με τον Κόλπο, τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η γεωγραφία της μπορεί να αποκτήσει ξανά αξία ως πύλη εισόδου στην Ευρώπη, όχι μόνο για εμπορεύματα αλλά και για δεδομένα, ενέργεια και ασφάλεια.

Η Τουρκία αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο αυτής της αρχιτεκτονικής, γιατί το βασικό της πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι κάποιοι διάδρομοι την παρακάμπτουν. Είναι ότι η παράκαμψη αυτή μειώνει το στρατηγικό της μονοπώλιο. Για δεκαετίες η Άγκυρα επένδυε στην ιδέα ότι καμία σοβαρή δυτική πολιτική προς τη Μέση Ανατολή, τον Καύκασο, την Κεντρική Ασία ή τη Μαύρη Θάλασσα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την Τουρκία. Τώρα εμφανίζονται εναλλακτικές: Ελλάδα–Κύπρος–Ισραήλ, Ινδία–Κόλπος–Ανατολική Μεσόγειος, κάθετοι ενεργειακοί διάδρομοι στα Βαλκάνια και νέες θαλάσσιες αλυσίδες μέσω ελληνικών λιμανιών. Η τουρκική απάντηση είναι η προώθηση εναλλακτικών διαδρομών μέσω Ιράκ, Συρίας, Ιορδανίας και Τουρκίας, όμως αυτές οι διαδρομές σκοντάφτουν σε ζητήματα ασφάλειας, χρηματοδότησης και πολιτικής σταθερότητας.

H στάση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων προσθέτει ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ. Η απόφαση των Εμιράτων να αποχωρήσουν από τον ΟΠΕΚ και τον ΟΠΕΚ+ από την 1η Μαΐου 2026 δεν είναι μόνο ενεργειακή κίνηση. Είναι και γεωπολιτικό μήνυμα. Τα Εμιράτα επιδιώκουν μεγαλύτερη ελευθερία στην παραγωγή τους, αλλά ταυτόχρονα δείχνουν ότι θέλουν να κινηθούν πιο καθαρά μέσα σε ένα δυτικότροπο πλαίσιο ασφάλειας, με έμφαση στην ελευθερία ναυσιπλοΐας, την αποτροπή του Ιράν και τη στενότερη σύνδεση με ΗΠΑ, Ισραήλ, Ελλάδα, Κύπρο και Ινδία.

Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη στρατηγική ευκαιρία για την Ελλάδα. Η χώρα δεν πρέπει να δει την αμερικανική αναδιάταξη στενά, σαν θέμα «βάσεων». Οι βάσεις είναι μόνο το ορατό μέρος. Το πραγματικό πεδίο είναι η δημιουργία αλυσίδων αλληλεξάρτησης: ενέργεια, λιμάνια, ναυπηγεία, αμυντική βιομηχανία, κυβερνοασφάλεια, δορυφορικές επικοινωνίες, τεχνητή νοημοσύνη, εκπαίδευση στελεχών, κέντρα επιτήρησης, μη επανδρωμένα, logistics και προστασία κρίσιμων υποδομών. Αν η Ελλάδα περιοριστεί στο να προσφέρει έδαφος, θα χάσει το μεγαλύτερο μέρος της αξίας. Αν όμως μετατρέψει την παρουσία των συμμάχων σε επενδύσεις, τεχνογνωσία, βιομηχανική συμμετοχή και μόνιμες υποδομές, τότε μπορεί να αλλάξει κατηγορία.

Η τεχνολογική διάσταση δεν είναι δευτερεύουσα. Η συζήτηση για εγκατάσταση δορυφορικού κόμβου Starlink στην Πρέβεζα, με στόχο την εξυπηρέτηση της ευρύτερης περιοχής των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, δείχνει ακριβώς αυτή την πλευρά της νέας αρχιτεκτονικής. Όταν μια χώρα γίνεται κόμβος επικοινωνιών, δεδομένων και δορυφορικών υπηρεσιών, δεν είναι απλώς «χώρος διέλευσης». Αποκτά ρόλο σε υποδομές που έχουν πολιτική, οικονομική και στρατιωτική σημασία.

Η Γαλλία παραμένει ξεχωριστή περίπτωση μέσα σε αυτή την ευρωπαϊκή αναδιάταξη. Δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί όπως η Γερμανία ή η Ισπανία, γιατί είναι ναυτική, πυρηνική και μεσογειακή δύναμη. Για την Ελλάδα, η γαλλική σχέση είναι συμπληρωματική της αμερικανικής, όχι ανταγωνιστική. Η ελληνογαλλική στρατηγική εταιρική σχέση με ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής προσφέρει ευρωπαϊκό βάθος στην ελληνική ασφάλεια, ενώ η αμερικανική σχέση προσφέρει παγκόσμια ισχύ και πρόσβαση σε τεχνολογία, πληροφορίες και επιχειρησιακή υποστήριξη. Το ελληνικό συμφέρον είναι να μην επιλέξει μονοδιάστατα, αλλά να χτίσει τριπλή αρχιτεκτονική: ατλαντική με τις ΗΠΑ, ευρωπαϊκή με τη Γαλλία και περιφερειακή με το Ισραήλ και την Κύπρο.

Το Ισραήλ είναι ο κρίσιμος περιφερειακός εταίρος γιατί διαθέτει αυτό που χρειάζεται η Ελλάδα αλλά δεν έχει ακόμη σε επάρκεια: τεχνολογικό βάθος, επιχειρησιακή εμπειρία, αντιπυραυλική τεχνογνωσία, πληροφοριακά δίκτυα και ικανότητα γρήγορης προσαρμογής. Η συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ δεν είναι ιδεολογικό σχήμα. Είναι πρακτική απάντηση σε ένα περιβάλλον όπου η Τουρκία διεκδικεί ρόλο ηγεμονικής δύναμης, το Ιράν χρησιμοποιεί δίκτυα πληρεξουσίων και η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται σε ενιαίο χώρο κρίσεων. Το ίδιο το Ισραήλ, παρά τις πιέσεις, επεκτείνει τις συνεργασίες του και στα Βαλκάνια, όπως δείχνει η ενίσχυση των αμυντικών δεσμών με τη Σερβία.

Η Σερβία αξίζει προσοχής γιατί βρίσκεται πάνω στη βαλκανική ενδοχώρα που συνδέει την Ελλάδα με την Κεντρική Ευρώπη. Αν η Ελλάδα θέλει να λειτουργήσει ως νότια πύλη μιας νέας δυτικής αρχιτεκτονικής, δεν αρκεί να κοιτάζει μόνο το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Πρέπει να κοιτάζει και τον βαλκανικό άξονα: Σερβία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Βόρεια Μακεδονία, Μαυροβούνιο, Αδριατική. Η γεωπολιτική αξία ενός λιμανιού ή ενός ενεργειακού κόμβου πολλαπλασιάζεται όταν συνδέεται με ενδοχώρα. Γι’ αυτό η Αλεξανδρούπολη, η Θεσσαλονίκη, η Καβάλα, ο Βόλος, η Πάτρα και η Ηγουμενίτσα δεν είναι απλώς ελληνικά λιμάνια. Είναι κρίκοι ενός δυνητικού ευρωμεσογειακού δικτύου.

Το μέτωπο της Αφρικής κάνει αυτή την εικόνα ακόμη πιο πιεστική. Η αστάθεια στο Σαχέλ, η άνοδος τζιχαντιστικών οργανώσεων, οι επιθέσεις στο Μάλι και η επέκταση της βίας προς βορρά δημιουργούν ένα δεύτερο τόξο πίεσης προς τη Μεσόγειο. Η Ευρώπη συχνά αντιμετωπίζει την Αφρική σαν μακρινό πρόβλημα, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι η αστάθεια στο Σαχέλ μεταφράζεται σε τρομοκρατικά δίκτυα, μεταναστευτικές πιέσεις, ενεργειακή ανασφάλεια και ρωγμές στη νότια ευρωπαϊκή περιφέρεια. Σε αυτό το περιβάλλον, η Κρήτη, η Κύπρος και η Ανατολική Μεσόγειος αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη αξία ως χώροι επιτήρησης, υποστήριξης και ανάσχεσης.

Η μεγάλη εικόνα, λοιπόν, είναι καθαρή: οι Ηνωμένες Πολιτείες αναπροσαρμόζουν τις προτεραιότητές τους, όχι εγκαταλείποντας την Ευρώπη, αλλά αλλάζοντας το εσωτερικό της βάρος. Η παλιά Ευρώπη δεν εξαφανίζεται, όμως δεν μονοπωλεί πλέον την αμερικανική στρατηγική σκέψη. Το κέντρο βάρους μετατοπίζεται προς τους χώρους όπου κρίνονται η ενέργεια, οι θαλάσσιες οδοί, οι εφοδιαστικές αλυσίδες, η αναχαίτιση του Ιράν, η πίεση προς την Τουρκία, η ασφάλεια του Ισραήλ, η πρόσβαση στην Ινδία και η σταθερότητα της νότιας πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Για την Ελλάδα, αυτό είναι παράθυρο ισχύος. Όχι εγγύηση. Παράθυρο. Οι διεθνείς σχέσεις δεν λειτουργούν με μόνιμες φιλίες, αλλά με συμφέροντα που πρέπει να μετατρέπονται σε δομές. Αν η Ελλάδα αξιοποιήσει τη συγκυρία μόνο ρητορικά, θα μείνει με τίτλους και φωτογραφίες. Αν όμως κινηθεί θεσμικά, βιομηχανικά και στρατηγικά, μπορεί να κλειδώσει νέα δεδομένα: αμερικανικές και ευρωπαϊκές επενδύσεις σε υποδομές, ισραηλινή τεχνολογία, γαλλική αμυντική κάλυψη, εμιρατινά κεφάλαια, κυπριακό συντονισμό και βαλκανικό βάθος.

Η αναδιάταξη της Ευρώπης δεν θα γίνει με μία απόφαση ούτε με μία κρίση. Θα γίνει σταδιακά, μέσα από βάσεις, νόμους, διαδρόμους, λιμάνια, καλώδια, ασκήσεις, συμφωνίες, ενεργειακές ροές και περιφερειακές συνεργασίες. Και σε αυτή τη διαδικασία, η Ελλάδα έχει μπροστά της τη σπάνια δυνατότητα να περάσει από το περιθώριο στο κέντρο. Το ερώτημα δεν είναι αν οι άλλοι τη χρειάζονται. Το ερώτημα είναι αν η ίδια θα οργανωθεί ώστε να καταστήσει αυτή την ανάγκη μόνιμο στρατηγικό κεκτημένο.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Η κρίση γύρω από τον Αραγτσί και η αναμέτρηση για τον έλεγχο του ιρανικού κράτους

Μέχρι τις 4 Μαΐου 2026, η υπόθεση του Αμπάς Αραγτσί δεν διαβάζεται απλώς ως μια διαφωνία προσώπων στο εσωτερικό της κυβέρνησης της Τεχεράνης. Οι αναφορές της 30ής Απριλίου, ότι ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν και ο πρόεδρος της Βουλής Μοχάμεντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ επιδιώκουν την απομάκρυνσή του, ήρθαν αμέσως μετά τον πρώτο γύρο των συνομιλιών στο Ισλαμαμπάντ στις 11-12 Απριλίου, στις οποίες το ίδιο το Πακιστάν ευχαρίστησε την ιρανική ηγεσία για την αποστολή αντιπροσωπείας με επικεφαλής τον Γκαλιμπάφ και με συμμετοχή του Αραγτσί. Δηλαδή, ο υπουργός Εξωτερικών βρέθηκε ταυτόχρονα στο προσκήνιο της διπλωματίας και στο στόχαστρο της εσωτερικής εξουσίας.

Η χρονική σύμπτωση έχει βαρύτητα επειδή το εξωτερικό μέτωπο παραμένει ενεργό και εύθραυστο. Την 1η Μαΐου, ο Ντόναλντ Τραμπ απέρριψε τη νεότερη ιρανική πρόταση για τερματισμό του πολέμου, μίλησε για «διχασμένη» και «ασύνδετη» ηγεσία στην Τεχεράνη και ξεκαθάρισε ότι οι επαφές συνεχίζονται τηλεφωνικά, έπειτα από την ακύρωση αποστολής Αμερικανών απεσταλμένων στο Πακιστάν. Άρα η συζήτηση για τον Αραγτσί δεν γίνεται σε μεταπολεμικό κενό, αλλά στο κέντρο μιας ακόμη ανοιχτής διαπραγμάτευσης με τις ΗΠΑ.

