Τετάρτη, 17 Ιούν, 2026

Οι ΗΠΑ προειδοποιούν για τον ρόλο των Alibaba, Baidu και BYD στην ενίσχυση του κινεζικού στρατού

Το Πεντάγωνο συμπεριέλαβε σε κατάλογο κορυφαίες κινεζικές εταιρείες, οι οποίες θεωρεί ότι υποστηρίζουν τον κινεζικό στρατό. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η πλατφόρμα ηλεκτρονικού εμπορίου Alibaba, η εταιρεία διαδικτυακών υπηρεσιών Baidu και η κατασκευάστρια ηλεκτρικών οχημάτων BYD.

Ο κατάλογος δημοσιεύθηκε στις 8 Ιουνίου σε ανακοίνωση της Federal Register, την επίσημη εφημερίδα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των ΗΠΑ, η οποία έχει προγραμματιστεί να δημοσιευθεί επισήμως στις 10 Ιουνίου, και καλύπτει ευρύ φάσμα εταιρειών από τους τομείς της τεχνητής νοημοσύνης, της ηλιακής ενέργειας, της βιοτεχνολογίας και των μπαταριών ηλεκτρικών οχημάτων.

Η απόφαση εκδόθηκε περίπου τρεις εβδομάδες μετά την επίσκεψη του προέδρου Τραμπ στο Πεκίνο για τη σύνοδο κορυφής ΗΠΑ–Κίνας, η οποία ολοκληρώθηκε χωρίς να επιτευχθούν σημαντικές εμπορικές συμφωνίες.

Η ανακοίνωση περιγράφει καθεμία από τις τρεις κινεζικές εταιρείες ως «συνεισφέρουσα στη στρατιωτικο-πολιτική σύντηξη» της αμυντικής βιομηχανικής βάσης της Κίνας, όρο που αναφέρεται στην επιθετική εθνική στρατηγική του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας για την ενσωμάτωση πολιτικών και εμπορικών φορέων στον εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεών του.

Η καταχώρηση γίνεται βάσει του Νόμου Εξουσιοδότησης Εθνικής Άμυνας, ο οποίος ζητεί από τον υπουργό Πολέμου να εντοπίζει και να δημοσιεύει ετήσιο κατάλογο εταιρειών που συνδέονται με τον κινεζικό στρατό έως το 2030.

Παρότι ο χαρακτηρισμός λειτουργεί κυρίως ως προειδοποίηση προς τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα σχετικά με τους κινδύνους για την εθνική ασφάλεια που συνδέονται με τις συγκεκριμένες εταιρείες και δεν συνεπάγεται άμεσες κυρώσεις, απαγορεύει στο Πεντάγωνο να συνάπτει ή να ανανεώνει συμβάσεις μαζί τους για αγαθά, υπηρεσίες ή τεχνολογία. Επιπλέον, απαγορεύει στο υπουργείο να προμηθεύεται έμμεσα προϊόντα από τις εταιρείες του καταλόγου μέσω τρίτων προμηθευτών.

Σύμφωνα με το κυβερνητικό έγγραφο, ο αναπληρωτής υπουργός Πολέμου έκρινε ότι οι οντότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο δραστηριοποιούνται στην παροχή εμπορικών υπηρεσιών, στη μεταποίηση, στην παραγωγή ή στις εξαγωγές και λειτουργούν άμεσα ή έμμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο κατάλογος έχει διευρυνθεί από τις αρχές του 2025, με αξιοσημείωτες προσθήκες την εταιρεία ασύρματου εξοπλισμού TP-Link, τη φαρμακευτική εταιρεία WuXi AppTec, την εταιρεία ρομποτικής RoboSense Technology, η οποία αξιοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη, τον όμιλο CALB, μερικώς κρατική εταιρεία και τέταρτο μεγαλύτερο κατασκευαστή μπαταριών ηλεκτρικών οχημάτων παγκοσμίως, καθώς και τη Hangzhou Yushu Technology, μία από τις κορυφαίες κινεζικές εταιρείες ρομποτικής, γνωστή και ως Unitree Robotics.

Ο επικαιροποιημένος κατάλογος περιλαμβάνει επίσης τις εταιρείες ηλιακής ενέργειας JA Solar Technology και Trina Solar, καθώς και αρκετές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στους ημιαγωγούς και την τεχνητή νοημοσύνη. Μεταξύ αυτών είναι η Tianma Microelectronics, η οποία κατασκευάζει προηγμένες οθόνες μικροηλεκτρονικής, η BOE Technology Group, κορυφαία εταιρεία στην τεχνολογία οθονών ημιαγωγών, και η Zhongji Innolight, ο μεγαλύτερος παραγωγός οπτικών πομποδεκτών παγκοσμίως, οι οποίοι είναι κρίσιμης σημασίας για τα κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης.

Το Πεντάγωνο ανέφερε ότι κάθε οντότητα που περιλαμβάνεται στον κατάλογο μπορεί να προσβάλει την απόφαση, υποβάλλοντας σχετικά στοιχεία προς εξέταση.

Ανησυχία στο Κογκρέσο

Τον περασμένο Δεκέμβριο, εννέα βουλευτές και γερουσιαστές απέστειλαν επιστολή στο Πεντάγωνο, απαριθμώντας περισσότερες από δώδεκα εταιρείες οι οποίες, σύμφωνα με τους ίδιους, συμβάλλουν στον «εκσυγχρονισμό, στις επιχειρήσεις εσωτερικής ασφάλειας και στις δυνατότητες προβολής ισχύος» του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού της Κίνας. Τέσσερις από αυτές περιλαμβάνονται στον κατάλογο της 8ης Ιουνίου.

Ο Τζον Μούλενααρ (R-Mich.), ένας από τους εννέα νομοθέτες και πρόεδρος της Ειδικής Επιτροπής της Βουλής για το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας, δήλωσε ότι ο επικαιροποιημένος κατάλογος του Πενταγώνου αποτελεί «προειδοποίηση προς τις αμερικανικές επιχειρήσεις, όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης και τον αμερικανικό λαό».

Σύμφωνα με τον Μούλενααρ, οι συγκεκριμένες κινεζικές εταιρείες συνεργάζονται με τον κινεζικό στρατό εις βάρος των εθνικών συμφερόντων των Ηνωμένων Πολιτειών. Πρόσθεσε ότι οι αμερικανικές επιχειρήσεις πρέπει να σταματήσουν να συνεργάζονται με αυτές τις απειλές για την εθνική ασφάλεια, διαφορετικά συμβάλλουν στην ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος της Κίνας.

Η εφημερίδα The Epoch Times επικοινώνησε με τις Alibaba, Baidu και BYD για σχόλιο.

Ο ΔΟΑΕ ζητά από το Ιράν πρόσβαση στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του

Ο επικεφαλής του πυρηνικού εποπτικού οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών κάλεσε, τη Δευτέρα, το Ιράν να συνεργαστεί με τον οργανισμό και να επιτρέψει επιθεωρήσεις στις πυρηνικές του εγκαταστάσεις.

Το Ιράν δεν έχει συνεργαστεί με τον οργανισμό σχετικά με τα άλυτα ζητήματα ασφαλείας από πέρυσι, ανέφερε ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ), Ραφαέλ Μαριάνο Γκρόσσι, σε δήλωση που εκδόθηκε στις 8 Ιουνίου, σημειώνοντας ότι η Τεχεράνη δεν έχει παράσχει στα Ηνωμένα Έθνη στοιχεία σχετικά με το εμπλουτισμένο σε υψηλό βαθμό ουράνιο που βρισκόταν στις εγκαταστάσεις που έπληξαν οι αμερικανικές δυνάμεις το περασμένο καλοκαίρι. Σύμφωνα με τον Γκρόσσι, έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τότε που ο οργανισμός είχε πρόσβαση σε οποιαδήποτε από τις δηλωμένες πυρηνικές εγκαταστάσεις που χτυπήθηκαν κατά τις στρατιωτικές επιθέσεις τον Ιούνιο του 2025. Η έλλειψη πληροφοριών για τα πυρηνικά υλικά που βρίσκονταν στις εγκαταστάσεις αυτές είναι παράγοντας ανησυχίας, καθώς σε αυτά περιλαμβάνεται και ουράνιο εμπλουτισμένο σε μεγάλο βαθμό.

Ο Γκρόσσι κάλεσε το Ιράν να συνεργαστεί εποικοδομητικά με τον οργανισμό, ώστε να διευκολυνθεί η πλήρης και αποτελεσματική εφαρμογή των διασφαλίσεων για τη συμμόρφωση με διάταξη της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων, της διεθνούς συνθήκης του 1970 που αποσκοπεί στην αποτροπή της εξάπλωσης των πυρηνικών όπλων.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών, ο αξιωματούχος του ΟΗΕ σημείωσε ότι κατέστη δυνατό να επαναληφθεί μέρος της επιτόπιας δραστηριότητας επαλήθευσης στο Ιράν την περασμένη εβδομάδα, όταν ο οργανισμός πραγματοποίησε επιθεώρηση ρουτίνας στον πυρηνικό σταθμό του Μπουσέρ. Ωστόσο, όπως είπε, δεν έχουν πραγματοποιηθεί άλλες επιθεωρήσεις σε ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις τους τελευταίους μήνες.

Το Ιράν διαθέτει σχεδόν 450 κιλά ουρανίου εμπλουτισμένου σε καθαρότητα 60%. Για την κατασκευή πυρηνικών όπλων χρειάζεται ουράνιο εμπλουτισμένο κατά 90%, σύμφωνα με τον ΔΟΑΕ.