Η κρίση ξεκινά από το ποιος κρατά την εντολή

Το βαθύτερο νόημα της σύγκρουσης είναι θεσμικό και όχι προσωπικό. Η σημερινή ιρανική εικόνα είναι μεταχαμενεϊκή: μετά τον θάνατο του Αλί Χαμενεΐ στον πόλεμο, ο Μοτσταμπά Χαμενεΐ βρίσκεται τυπικά στην κορυφή, αλλά η αποτύπωση της περιόδου δείχνει ότι το επιχειρησιακό βάρος έχει μετακινηθεί σε έναν στενότερο πυρήνα γύρω από το γραφείο του ηγέτη, το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας και τους Φρουρούς της Επανάστασης, οι οποίοι πλέον κυριαρχούν όχι μόνο στη στρατιωτική στρατηγική αλλά και σε κομβικές πολιτικές αποφάσεις.

Αυτό έχει σημασία επειδή το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας δεν είναι μια περιφερειακή δομή, αλλά ο κεντρικός κόμβος όπου συναντιούνται προεδρία, κοινοβούλιο, στρατιωτική ηγεσία, υπουργείο Εξωτερικών, υπηρεσίες ασφαλείας και εκπρόσωποι του ανώτατου ηγέτη. Το Συμβούλιο προεδρεύεται από τον πρόεδρο και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τον πρόεδρο της Βουλής, τον υπουργό Εξωτερικών και τους στρατιωτικούς επικεφαλής. Με άλλα λόγια, όταν ο Πεζεσκιάν, ο Γκαλιμπάφ, ο Αραγτσί και ο Βαχίντι βρίσκονται σε τριβή, η διαμάχη δεν εκτυλίσσεται στην περιφέρεια του συστήματος· εκτυλίσσεται στον ίδιο τον πυρήνα του.

Ο Γκαλιμπάφ από αρχιδιαπραγματευτής σε εσωτερικό παίκτη ισορροπίας

Ο Γκαλιμπάφ είναι το κλειδί για να καταλάβει κανείς αυτήν τη μετατόπιση. Στις αρχές Απριλίου είχε αναδειχθεί σε κεντρικό διαπραγματευτή της Τεχεράνης με την Ουάσιγκτον, ακριβώς επειδή συνδύαζε τρεις ιδιότητες: είναι κοινοβουλευτικός θεσμός, πρώην στέλεχος των Φρουρών και άνθρωπος που μπορούσε να δώσει σήμα συνοχής σε πολλαπλά κέντρα του καθεστώτος. Γι’ αυτό και στη διεθνή κάλυψη των συνομιλιών του Ισλαμαμπάντ εμφανίστηκε ως ο βασικός «μεταφραστής» του ιρανικού συστήματος προς τα έξω.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι ο Γκαλιμπάφ δεν βρέθηκε απέναντι στις συνομιλίες, αλλά τις υπερασπίστηκε δημόσια. Σε τηλεοπτική του εμφάνιση παρουσίασε τη διπλωματία ως συνέχεια της σύγκρουσης με άλλα μέσα, την ώρα που δεχόταν σφοδρή επίθεση από ακραίους κύκλους που τον κατηγορούσαν για «προδοσία». Λίγες ημέρες αργότερα, 261 βουλευτές στήριξαν κοινοβουλευτικά την ομάδα των διαπραγματευτών, ενώ βουλευτές που συνδέονται με το στρατόπεδο του Σαΐντ Τζαλίλι αρνήθηκαν να υπογράψουν. Η ρωγμή, λοιπόν, δεν περνά μόνο ανάμεσα σε «πολιτικούς» και «Φρουρούς», αλλά και μέσα στο ίδιο το σκληρό στρατόπεδο.

Ο Αραγτσί ως σημείο σύγκρουσης

Ο Αραγτσί βρίσκεται σήμερα στο μάτι του κυκλώνα επειδή πάνω του συναντιούνται όλες οι αντιφάσεις του συστήματος. Από τη μία πλευρά, οι διαρροές της 30ής Απριλίου τον εμφανίζουν να κινείται σε πλήρη συντονισμό με τον Αχμάντ Βαχίντι, τον σημερινό διοικητή των Φρουρών της Επανάστασης, και χωρίς επαρκή ενημέρωση του Πεζεσκιάν. Από την άλλη, ο ίδιος παραμένει το διεθνώς αναγνωρίσιμο πρόσωπο της ιρανικής διπλωματίας, αυτός που μιλά σε πρωτεύουσες, μεσολαβητές και ξένους υπουργούς. Έτσι, ο Αραγτσί δεν λειτουργεί τόσο ως αιτία της κρίσης όσο ως το σημείο όπου αποκαλύπτεται ποιος δίνει τελικά τη γραμμή.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η σύγκρουση δεν φαίνεται να αφορά καν το αν πρέπει να υπάρξει διαπραγμάτευση, αλλά ποιος θα ορίζει το περιεχόμενο και τη σειρά των θεμάτων. Στις 24 Απριλίου, δημοσιεύτηκε ότι ο Γκαλιμπάφ αποχώρησε από την ηγεσία της διαπραγματευτικής ομάδας έπειτα από επίπληξη, επειδή προσπάθησε να συμπεριλάβει το πυρηνικό ζήτημα στις συνομιλίες με την Ουάσιγκτον. Επιπλέον, μία ημέρα νωρίτερα είχαν υπάρξει αναφορές ότι ένα ταξίδι ιρανικής αντιπροσωπείας στο Ισλαμαμπάντ μπλοκαρίστηκε την τελευταία στιγμή από μήνυμα του στενού κύκλου του Μοτσταμπά Χαμενεΐ, που απέκλειε τη συζήτηση του πυρηνικού. Όμως η επίσημη ιρανική γραμμή, ήδη από τις 12 Απριλίου, έλεγε ότι στο Ισλαμαμπάντ συζητήθηκαν μαζί το Ορμούζ, το πυρηνικό, οι πολεμικές επανορθώσεις, οι κυρώσεις και ο τερματισμός του πολέμου. Το πραγματικό ρήγμα, επομένως, δεν φαίνεται να είναι αν το πυρηνικό συζητείται, αλλά ποιος έχει το δικαίωμα να το ανοίγει, να το παγώνει και να το ιεραρχεί.

Πακιστάν, Ορμούζ και πυρηνικό ως τριπλό μέτωπο τριβής

Η επίσημη ιρανική γραμμή δεν είναι μια απλή άρνηση διαλόγου. Ο Πεζεσκιάν έχει δηλώσει ότι η Τεχεράνη δεν θα μπει σε «επιβεβλημένες» συνομιλίες υπό πίεση, απειλή και αποκλεισμό, αλλά παραμένει ανοιχτή σε μια λογική και σεβαστή οδό επίλυσης διαφορών. Παράλληλα, ο εκπρόσωπος του ιρανικού ΥΠΕΞ επιμένει ότι επίσημος μεσολαβητής παραμένει το Πακιστάν και ότι η αμερικανική πλευρά δεν προσεγγίζει με σοβαρότητα ούτε το πυρηνικό ούτε τις κυρώσεις. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως η ιρανική ηγεσία θέλει διαπραγμάτευση, αλλά όχι διαπραγμάτευση με αμερικανικούς όρους και αμερικανική ατζέντα.

Την ίδια στιγμή, ο Αραγτσί συνεχίζει να λειτουργεί ως η φωνή της Τεχεράνης. Στις 24 Απριλίου, αναμενόταν να ταξιδέψει στο Ισλαμαμπάντ με μικρή ομάδα για νέα φάση επαφών, και την 1η Μαΐου το κρατικό IRNA τον εμφάνιζε να ενημερώνει διαδοχικά τους υπουργούς Εξωτερικών της Τουρκίας, της Αιγύπτου, του Κατάρ, της Σαουδικής Αραβίας, του Ιράκ και του Αζερμπαϊτζάν, καθώς και την Κάγια Κάλλας, για την ιρανική γραμμή γύρω από τον τερματισμό του πολέμου. Άρα, ακόμη κι αν εσωτερικά αμφισβητείται, εξωτερικά παραμένει λειτουργικά αναγκαίος. Αυτό ακριβώς κάνει την κρίση πιο σύνθετη: ο άνθρωπος που αμφισβητείται στο κέντρο είναι ο ίδιος που συντηρεί το μόνο ανοιχτό διπλωματικό κανάλι του καθεστώτος.

Τι δείχνει αυτή η υπόθεση για την επόμενη μέρα του ιρανικού καθεστώτος

Στις 23 Απριλίου, ο Πεζεσκιάν, ο Αραγτσί και ο Γκαλιμπάφ συντάχθηκαν δημόσια με το μήνυμα του κράτους περί ενότητας, πειθαρχίας και πλήρους υπακοής στην ανώτατη ηγεσία, απορρίπτοντας τους αμερικανικούς ισχυρισμούς περί ρήγματος. Αυτή η δημόσια σκηνοθεσία ενότητας, όμως, συνυπάρχει με μια πραγματική πίεση από την οικονομία και τον χρόνο. Το AP κατέγραψε νέο ιστορικό χαμηλό του ριάλ, αύξηση του πληθωρισμού και άνοδο στις ελλείψεις βασικών εισαγόμενων αγαθών, την ώρα που ο ναυτικός αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών πιέζει τα κρατικά έσοδα και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ επιβαρύνει ευρύτερα την περιφερειακή και παγκόσμια οικονομία. Με άλλα λόγια, το καθεστώς επιμένει να εμφανίζεται «ως μία ψυχή», αλλά το κοινωνικοοικονομικό κόστος κάνει όλο και δυσκολότερο να παραμείνει η στρατιωτική λογική η μόνη λογική του συστήματος.

Η ουσία, λοιπόν, είναι ότι η κρίση γύρω από τον Αραγτσί είναι επεισόδιο μιας μεγαλύτερης αναδιάταξης. Δεν πρόκειται απλώς για μια παλιά αντιπαράθεση «μετριοπαθών» και «σκληρών». Πρόκειται για αγώνα μέσα στον ίδιο τον συντηρητικό και ασφαλειοκρατικό πυρήνα του καθεστώτος για το ποιος κατέχει το δικαίωμα της διαπραγματευτικής υπογραφής στη μεταχαμενεϊκή εποχή. Αν ο Αραγτσί απομακρυνθεί, το μήνυμα θα είναι ότι η διαπραγμάτευση περνά ακόμη πιο καθαρά στη λογική των Φρουρών και του Βαχίντι. Αν παραμείνει, το πιθανότερο δεν είναι η επιστροφή μιας «πολιτικής κανονικότητας», αλλά η διατήρησή του ως διπλωματικού προσώπου και μιας γραμμής που θα ορίζεται από στενότερο κέντρο γύρω από το Ανώτατο Συμβούλιο, το γραφείο του ηγέτη και τους Φρουρούς. Σε κάθε εκδοχή, η υπόθεση δείχνει ότι στην Τεχεράνη το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο τι θέλει το Ιράν από τις ΗΠΑ, αλλά ποιος νομιμοποιείται να το πει και να το υπογράψει.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Παρέμβαση κινεζικού προξενείου σε καναδική πόλη για εκδήλωση του Φάλουν Ντάφα

Ο δήμαρχος του Άμερστμπεργκ στο Οντάριο, Μάικλ Πρου, δήλωσε ότι το κινεζικό προξενείο άσκησε πίεση προς την πόλη του για να σταματήσει να στηρίζει το Φάλουν Ντάφα, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για την πρώτη φορά που ξένη δύναμη επιχειρεί να τον εμποδίσει να εκφράσει αυτό που θεωρεί αληθές.

Η πόλη πραγματοποίησε τελετή έπαρσης σημαίας έξω από το δημοτικό της κτίριο στις 30 Απριλίου, για να τιμήσει την 34η επέτειο από την παρουσίαση της κινεζικής πνευματικής πρακτικής στο κοινό. Ο Πρου είχε διατελέσει μέλος του επαρχιακού κοινοβουλίου του Οντάριο για δεκατρία χρόνια και έχει τοποθετηθεί επανειλημμένα κατά της δίωξης των ασκουμένων του Φάλουν Ντάφα από το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας.

Κατά την ομιλία του στην εκδήλωση, ανέφερε ότι εδώ και 27 χρόνια εκφράζει την ελπίδα ότι κάποια ημέρα η κινεζική κυβέρνηση θα αντιληφθεί την αξία του Φάλουν Ντάφα ως οργανισμού και θα σταματήσει τις διώξεις.