Ο πρόεδρος Τραμπ έχει καλέσει το Ιράν είτε να παραδώσει το εμπλουτισμένο ουράνιο είτε να το καταστρέψει. Έχει επίσης δηλώσει ότι το υλικό βρίσκεται θαμμένο κάτω από βουνό που κατέρρευσε κατά τη διάρκεια των επιδρομών του περασμένου έτους. Σε πρόσφατες συνεντεύξεις και δημόσιες εμφανίσεις του έχει αναφερθεί στο ενδεχόμενο ανάκτησης του υλικού από τον αμερικανικό στρατό.

Εδώ και χρόνια, αξιωματούχοι των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ευρώπης και του Ισραήλ υποστηρίζουν ότι το Ιράν επιδιώκει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, ωστόσο η Τεχεράνη το αρνείται σταθερά, επιμένοντας ότι οι πυρηνικές της εγκαταστάσεις προορίζονται για ειρηνικούς σκοπούς και ότι η πετρελαιοπαραγωγός χώρα έχει το δικαίωμα να αξιοποιεί την πυρηνική ενέργεια.

Η δήλωση του Γκρόσσι έρχεται σε μια περίοδο αυξημένης έντασης στη Μέση Ανατολή, καθώς Ισραήλ και Ιράν αντάλλαξαν πυρά το βράδυ της Κυριακής προς ξημερώματα της Δευτέρας. Μετά το πέρας των επιθέσεων, και οι δύο χώρες άφησαν να εννοηθεί ότι θα σταματούσαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις τους.

Ο ιρανικός στρατός ανακοίνωσε ότι σταματά τα επιθετικά πλήγματα, ενώ ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, ανέφερε σε δήλωσή του ότι ο τρέχων γύρος συγκρούσεων είχε ολοκληρωθεί. Προειδοποίησε ωστόσο ότι εάν το Ιράν κάνει το λάθος να επιτεθεί εκ νέου εναντίον του Ισραήλ, η απάντηση θα είναι σφοδρή.

Οι αξιωματούχοι δεν έχουν καταφέρει να μετατρέψουν την κατάπαυση του πυρός του Απριλίου σε συμφωνία που θα τερματίσει οριστικά τη σύγκρουση. Παρ’ όλα αυτά, ο πρόεδρος Τραμπ εμφανίστηκε αισιόδοξος τη Δευτέρα σε ανάρτησή του στο Truth Social, αναφέροντας ότι βρίσκονται σε εξέλιξη οι τελικές διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό των εχθροπραξιών, οι οποίες αναμένει να προχωρήσουν γρήγορα.

Με πληροφορίες από το Associated Press

Αριστερά και Ισλάμ

Η εμφάνιση πολιτικών από τον χώρο της Αριστεράς — στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες της Ευρώπης — με φωτογραφίες του Αλί Χαμενεΐ σε διαδηλώσεις κατά του πολέμου στο Ιράν ξένισε.

Η υποστήριξη στο πρόσωπο του πρώην ηγέτη του θεοκρατικού καθεστώτος του Ιράν — ενός καθεστώτος γνωστού για τη βία που ασκούσε κατά όλων των πολιτών του, αλλά ιδίως κατά των γυναικών — φαντάζει παράταιρη από ανθρώπους που υποστηρίζουν το φεμινιστικό κίνημα, τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, την ελευθερία έκφρασης και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Αρκούν τα αντιπολεμικά αισθήματα και η εναντίωση στη συνδυασμένη επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά της Τεχεράνης για να δικαιολογήσουν μία τέτοια κίνηση;

Η στάση της Αριστεράς τις τελευταίες δεκαετίες δείχνει ότι υπάρχει μία σύνδεση μεταξύ των δύο ιδεολογιών, παρά την ασυμβατότητά τους. Οι θέσεις της για το μεταναστευτικό, την πολυπολιτισμικότητα και τα δικαιώματα των μειονοτήτων συνιστούν σαφή υποστήριξη προς τις ισλαμικές κοινότητες, υποστήριξη την οποία τα μέλη που έχουν μεταναστεύσει σε δυτικές χώρες ανταποδίδουν με την ψήφο τους σε μεγάλο ποσοστό, σύμφωνα με το transform! europe, δίκτυο ευρωπαϊκών αριστερών οργανώσεων.

Αιχμή του δόρατος της σύμπραξης των δύο κοινοτήτων αποτελούν οι κινητοποιήσεις για το παλαιστινιακό ζήτημα, το οποίο έχει αναχθεί από εδαφικό σε ιδεολογικό/θρησκευτικό και γιγαντωθεί μέσα στη διετία 2023-2025 — την περίοδο των επιχειρήσεων του Ισραήλ στη Γάζα μετά από την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς σε ισραηλινά εδάφη. Στο πλαίσιο του κινήματος «Λευτεριά στην Παλαιστίνη», οι Άραβες της Παλαιστίνης προβάλλουν ως ένας λαός, ένα έθνος, που υποφέρει υπό την ισχύ των αποικιοκρατών Εβραίων που τους στερούν το δικαίωμα να ζήσουν στη γη τους. Πρόκειται για ένα αφήγημα με ισχυρό ηθικό έρεισμα — ιδίως όταν ενισχύεται από τις εικόνες των αμάχων που υποφέρουν συνεπείᾳ των συγκρούσεων — το οποίο ωστόσο παραλείπει να εξετάσει τι συμβαίνει από την άλλη πλευρά. Ως αποτέλεσμα, οι Ισραηλινοί δαιμονοποιούνται και στο πρόσωπό τους ενσαρκώνεται το κακό.

Αυτή είναι η ιδέα που καλλιεργούν εν γένει οι ισλαμιστές για τους Εβραίους, αποκαλώντας τη χώρα του Ισραήλ «μικρό Σατανά»· οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο «μεγάλος Σατανάς» και μαζί αποτελούν τον κοινό εχθρό. Αυτό είναι και ένα από τα σημεία συνάντησής τους με την Αριστερά, που πολεμά κατά του ιμπεριαλισμού — του αμερικανικού ιμπεριαλισμού ειδικά, παραγνωρίζοντας τον ισλαμικό, τον σοβιετικό, τον κινεζικό και άλλες εκφάνσεις του.

Η σχέση δεν είναι νέα, αλλά ανάγεται στις αρχές του 20ού αιώνα. Η γέννηση, διαμόρφωση και εξέλιξή της διαμορφώνεται από τις εκάστοτε ιστορικές, κοινωνικές και γεωγραφικές συνθήκες, ακολουθώντας άλλοτε πορεία σύγκλισης και άλλοτε απόκλισης.

Η καταγωγή της συμμαχίας

Η πρώτη συνέργεια μεταξύ Ισλάμ και αριστεράς μπορεί να εντοπιστεί ήδη στην μπολσεβίκικη επανάσταση, στη Ρωσία των αρχών του 20ού αιώνα, όπου οι μουσουλμάνοι έφθαναν τα 13.600.000, σε σύνολο 125.600.000 (σύμφωνα με απογραφή του 1897). Για να κερδίσουν αυτόν τον πληθυσμό, στον αγώνα τους κατά της καθεστηκυίας τάξης, οι κομμουνιστές «απέφυγαν να βάλουν ως προϋπόθεση για να δεχτούν κάποιον στις γραμμές τους το να αποκηρύξει κάποιος τη θρησκεία του» (Λέανδρος Μπόλαρης, Μπολσεβίκοι και Ισλάμ, 2014), αλλά προέβαλαν τα ταξικά ζητήματα και την καταπίεση από τους γαιοκτήμονες. Αργότερα δε «έγινε κομματική η θέση ότι η ‘απαλλαγή από τις θρησκευτικές προκαταλήψεις’ αφορούσε τα κομματικά μέλη που ήταν Ρώσοι και όχι τους μουσουλμάνους» (ό.π.).

Το 1920, στο «Συνέδριο των Λαών της Ανατολής» που οργάνωσε η Κομμουνιστική Διεθνής για την ενίσχυση του αγώνα της στην Ασία, ο Ζηνόβιεφ, πρόεδρος της Διεθνούς, απηύθυνε έκκληση στους 2.000 αντιπροσώπους από τις μουσουλμανικές περιοχές της Ρωσίας, από την Περσία, την Αρμενία, την Ινδία, την Τουρκία και αλλού, που παρίστατο, να αγωνιστούν ενάντια στον ιμπεριαλισμό: «Σας καλούμε σε τζιχάντ (σ.σ. ιερό πόλεμο) για τη δική σας ζωή, τη δική σας ελευθερία, τα δικά σας συμφέροντα». Οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες δεν ήταν επαναστάτες, αλλά ανεξάρτητοι ή μέλη εθνικιστικών και ισλαμιστικών οργανώσεων (ό.π.).

Η στάση αυτή των μπολσεβίκων είχε θετικά αποτελέσματα, τα οποία διήρκεσαν μέχρι που ο Στάλιν διεύρυνε την εκστρατεία κατά της θρησκείας τις δεκαετίες 1920-1930, επιτιθέμενος και στο Ισλάμ. Αυτό απομάκρυνε τους μουσουλμάνους από τις τάξεις των μπολσεβίκων και οδήγησε ένα τμήμα του πληθυσμού της κεντρικής Ασίας να μεταναστεύσει νότια, σε Τουρκία και Μέση Ανατολή.

Η κατάλυση του χαλιφάτου και η γέννηση του πολιτικού Ισλάμ

Την ίδια εποχή, ο μουσουλμανικός κόσμος βίωσε ένα ισχυρό πλήγμα με την κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και την κατάλυση του «επίσημου» χαλιφάτου, στις 3 Μαρτίου 1924, από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση, που άφησε το Ισλάμ χωρίς ανώτατο ηγέτη. Για να κατανοηθεί το κρίσιμο αυτό γεγονός πρέπει να αναφερθεί η σημασία του θρησκευτικού νόμου στις τάξεις των μουσουλμάνων, όπου ο θεϊκός νόμος είναι και ο μόνος που έχει αξία. Κατά συνέπεια, ο θρησκευτικός ηγέτης συνιστά την ανώτατη εξουσία.

Αν και στους κόλπους του Ισλάμ ο θεσμός του χαλιφάτου έχει κατά καιρούς αμφισβητηθεί ή υποκατασταθεί (π.χ. μεταξύ των Σιιτών από το ιμαμάτο), αναδείχθηκε σε πρωτεύον αίτημα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, του κινήματος που ίδρυσε στην Αίγυπτο το 1928 ο ιμάμης Χασάν αλ Μπάνα. Η Μουσουλμανική Αδελφότητα, η οποία είχε εξαρχής κοινωνική και πολιτική διάσταση, διακήρυξε την ένωση του ισλαμικού κόσμου και την αντικατάσταση του Συντάγματος με το Κοράνι.

Η εξάπλωση των ιδεών της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και η ανάπτυξή της ήταν ραγδαία, και η οργάνωση θεωρείται  πηγή όλων των επακόλουθων ισλαμιστικών κινημάτων. «Αποθεολογικοποιώντας και ιδεολογικοποιώντας το Ισλάμ, οι ισλαμιστές το ανήγαγαν σε ένα πλήρες σύστημα απ’ όπου θα μπορούσαν να αντληθούν οι λύσεις για όλα τα προβλήματα του καιρού τους», σημειώνει ο Πάνος Κουργιώτης, αραβολόγος και Δρ Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ. Το Ισλαμικό Κράτος (ISIS) είναι το πιο γνωστό ίσως παράδειγμα, με εκτεταμένη δράση σε Συρία, Ιράκ και Υεμένη, αλλά και σε Αλγερία, Βοσνία, Τσετσενία, με συμμετοχή σε εμφύλιους πολέμους μουσουλμανικών κρατών.

Η Αριστερά στη Μέση Ανατολή

Μετά από την ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ή Κομιντέρν ή Γ΄Διεθνής) το 1919, στη Μόσχα, η κομμουνιστική ιδεολογία άρχισε να προωθείται και στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, οδηγώντας στη σύσταση των πρώτων μαρξιστικών κομμάτων, με τα πρώτα να σχηματίζονται σε Λίβανο, Συρία, Αίγυπτο και Ιράκ. Με την πάροδο του χρόνου, τα κόμματα αυτά οργανώθηκαν καλύτερα και εδραιώθηκαν, αναπτύσσοντας την ιδεολογία και τη δράση τους κυρίως κατά της ‘αποικιοκρατίας’ και του ιμπεριαλισμού, και εισάγοντας εθνικιστικά στοιχεία στον λόγο τους. Η απαλλαγή από τις βρετανικές και γαλλικές δυνάμεις που είχαν αναλάβει τη διοίκηση της περιοχής μετά από την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντας ως προς τη διαμόρφωση της ταυτότητας και των στόχων τους.

Παράλληλα ιδρύθηκαν κομμουνιστικά κόμματα Ιράν και Παλαιστίνης (στο οποίο συμμετείχαν τόσο Εβραίοι όσο και Άραβες). Χαρακτηριστική για τα περισσότερα κομμουνιστικά κόμματα της περιοχής ήταν η ανάγκη συμβιβασμού με το θρησκευτικό, αλλά και το εθνικιστικό στοιχείο. Στην περίπτωση του Ιράν, έχουμε το παράδειγμα της συνεργασίας των ισλαμιστών με τους αριστερούς για την εκδίωξη του φιλοδυτικού σάχη, το 1979. Ωστόσο, αμέσως μετά την επιτυχία της Επανάστασης, οι ισλαμιστές επεδίωξαν και πέτυχαν να αναλάβουν την εξουσία, διώκοντας τους αριστερούς και εγκαθιδρύοντας το ισλαμικό καθεστώς που ηγείται της χώρας μέχρι και σήμερα.

Στην Αίγυπτο συνεργάστηκαν με τη νασερική πτέρυγα, ενώ σε Ιράκ και Σύρια με το Αραβικό Σοσιαλιστικό (και εθνικιστικό) Κόμμα Μπάαθ. Σε γενικές γραμμές, όμως, παρέμειναν περιθωριοποιημένα, ενίοτε και παράνομα, και εκτός εξουσίας.

Η σύσταση του κράτους του Ισραήλ προκάλεσε διχασμό στις θέσεις τους, ιδίως τα πρώτα χρόνια. Ο διχασμός οφείλετο κυρίως στην υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης στη δημιουργία εβραϊκού κράτους, κάτι που ερχόταν σε αντίθεση με τα αραβικά συμφέροντα. Ορισμένα κομμουνιστικά κόμματα, όπως αυτά της Συρίας, του Λιβάνου και του Ιράκ, ακολούθησαν τη σοβιετική θέση αρχικά, ενώ άλλα αντιμετώπισαν εσωτερικές διαιρέσεις. Ωστόσο, οι διαδοχικοί πόλεμοι έγειραν την πλάστιγγα σαφώς υπέρ του αραβικού, αντι-εβραϊκού κινήματος, με την ίδια τη Σοβιετική Ένωση να αλλάζει στάση μετά από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών (1967), οδηγώντας σε μία ενιαία αριστερή φιλο-αραβική στάση.

Το Ισλάμ στη Δύση

Η διάδοση της αριστερής ιδεολογίας στις δυτικές κοινωνίες και η άνοδος πολιτικών υπέρ των μειονοτήτων, της μετανάστευσης, της πολυπολιτισμικότητας κ.ο.κ., συνέτεινε σε μία ραγδαία αύξηση του μουσουλμανικού πληθυσμού σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Σύμφωνα με Pew Research, το ποσοστό αύξησης των μουσουλμάνων στην Ευρώπη τη δεκαετία 2010-2020 καταγράφεται ως 15,9%, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο 20,7%.

Η αύξηση αυτή αποδίδεται αφ’ ενός στην είσοδο νέων μεταναστών (π.χ. μεγάλα κύματα από τη Συρία μεταξύ 2011-2015), αφ’ ετέρου στον πολλαπλασιασμό μέσω γεννήσεων του υπάρχοντος πληθυσμού. Σε συνδυασμό με την υπογεννητικότητα που καταγράφεται μεταξύ των γηγενών Ευρωπαίων, τα ποσοστά των κοινοτήτων παρουσιάζονται ακόμα πιο υψηλά.

Η αριθμητική ενίσχυση των μουσουλμανικών κοινοτήτων συνέβαλε στην κατοχύρωσή τους ως υπολογίσιμη δύναμη και στο πολιτικό επίπεδο, όπου και εκδηλώνεται η συμμαχία τους με την Αριστερά — η λεγόμενη «κοκκινοπράσινη συμμαχία» (όπου κόκκινο το χρώμα της αριστεράς και πράσινο του Ισλάμ) ή, κατά άλλους, «ανίερη συμμαχία».

Όπως αναφέρεται, η μουσουλμανική κοινότητα τείνει να υιοθετεί πολιτικά μία συμπαγή στάση, ακολουθώντας συνήθως τις επιταγές των θρησκευτικών ηγετών, που καθοδηγούν την ψήφο τους. Συνιστούν λοιπόν μία δεξαμενή ψηφοφόρων πολύτιμη για τα κόμματα και τους υποψηφίους που υποστηρίζουν τα συμφέροντά τους. Οι αντι-αμερικανικές, αντι-ιμπεριαλιστικές, αντι-καπιταλιστικές θέσεις, σε συνδυασμό με την απόρριψη των πολιτικών ελευθεριών και την έμφαση στην υποστήριξη των μειονοτήτων και των καταπιεσμένων, επί του παρόντος επικρατούν των διαφορών μεταξύ των δύο ιδεολογιών, συνδέοντας Αριστερά και Ισλάμ, σε μία σχέση φαινομενικά αμοιβαία επωφελή: οι αριστεροί κερδίζουν πολιτική ισχύ, οι μουσουλμάνοι αποκτούν δικαιώματα και κυβερνητική στήριξη/ανοχή απέναντι στις κοινότητές τους, τα ήθη και τα έθιμά τους, καθώς και για το παλαιστινιακό κίνημα.

Τα εκατέρωθεν οφέλη

Η συνέργεια Ισλάμ και Αριστεράς, θεμελιωμένη πάνω στον αντισημιτισμό και τον αντιδυτικισμό, εξυπηρετεί τις δύο ιδεολογίες σε πολλαπλά επίπεδα.

Αποδεχόμενοι ότι για μία μεγάλη μερίδα του ισλαμικού κόσμου είναι ζωντανό το όραμα της αναβίωσης του χαλιφάτου και της διάδοσης του Ισλάμ, σύμφωνα με τις επιταγές του Κορανίου, υποστηρίζεται ότι η διάβρωση της Δύσης αποτελεί το πρώτο βήμα προς αυτόν τον στόχο. Μέσω διείσδυσης στις δυτικές κοινωνίες, επιτυγχάνεται η υπονόμευση των δυτικών αξιών και η αποδυνάμωση ενός ισχυρότερου αντιπάλου.

Η Αριστερά συμμερίζεται την εναντίωση στις δυτικές αξίες και τον τρόπο ζωής, καθώς και την ανάγκη για αποφυγή μιας άμεσης αντιπαράθεσης. Έχοντας υποστεί σημαντικό πλήγμα μετά από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, επίσης επαφίεται προς το παρόν στη διάβρωση των δυτικών αξιών. Απορρίπτοντας τις δυτικές πρακτικές, απορρίπτονται και οι αξίες (ελευθερία λόγου και πίστης, χριστιανική πίστη, πατριωτισμός, οικογένεια) πάνω στις οποίες θεμελιώθηκαν οι δυτικές δημοκρατίες.

Το Ισλάμ παρέχει στην Αριστερά μεγάλη λαϊκή βάση και ψήφους, και συμβάλλει στην προώθηση μιας κοινής ατζέντας (πολυπολιτισμικότητα, πολυπολικός κόσμος). Ως ‘μειονότητα’ ενισχύει την αριστερή ρητορική υπέρ των καταπιεσμένων και αδικημένων και παρέχει υποστήριξη σε κοινωνικές αναταραχές που αποσταθεροποιούν την κρατική πολιτική.