Ο Πρου δήλωσε ότι περίπου έναν μήνα μετά την περσινή τελετή έπαρσης σημαίας στο Άμερστμπεργκ έλαβε επιστολή από το κινεζικό προξενείο στο Τορόντο, η οποία τον προειδοποιούσε να σταματήσει να υποστηρίζει το Φάλουν Ντάφα. Υπογράμμισε ότι δεν του είχε ζητηθεί ποτέ, ούτε από ξένη αρχή ούτε από κάποιον στον Καναδά, να πάψει να λέει αυτό που θεωρεί αληθινό, σημειώνοντας ότι η επιστολή τον αιφνιδίασε και τον εξόργισε.

Ο Μάικλ Πρου, δήμαρχος του Άμερστμπεργκ στο Οντάριο, μιλά σε τελετή έπαρσης σημαίας του Φάλουν Ντάφα έξω από το δημοτικό κτίριο της πόλης. Άμερστμπεργκ, Καναδάς, 30 Απριλίου 2026. (Evan Ning/The Epoch Times)

 

Ανέφερε επίσης ότι επικοινώνησε με τη Βασιλική Καναδική Έφιππη Αστυνομία, η οποία παρέλαβε την επιστολή και του επεσήμανε ότι δεν ήταν σαφές αν μπορούσε να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες, ενώ τον ευχαρίστησε για την αναφορά. Ο ίδιος τόνισε ότι ενημέρωσε τις αρχές πως θα συνεχίσει να στηρίζει το Φάλουν Ντάφα και την ελευθερία που αυτό, όπως είπε, προσφέρει σε ανθρώπους σε όλον τον κόσμο.

Το Φάλουν Ντάφα, γνωστό και ως Φάλουν Γκονγκ, είναι μια παραδοσιακή κινεζική πρακτική που συνδυάζει διαλογιστικές ασκήσεις και ηθικές διδασκαλίες, βασισμένες στις αρχές της αλήθειας, της καλοσύνης και της ανεκτικότητας. Η πρακτική, που εφαρμόζεται σήμερα σε περισσότερες από 100 χώρες, παρουσιάστηκε στην Κίνα στις 13 Μαΐου 1992 και εξελίχθηκε στην ταχύτερα αναπτυσσόμενη πνευματική ομάδα στη χώρα. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) θεώρησε τη δημοτικότητά της απειλή για την εξουσία του και το 1999 ξεκίνησε εκστρατεία δίωξης με στόχο την εξάλειψή της.

Ο Πρου δήλωσε ότι αισθάνθηκε ικανοποίηση που οι ασκούμενοι του Φάλουν Ντάφα επέστρεψαν και φέτος στο Άμερστμπεργκ για να τιμήσουν την πρακτική με τελετή έπαρσης σημαίας. Πρόσθεσε ότι ενδέχεται να λάβει και νέα επιστολή, αλλά αυτό δεν έχει σημασία, καθώς, όπως είπε, πιο σημαντική είναι η παρουσία των ασκούμενων, το γεγονός ότι ακούγονται και ότι ο σκοπός τους είναι δίκαιος, υπογραμμίζοντας ότι η στήριξη προς αυτούς θα συνεχιστεί.

Ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ παρουσιάζουν την άσκηση του καθιστού διαλογισμού, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης στο Queen’s Park στο Τορόντο, για την 26η επέτειο από τη δίωξη του Φάλουν Γκονγκ από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας. Καναδάς, 13 Ιουλίου 2025. (Jerry Zhang/The Epoch Times)

 

Κατά την εκδήλωση, ο δήμαρχος ανέγνωσε διακήρυξη υποστήριξης προς το Φάλουν Ντάφα και σημείωσε ότι το δημοτικό συμβούλιο του Άμερστμπεργκ ενέκρινε ομόφωνα τόσο την ανάγνωσή της όσο και την έπαρση της σημαίας. Δήμοι σε όλο τον Καναδά εκδίδουν κάθε χρόνο αντίστοιχες διακηρύξεις γύρω στις 13 Μαΐου, για να τιμήσουν την επέτειο της Παγκόσμιας Ημέρας Φάλουν Ντάφα και να αναγνωρίσουν τη συμβολή της πρακτικής στις τοπικές κοινωνίες, ενώ πολλοί διοργανώνουν και παρελάσεις ή τελετές έπαρσης σημαίας.

Διεθνική καταστολή από το Πεκίνο

Βουλευτές στον Καναδά άκουσαν πρόσφατα καταθέσεις στη Βουλή των Κοινοτήτων από εκπροσώπους της Ένωσης Φάλουν Ντάφα Καναδά, κατά τη συνεδρίαση κοινοβουλευτικής επιτροπής στις 20 Απριλίου, σύμφωνα με τις οποίες δύο έγγραφα του ΚΚΚ που διέρρευσαν αποκαλύπτουν ότι ο Κινέζος ηγέτης Σι Τζινπίνγκ έδωσε προσωπικά εντολή για νέα συντονισμένη εκστρατεία κατά του Φάλουν Γκονγκ.

Σύμφωνα με πληροφορίες από πολιτικό πρόσωπο, το 2024 αποκαλύφθηκε ότι ο Σι είχε εκδώσει οδηγία το 2022 προς ανώτατους αξιωματούχους, ζητώντας να επιτεθούν στο Φάλουν Γκονγκ παγκοσμίως με παραπληροφόρηση του κοινού, αλλά και δια της νομικής οδού. Ο ίδιος φέρεται να εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι οι προηγούμενες προσπάθειες του καθεστώτος να περιορίσει τις δραστηριότητες του Φάλουν Γκονγκ στο εξωτερικό απέτυχαν ουσιαστικά και ζήτησε την εφαρμογή νέας στρατηγικής με διεθνή στόχευση.

Ο Δήμος του Άμερστμπεργκ ύψωσε τη σημαία της Ημέρας Φάλουν Ντάφα για να τιμήσει την 34η επέτειο της πρακτικής. Καναδάς, 30 Απριλίου 2026. (Evan Ning/The Epoch Times)

 

Πέρυσι, η καναδική επιτροπή για την ξένη παρέμβαση χαρακτήρισε την Κίνα ως τον πλέον ενεργό παρεμβατικό παράγοντα, με δραστηριότητα που στοχεύει κατά των δημοκρατικών θεσμών της χώρας. Το περασμένο καλοκαίρι, εκπρόσωποι του Φάλουν Ντάφα παρουσίασαν στην επιτροπή έκθεση στην οποία κατέγραφαν περιστατικά παρενόχλησης, παρακολούθησης και δολιοφθοράς από άτομα και φορείς που πρόσκεινται στο Πεκίνο.

Τα περιστατικά περιελάμβαναν επιστολές προς Καναδούς αξιωματούχους με στόχο να αποτραπεί η στήριξη προς την πνευματική πρακτική και να αποκλειστούν οι ασκούμενοι από δημόσιες εκδηλώσεις, καθώς και σωματικές και λεκτικές επιθέσεις κατά ασκουμένων στον Καναδά και εκφοβισμό συγγενών τους στην Κίνα.

Της Olivia Gomm

Με τη συμβολή της Carolina Avendano και πληροφορίες από το NTD

Ο πόλεμος στο Ιράν απειλεί τον στόχο ανάπτυξης 4,5% της Κίνας

Η ήδη επιβαρυμένη κινεζική οικονομία αντιμετωπίζει αυξανόμενη πίεση, ενώ ο πόλεμος στο Ιράν απειλεί να περιορίσει την ανάπτυξη των εξαγωγών και να καταστείλει την εγχώρια ζήτηση, θέτοντας σε κίνδυνο τον στόχο ανάπτυξης 4,5%, σύμφωνα με ειδικούς.

Καθώς ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του ιρανικού καθεστώτος ξεπερνά το όριο των δύο μηνών, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε σε συνέντευξή του στις 29 Απριλίου στο Axios ότι ο αποκλεισμός του Ιράν θα συνεχιστεί έως ότου η Τεχεράνη καταλήξει σε μία συμφωνία που θα αντιμετωπίζει τις ανησυχίες για το πυρηνικό της πρόγραμμα.

Το αργό πετρέλαιο Brent, παγκόσμιο σημείο αναφοράς των τιμών, κατέγραψε προσωρινή άνοδο πάνω από τα 120 δολάρια (περίπου 110 ευρώ) το βαρέλι μετά τις δηλώσεις Τραμπ, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο τετραετίας, πριν υποχωρήσει στα 114 δολάρια (~105 ευρώ). Μέχρι το απόγευμα της Κυριακής, βρισκόταν περίπου στα 108 δολάρια (~100 ευρώ).

Η αύξηση του κόστους του πετρελαίου έχει οδηγήσει και σε άνοδο των τιμών των πλαστικών στη νότια Κίνα, περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους και προκαλώντας αναταραχή σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα στην πόλη Τσανγκμουτού του Ντονγκουάν, τον μεγαλύτερο κόμβο εμπορίας πλαστικών της χώρας.

Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός, καταναλωτής και εξαγωγέας τελικών πλαστικών προϊόντων παγκοσμίως, σύμφωνα με έκθεση του 2025 του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.

Πιέσεις στις εξαγωγές

Ο Τσάι Μινγκ-φανγκ [Tsai Ming-fang], καθηγητής βιομηχανικής οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Ταμκάνγκ της Ταϊβάν, ανέφερε ότι, αν και πολλοί υποστηρίζουν πως τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου της Κίνας θα την προστατεύσουν από τις επιπτώσεις ενός αποκλεισμού, η αναταραχή στις αγορές πλαστικών δείχνει ότι η σύγκρουση επιβαρύνει ήδη τις εξαγωγές μεταποίησης.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η Κίνα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα αργού πετρελαίου στον κόσμο, σχεδόν 1,4 δισεκατομμύρια βαρέλια έως τον Δεκέμβριο του 2025, με περαιτέρω αύξηση το 2026, σύμφωνα με ανάλυση της Υπηρεσίας Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο.

Ο Τσάι δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι οι αυξήσεις στην τιμή της ενέργειας σε οικονομικά ασταθείς χώρες όπως η Ινδονησία, η Ταϊλάνδη και το Βιετνάμ περιορίζουν τις μη απαραίτητες δαπάνες και μειώνουν τη ζήτηση για κινεζικά προϊόντα, προσθέτοντας ότι, εάν οι καταναλωτές δεν θεωρούν τα προϊόντα αυτά αναγκαία, οι όγκοι αποστολών θα μειωθούν περαιτέρω.

Εμπορευματοκιβώτια στο λιμάνι Λονγκτάν, στη Ναντζίνγκ. Επαρχία Τζιανγκσού, Κίνα, 14 Ιανουαρίου 2026. (AFP μέσω Getty Images)

 

Οι τρεις αυτές χώρες είναι μέλη της Ένωσης Χωρών Νοτιοανατολικής Ασίας [Association of Southeast Asian Nations – ASEAN], του μεγαλύτερου εμπορικού εταίρου της Κίνας, με το διμερές εμπόριο να ανέρχεται σε 6,82 τρισεκατομμύρια γουάν (περίπου 930 δισ. ευρώ) τους πρώτους 11 μήνες του 2025. Οι κινεζικές εξαγωγές προς την Ένωση ανήλθαν σε 4,29 τρισεκατομμύρια γουάν (περίπου 585 δισ. ευρώ), αυξημένες κατά 14,6% σε ετήσια βάση, σύμφωνα με στοιχεία της κινεζικής αποστολής στην Ένωση.

Στο ίδιο πλαίσιο, η Αλίσια Γκαρθία-Χερρέρο [Alicia Garcia-Herrero], επικεφαλής οικονομολόγος για την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού της Natixis Research, σημείωσε ότι οι κινεζικές εξαγωγές βρίσκονται πλέον υπό «διπλή πίεση», με αυξημένο κόστος μεταφορών λόγω των διαταραχών στα Στενά του Ορμούζ και εξασθένηση των αγορών στη νοτιοανατολική Ασία. Όπως ανέφερε στην Epoch Times, δεν πρόκειται ακόμη για απότομη κατάρρευση, αλλά η κατεύθυνση είναι σαφώς καθοδική, ιδιαίτερα σε ηλεκτρονικά, μηχανήματα και προϊόντα μεσαίας κατηγορίας.

Ο Λιου Μενγκ-τσουν [Liu Meng-chun], διευθυντής του τμήματος ηπειρωτικής Κίνας στο Chung-Hua Institution of Economic Research’ στην Ταϊπέι, δήλωσε ότι ο πληθωρισμός που προκαλείται από τον πόλεμο σε προηγμένες οικονομίες όπως οι ΗΠΑ και η Ευρώπη διαβρώνει την αγοραστική δύναμη και μειώνει τη ζήτηση για κινεζικά προϊόντα, επιδεινώνοντας το χρόνιο πρόβλημα υπερπαραγωγής.

Σύμφωνα με τον Λιου, η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεπέρασε τις ΗΠΑ ως ο δεύτερος μεγαλύτερος προορισμός εξαγωγών της Κίνας το 2025, ωστόσο η σύγκρουση ενίσχυσε τις πιέσεις τιμών στην περιοχή, μειώνοντας τα περιθώρια κέρδους των κινεζικών επιχειρήσεων.

Οι εξαγωγές της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας στον κόσμο αυξήθηκαν μόλις κατά 2,5% σε ετήσια βάση τον Μάρτιο, καταγράφοντας σημαντική επιβράδυνση σε σχέση με την αύξηση 21,8% που είχε σημειωθεί τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, σύμφωνα με τη Γενική Διοίκηση Τελωνείων της Κίνας.

Ασθενής ζήτηση

Στο εσωτερικό της χώρας, οι πωλήσεις αυτοκινήτων στην Κίνα, που θεωρείται βασικός δείκτης της εγχώριας ζήτησης, παρουσιάζουν πτώση. Οι λιανικές πωλήσεις επιβατικών οχημάτων μειώθηκαν κατά 15% σε ετήσια βάση τον Μάρτιο, φτάνοντας τα 1,648 εκατομμύρια μονάδες, σύμφωνα με την Ένωση Επιβατηγών Αυτοκινήτων Κίνας. Οι σωρευτικές πωλήσεις το πρώτο τρίμηνο του 2026 ανήλθαν σε 4,226 εκατομμύρια μονάδες, μειωμένες κατά 17,4% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

Ο κλαδικός φορέας ανέφερε ότι το παρατεταμένο αδιέξοδο στη Μέση Ανατολή έχει οδηγήσει σε απότομη άνοδο των διεθνών τιμών πετρελαίου, περιορίζοντας την κατανάλωση.

Η Γκαρθία-Χερρέρο σημείωσε ότι η εγχώρια ζήτηση της Κίνας βρισκόταν ήδη υπό πίεση πριν από τον πόλεμο στο Ιράν, προειδοποιώντας ότι το ενεργειακό σοκ θα επιδεινώσει περαιτέρω την κατάσταση, καθώς οι αυξημένες τιμές πετρελαίου ανεβάζουν το κόστος μεταφοράς και παραγωγής, και μειώνοντας την αγοραστική δύναμη και την εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Ο δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε κατά 1% σε ετήσια βάση τον Μάρτιο, μειωμένος κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τον Φεβρουάριο, σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Κίνας. Ο δείκτης τιμών παραγωγού αυξήθηκε κατά 0,5% τον ίδιο μήνα, αντιστρέφοντας την πτώση 0,9% τον Φεβρουάριο και καταγράφοντας την πρώτη άνοδο μετά από 41 συνεχόμενους μήνες μείωσης.

Ο Τσάι προειδοποίησε ότι αυτή η αύξηση δεν αποτελεί ένδειξη οικονομικής ανάκαμψης, αλλά αντανακλά τη μετακύλιση του αυξημένου ενεργειακού κόστους λόγω της σύγκρουσης και όχι πραγματική ενίσχυση της ζήτησης, επισημαίνοντας ότι τα στοιχεία δείχνουν πως η Κίνα εξακολουθεί να βρίσκεται σε εσωτερική «ανταγωνιστική σπείρα». Ο όρος αυτός περιγράφει έναν κύκλο στον οποίο οι κινεζικές επιχειρήσεις ανταγωνίζονται ολοένα και πιο έντονα για ένα συρρικνούμενο σύνολο καταναλωτών, μειώνοντας τιμές και κέρδη χωρίς να δημιουργείται πραγματική οικονομική ανάπτυξη.

Εργαζόμενοι σε οικοδομή αποχωρούν από εργοτάξιο νέου πύργου γραφείων στην Κεντρική Επιχειρηματική Περιοχή του Πεκίνου. Κίνα, 3 Απριλίου 2025. (Kevin Frayer/Getty Images)

 

Ο Λιου σημείωσε ότι η συνεχιζόμενη σύγκρουση στο Ιράν θα πλήξει σοβαρά την αγορά εργασίας, καθώς η μείωση των εξαγωγών περιορίζει την αύξηση των μισθών και ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση της ανεργίας και εντονότερη υποαπασχόληση. Σύμφωνα με στοιχεία της 21ης Απριλίου από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, το ποσοστό ανεργίας για άτομα ηλικίας 16 έως 24 ετών, εξαιρουμένων των φοιτητών, αυξήθηκε στο 16,9% τον Μάρτιο από 16,1% τον Φεβρουάριο.

Αρνητικές προοπτικές

Τον Μάρτιο, το Κρατικό Συμβούλιο της Κίνας ανακοίνωσε στόχο ανάπτυξης 4,5 έως 5% για το 2026, το χαμηλότερο επίπεδο από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, εξαιρουμένης της περιόδου της πανδημίας.

Ο Τσάι εκτίμησε ότι η απόφαση του Πεκίνου να μειώσει τον στόχο αντικατοπτρίζει έλλειψη εμπιστοσύνης στην οικονομία, ενώ η παρατεταμένη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή επιδεινώνει περαιτέρω τις προοπτικές. Πρόσθεσε ότι χωρίς σημαντική αύξηση εισαγωγών από βασικούς εμπορικούς εταίρους, όπως η Αφρική, η Νοτιοανατολική Ασία και η Ευρωπαϊκή Ένωση, η επίτευξη του στόχου καθίσταται ολοένα και πιο απίθανη, ενώ η νέα ευρωπαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία ασκεί πρόσθετη πίεση.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε στις 4 Μαρτίου πρόταση κανονισμού για την επιτάχυνση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας [Industrial Accelerator Act], επιβάλλοντας αυστηρότερο έλεγχο σε ξένες επενδύσεις άνω των 100 εκατομμυρίων ευρώ σε τομείς που αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο της παγκόσμιας παραγωγικής ικανότητας, όπως τα ηλεκτρικά οχήματα, οι μπαταρίες, η ηλιακή ενέργεια και οι κρίσιμες πρώτες ύλες. Η κίνηση αυτή, η οποία θεωρείται ότι στοχεύει σε μεγάλο βαθμό την Κίνα, προκάλεσε την αντίδραση του Πεκίνου, το οποίο υποστήριξε ότι το πλαίσιο δημιουργεί διακρίσεις και σημαντικά επενδυτικά εμπόδια.

Η Γκαρθία-Χερρέρο συμφώνησε ότι ο στόχος 4,5% παραμένει θεωρητικά εφικτός, αλλά το περιθώριο σφάλματος έχει περιοριστεί σημαντικά. Επεσήμανε ότι το Πεκίνο διαθέτει ακόμη εργαλεία πολιτικής, όπως δημοσιονομικά κίνητρα, στοχευμένη νομισματική χαλάρωση και στρατηγικά ενεργειακά αποθέματα, αλλά η αποτελεσματική χρήση τους απέναντι σε έναν εξωτερικό πληθωριστικό κραδασμό αποτελεί πρόκληση.

Προέβλεψε επίσης ότι, εάν ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ παραταθεί πέραν του δεύτερου τριμήνου, ο ρυθμός ανάπτυξης πιθανότατα θα πέσει στο 3,8-4,2%. Ο στόχος 4,5% εξαρτάται πλέον σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη της σύγκρουσης, την οποία η Κίνα δεν μπορεί να ελέγξει.

Του Jarvis Lim

Ο ΟΠΕΚ+ εγκρίνει τρίτη αύξηση παραγωγής πετρελαίου

Ο ΟΠΕΚ+ ανακοίνωσε στις 3 Μαΐου 2026 ότι επτά χώρες-μέλη θα αυξήσουν τον στόχο παραγωγής πετρελαίου κατά 188.000 βαρέλια ημερησίως τον Ιούνιο, σηματοδοτώντας την τρίτη διαδοχική μηνιαία αύξηση, καθώς η συμμαχία προχωρά σταδιακά στην άρση προηγούμενων περιορισμών παραγωγής. Η απόφαση ελήφθη έπειτα από διαδικτυακή συνεδρίαση για την αξιολόγηση της παγκόσμιας της αγοράς.

Οι χώρες θα χαλαρώσουν τις εθελοντικές περικοπές παραγωγής που είχαν τεθεί σε εφαρμογή το 2023 από βασικούς παραγωγούς, μεταξύ των οποίων η Σαουδική Αραβία και η Ρωσία, καθώς και το Ιράκ, το Κουβέιτ, το Καζακστάν, η Αλγερία και το Ομάν.

Ο ΟΠΕΚ μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τις τιμές του πετρελαίου, καθώς τα μέλη του ελέγχουν περίπου το 72% των παγκόσμιων αποθεμάτων αργού πετρελαίου, σύμφωνα με την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ. Ο ΟΠΕΚ+ αποτελεί συμμαχία που περιλαμβάνει τον Οργανισμό ΠετρελαιοΕξαγωγικών Κρατών και μεγάλους παραγωγούς εκτός ΟΠΕΚ, όπως η Ρωσία.

Το υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ αποδέσμευσε 17,5 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου από το Στρατηγικό Απόθεμα Πετρελαίου μεταξύ 20 Μαρτίου και 24 Απριλίου 2026.

Οι αποδεσμεύσεις από το απόθεμα — τη μεγαλύτερη παγκοσμίως εφεδρική προμήθεια αργού πετρελαίου — εγκρίνονται συνήθως σε περιπτώσεις μεγάλων διαταραχών στην παγκόσμια προσφορά ή σημαντικών αυξήσεων των τιμών. Το απόθεμα περιλαμβάνει εκατοντάδες εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου αποθηκευμένα σε υπόγειες αλατούχες κοιλότητες κατά μήκος της Ακτής του Κόλπου. Αμερικανοί πρόεδροι έχουν εγκρίνει έκτακτες αποδεσμεύσεις κατά τη διάρκεια της Επιχείρησης «Desert Storm» το 1991, μετά τον τυφώνα Κατρίνα το 2005, καθώς και το 2011 και το 2022.

Ο Ντόναλντ Τραμπ ανέφερε σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στις 17 Απριλίου 2026, ότι τα εμπορικά πλοία μπορούν να διέρχεται ελεύθερα από τα Στενά του Ορμούζ, καθώς ο ναυτικός αποκλεισμός των ΗΠΑ στοχεύει κατά του ιρανικού καθεστώτος.

Τα Στενά του Ορμούζ — από όπου διέρχονται τα μεγαλύτερα δεξαμενόπλοια αργού πετρελαίου στον κόσμο — αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα σημεία διέλευσης πετρελαίου παγκοσμίως, σύμφωνα με την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρήγαγαν 13,6 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως τον Μάρτιο του 2026, σημειώνοντας νέο ρεκόρ. Ο ΟΠΕΚ+ παρήγαγε κατά μέσο όρο 35,06 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως τον ίδιο μήνα, σύμφωνα με την τελευταία έκθεσή του, εκ των οποίων περίπου 26 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως προέρχονταν από χώρες του ΟΠΕΚ.

Η αύξηση της παραγωγής κατά 188.000 βαρέλια ημερησίως αντιστοιχεί σε μικρό ποσοστό της συνολικής παραγωγής.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΠΕΚ, η ευρύτερη συμμαχία ΟΠΕΚ+ παρήγαγε περίπου 35 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως τον Μάρτιο του 2026. Η Ρωσία αποτελεί τον μεγαλύτερο παραγωγό εκτός ΟΠΕΚ, με περίπου 9 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ενώ η Σαουδική Αραβία παραμένει ο κορυφαίος παραγωγός εντός του οργανισμού, επίσης με περίπου 9 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.

Εντός του οργανισμού, το Ιράκ είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός με περίπου 4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ακολουθούμενο από το Ιράν με λίγο πάνω από 3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κουβέιτ συνεισφέρουν από περίπου 2,5 έως 3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως το καθένα.