Από την πλευρά της, η Αριστερά παρέχει υποστηρικτικές πολιτικές και νόμους. Προωθεί την αποδοχή των μεταναστών — ακόμα και των παράνομων — υποστηρίζει την έλλειψη επαρκών ελέγχων και πολιτικών αφομοίωσης, ενώ προβάλλει το ‘δικαίωμα στη μετανάστευση’, διευκολύνοντας την είσοδο μουσουλμάνων και την εδραίωση της μουσουλμανικής κοινότητας με τα έθιμα και τις πρακτικές που τη διακρίνουν, ακόμη και όταν έρχονται σε αντίθεση με τα ήθη της χώρας φιλοξενίας ή ακόμη κι όταν φαίνεται να επιβαρύνεται ο γηγενής πληθυσμός.

Το βαθύτερο χάσμα

Ωστόσο, πέρα από τα κοινά στοιχεία που συνδέουν αριστερούς και ισλαμιστές, υπάρχει και μία άβυσσος που τους χωρίζει. Η εξέλιξη και διεύρυνση της αριστερής ατζέντας, που περιλαμβάνει την υποστήριξη στα δικαιώματα της γυναίκας και των ομοφυλόφιλων, και σε πρακτικές όπως η άμβλωση και η φυλομετάβαση, βρίσκεται στον αντίποδα της ιδεολογίας και των αρχών του Ισλάμ. Αυτό, όμως, μοιάζει να μην γίνεται αντιληπτό από τους υποστηρικτές του παλαιστινιακού κινήματος, παρατηρεί σε εκπομπή του Τζον Άντερσον ο Νιλ Φέργκιουσον [Niall Ferguson], Βρετανός ιστορικός και ανατόμος των σύγχρονων κοινωνιών, καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.

Υπό συζήτηση τίθεται επίσης η ικανότητα των ισλαμικών κοινοτήτων σαν σύνολα να προσαρμοστούν στο δυτικό δημοκρατικό σύστημα.

Όπως σχολιάζει ο Πέζαχ Βολίκι [Pesach Wolicki, 6/5/2026] πάνω στην άποψη της Αγιάαν Χίρσι Άλι για την ασυμβατότητα Ισλάμ και δημοκρατίας (το Ισλάμ δεν αποδέχεται το δικαίωμα του ανθρώπου να θεσπίζει νόμους, αλλά αποδέχεται μόνο τη Σαρία, τον θείο νόμο, σύμφωνα με την Άλι), υπάρχει μία θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των δύο. Αυτή εντοπίζεται, κατά τον Βολίκι, στη ρητή δέσμευση/συμφωνία που διακρίνει τη σχέση Θεού–ανθρώπων στον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό, που ενδυναμώνουν τον άνθρωπο. Αντιθέτως, ο όρος ‘Ισλάμ’ σημαίνει, κυριολεκτικά, υποταγή. Το Κοράνι απαιτεί απόλυτη υπακοή στον λόγο του Θεού. Οι Γραφές των πρώτων περιέχουν το δικαίωμα των ανθρώπων να θεσπίζουν νόμους για τη διαβίωση τους στον κόσμο: ο Θεός δίνει ένα ευρύ πλαίσιο και την εξουσία στους ανθρώπους να ορίζουν τη ζωή τους.

Ανάλογη επισήμανση κάνει και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, στην «Ιδιαιτερότητα των Ελλήνων, τόμος Α΄» για τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό: την ελευθερία που παρείχε στους ανθρώπους η ελληνική μη αποκαλυπτική θρησκεία να θεσμίζουν νόμους που ρυθμίζουν τη ζωή και τις σχέσεις στον ανθρώπινο κόσμο, αντί να ακολουθούν πιστά ένα σύνολο θείων εντολών — ένα κρίσιμο κληροδότημα της ελληνικής πολιτικής ζωής και φιλοσοφίας προς τη Δύση.

Ο ίδιος, σε συζήτηση με τον Πιερ Υσμάλ [Pierre Ysmal], το 1991, απαντάει σε ερώτημα για την αποικιοκρατία ως μείζον αμάρτημα της Δύσης (άποψη που είχε διατυπώσει ο Κλωντ Λεβί-Στρως [Claude Levi Strauss]):

«Ο ισχυρισμός είναι ιστορικά εσφαλμένος. Οι Έλληνες, οι Ρωμαίοι, οι Άραβες επιχείρησαν όλοι και έφεραν σε πέρας τεράστια εγχειρήματα αποικισμού. Ακόμη περισσότερο, αφομοίωσαν ή προσηλύτισαν — με το καλό ή με τη βία — τους κατεκτημένους λαούς. Οι Άραβες παρουσιάζονται τώρα σαν τα αιώνια θύματα της Δύσης. Είναι μια τραγελαφική μυθολογία. Οι Άραβες ήταν από τον καιρό του Μωάμεθ κατακτητικό έθνος, που επεκτάθηκε στην Ασία, την Αφρική και την Ευρώπη (Ισπανία, Σικελία, Κρήτη), εξαραβίζοντας τους κατακτημένους πληθυσμούς. Πόσοι ‘Άραβες’ υπήρχαν στην Αίγυπτο στις αρχές του 7ου αιώνα; Η σημερινή επέκταση των Αράβων (και του Ισλάμ) είναι προϊόν της κατάκτησης και του περισσότερο ή λιγότερο αναγκαστικού προσηλυτισμού των υποταγμένων πληθυσμών στο Ισλάμ. Στη συνέχεια, οι Άραβες υπέστησαν με τη σειρά τους την κυριαρχία των Τούρκων για περισσότερο από τέσσερις αιώνες. Ο δυτικός ημιαποικισμός δεν διήρκεσε, στη χειρότερη περίπτωση (Αλγερία), παρά εκατόν τριάντα χρόνια, και στις άλλες πολύ λιγότερο. Κι εκείνοι που πρώτοι εισήγαγαν το δουλεμπόριο στην Αφρική, τρεις αιώνες πριν από τους Ευρωπαίους, ήταν οι Άραβες.

»Όλα αυτά δεν μειώνουν το βάρος των αποικιακών εγκλημάτων των Δυτικών. Δεν πρέπει όμως να μας διαφεύγει μια ουσιώδης διαφορά. Πολύ νωρίς, από τον καιρό του Μονταίν, άρχισε στη Δύση μια εσωτερική κριτική της αποικιοκρατίας που κατέληξε ήδη τον 19ο αιώνα στην κατάργηση της δουλείας (η οποία εξακολουθεί να υπάρχει σε ορισμένες μουσουλμανικές χώρες), και τον 20ό αιώνα, στην άρνηση των ευρωπαϊκών και αμερικανικών πληθυσμών (Βιετνάμ) να πολεμήσουν για να διατηρήσουν τις αποικίες. Δεν είδα ποτέ έναν Άραβα ή έναν οποιονδήποτε μουσουλμάνο να κάνει την ‘αυτοκριτική’ του, την κριτική της κουλτούρας του από αυτή την άποψη. Το αντίθετο· δείτε το σημερινό Σουδάν ή τη Μαυριτανία». (Ακυβέρνητη Κοινωνία, σελ. 278–279)

Λάρισα: Η πρώτη ιδιωτική άδεια για δείγματα πυροβόλων όπλων και ο μακρύς δρόμος έως την παραγωγή

Μια υπόθεση που ξεκίνησε πριν από έξι χρόνια περίπου, στη Λάρισα, επανέρχεται στο προσκήνιο, όχι μόνο λόγω του τεχνικού της αντικειμένου, αλλά κυρίως λόγω του θεσμικού προηγουμένου που φαίνεται να δημιουργεί. Ο Λαρισαίος κατασκευαστής όπλων Γιάννης Αράπκουλες, από τη Γιάννουλη, φέρεται να είναι ο πρώτος Έλληνας ιδιώτης που έλαβε από το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη άδεια προσωρινής κατασκευής δειγμάτων πυροβόλων όπλων. Η άδεια αφορά τέσσερα δείγματα και όχι, ακόμη, πλήρη εμπορική παραγωγή, στοιχείο που έχει σημασία να αποσαφηνιστεί, καθώς ορισμένα δημοσιεύματα παρουσίασαν την εξέλιξη πιο προωθημένη από όσο φαίνεται να είναι στην παρούσα φάση. 

Σύμφωνα με το αρχικό ρεπορτάζ που αναδημοσιεύτηκε από στρατιωτικούς και ειδησεογραφικούς ιστοτόπους, η προσπάθεια του κου Αράπκουλε ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2020, ενώ είχε προηγηθεί, τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, η έγκριση ISO. Χρειάστηκαν περίπου πεντέμισι χρόνια μέχρι να φτάσει στην προσωρινή άδεια για τέσσερα δείγματα πυροβόλων όπλων. Τα μοντέλα που αναφέρονται είναι ένα ημιαυτόματο τυφέκιο AR10 «ΤΙΤΑΝ», δύο ημιαυτόματα τυφέκια AR15 διαφορετικού διαμετρήματος και ένα επαναληπτικό τυφέκιο «KERVERUS». 

Το επόμενο στάδιο δεν είναι τυπικό. Τα δείγματα, μετά από σχετική άδεια μεταφοράς της ΕΛ.ΑΣ., προβλέπεται να σταλούν στη Λιέγη του Βελγίου, στον φορέα δοκιμών Banc d’Epreuves des Armes à Feu/Proefbank voor Vuurwapens, ώστε να εξεταστούν και να λάβουν το απαραίτητο πιστοποιητικό καταλληλότητας ή συμμόρφωσης. Μόνον εφόσον ολοκληρωθεί θετικά αυτή η διαδικασία θα μπορούν να επιστρέψουν στην Ελλάδα και να ανοίξει ο δρόμος για την κανονική άδεια κατασκευής και την πιθανή εμπορική διάθεση. 

Η επιλογή της Λιέγης δεν είναι τυχαία. Ο βελγικός φορέας αποτελεί επίσημη τράπεζα δοκιμών πυροβόλων όπλων, ενώ η Μόνιμη Διεθνής Επιτροπή για την Πιστοποίηση των Ελαφρών Όπλων (C.I.P.) θέτει κοινούς κανόνες για τον έλεγχο όπλων και πυρομαχικών και την αμοιβαία αναγνώριση των σημάτων δοκιμής μεταξύ των κρατών-μελών της. Η C.I.P. αναφέρει ότι κάθε φορητό όπλο και τα βασικά του μέρη πρέπει να υποβάλλονται σε νόμιμες δοκιμές στην τράπεζα δοκιμών της χώρας C.I.P. όπου βρίσκεται ο κατασκευαστής ή, για εισαγόμενα όπλα, στη χώρα όπου εισάγονται για πρώτη φορά. 

Η υπόθεση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για έναν ακόμη λόγο: αναδεικνύει το αυστηρό και συχνά βαρύ ελληνικό πλαίσιο γύρω από την κατασκευή, εμπορία και διάθεση όπλων. Ο ν. 2168/1993 προβλέπει ότι η κατασκευή, μετασκευή, συναρμολόγηση, επεξεργασία ή επισκευή τέτοιων ειδών στην Ελλάδα επιτρέπεται μόνο κατόπιν αδείας του υπουργείου Δημόσιας Τάξης, σημερινού υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. Η ίδια νομοθεσία αντιμετωπίζει με γενική απαγόρευση την εμπορία και διάθεση όπλων, εκτός από τις ειδικά προβλεπόμενες περιπτώσεις. 

Η διοικητική διαδικασία δεν περιορίζεται σε μία απλή αίτηση. Η υπουργική απόφαση 3009/2/23α/1994 περιγράφει δικαιολογητικά και διαδικασίες για τις άδειες του ν. 2168/1993, ενώ προβλέπει, μεταξύ άλλων, αίτηση, στοιχεία φυσικού ή νομικού προσώπου, ποινικό μητρώο, ιατρικά πιστοποιητικά όπου απαιτούνται, καθώς και έλεγχο των όρων ασφαλείας από αρμόδια επιτροπή στις περιπτώσεις αδειών κατασκευής ή εμπορίας. 

Στην περίπτωση Αράπκουλε, η άδεια φαίνεται να έχει ιδιαίτερο χαρακτήρα ακριβώς επειδή αφορά την κατασκευή δειγμάτων, όχι την πλήρως παραγωγική φάση. Αυτό σημαίνει ότι η είδηση είναι σημαντική, αλλά δεν πρέπει να υπερτιμηθεί. Δεν μιλάμε ακόμη για όπλα διαθέσιμα στην αγορά ούτε για οριστική άδεια μαζικής παραγωγής. Μιλάμε για το πρώτο θεσμικό άνοιγμα ώστε ένας ιδιώτης κατασκευαστής να προχωρήσει νόμιμα στο στάδιο της πιστοποίησης των πρωτοτύπων του.

Το παρελθόν της υπόθεσης εξηγεί γιατί η σημερινή εξέλιξη προκαλεί ενδιαφέρον. Παλαιότερα δημοσιεύματα στον ειδικό αμυντικό Τύπο παρουσίαζαν την επιχείρηση AR.I OPLOTECHNIKI ως μια μικρή ελληνική μονάδα που ανέπτυσσε φορητό οπλισμό, αλλά ταυτόχρονα αντιμετώπιζε χρόνια γραφειοκρατικά και νομικά εμπόδια. Σε άρθρο του Hellenic Defence, τον Αύγουστο του 2025, αναφερόταν ότι οι καθυστερήσεις, τα νομικά κωλύματα και η στάση των αρμόδιων αρχών είχαν οδηγήσει τον κο Αράπκουλε ακόμη και στη σκέψη μεταφοράς δραστηριότητας στο εξωτερικό. 

Το ίδιο δημοσίευμα σημείωνε ότι πρόταση αναβάθμισης για τα G3 του Ελληνικού Στρατού είχε, κατά τον συντάκτη, γίνει αρχικά αποδεκτή, ότι παραδόθηκαν πενήντα συλλογές αναβάθμισης και ότι παρουσιάστηκαν δημόσια, αλλά το πρόγραμμα τελικά ματαιώθηκε. Το στοιχείο αυτό είναι κρίσιμο, γιατί δείχνει πως το ζήτημα δεν αφορά μόνο την κατασκευή πολιτικών ή σκοπευτικών όπλων, αλλά και την αδυναμία της ελληνικής διοίκησης να αξιολογήσει σταθερά εγχώριες ιδιωτικές πρωτοβουλίες στον ευαίσθητο χώρο του αμυντικού υλικού. 

Υπάρχει επίσης παλαιότερη δημοσιογραφική αναφορά ότι τα όπλα του κου Αράπκουλε είχαν κατασχεθεί με εισαγγελική εντολή και ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε αίτημά του για επιστροφή τους. Ωστόσο, από τα διαθέσιμα δημόσια αποτελέσματα δεν εντοπίζεται πλήρες κείμενο δικαστικής απόφασης ή αριθμός απόφασης που να επιτρέπει ασφαλή νομική αποτίμηση. Συνεπώς, το θέμα πρέπει να αναφερθεί ως μέρος του δημοσιογραφικά καταγεγραμμένου ιστορικού της υπόθεσης, όχι ως πλήρως τεκμηριωμένο δικαστικό συμπέρασμα. 

Η εικόνα που προκύπτει, λοιπόν, είναι σύνθετη. Από τη μία πλευρά, έχουμε έναν ιδιώτη τεχνικό και επιχειρηματία που επιμένει επί χρόνια να κινηθεί εντός νόμιμου πλαισίου, σε έναν τομέα όπου η Ελλάδα δεν έχει ουσιαστική ιδιωτική παράδοση. Από την άλλη, έχουμε ένα κράτος που, εύλογα, αντιμετωπίζει τα πυροβόλα όπλα ως θέμα δημόσιας ασφάλειας και όχι ως μια κοινή μεταποιητική δραστηριότητα. Το ζητούμενο είναι εάν μπορεί να υπάρξει θεσμική ισορροπία: αυστηρός έλεγχος, αλλά και σαφής, προβλέψιμη διαδικασία για όσους πληρούν τις προϋποθέσεις.

Η προσωρινή άδεια για τα τέσσερα δείγματα δεν λύνει όλα τα ζητήματα. Δεν απαντά ακόμη στο εάν τα όπλα θα πιστοποιηθούν επιτυχώς. Δεν απαντά στο εάν θα δοθεί κανονική άδεια κατασκευής. Δεν απαντά στο ποια αγορά θα μπορούν να εξυπηρετήσουν, υπό ποιες προϋποθέσεις και με ποιους περιορισμούς. Απαντά, όμως, σε κάτι βασικό: ότι η ελληνική διοίκηση αναγνώρισε, έστω για το στάδιο των δειγμάτων, τη δυνατότητα ενός ιδιώτη να προχωρήσει νόμιμα σε κατασκευή πυροβόλων όπλων υπό αυστηρή εποπτεία.

Για την Ελλάδα, μια χώρα που συχνά μιλά για αμυντική αυτάρκεια, εγχώρια παραγωγή και τεχνολογική αναβάθμιση, η υπόθεση Αράπκουλε είναι δοκιμασία συνέπειας. Δεν αρκεί ο ενθουσιασμός για κάθε τι «made in Greece» ούτε όμως και η προκαταβολική καχυποψία απέναντι σε κάθε ιδιωτική πρωτοβουλία. Χρειάζεται θεσμική σοβαρότητα: διαφανείς διαδικασίες, σαφή κριτήρια, τεχνική αξιολόγηση από αρμόδιους φορείς και αυστηρή τήρηση της νομοθεσίας.

Σήμερα, το πιο ακριβές συμπέρασμα είναι ότι ο Γιάννης Αράπκουλες έκανε ένα σημαντικό βήμα, όχι ότι έφτασε στο τέλος της διαδρομής. Η προσωρινή άδεια για τα δείγματα ανοίγει έναν δρόμο που μέχρι τώρα έμοιαζε κλειστός για Έλληνες ιδιώτες κατασκευαστές. Το εάν αυτός ο δρόμος θα οδηγήσει σε πραγματική παραγωγή, εμπορική διάθεση ή συμμετοχή σε κρατικές προμήθειες θα κριθεί στα επόμενα στάδια: στην πιστοποίηση, στις τελικές άδειες και στην ικανότητα της Πολιτείας να αξιολογεί χωρίς φόβο, αλλά και χωρίς εκπτώσεις στην ασφάλεια.

Από τα κέντρα δεδομένων στα καλοριφέρ: Πώς η Φινλανδία μετατρέπει τη θερμότητα του cloud σε δημόσιο αγαθό

Στη δημόσια συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη και το υπολογιστικό νέφος (cloud), τα κέντρα δεδομένων εμφανίζονται συνήθως ως πρόβλημα: καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας, χρειάζονται ψύξη όλο το 24ωρο και αυξάνουν την πίεση στα ηλεκτρικά δίκτυα. Στη Φινλανδία, όμως, μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πλευρές της ψηφιακής οικονομίας δεν βρίσκεται στην οθόνη, αλλά κάτω από τους δρόμους: στο δίκτυο τηλεθέρμανσης που θα μεταφέρει ζεστό νερό σε κατοικίες, δημόσια κτίρια και επιχειρήσεις. Με αυτόν τον τρόπο, η θερμότητα που παράγουν οι διακομιστές της Microsoft δεν θα  απορρίπτεται στην ατμόσφαιρα, αλλά να αξιοποιείται για θέρμανση.