Άλλα μέλη του ΟΠΕΚ — συμπεριλαμβανομένων της Νιγηρίας, της Λιβύης και της Αλγερίας — παράγουν μικρότερους αλλά σημαντικούς όγκους, έως περίπου 1,5 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως, ενώ χώρες όπως η Βενεζουέλα, το Κονγκό και η Γκαμπόν συνεισφέρουν μικρότερες ποσότητες.

Οι τιμές του αργού πετρελαίου έχουν αυξηθεί απότομα μετά την έναρξη της σύγκρουσης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου 2026.

Στις 27 Φεβρουαρίου 2026, μία ημέρα πριν από την επίθεση κατά του Ιράν, η τιμή του πετρελαίου ανερχόταν στα 66,96 δολάρια ανά βαρέλι, σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα του Σαιντ Λούις. Μέχρι τις 13 Μαρτίου 2026 είχε αυξηθεί στα 98,48 δολάρια. Η τιμή κορυφώθηκε στα 114,01 δολάρια ανά βαρέλι στις 6 Απριλίου 2026 και στη συνέχεια υποχώρησε κάτω από τα 100 δολάρια έως το τέλος του μήνα.

Το κόστος της βενζίνης έχει εξελιχθεί σε σημαντικό πολιτικό ζήτημα.

Έρευνα του Pew Research Center που διεξήχθη από τις 23 έως τις 29 Μαρτίου 2026 κατέδειξε ότι οι τιμές της βενζίνης αποτελούν τη βασικότερη ανησυχία σε σχέση με τον πόλεμο με το Ιράν. Περίπου επτά στους δέκα Αμερικανούς (69%) εκφράζουν ανησυχία για την αύξηση των τιμών των καυσίμων, εκ των οποίων το 45% δηλώνει ότι ανησυχεί σε μεγάλο βαθμό.

Ένα γαλόνι απλής βενζίνης κόστιζε 3,17 δολάρια στις 3 Μαΐου 2025 και αυξήθηκε στα 4,44 δολάρια ένα χρόνο αργότερα, σύμφωνα με την AAA.

Η Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας καταγράφει το κόστος της βενζίνης στις ΗΠΑ ως μέσο όρο όλων των τύπων καυσίμου. Τον Ιούνιο του 2022, η τιμή έφτασε τα 5,03 δολάρια, το υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί στη χώρα. Το 2026, η τιμή αυξήθηκε από 2,93 δολάρια τον Ιανουάριο σε 4,23 δολάρια τον Απρίλιο.

Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε σε δημοσιογράφους στις 30 Απριλίου 2026 ότι οι τιμές της βενζίνης θα μειωθούν με τη λήξη του πολέμου με το Ιράν, εκτιμώντας ότι θα υποχωρήσουν απότομα, καθώς υπάρχουν μεγάλες ποσότητες καυσίμων διαθέσιμες σε παγκόσμιο επίπεδο.

Του Tom Gantert

Το Ιράν προτείνει στις ΗΠΑ δίμηνη εκεχειρία

Ιρανοί αξιωματούχοι πρότειναν την Κυριακή τη σύναψη εκεχειρίας διάρκειας δύο μηνών με τις Ηνωμένες Πολιτείες, μέσω μηνύματος που διαβιβάστηκε μέσω του Πακιστάν, στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων για τον τερματισμό του πολέμου, σύμφωνα με κρατικά μέσα ενημέρωσης.

Οι ίδιοι αξιωματούχοι τόνισαν ότι τα ζητήματα μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον πρέπει να επιλυθούν εντός τριάντα ημερών, σύμφωνα με το ημιεπίσημο πρακτορείο Tasnim News του Ιράν, δίνοντας έμφαση στην επέκταση της εκεχειρίας.

Όπως μετέδωσε το Tasnim, η πρόταση εντάσσεται σε ένα σχέδιο δεκατεσσάρων σημείων, που περιλαμβάνει την αποδέσμευση των δεσμευμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων, την άρση των κυρώσεων, την άρση του ναυτικού αποκλεισμού, την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από την περίμετρο του Ιράν και τη δημιουργία «νέου μηχανισμού για τα Στενά του Ορμούζ».

Δεν διευκρινίστηκε ποιους κανόνες επιδιώκει να επιβάλει η χώρα στο πέρασμα, αν και ο ηγέτης του ιρανικού καθεστώτος, αγιατολάχ Μοτσταμπά Χαμενεΐ, είχε αναφέρει σε δήλωσή του την προηγούμενη εβδομάδα ότι θα επιβληθούν νέοι κανόνες στη θαλάσσια αυτή οδό.

Αργότερα την ίδια ημέρα, ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν ότι η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ διαβίβασε την απάντησή της προς το ιρανικό καθεστώς και ότι η Τεχεράνη την εξετάζει.

Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγκαεΐ, δήλωσε σε κρατικά μέσα ότι σε αυτό το στάδιο δεν υφίστανται διαπραγματεύσεις για τα πυρηνικά.

Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν επισημάνει ότι το Ιράν δεν μπορεί να ελέγχει ούτε να επιβάλλει τέλη σε πλοία που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ, έναν στρατηγικής σημασίας πορθμό που συνδέει τον Περσικό Κόλπο με τον Ινδικό Ωκεανό, μέσω του οποίου διακινούνταν το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου.

Από την έναρξη του πολέμου, το Ιράν επιτίθεται ή απειλεί πλοία που διέρχονται από τα Στενά και άλλες περιοχές της περιφέρειας, διακόπτοντας ουσιαστικά την εμπορική ναυσιπλοΐα και προκαλώντας σημαντική άνοδο στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Στις αρχές Απριλίου, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε δηλώσει ότι το Ιράν διαχειρίζεται τα Στενά άσχημα και ότι δεν θα επιτραπεί να επιβάλλει τέλη διέλευσης.

Στα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι θα επιβάλει κυρώσεις και ποινές σε πλοία που καταβάλλουν οποιαδήποτε μορφή πληρωμής στο Ιράν για να διέλθουν από τα Στενά. Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση, αυτό περιλαμβάνει και πληρωμές προς οργανισμούς όπως η Ερυθρά Ημισέληνος.

Στα δημοσιεύματα των κρατικών μέσων δεν υπήρξε καμία αναφορά στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και στο εμπλουτισμένο ουράνιο, ζήτημα που βρίσκεται στον πυρήνα των εντάσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι η Τεχεράνη δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικό όπλο και έχει υποδείξει ότι οι στρατιωτικές επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ, που ξεκίνησαν στις 28 Φεβρουαρίου, είχαν στόχο να αποτρέψουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Εν τω μεταξύ, ναυτικός αποκλεισμός που έχουν επιβάλει οι ΗΠΑ από τις 13 Απριλίου στερεί από την Τεχεράνη ζωτικά έσοδα από το πετρέλαιο, χωρίς τα οποία η ήδη προβληματική οικονομία της δύσκολα θα μπορέσει να ανταπεξέλθει. Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ ανέφερε το Σάββατο ότι μέχρι τώρα έχει δοθεί εντολή επιστροφής σε σαράντα οκτώ εμπορικά πλοία.

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσσεντ, δήλωσε στο Fox News την Κυριακή ότι εκτιμάται πως το Ιράν έχει εισπράξει λιγότερα από 1,3 εκατομμύρια δολάρια σε τέλη, ποσό που χαρακτήρισε αμελητέο σε σύγκριση με τα προηγούμενα ημερήσια έσοδα από το πετρέλαιο. Πρόσθεσε ότι οι αποθήκες πετρελαίου της χώρας γεμίζουν ταχέως και ότι σύντομα θα αναγκαστεί να περιορίσει την παραγωγή, εκτιμώντας ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί ακόμα και μέσα στην επόμενη εβδομάδα.

Επίσης την Κυριακή, εμπορικό πλοίο κοντά στα Στενά του Ορμούζ ανέφερε ότι δέχθηκε επίθεση από πλήθος μικρών σκαφών, σύμφωνα με ανακοίνωση του Κέντρου Ναυτιλιακών Επιχειρήσεων Εμπορίου του Ηνωμένου Βασιλείου.

Σύμφωνα με τον ίδιο φορέα, κανένα μέλος του πληρώματος του πλοίου δεν πληγώθηκε Το πλοίο κατευθυνόταν προς βορρά, ενώ η επίθεση σημειώθηκε ανοιχτά της πόλης Σιρίκ του Ιράν, στην ανατολική πλευρά των Στενών. Δεν υπήρξε άμεση δήλωση από την Τεχεράνη για το εάν ευθύνεται για το περιστατικό.

Το Ιράν διαθέτει μικρά και ευέλικτα σκάφη για περιπολίες, αρκετά από τα οποία κινούνται μόνο με δύο εξωλέμβιους κινητήρες. Καθώς είναι δύσκολο να εντοπιστούν, καταφέρνουν και επιτίθενται σε αρκετά πλοία. Τον προηγούμενο μήνα, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε δώσει εντολή στον αμερικανικό στρατό να ανοίγει πυρ και να καταστρέφει αυτά τα σκάφη στα Στενά, καθώς και κάθε ιρανικό πλοίο που φαίνεται να τοποθετεί νάρκες.

Με πληροφορίες από το Associated Press

Τραμπ: Οι ΗΠΑ θα βοηθήσουν πλοία να εξέλθουν από τα Στενά του Ορμούζ

Οι αμερικανικές δυνάμεις θα βοηθήσουν στην αποδέσμευση πλοίων που έχουν παγιδευτεί στα Στενά του Ορμούζ από το πρωί της Δευτέρας 4 Μαΐου, δήλωσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, σημειώνοντας ότι χώρες από όλο τον κόσμο ζήτησαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες να συμβάλουν στη μετακίνηση των εγκλωβισμένων πλοίων.

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, ανέφερε ότι τα πλοία αυτά αποτελούν ουδέτερους και αθώους παρατηρητές και εξήγησε ότι, για το καλό του Ιράν, της Μέσης Ανατολής και των Ηνωμένων Πολιτειών, η Ουάσιγκτον έχει ενημερώσει τις ενδιαφερόμενες χώρες πως θα καθοδηγήσει τα πλοία τους με ασφάλεια εκτός των περιορισμένων υδάτων, ώστε να συνεχίσουν απρόσκοπτα τις δραστηριότητές τους.

Την Κυριακή, ο Τραμπ διευκρίνισε ότι τα πλοία στα οποία θα παρασχεθεί βοήθεια δεν εμπλέκονται με κανέναν τρόπο στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, και χαρακτήρισε την επιχείρηση ανθρωπιστική χειρονομία.

Παράλληλα, σημείωσε ότι έχει δώσει εντολή στους εκπροσώπους του να ενημερώσουν τις εμπλεκόμενες πλευρές πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την ασφαλή απομάκρυνση των πλοίων και των πληρωμάτων τους από τα Στενά, προσθέτοντας ότι οι ενδιαφερόμενοι δήλωσαν πως δεν θα επιστρέψουν έως ότου η περιοχή καταστεί ασφαλής για τη ναυσιπλοΐα και κάθε άλλη δραστηριότητα. Δεν διευκρίνισε, ωστόσο, εάν θα συμμετάσχει το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ.

Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) ανακοίνωσε ότι οι δυνάμεις της θα αρχίσουν να παρέχουν βοήθεια σε εμπορικά πλοία που επιδιώκουν να διέλθουν ελεύθερα από τα Στενά του Ορμούζ, στο πλαίσιο αποστολής με την ονομασία «Project Freedom».

Σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση, στην επιχείρηση θα συμμετάσχουν 15.000 Αμερικανοί στρατιώτες, αντιτορπιλικά κατευθυνόμενων πυραύλων, μη επανδρωμένες πλατφόρμες πολλαπλών πεδίων, καθώς και περισσότερα από εκατό αεροσκάφη ξηράς και θαλάσσης.

Ο διοικητής της CENTCOM, ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, ανέφερε σε δήλωσή του ότι η υποστήριξη της αμυντικής αυτής αποστολής είναι κρίσιμη για την περιφερειακή ασφάλεια και την παγκόσμια οικονομία, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι διατηρείται ο ναυτικός αποκλεισμός.

Η ανακοίνωση έγινε λίγες ώρες μετά την ενημέρωση της Υπηρεσίας Ναυτιλιακών Επιχειρήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου ότι ένα φορτηγό πλοίο δέχθηκε επίθεση από πολλαπλά μικρά σκάφη ενώ κατευθυνόταν προς τα Στενά του Ορμούζ κοντά στο Ιράν, την Κυριακή 4 Μαΐου. Σύμφωνα με πληροφορίες, όλα τα μέλη του πληρώματος είναι ασφαλή, χωρίς να καταγραφούν περιβαλλοντικές ζημιές ή ρύπανση.