Το έργο είναι συνεργασία της Microsoft με τη φινλανδική ενεργειακή εταιρεία Fortum και αφορά την ευρύτερη περιοχή του Ελσίνκι, ειδικά τους δήμους Έσπου, Καουνιάινεν και Κιρκκονούμμι. Η Microsoft κατασκευάζει νέα κέντρα δεδομένων στη νότια Φινλανδία, ενώ η Fortum έχει αναπτύξει μεγάλες μονάδες αντλιών θερμότητας και ηλεκτρικών λεβήτων, ώστε η πλεονάζουσα θερμότητα από την ψύξη των διακομιστών να αναβαθμίζεται και να διοχετεύεται στο υφιστάμενο δίκτυο τηλεθέρμανσης. Σύμφωνα με την αρχική ανακοίνωση του 2022, οι τοποθεσίες των κέντρων δεδομένων επιλέχθηκαν εξαρχής με γνώμονα τη δυνατότητα άμεσης σύνδεσης με το δίκτυο της Fortum.

Η πιο πρόσφατη εξέλιξη ήρθε τον Μάιο του 2026: η Fortum ανακοίνωσε ότι οι μεγάλες μονάδες θερμότητας στο Κολαμπάκεν του Κιρκκονούμμι και στο Χεποκόρπι του Έσπου ξεκίνησαν παραγωγή. Προς το παρόν, οι εγκαταστάσεις παράγουν τηλεθέρμανση κυρίως μέσω αντλιών θερμότητας που αξιοποιούν τον αέρα, ηλεκτρικών λεβήτων και αποθήκευσης θερμότητας. Η ανάκτηση της θερμότητας από τα κέντρα δεδομένων της Microsoft θα προστεθεί σταδιακά από το επόμενο έτος, δηλαδή από το 2027, καθώς ολοκληρώνονται και τίθενται σε λειτουργία οι φάσεις των κέντρων δεδομένων. 

Τα μεγέθη είναι σημαντικά. Η Fortum αναφέρει ότι, όταν το σύστημα εφαρμοστεί πλήρως, αναμένεται η θερμότητα από τα κέντρα δεδομένων να καλύπτει περίπου το 40% της ετήσιας ζήτησης τηλεθέρμανσης στην περιοχή, η οποία αντιστοιχεί σε περίπου 2 τεραβατώρες τον χρόνο και αφορά περίπου 250.000 χρήστες. Οι μονάδες περιλαμβάνουν 40 αντλίες θερμότητας αέρα-νερού, 72 αντλίες νερού-νερού με δυνατότητα παραγωγής έως 180 MW τηλεθέρμανσης, 200 MW ηλεκτρικών λεβήτων και θερμική αποθήκη 20.000 κυβικών μέτρων, δηλαδή περίπου 800 MWh.

Το περιβαλλοντικό επιχείρημα είναι επίσης ισχυρό, αλλά πρέπει να διατυπωθεί σωστά. Η Fortum και η πόλη Έσπου έχουν μιλήσει για μείωση περίπου 400.000 τόνων CO₂ ετησίως όταν το σύστημα φτάσει σε πλήρη λειτουργία, καθώς η ανακυκλωμένη θερμότητα θα αντικαταστήσει τα ορυκτά καύσιμα στη θέρμανση, κυρίως άνθρακα, και μέρος της χρήσης φυσικού αερίου. Αν χρησιμοποιηθεί ως σύγκριση ο μέσος όρος της αμερικανικής EPA — περίπου 4,6 τόνοι CO₂ ανά επιβατικό αυτοκίνητο ετησίως — τότε οι 400.000 τόνοι ισοδυναμούν με περίπου 87.000 αυτοκίνητα. Άρα η διατύπωση «περίπου 80.000 αυτοκίνητα» είναι λογική ως τάξη μεγέθους, αν και παραμένει απλουστευτική.

Γιατί όμως αυτό γίνεται στη Φινλανδία και όχι αλλού; Η απάντηση βρίσκεται στη σύμπτωση τριών παραγόντων: ψυχρό κλίμα, ώριμα δίκτυα τηλεθέρμανσης και σχετικά καθαρή ηλεκτρική ενέργεια. Η τηλεθέρμανση δεν είναι καινούργια τεχνολογία. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, καλύπτει περίπου το 10% της παγκόσμιας ζήτησης θερμότητας στα κτίρια, με πολύ υψηλότερα ποσοστά στη Βόρεια και Ανατολική Ευρώπη. Το πρόβλημα είναι ότι διεθνώς περίπου το 90% της τηλεθέρμανσης εξακολουθεί να βασίζεται σε ορυκτά καύσιμα. Η νέα γενιά δικτύων μπορεί να ενσωματώσει αντλίες θερμότητας, γεωθερμία, βιοενέργεια, αποθήκευση και πλεονάζουσα θερμότητα από βιομηχανικές ή ψηφιακές εγκαταστάσεις.

Τα κέντρα δεδομένων είναι ιδανικές πηγές για τέτοια συστήματα επειδή λειτουργούν συνεχώς. Όλη σχεδόν η ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνει ένας διακομιστής μετατρέπεται σε θερμότητα. Σε πολλές εγκαταστάσεις παγκοσμίως αυτή η θερμότητα απορρίπτεται στον αέρα ή στο νερό, επειδή ο βασικός στόχος είναι να διατηρηθεί ο εξοπλισμός σε ασφαλή θερμοκρασία. Αν όμως υπάρχει κοντά ένα δίκτυο τηλεθέρμανσης, η θερμότητα μπορεί να συλλεχθεί, να αναβαθμιστεί με αντλίες θερμότητας και να χρησιμοποιηθεί σε κτίρια. Η IRENA σημειώνει ότι η ανάκτηση της θερμότητας από κέντρα δεδομένων μπορεί να μετατρέψει μια απώλεια σε χρήσιμο πόρο για κατοικίες και άλλα κτίρια μέσω δικτύων τηλεθέρμανσης 

Η υπόθεση, ωστόσο, δεν είναι μαγική λύση. Η θερμότητα των κέντρων  δεδομένων είναι συνήθως χαμηλής ή μέσης θερμοκρασίας, άρα χρειάζεται τεχνική αναβάθμιση. Χρειάζεται επίσης το κέντρο δεδομένων να βρίσκεται αρκετά κοντά σε δίκτυο τηλεθέρμανσης, διαφορετικά οι απώλειες και το κόστος των υποδομών αυξάνονται. Χρειάζονται σταθερά συμβόλαια μεταξύ εταιρειών cloud και παρόχων ενέργειας, ξεκάθαρη τιμολόγηση της θερμότητας, ρυθμιστικό πλαίσιο και δημόσια αποδοχή. Μια ανασκόπηση του 2025 στο Renewable and Sustainable Energy Reviews υπογραμμίζει ότι η τεχνολογία υπάρχει μεν, αλλά οι δυσκολίες σε τεχνικό, οικονομικό, θεσμικό και υποδομικό επίπεδο δεν έχουν ακόμη υπερκεραστεί.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση κινείται ήδη προς αυστηρότερη εποπτεία των κέντρων δεδομένων. Η Οδηγία για την Ενεργειακή Απόδοση εισήγαγε υποχρεώσεις παρακολούθησης και αναφοράς στοιχείων για την κατανάλωση ενέργειας και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των μεγάλων κέντρων δεδομένων, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δημιουργήσει βάση δεδομένων και ετοιμάζει σχήματα αξιολόγησης της ενεργειακής τους απόδοσης. Αυτό δείχνει ότι η αξιοποίηση θερμότητας δεν είναι πια απλώς μια «πράσινη ιδέα» για εταιρικές ανακοινώσεις, αλλά μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής συζήτησης για το πώς θα ελεγχθεί το ενεργειακό αποτύπωμα της ψηφιακής οικονομίας. 

Το φινλανδικό παράδειγμα έχει ιδιαίτερη αξία επειδή δεν αντιμετωπίζει τα κέντρα δεδομένων μόνο ως καταναλωτές ενέργειας, αλλά ως τμήματα ενός τοπικού ενεργειακού οικοσυστήματος. Η Fortum αναφέρει ότι ήδη αξιοποιεί πλεονάζουσα θερμότητα από επεξεργασία λυμάτων και μικρότερων κέντρων δεδομένων, ενώ με την προσθήκη των μεγάλων εγκαταστάσεων της Microsoft το μερίδιο της θερμότητας από πλεονάζουσες πηγές και αντλίες θερμότητας θα μπορούσε να αυξηθεί σημαντικά. Με άλλα λόγια, το μοντέλο δεν λέει ότι η ψηφιοποίηση δεν έχει κόστος. Λέει ότι αφού η θερμότητα παράγεται ούτως ή άλλως, είναι προτιμότερο να χρησιμοποιείται αντί να πετιέται. 

Υπάρχει όμως και ένα επικοινωνιακό μάθημα. Η φράση «η αποθήκευση cloud ζεσταίνει το σπίτι σου» είναι ελκυστική, αλλά κάπως απλουστευτική. Δεν πρόκειται ειδικά για αποθήκευση αρχείων, αλλά για ευρύτερες υπηρεσίες cloud, υπολογιστική ισχύ και κέντρα δεδομένων. Δεν πρόκειται επίσης για όλη τη Φινλανδία, αλλά για συγκεκριμένη περιοχή με υφιστάμενο δίκτυο τηλεθέρμανσης. Και, κυρίως, δεν πρόκειται ακόμη για πλήρως λειτουργικό σύστημα ανάκτησης θερμότητας από τους διακομιστές της Microsoft, αλλά για έργο που ξεκίνησε ενεργειακά το 2026 και θα ενσωματώνει τη θερμότητα των κέντρων δεδομένων σταδιακά από το 2027.