Η κυκλοφορία μέσω των Στενών του Ορμούζ, μιας κρίσιμης θαλάσσιας οδού για τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου σε παγκόσμιο επίπεδο, έχει διαταραχθεί από το Ιράν ως απάντηση στις επιθέσεις που δέχθηκαν η ηγεσία, ο στρατός και οι πυρηνικές του εγκαταστάσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ στα τέλη Φεβρουαρίου. Η αντίδραση του Ιράν περιλαμβάνει επιθέσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών και πυραύλων κατά ισραηλινών και αμερικανικών στρατιωτικών στόχων σε χώρες του Κόλπου, καθώς και τη ναρκοθέτηση των Στενών.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν με τη σειρά τους τον δικό τους ναυτικό αποκλεισμό στα ιρανικά λιμάνια τον Απρίλιο, με τη διοίκηση να επισημαίνει ότι οι αμερικανικές δυνάμεις δεν θα παρεμποδίζουν τα πλοία που δεν προσεγγίζουν ιρανικά λιμάνια.

Των Jacki Thrapp και Aldgra Fredly

Με τη συμβολή του Tom Gantert

Νέο αντισημιτικό χτύπημα στη Βρετανία ωθεί την κυβέρνηση να πάρει μέτρα

Αναβαθμίζεται το επίπεδο τρομοκρατικής απειλής στο Ηνωμένο Βασίλειο σε «σοβαρό», μετά από επίθεση με μαχαίρι που δέχθηκαν δύο μέλη της εβραϊκής κοινότητας στο βόρειο Λονδίνο την Τετάρτη, 30 Απριλίου. Αυτό σημαίνει ότι θεωρείται πιθανή μια τρομοκρατική επίθεση μέσα στους επόμενους έξι μήνες. Σύμφωνα με τη βρετανική κυβέρνηση, η αναβάθμιση του επιπέδου τρομοκρατικής απειλής σε «σοβαρό» δεν οφείλεται αποκλειστικά στην επίθεση, αλλά σε αυξημένη «ισλαμιστική και ακροδεξιά τρομοκρατική απειλή, που προέρχεται από άτομα και μικρές ομάδες με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο».

Ως δράστης της επίθεσης κατονομάζεται ο 45χρονος Έσσα Σουλεϊμάν, Βρετανός υπήκοος σομαλικής καταγωγής, ο οποίος έχει ιστορικό σοβαρών πράξεων βίας και προβλημάτων ψυχικής υγείας, σύμφωνα με την αστυνομία. Όπως αναφέρουν βρετανικά μέσα ενημέρωσης, την περίοδο των επιθέσεων έμενε σε κατοικία για άτομα με ψυχικές διαταραχές, ενώ προηγουμένως βρισκόταν σε ψυχιατρικό νοσοκομείο. Την ίδια μέρα επιτέθηκε με μαχαίρι και σε άνδρα στο νότιο Λονδίνο, τον Ισμαήλ Χουσεΐν, τον οποίο χαρακτήρισε φίλο του στην κατάθεση του στο δικαστήριο, προκαλώντας του ελαφρά τραύματα.

Η αστυνομία χαρακτήρισε την επίθεση κατά των δύο Εβραίων ως ύποπτο τρομοκρατικό περιστατικό, καθώς έχουν σημειωθεί και άλλες αντισημιτικές επιθέσεις στην περιοχή, όπου πολλοί κάτοικοι είναι ορθόδοξοι Εβραίοι. Τα δύο θύματα επίσης ανήκαν σε αυτή την κατηγορία, όπως μαρτυρούσε η εμφάνισή τους.

Καθώς υπάρχουν φωνές στο Ηνωμένο Βασίλειο που εκφράζουν την πεποίθηση ότι ο αντισημιτισμός και οι επιθετικές ενέργειες κατά των Εβραίων τροφοδοτούνται από φιλοπαλαιστινιακά κινήματα και από το αντι-σιωνιστικό κλίμα, ο πρωθυπουργός Κηρ Στάρμερ δήλωσε ότι θα ληφθούν περαιτέρω μέτρα για την προστασία της εβραϊκής κοινότητας, η οποία αριθμεί περί τα 290.000 άτομα στη Βρετανία.

Ήδη από τον Ιούλιο του 2025, η οργάνωση «Palestine Action» θεωρείται τρομοκρατική οργάνωση, ενώ τώρα συζητείται περιορισμός των διαδηλώσεων υπέρ της Παλαιστίνης. Ο Τζόναθαν Χωλ, KC, δικηγόρος και ανεξάρτητος ελεγκτής της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου, ζήτησε την απαγόρευσή τους, με αφορμή το τελευταίο περιστατικό. «Δεδομένου ότι το δικαίωμα στη ζωή είναι πιο σημαντικό από το δικαίωμα στη διαμαρτυρία, είναι λογικό να εξεταστεί το ενδεχόμενο μιας παύσης ή ενός μορατόριουμ στις διαδηλώσεις όπου καλλιεργούνται η δημόσια δαιμονοποίηση και το μίσος», δήλωσε την Πέμπτη στην εφημερίδα The Jewish News.

Η πρόταση του Χωλ επικρίθηκε από την οργάνωση Jewish Voice for Liberation (JVL), μια αντι-σιωνιστική ομάδα που αγωνίζεται για την ειρήνη στη Μέση Ανατολή, η οποία δήλωσε στην Epoch Times ότι η επίθεση εργαλειοποιείται για την καταστολή όσων διαμαρτύρονται ειρηνικά για τις ισραηλινές επισχειρήσεις στη Δυτική Όχθη. Ωστόσο, καταδίκασε απερίφραστα την απόπειρα κατά των δύο Εβραίων, σημειώνοντας ότι «οι Εβραίοι στη Βρετανία δεν φέρουν ευθύνη για τις πράξεις του Ισραήλ».

«Είναι καιρός να σκεφτούμε σοβαρά τι προκαλεί αυτή την αύξηση των αντισημιτικών επιθέσεων και πώς να την αντιμετωπίσουμε. Η κυβέρνηση, η αστυνομία και οι εβραϊκοί ηγέτες, όπως το Συμβούλιο των Αντιπροσώπων, πρέπει να σκεφτούν πιο προσεκτικά τι συμβαίνει, τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο», υπογράμμισαν. «Εδώ και πολύ καιρό, η κριτική προς το Ισραήλ και ο αντισιωνισμός ταυτίζονται με τον αντισημιτισμό. Αυτό αποτελεί πλέον σοβαρό πρόβλημα».

Σε τηλεοπτική ομιλία του με θέμα τον αντισημιτισμό, ο Στάρμερ δήλωσε ότι η κυβέρνησή του θα στοχεύσει στην εξάλειψη αυτού του μίσους. Αφ’ ενός ανακοίνωσε τη χρηματοδότηση επιπλέον αστυνομικών περιπολιών και αυξημένων  μέτρων ασφαλείας σε συναγωγές και εβραϊκά σχολεία αφ’ ετέρου τον περιορισμό όσων προωθούν τον εξτρεμισμό και την εχθρότητα, μέσω διαύλων που μπορεί να περιλαμβάνουν ακόμη και φιλανθρωπικές οργανώσεις. Όπως είπε, η κυβέρνηση επιθυμεί να προωθήσει με ταχεία διαδικασία νομοθεσία που θα επιτρέπει τη δίωξη ατόμων που ενεργούν ως εκπρόσωποι μιας ομάδας που υποστηρίζεται από κράτος, ώστε να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως οι κατάσκοποι ξένων μυστικών υπηρεσιών.

Σύμφωνα με τον Λώρενς Τέιλορ, επικεφαλής της αντιτρομοκρατικής αστυνομίας, η Βρετανία αντιμετωπίζει εδώ και καιρό αυξημένη τρομοκρατική απειλή, με κινδύνους που προέρχονται από πολλαπλές κατευθύνσεις, που αφορά τόσο τους Εβραίους και τους Ισραηλινούς πολίτες όσο και ιδρύματα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Για τον Τέιλορ, το ζήτημα δεν περιορίζεται στα σύνορα της χώρας αλλά πρόκειται για μία παγκόσμια κατάσταση, που συνδέεται με συγκεκριμένα κράτη.

Αναλυτές, όπως η Ντάλια Ζιαντά [Dalia Ziada] από την Αίγυπτο, μιλούν για το φαινόμενο της ‘παλαιστινιοποίησης της Δύσης’, αναφερόμενοι στη μετατροπή ενός εδαφικού ζητήματος — του αιτήματος εν προκειμένω για τη δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους — σε σύμβολο που αφορά ανθρώπους ασχέτως από την εγγύτητά τους στον χώρο ή στον λαό. Σύμφωνα με τη Ζιαντά, ο στόχος αυτής της τακτικής δεν είναι επί της ουσίας η εξεύρεση μιας λύσης, αλλά η κινητοποίηση των ανθρώπων για ένα ηθικό ζήτημα. Σε αυτό το πλαίσιο, οι Ισραηλινοί και οι Εβραίοι μετατρέπονται από άτομα σε σύμβολα ισχύος και καταστολής. Η εξάπλωση της ‘παλαιστινιοποίησης’ δρα καταλυτικά στα κράτη όπου εμφανίζεται, δημιουργώντας πόλωση και διαμάχη στο εσωτερικό τους και καταλήγοντας να επηρεάζει πολιτικές αποφάσεις.

Σε άρθρα της η Ζιαντά αναφέρεται και στη σχέση της Χαμάς με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και το Ιράν, επισημαίνοντας ότι το ζητούμενο στην πραγματικότητα δεν είναι η δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους, αλλά η εξάλειψη του ισραηλινού. Θυμίζει ακόμη ότι ηγέτες των ισλαμιστών έχουν ορκιστεί να «καταστρέψουν τον δυτικό πολιτισμό εκ των έσω». Η δράση των ιμάμηδων — των θρησκευτικών ηγετών στο Ισλάμ — έχει καθοριστική επιρροή  στους πιστούς, ιδίως μεταξύ των σιιτών, και οι φετφάδες — γνωμοδοτήσεις ή ερμηνείες — που εκδίδουν έχουν αξία νόμου για τους μουσουλμάνους, παρόλο που τυπικά δεν θεωρούνται δεσμευτικοί.

Ο ιμάμης Μοχάμαντ Ταουχίντι [Mohammad Tawhidi], πρώην ισλαμιστής και εξτρεμιστής όπως δηλώνει σε συνέντευξή του στον Ντινές Ντ’ Σόουζα [Dinesh D’Souza], επίσης αναφέρει ότι ο στόχος των ισλαμιστών είναι ο εξισλαμισμός της Δύσης. Για να επιτύχουν τον σκοπό τους χρησιμοποιούν την πολιτική: κατακτούν θέσεις στα κοινοβούλια, στον ακαδημαϊκό χώρο, σε οργανώσεις. Ο δίαυλος προς αυτή την κατεύθυνση είναι τα αριστερά κόμματα και ομάδες. Εξηγώντας αυτήν τη σχέση, ο Ταουχίντι δηλώνει ότι παρά τις βαθιές και ουσιαστικά αγεφύρωτες διαφορές μεταξύ Ισλάμ και αριστεράς, η έλλειψη αρχών και αξιών των δεύτερων τους καθιστά εύκολο στόχο για την προπαγάνδα των ισλαμιστών, σε αντίθεση με τους συντηρητικούς. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, η ατζέντα των αριστερών — οι αγώνες για το κλίμα, για τις αμβλώσεις, για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ — αποσπούν την προσοχή από τα ουσιώδη ζητήματα και από τις επιδιώξεις των ισλαμιστών, αφήνοντας ελεύθερο πεδίο δράσης.

Η συνέργεια των αριστερών κομμάτων και οργανισμών με το Ισλάμ έχει κοινό έδαφος τον αντιδυτικισμό και τον αντισημιτισμό, κατά τη Μέλανι Φίλλιπς, Βρετανίδα δημοσιογράφο και συγγραφέα, η οποία επισημαίνει και τον ρόλο των μέσων ενημέρωσης, παγκόσμιων οργανισμών όπως τα Ηνωμένα Έθνη, και μεγάλων ΜΚΟ όπως η Oxfam, η Human Rights Watch, η Save the Children στην προώθηση της αντι-ισραηλινής ρητορικής των ισλαμιστών για τις δύο τελευταίες δεκαετίες.

Στη Βρετανία, το ζήτημα του εξισλαμισμού και της ισχύος της μουσουλμανικής κοινότητας έχει ήδη τεθεί, ενώ συζητείται ακόμη και το κατά πόσο είναι δυνατόν να αντιστραφεί αυτό το φαινόμενο. Βίαιες πράξεις κατά ανθρώπων που προσβάλλουν το Κοράνι ή τον Μωάμεθ, μεγάλες δημόσιες μουσουλμανικές συγκεντρώσεις και εορτασμοί, δημόσιες εκδηλώσεις συμπαράστασης στο ισλαμικό καθεστώς του Ιράν και η μη αφομοίωση των μεταναστών στη βρετανική κοινωνία και κουλτούρα αποτελούν παράγοντες που έχουν αρχίσει να δημιουργούν προβληματισμό για την πολιτική υπέρ της πολυπολιτισμικότητας που ακολουθείται τα τελευταία χρόνια.

Νέα φάση επιτήρησης στην Κίνα με αφορμή την αντικατασκοπευτική εκστρατεία

Η εντατικοποίηση των κρατικών μηνυμάτων που καλούν τους πολίτες να καταγγέλλουν ύποπτους κατασκόπους τροφοδοτεί ένα κύμα καχυποψίας στο διαδίκτυο στην Κίνα, με ολοένα και περισσότερους να αντιμετωπίζουν αλλοδαπούς, φοιτητές και ακόμη και απλούς φωτογράφους ως πιθανές απειλές.

Βίντεο και σχόλια που κυκλοφορούν τις τελευταίες εβδομάδες στα κινεζικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης δείχνουν ότι μια εκστρατεία που ξεκίνησε ως μέτρο εθνικής ασφάλειας εξελίσσεται σε μια ευρύτερη κουλτούρα αμοιβαίας επιτήρησης —μια εξέλιξη που, σύμφωνα με επικριτές, ενέχει τον κίνδυνο ενίσχυσης του φόβου, της παραπληροφόρησης και των κοινωνικών διαιρέσεων.

Μια εκστρατεία που κλιμακώνεται

Από τα μέσα Απριλίου, οι κινεζικές αρχές έχουν εντείνει τα δημόσια μηνύματα σχετικά με την αντιμετώπιση της κατασκοπείας, με τα κρατικά μέσα ενημέρωσης και τις διαδικτυακές πλατφόρμες να ενισχύουν τις προειδοποιήσεις για ξένη διείσδυση.

Αρκετοί αναλυτές με έδρα την Κίνα μίλησαν στην εφημερίδα The Epoch Times υπό καθεστώς ανωνυμίας, φοβούμενοι αντίποινα.

Ένας ακαδημαϊκός από την Κίνα δήλωσε ότι η έκταση και ο τόνος της εκστρατείας έχουν μεταβληθεί αισθητά. Η προπαγάνδα για τον εντοπισμό κατασκόπων έχει κατακλύσει τα επίσημα προπαγανδιστικά μέσα και τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, προσθέτοντας ότι δεν πρόκειται πλέον απλώς για ευαισθητοποίηση, αλλά έχει μετατραπεί σε ένα μαζικό κίνημα που τροφοδοτείται από φόβο και καχυποψία.

Όπως παρατήρησε, η τάση αυτή έχει αιφνιδιάσει ορισμένους διανοούμενους μεγαλύτερης ηλικίας στην Κίνα που έχουν ζήσει προηγούμενες πολιτικές εκστρατείες. Η κατάσταση στο διαδίκτυο έχει φτάσει σχεδόν σε επίπεδα υστερίας, και όσοι έχουν βιώσει την Πολιτιστική Επανάσταση τη θεωρούν ιδιαίτερα ανησυχητική.

Ο ίδιος εξέφρασε επίσης αμφιβολίες για τον χρόνο κλιμάκωσης της εκστρατείας, επισημαίνοντας ότι σήμερα η Κίνα φιλοξενεί λιγότερους αλλοδαπούς σε σύγκριση με προηγούμενα χρόνια. Ανέφερε ότι οι ξένοι εκπαιδευτικοί έχουν σε μεγάλο βαθμό αποχωρήσει και ότι ο αριθμός των αλλοδαπών έχει μειωθεί, ενώ η εκστρατεία εντείνεται, κάτι που εγείρει ερωτήματα για το αν αντανακλά μια ευρύτερη στροφή προς μεγαλύτερη απομόνωση από τον έξω κόσμο.

Τις τελευταίες εβδομάδες, κινεζικές υπηρεσίες κρατικής ασφάλειας έχουν δημοσιοποιήσει σειρά υποθέσεων φερόμενης κατασκοπείας. Πολλές από αυτές τις αναφορές στερούνται συγκεκριμένων στοιχείων, όπως χρόνος και τόπος, ενώ ορισμένες περιλαμβάνουν ασυνήθιστα ή ανεκδοτολογικά σενάρια.

Μεταξύ των παραδειγμάτων που διακινούνται στο διαδίκτυο περιλαμβάνονται οδηγοί υπηρεσιών μετακίνησης που αναφέρουν «ύποπτη δραστηριότητα» και αγρότες που έρχονται αντιμέτωποι με φερόμενους κατασκόπους που διέρχονται τα σύνορα. Η ασάφεια αυτών των περιπτώσεων καθιστά δύσκολη για το κοινό την αξιολόγηση της αξιοπιστίας τους.

Ένας κοινωνιολόγος στην Κίνα δήλωσε στην Epoch Times ότι η διάδοση αυτών των ιστοριών επηρεάζει την κρίση της κοινής γνώμης. Όπως ανέφερε, οι χρήστες μοιράζονται στιγμιότυπα οθόνης και περιλήψεις υποθέσεων, με αποτέλεσμα καθημερινές δραστηριότητες, όπως η φωτογράφηση ή η αλληλεπίδραση με αλλοδαπούς, να συνδέονται άμεσα με κατασκοπεία, προσθέτοντας ότι ορισμένοι ξένοι τουρίστες και φωτογράφοι τοπίων αντιμετωπίζονται ως ύποπτοι, γεγονός που δημιουργεί κλίμα ανησυχίας.

Τα πανεπιστήμια στο επίκεντρο της εκστρατείας

Οι επιπτώσεις της εκστρατείας γίνονται αισθητές και στα πανεπιστήμια, όπου οι διοικήσεις ενισχύουν την εποπτεία της διαδικτυακής συμπεριφοράς των φοιτητών.

Σε πανεπιστήμιο της επαρχίας Σάντονγκ, μέλος του προσωπικού που συμμετέχει σε διαδικασίες προσλήψεων δήλωσε στην Epoch Times ότι το ίδρυμα έχει αρχίσει να εφαρμόζει μέτρα που ευθυγραμμίζονται με την ευρύτερη προσπάθεια αντιμετώπισης της κατασκοπείας, συμπεριλαμβανομένων περιορισμών στη χρήση εικονικών ιδιωτικών δικτύων.

Το πανεπιστήμιο δίνει έμφαση στην ανάγκη εντοπισμού κατασκόπων, σημειώνοντας ότι ο αριθμός των αλλοδαπών φοιτητών έχει μειωθεί σε σύγκριση με πέρυσι και ότι η προσοχή στρέφεται κυρίως σε φοιτητές από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γερμανία, οι οποίοι θεωρείται ότι είναι πιο πιθανό να διδάξουν στους Κινέζους φοιτητές τρόπους παράκαμψης των διαδικτυακών περιορισμών.

Μια ανακοίνωση που κυκλοφορεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης φαίνεται να δείχνει πώς εφαρμόζονται αυτές οι πολιτικές. Σύμφωνα με αυτήν, λογαριασμός φοιτητή τέθηκε σε μαύρη λίστα και απενεργοποιήθηκε αφότου επισημάνθηκε για «μη ασφαλή διαδικτυακή συμπεριφορά», συμπεριλαμβανομένης πιθανής χρήσης τέτοιων δικτύων.

Οι φοιτητές πρέπει να περάσουν από διαδικασία ελέγχου υπό την εποπτεία του ακαδημαϊκού τους τμήματος και να υποβάλουν σχετικά έγγραφα για έγκριση πριν αποκατασταθεί η πρόσβασή τους. Η διαδικασία απαιτεί τη συνεργασία με τις έρευνες και την προληπτική ενημέρωση των πανεπιστημιακών αρχών.

Ένας νομικός με έδρα το Πεκίνο προειδοποίησε ότι η εκστρατεία ενδέχεται να υπερβαίνει καθιερωμένα όρια. Σε δηλώσεις του στην Epoch Times ανέφερε ότι τα μέτρα για την εθνική ασφάλεια θα πρέπει να βασίζονται σε σαφή νομικά πλαίσια και επαγγελματικά πρότυπα και όχι σε ασαφείς διοικητικές οδηγίες ή μηχανισμούς συλλογικής ευθύνης.

Όπως υποστήριξε, η χρήση διοικητικών μέτρων από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) για τον περιορισμό της συμπεριφοράς των φοιτητών θολώνει τα νομικά όρια και υπονομεύει τα θεσμικά θεμέλια των πανεπιστημίων ως χώρων ακαδημαϊκής έρευνας.

Του Michael Zhuang

Με τη συμβολή του Chen Chen

Η ΕΕ αυστηροποιεί το πλαίσιο κυβερνοασφάλειας απέναντι στην κινεζική τεχνολογία

Η προτεινόμενη αναθεώρηση της Πράξης για την Κυβερνοασφάλεια από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία παρουσιάστηκε στις 20 Ιανουαρίου στο Στρασβούργο, σηματοδοτεί σημείο καμπής στην προσέγγισή της απέναντι στους προμηθευτές κινεζικής τεχνολογίας.

Το σχέδιο κανονισμού δημιουργεί, για πρώτη φορά, ένα νομικό πλαίσιο που δίνει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να χαρακτηρίζει «τρίτες χώρες που προκαλούν ανησυχίες για την κυβερνοασφάλεια» και να κατατάσσει τους προμηθευτές τους ως «υψηλού κινδύνου».

Παρότι το κείμενο δεν κατονομάζει την Κίνα, ούτε τις εταιρείες Huawei ή ZTE, η εφαρμογή του θα οδηγούσε στον σταδιακό αποκλεισμό κινεζικού εξοπλισμού από τα κινητά, σταθερά και δορυφορικά δίκτυα της Ένωσης. Η νέα αρχιτεκτονική επιτρέπει στις Βρυξέλλες να παρακάμπτουν τις επιφυλάξεις κρατών-μελών που έως τώρα αντιστέκονταν στον αποκλεισμό κινεζικών προμηθευτών από τα δίκτυά τους.

Εφόσον το κείμενο εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, οι Βρυξέλλες θα ευθυγραμμιστούν με την Ουάσιγκτον, η οποία απέκλεισε τις Huawei και ZTE από τα αμερικανικά δίκτυα κινητής τηλεφωνίας ήδη από το 2019.

Μια ευρωπαϊκή αφύπνιση

Ο Εμμανουέλ Λινκό (Emmanuel Lincot), σινολόγος, καθηγητής στο Καθολικό Ινστιτούτο του Παρισιού και ανώτερος ερευνητής στο Ινστιτούτο Διεθνών και Στρατηγικών Σχέσεων, εκτίμησε ότι ο κανονισμός αντανακλά μια στρατηγική στάση στις Βρυξέλλες.

Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα The Epoch Times ανέφερε ότι πρόκειται για ένα καλό μέτρο που είχε καθυστερήσει, προσθέτοντας ότι πολλοί ειδικοί υποστήριζαν επί μακρόν, και με βάσιμα επιχειρήματα, πως υπήρχε κίνδυνος στη χρήση της Huawei, της οποίας οι προθέσεις δεν είναι απαραίτητα καλοπροαίρετες.

Σύμφωνα με τον Λινκό, το μέτρο ισοδυναμεί με ένα μήνυμα ότι η περίοδος ανοχής έχει τελειώσει, ότι η Ευρώπη δεν εξαπατάται και ότι είτε πρέπει να αλλάξει στάση η άλλη πλευρά είτε να αποχωρήσει. Ο Λινκό εντάσσει τη νέα προσέγγιση σε μια ευρύτερη τάση. Εκτίμησε ότι το προστατευτικό αυτό μέτρο αποτελεί μέρος μιας αφύπνισης μιας πραγματικής ευρωπαϊκής ταυτότητας, με τον πόλεμο στην Ουκρανία να λειτουργεί ως καταλύτης.