Παρά τις επιφυλάξεις, η κατεύθυνση είναι ουσιαστική. Καθώς η τεχνητή νοημοσύνη, το cloud και οι ψηφιακές υπηρεσίες αυξάνουν τη ζήτηση για κέντρα δεδομένων, οι κοινωνίες θα χρειαστούν όχι μόνο περισσότερη καθαρή ηλεκτρική ενέργεια, αλλά και καλύτερο σχεδιασμό υποδομών. Η Φινλανδία δείχνει ένα μοντέλο στο οποίο ο ψηφιακός κόσμος δεν αποκόπτεται από την πόλη γύρω του. Αντί το κέντρο δεδομένων να είναι ένα κλειστό, ενεργοβόρο κουτί στην άκρη της πόλης, γίνεται κόμβος που προσφέρει υπολογιστική ισχύ και, ταυτόχρονα, θερμότητα.

Το ερώτημα για το μέλλον δεν είναι αν κάθε πόλη μπορεί να αντιγράψει ακριβώς το φινλανδικό παράδειγμα. Δεν έχουν όλες το ίδιο κλίμα, την ίδια τηλεθέρμανση ή την ίδια πρόσβαση σε καθαρή ηλεκτρική ενέργεια. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν οι νέες ψηφιακές υποδομές θα σχεδιάζονται εξαρχής ως μέρος του ενεργειακού συστήματος. Στη Φινλανδία, η απάντηση που δοκιμάζεται είναι απλή αλλά ριζοσπαστική: η θερμότητα του cloud δεν πρέπει να χάνεται. Μπορεί να επιστρέφει στην πόλη, στα καλοριφέρ, στο ζεστό νερό και στην καθημερινότητα των πολιτών.

Εντείνονται τα ερωτήματα για την πολιτική μηδενικών εκπομπών άνθρακα του Καναδά

Ανάλυση ειδήσεων

Καθώς ο Καναδάς προχωρά προς την επίτευξη των κλιματικών του στόχων, αυξάνονται τα ερωτήματα σχετικά με το εάν ενδεχομένως υπερβολικά απαισιόδοξες προβλέψεις για το κλίμα οδήγησαν τη χώρα σε απώλεια επενδύσεων δισεκατομμυρίων δολαρίων και ταχείας οικονομικής ανάπτυξης επί χρόνια.

Η προσπάθεια του Καναδά να επιτύχει μηδενικές εκπομπές άνθρακα έως το 2050 έχει διαμορφώσει σημαντικές κυβερνητικές πολιτικές τα τελευταία χρόνια, συμπεριλαμβανομένης της τιμολόγησης του άνθρακα, των κανόνων για τις εκπομπές, των περιβαλλοντικών κανονισμών, καθώς και δαπάνες δισεκατομμυρίων δολαρίων σε πρωτοβουλίες καθαρής ενέργειας.

Οι εξελίξεις στο πεδίο της αξιολόγησης της κλιματικής κρίσης και του κινδύνου υπερθέρμανσης του πλανήτη δείχνουν ότι ερευνητές που συνεργάζονται με την κλιματική επιτροπή του ΟΗΕ διατυπώνουν προσδοκίες λιγότερο απαισιόδοξες πλέον, υποστηρίζοντας ότι αυτό αποτελεί ένδειξη πως οι δράσεις για το κλίμα αποδίδουν.

Παρότι η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή [United Nations’s Intergovernmental Panel on Climate Change – IPCC] του ΟΗΕ δεν έχει εγκαταλείψει τα χειρότερα σενάρια, ερευνητές που συνδέονται με τον οργανισμό περιγράφουν τώρα τα σενάρια υψηλών εκπομπών άνθρακα ως λιγότερο πιθανά, λόγω αλλαγών στην τεχνολογία, στις αγορές ενέργειας και στις προβλέψεις για τη χρήση άνθρακα. Οι ερευνητές δημοσίευσαν τον περασμένο μήνα μελέτη στην οποία ανέφεραν ότι τα μελλοντικά μοντέλα θα βασίζονται περισσότερο σε σενάρια που θεωρούνται «πιο πιθανά».

Ενώ ορισμένοι από τους συμμετέχοντες στις μελέτες υποστηρίζουν ότι αυτό αποτελεί ένδειξη πως η πολιτική για μηδενικές εκπομπές άνθρακα επηρεάζει τις κλιματικές τάσεις, άλλοι αντιτείνουν ότι σημαντικές οικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται με βάση αβέβαια και διαρκώς εξελισσόμενα μοντέλα.

Ο Ρος ΜακΚίτρικ, καθηγητής περιβαλλοντικής οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Γκουέλφ, δήλωσε ότι οι εκτιμήσεις των κανονιστικών επιπτώσεων που διαμόρφωναν τις αναλύσεις κόστους-οφέλους, και κατ’ επέκταση τη ρύθμιση των κανονισμών, είναι πλέον ξεπερασμένες.

Μεγάλα καναδικά ενεργειακά έργα που ακυρώθηκαν λόγω κανονιστικών και περιβαλλοντικών προκλήσεων

Northern Gateway Pipeline (2006–2016): Η έγκριση ανατράπηκε από ομοσπονδιακό δικαστήριο και το έργο απορρίφθηκε από την κυβέρνηση για περιβαλλοντικούς λόγους.

Prince Rupert LNG (2012–2016): Η Shell αποχώρησε έπειτα από χρόνια καθυστερήσεων στην αδειοδότηση και κανονιστικής αβεβαιότητας στη Βρετανική Κολομβία.

Mackenzie Gas Project (2003–2017): Δεκατετραετής κανονιστική διαδικασία και εκκρεμή ζητήματα διαβούλευσης με αυτόχθονες κοινότητες οδήγησαν στην εγκατάλειψη του έργου.

Aurora LNG (2013–2017): Ακυρώθηκε λόγω κανονιστικών καθυστερήσεων στη Βρετανική Κολομβία και χαμηλών τιμών LNG.

Energy East Pipeline (2013–2017): Η διεύρυνση της αξιολόγησης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προηγήθηκε της απόφασης της TransCanada να το ακυρώσει.

Pacific NorthWest LNG (2012–2017): Πενταετής περιβαλλοντική αξιολόγηση του βιότοπου σολωμού στην περιοχή Flora Bank συνέβαλε στην ακύρωσή του.

Teck Frontier Oil Sands Mine (2011–2020): Η εταιρεία απέσυρε αίτηση ύψους 20,6 δισ. δολαρίων Καναδά, επικαλούμενη τη συζήτηση γύρω από την κλιματική πολιτική της χώρας.

Goldboro LNG (2012–2023): Καθυστερήσεις στις διαβουλεύσεις και άρνηση ομοσπονδιακής χρηματοδότησης οδήγησαν στην εγκατάλειψη του έργου.

(Πηγές: CBC News, The Globe and Mail / Επεξεργασία: The Epoch Times) 

Έργα που έμειναν στα χαρτιά

Οι πολέμιοι των πολιτικών μηδενικών εκπομπών άνθρακα του Καναδά υποστηρίζουν ότι οι οικονομικές επιπτώσεις είναι ήδη ορατές στον τομέα των φυσικών πόρων, όπου μεγάλα έργα πετρελαίου και φυσικού αερίου, εξόρυξης και υποδομών έχουν αντιμετωπίσει πολυετείς καθυστερήσεις, ακυρώσεις ή κανονιστική αβεβαιότητα.

Ο Canada’s Oil Sands Alliance, συνασπισμός που εκπροσωπεί τους έξι μεγαλύτερους παραγωγούς πετρελαϊκής άμμου της χώρας, ανέφερε σε ανακοίνωσή του τον Μάιο ότι οι πολύπλοκες κανονιστικές διαδικασίες, το μη ανταγωνιστικό πλαίσιο τιμολόγησης του άνθρακα και τα δημοσιονομικά συστήματα που δεν ενθαρρύνουν την ανάπτυξη έχουν συμβάλει σε απότομη μείωση των μεγάλων νέων επενδύσεων στον τομέα. Σύμφωνα με τον συνασπισμό, δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία σημαντική νέα επένδυση στον κλάδο από το 2013.

Σύμφωνα με εκτίμηση της ομάδας υπεράσπισης Canada Action, έργα φυσικών πόρων αξίας 670 δισεκατομμυρίων δολαρίων — συμπεριλαμβανομένων τερματικών σταθμών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), αγωγών και έργων πετρελαίου και φυσικού αερίου — έχουν ακυρωθεί ή τεθεί σε αναστολή στον Καναδά από το 2015.

Το Fraser Institute έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι οι κανονισμοί που σχετίζονται με το κλίμα αποθαρρύνουν τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην ενεργειακή βιομηχανία του Καναδά. Μία ανάλυση του οργανισμού εκτίμησε ότι το προτεινόμενο ομοσπονδιακό ανώτατο όριο εκπομπών για τον τομέα πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσε να μειώσει την αξία του κλάδου έως και κατά 255 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το 2040, ανάλογα με το σενάριο.

Ορισμένοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η συνολική επίδραση της κλιματικής πολιτικής πιθανότατα δεν μπορεί να μετρηθεί μόνο μέσω των ακυρωμένων έργων. Στο κόστος θα πρέπει επίσης να συνυπολογιστούν επενδύσεις που οι εταιρείες δεν επεδίωξαν ποτέ, επειδή θεωρούσαν τον Καναδά υπερβολικά δαπανηρό, αβέβαιο ή δύσκολο για την ανάπτυξη μεγάλων έργων.

Ο οικονομολόγος Τζακ Μιντζ δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι το κόστος των χαμένων ευκαιριών είναι ακόμη μεγαλύτερο για έργα που δεν ξεπέρασαν ποτέ το αρχικό στάδιο της ιδέας, επειδή κάποιοι έκριναν ότι δεν άξιζε καν να προσπαθήσουν στον Καναδά.