Yπογράμμισε ότι ολοένα και περισσότερα κράτη-μέλη γίνονται επιφυλακτικά απέναντι στο κινεζικό σχέδιο, σημειώνοντας ότι οι νέοι Δρόμοι του Μεταξιού δεν αποτελούν μόνο έργο υποδομών αλλά και ψηφιακό εγχείρημα.

Η Ευρώπη βρίσκεται σε οικονομικό πόλεμο με την Κίνα, σύμφωνα με τον ίδιο. Διαμορφώνεται σαφώς μια λογική οικονομικής σύγκρουσης σε ένα περιβάλλον έντονων ιδεολογικών ανταγωνισμών. Σε ευαίσθητα ζητήματα, η αρχή της προφύλαξης τίθεται πλέον σε πολύ υψηλό επίπεδο, κάτι που αποτελεί προειδοποίηση προς τις κινεζικές αρχές.

Η προσπάθεια αποκλεισμού κινεζικών προμηθευτών έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Huawei αντιμετωπίζει αυξανόμενες συνέπειες από έρευνα διαφθοράς στις Βρυξέλλες, όπου η εταιρεία θεωρείται ύποπτη για δωροδοκία μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Οι λομπίστες της Huawei έχουν αποκλειστεί από την είσοδο στις εγκαταστάσεις της Επιτροπής και του Κοινοβουλίου.

Η απάντηση του Πεκίνου

Σε απάντηση που υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα μέσα Απριλίου, το υπουργείο Εμπορίου της Κίνας προειδοποίησε ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο ευρείας κλίμακας αντιποίνων σε περίπτωση που επιβληθούν κυρώσεις στις Huawei και ZTE.

Το Πεκίνο ανέφερε ότι, εάν οι Βρυξέλλες χαρακτηρίσουν την Κίνα ως χώρα που προκαλεί ανησυχίες για την κυβερνοασφάλεια ή κατατάξουν κινεζικές εταιρείες ως προμηθευτές υψηλού κινδύνου, η Κίνα θα μπορούσε να ξεκινήσει έρευνες εις βάρος ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και να υιοθετήσει αντίστοιχα μέτρα.

Στην υποβολή του, το Πεκίνο ζήτησε τη διαγραφή ολόκληρης της ενότητας που αφορά χώρες που προκαλούν ανησυχίες για την κυβερνοασφάλεια, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχουν τεχνικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι κινεζικές εταιρείες αποτελούν κίνδυνο ασφάλειας και ότι οποιαδήποτε απόφαση βασιστεί σε μη τεχνικά κριτήρια θα είναι πολιτικά υποκινούμενη.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αντέδρασε στις απειλές της Κίνας και δεν απάντησε στο αίτημα της εφημερίδας The Epoch Times για σχολιασμό έως τη στιγμή της δημοσίευσης.

Τήρηση ευρωπαϊκών προτύπων

Για τον Σεμπαστιέν Γκαρνό (Sébastien Garnault), ιδρυτή του Paris Cyber Summit —της ευρωπαϊκής πλατφόρμας στρατηγικού διαλόγου για την κυβερνοασφάλεια που συγκεντρώνει κάθε χρόνο στο Παρίσι υπουργούς, αξιωματούχους των ΗΠΑ και της ΕΕ, βουλευτές, επικεφαλής οργανισμών και διευθύνοντες συμβούλους— ο κανονισμός δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως μέτρο που στρέφεται κατά της Κίνας.

Σε συνέντευξή του στην Epoch Times σημείωσε ότι το ζήτημα δεν είναι αν θα αποκλειστεί αυτή ή εκείνη η κινεζική τεχνολογία, αλλά ποια πρότυπα ασφάλειας επιβάλλονται για την είσοδο στην ευρωπαϊκή αγορά, προσθέτοντας ότι η νομοθεσία δεν στρέφεται κατά της Κίνας, αλλά θεσπίζεται για τους Ευρωπαίους και ότι οι κινεζικές εταιρείες που συμμορφώνονται με τα ευρωπαϊκά πρότυπα θα έχουν πρόσβαση στην αγορά.

Σύμφωνα με τον Γκαρνό, οι Βρυξέλλες δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από αυτό που εφαρμόζει το Πεκίνο εδώ και δεκαετίες. Ανέφερε ότι όταν η γαλλική πολυεθνική αλυσίδα Carrefour επιχείρησε να δραστηριοποιηθεί στην Κίνα, υποχρεώθηκε να συνεργαστεί με τοπική εταιρεία, κάτι που αποτελούσε κανόνα και γινόταν σεβαστό από τις επιχειρήσεις για την είσοδο στην αγορά, επισημαίνοντας ότι όταν δεν πληρούνται οι όροι πρόσβασης, δεν επιτρέπεται η είσοδος.

Η αρχή της μη διάκρισης βάσει εθνικότητας, την οποία επικαλέστηκε το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου, ισχύει μόνο για τις σχέσεις μεταξύ κρατών-μελών της ΕΕ. Σημείωσε ότι δεν επιτρέπεται διάκριση εις βάρος Ιταλού στη Γαλλία, αλλά δεν προκύπτει από πουθενά στο ευρωπαϊκό δίκαιο ότι δεν επιτρέπεται διάκριση έναντι τρίτων χωρών, επισημαίνοντας ότι ακριβώς για αυτόν τον σκοπό υπάρχουν οι δασμοί και οι ρυθμίσεις εξωτερικού εμπορίου.

Αεροφωτογραφία δείχνει το εργοστάσιο της κινεζικής τεχνολογικής εταιρείας Huawei στο Μπρουμάτ, στην ανατολική Γαλλία, στις 9 Δεκεμβρίου 2025. (Sébastien Bozon/AFP μέσω Getty Images)

 

Ο Γάλλος αναλυτής παρέπεμψε στην τελευταία ετήσια έκθεση της Εθνικής Υπηρεσίας Κυβερνοασφάλειας της Γαλλίας (ANSSI), η οποία κατατάσσει την Κίνα μεταξύ των κυριότερων κρατικά υποστηριζόμενων τεχνολογικών απειλών για τα γαλλικά δίκτυα, μαζί με τη Ρωσία. Αυτή η προσέγγιση επιτρέπει στις Βρυξέλλες να στηρίξουν τη θέση τους σε βάση που είναι πιο δύσκολο να αμφισβητηθεί νομικά.

Επισήμανε ότι το μέτρο δεν λαμβάνεται κατά μιας εταιρείας, αλλά κατά ενός κινδύνου που έχει γεωγραφική προέλευση, διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για τον κίνδυνο που έχει γεωγραφική προέλευση και όχι για τη τεχνολογική λύση. Η διαμόρφωση ρυθμίσεων που αντιμετωπίζουν κίνδυνο προερχόμενο από συγκεκριμένη χώρα αποδυναμώνει εξαρχής το επιχείρημα περί διακρίσεων.

Χαρακτήρισε την αντίδραση της Κίνας ως αναμενόμενη και απλή, εξηγώντας ότι είναι αναμενόμενη διότι κάθε νομοθεσία που περιορίζει την εμπορική επέκταση τείνει να προκαλεί αντίποινα, και απλή διότι βασίζεται σε απαίτηση για αποδείξεις που είναι εγγενώς δύσκολο να παρασχεθούν, καθώς είναι απίθανο να αποδειχθεί ποτέ ρητά ότι οι Huawei ή ZTE εμπλέκονται στην προώθηση των στόχων εθνικής ασφάλειας της Κίνας.

Ο Γκαρνό υπογράμμισε, ωστόσο, ότι οι ευρωπαϊκές ανησυχίες βασίζονται εύλογα στην ίδια την κινεζική νομοθεσία. Ο κινεζικός νόμος υποχρεώνει τις κινεζικές εταιρείες να συνεργάζονται με το κράτος, όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες χώρες, επισημαίνοντας ότι το πρόβλημα ενδέχεται να μην είναι τόσο η ίδια η κινεζική εταιρεία, όσο η νομοθεσία που την υποχρεώνει να συνεργάζεται με τις υπηρεσίες πληροφοριών, ακόμη και όταν η εταιρεία δραστηριοποιείται στην Ευρώπη, ενώ παρόμοιες ρυθμίσεις ισχύουν και για την αμερικανική νομοθεσία πληροφοριών.

Πρόσθεσε ότι η Ευρώπη θεσπίζει τη δική της ρύθμιση για την εγχώρια αγορά της, ανάλογα με την ποικιλία κινδύνων και απειλών, και ότι εναπόκειται στις εταιρείες να αποφασίσουν αν η ευρωπαϊκή αγορά δικαιολογεί την επένδυση που απαιτείται για τη συμμόρφωση με τους κανόνες.

Απέρριψε τις νομικές ενστάσεις του κινεζικού υπουργείου Εμπορίου, δηλώνοντας ότι η Κίνα δεν έχει λόγο να υποδεικνύει τον τρόπο λειτουργίας της Ευρώπης, όπως και η Ευρώπη δεν παρεμβαίνει στον τρόπο λειτουργίας της Κίνας, καταλήγοντας ότι πρόκειται για την ευρωπαϊκή αγορά και τους ευρωπαϊκούς κανόνες, οι οποίοι είναι απλοί και προβλέψιμοι.

Σταδιακή υποχώρηση της Huawei

Η Huawei, η οποία απασχολεί περίπου 10.000 εργαζομένους στην Ευρώπη, βλέπει τη θέση της στην αγορά να αποδυναμώνεται σημαντικά. Σύμφωνα με τη δανική εταιρεία συμβούλων Strand Consult, ο εξοπλισμός από προμηθευτές υψηλού κινδύνου, κυρίως της Huawei, αντιστοιχούσε περίπου στο 30% του εγκατεστημένου εξοπλισμού 5G στην Ευρώπη στις αρχές του 2026.

Στη Γερμανία, περίπου το 59% των κεραιών 5G εξακολουθεί να προέρχεται από κινεζικούς προμηθευτές. Ωστόσο, τον Ιούλιο του 2024, το Βερολίνο ανακοίνωσε την απαγόρευση εξαρτημάτων και τεχνολογιών των Huawei και ZTE στα δίκτυα 5G. Τα προϊόντα των δύο εταιρειών θα αποσυρθούν από τον πυρήνα του δικτύου το αργότερο έως το τέλος του 2026, σύμφωνα με τη Νάνσι Φέζερ, τότε υπουργό Εσωτερικών της Γερμανίας.

Η Ιταλία δεν έχει προχωρήσει σε πλήρη απαγόρευση των κινεζικών κατασκευαστών, εξετάζοντας αντ’ αυτού τις συμβάσεις κατά περίπτωση. Το 2020, αποτράπηκε η υπογραφή συμφωνίας 5G μεταξύ του παρόχου Fastweb και της Huawei.

Στη Γαλλία, ο νόμος του 2019 για την προστασία των συμφερόντων εθνικής άμυνας υποχρέωσε τους παρόχους SFR και Bouygues Telecom να αποξηλώσουν χιλιάδες κινεζικές κεραίες, ενώ το μερίδιο αγοράς της Huawei μειώθηκε στο 13% έως το 2024. Τα έσοδά της στη Γαλλία έχουν σχεδόν υποδιπλασιαστεί από το 2019, μειούμενα από 1,4 δισ. ευρώ σε 695 εκατ. ευρώ.

Η Ισπανία ακολούθησε διαφορετική πορεία. Ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ έχει επανειλημμένα ζητήσει στενότερη ευθυγράμμιση με το Πεκίνο, και η κυβέρνησή του υπέγραψε το 2025 σύμβαση 12 εκατ. ευρώ με τη Huawei για την αποθήκευση ευαίσθητων δικαστικών δεδομένων που προέρχονται από υποκλοπές.

Η απόφαση αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη στην Ουάσιγκτον. Ο πρόεδρος της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας Τομ Κόττον και ο πρόεδρος της αντίστοιχης επιτροπής της Βουλής των Αντιπροσώπων Ρικ Κρόφορντ κάλεσαν τη διευθύντρια εθνικών πληροφοριών Τάλσι Γκάμπαρντ να επανεξετάσει τις συμφωνίες ανταλλαγής πληροφοριών με τη Μαδρίτη, κατηγορώντας την Ισπανία ότι θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των συμμάχων.

Του Etienne Fauchaire