Χαμένες ευκαιρίες στο LNG και σε άλλα ενεργειακά έργα

Τα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου του Καναδά είναι από τα μεγαλύτερα στον κόσμο, ωστόσο η χώρα διαθέτει μόνο έναν λειτουργικό τερματικό σταθμό εξαγωγής LNG, έπειτα από χρόνια κανονιστικών εμποδίων, περιορισμών στους αγωγούς και ακυρωμένων προτάσεων. Στον αντίποδα, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέκτειναν ταχύτατα τις υποδομές τους για εξαγωγές LNG και εξελίχθηκαν σε έναν από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς παγκοσμίως.

Ο ΜακΚίτρικ δήλωσε ότι η περιορισμένη δυνατότητα εξαγωγών LNG του Καναδά αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα χαμένης οικονομικής ευκαιρίας. Το γεγονός ότι η χώρα διαθέτει σήμερα μόνο μία εγκατάσταση εξαγωγής LNG συνιστά τεράστια χαμένη ευκαιρία.

Παράλληλα, ανέφερε τα κέντρα δεδομένων και άλλες ενεργοβόρες βιομηχανίες ως παραδείγματα επενδύσεων που ενδέχεται να δυσκολεύεται ο Καναδάς να προσελκύσει λόγω του αυξανόμενου κόστους και της αβεβαιότητας γύρω από την ενεργειακή πολιτική και την ανάπτυξη υποδομών. Το γεγονός ότι ο Καναδάς δεν έχει καταφέρει να προσελκύσει σημαντικές επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων αποτελεί άλλη μία σημαντική χαμένη ευκαιρία σε σύγκριση με άλλες χώρες.

Ο Μάικλ Μπίννιον, ιδρυτής της Questerre Energy, δήλωσε ότι οι αυστηρότερες κλιματικές πολιτικές έχουν πλήξει την ανταγωνιστικότητα του Καναδά, μεταφέροντας επενδύσεις και παραγωγή σε άλλες χώρες με λιγότερους περιβαλλοντικούς περιορισμούς, εάν ο τελικός στόχος είναι πράγματι η μείωση των παγκόσμιων εκπομπών.

Κατά κεφαλήν ΑΕΠ (δολάρια ΗΠΑ), 1990–2024

Πηγή: The Epoch Times. Στοιχεία: Παγκόσμια Τράπεζα (World Development Indicators). Δημιουργήθηκε με το Datawrapper

 

Σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ των ΗΠΑ έχει αυξηθεί κατά περίπου 18 έως 20% από το 2015, ενώ του Καναδά κατά μόλις 1,1% την ίδια περίοδο.

Ο Μιντζ υποστήριξε ότι πολλές από τις οικονομικές προκλήσεις του Καναδά προέρχονται από πολιτικές που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τις δεσμεύσεις της χώρας για μηδενικές εκπομπές άνθρακα, συμπεριλαμβανομένης της τιμολόγησης του άνθρακα, των κανόνων για τις εκπομπές και της αβεβαιότητας στις εγκρίσεις έργων.

Όπως ανέφερε, υπάρχουν πολλά παραδείγματα. Ο Νόμος για την Εκτίμηση των Επιπτώσεων [«Impact Assessment Act»], κατέστησε εξαιρετικά δύσκολη την υλοποίηση οποιουδήποτε έργου, είτε επρόκειτο για αγωγό είτε για νέα πετρελαϊκή ανάπτυξη, και περιόρισε σημαντικά τις επενδύσεις στον τομέα της αξιοποίησης φυσικών πόρων.

Η νομοθεσία, που εισήχθη από την κυβέρνηση Τρυντώ, απαιτεί πρόσθετες ομοσπονδιακές περιβαλλοντικές αξιολογήσεις. Οι επαρχίες της Αλμπέρτα και του Σασκάτσουαν έχουν υποστηρίξει ότι οι αξιολογήσεις αυτές παρεμποδίζουν τα έργα αγωγών επιβάλλοντας πρόσθετο κανονιστικό βάρος.

Η κυβέρνηση Κάρνεϋ εισήγαγε νέα νομοθεσία, που επιτρέπει την επιτάχυνση επιλεγμένων έργων που αξιολογούνται από την κυβέρνηση, ενώ οι Συντηρητικοί υποστηρίζουν ότι νομοθετήματα όπως ο Νόμος για την Εκτίμηση των Επιπτώσεων θα πρέπει να καταργηθούν πλήρως, ώστε η βιομηχανία να λειτουργεί χωρίς η κυβέρνηση να επιλέγει ποια έργα θα προωθεί κατά προτεραιότητα.

Οι επικριτές των κλιματικών πολιτικών του Καναδά υποστηρίζουν ότι η χώρα εισήλθε στις πρόσφατες οικονομικές αναταράξεις — συμπεριλαμβανομένης της πανδημίας, της έξαρσης του πληθωρισμού και της αύξησης των εμπορικών εντάσεων — με ασθενέστερη αύξηση της παραγωγικότητας από ό,τι θα μπορούσε διαφορετικά να έχει, γεγονός που ενίσχυσε την οικονομική ζημία.

Επιχειρήματα υπέρ των μηδενικών εκπομπών άνθρακα

Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές των πολιτικών αυτών υποστηρίζουν ότι η μετάβαση προς πηγές ενέργειας χαμηλότερων εκπομπών δημιουργεί επίσης σημαντικές οικονομικές ευκαιρίες, και προβλέπουν ότι ο Καναδάς θα αναδειχθεί σε παγκόσμιο ηγέτη στη διεθνή μετάβαση προς χαμηλότερες εκπομπές.

Η Οττάβα αναφέρει ότι η δέσμευσή της βασίζεται τόσο σε περιβαλλοντικές όσο και σε οικονομικές παραμέτρους, υποστηρίζοντας ότι οι καθαρότερες βιομηχανίες και οι εξαγωγές χαμηλότερων εκπομπών θα γίνουν πιο ανταγωνιστικές καθώς οι χώρες αυστηροποιούν τους κλιματικούς κανόνες και αναζητούν εφοδιαστικές αλυσίδες χαμηλότερου ενεργειακού αποτυπώματος.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει επίσης δηλώσει ότι η επιδίωξη μηδενικών εκπομπών άνθρακα έως το 2050 θα προσελκύσει επενδύσεις και θα ενισχύσει την οικονομική θέση του Καναδά μακροπρόθεσμα μέσω της ανάπτυξης καθαρής ενέργειας και της αντικατάστασης συστημάτων που λειτουργούν με ορυκτά καύσιμα από συστήματα που λειτουργούν με ηλεκτρική ενέργεια.

Ηλεκτρικό όχημα που προωθεί το κυβερνητικό πρόγραμμα Greening Government Fund. Οττάβα, 27 Ιουνίου 2023. (The Canadian Press/Justin Tang)

 

Έκθεση της Clean Energy Canada πέρυσι ανέφερε ότι η παγκόσμια ζήτηση για τεχνολογίες όπως οι μπαταρίες, οι ηλεκτρολύτες και οι αντλίες θερμότητας αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά κατά την επόμενη δεκαετία, από περίπου 700 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ το 2023 σε περισσότερα από 2 τρισεκατομμύρια δολάρια έως το 2035. Σύμφωνα με την έκθεση, ο Καναδάς διαθέτει τεράστια ευκαιρία να αξιοποιήσει το πλεονέκτημά του στην καθαρή ηλεκτρική ενέργεια, ώστε να προσελκύσει νέες βιομηχανίες και να καταστήσει καθαρότερες τις ήδη υπάρχουσες.

Ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϋ έχει επίσης επανειλημμένα περιγράψει τις δυνατότητες του Καναδά να εξελιχθεί σε «υπερδύναμη καθαρής ενέργειας», υποστηρίζοντας ότι η μετάβαση μακριά από πηγές ενέργειας υψηλότερων εκπομπών δημιουργεί σημαντικές οικονομικές ευκαιρίες και ότι οι παγκόσμιες αγορές θα αναζητούν πηγές ενέργειας χαμηλών εκπομπών. Σε μία τέτοια δήλωση, τον Νοέμβριο του 2025, ανέφερε ότι η μείωση των εκπομπών δεν αποτελεί μόνο ηθικό καθήκον, αλλά και οικονομική αναγκαιότητα.

Ενδείξεις μεταστροφής

Παρότι η Οττάβα διατηρεί τη δέσμευσή της για επίτευξη μηδενικών εκπομπών άνθρακα έως το 2050, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει πρόσφατα δείξει μεγαλύτερη διάθεση να αναπτύξει συμβατικές πηγές ενέργειας. Μεταξύ άλλων συζητάται η επέκταση της δυναμικότητας των αγωγών και η επιτάχυνση των εγκρίσεων μεγάλων έργων, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη σημερινή επιβράδυνση της εγχώριας οικονομίας και της παγκόσμιας ζήτησης για ενέργεια.

Ο ομοσπονδιακός υπουργός Ενέργειας Τιμ Χότζσον ανακοίνωσε στις 27 Μαΐου ότι γερμανική εταιρεία κοινής ωφέλειας υπέγραψε συμφωνία για την αγορά ενός εκατομμυρίου τόνων LNG ετησίως από το έργο Ksi Lisims στη βόρεια Βρετανική Κολομβία.

Ο Κάρνεϋ και ο Χότζσον έχουν αμφότεροι μιλήσει για τη μετατροπή του Καναδά σε «ενεργειακή υπερδύναμη», ενώ η Οττάβα και η Αλμπέρτα έχουν συζητήσει τρόπους επιτάχυνσης εθνικής σημασίας υποδομών μέσω του Ομοσπονδιακού Γραφείου Μεγάλων Έργων.

Σειρές ατμογεννητριών κατά μήκος δρόμου, σε εγκαταστάσεις εξόρυξης πετρελαϊκής άμμου με τη μέθοδο υποβοηθούμενης αποστράγγισης μέσω ατμού και βαρύτητας (SAGD) Christina Lake της Cenovus Energy, νότια του Φορτ ΜακΜάρρεϋ της Αλμπέρτα. (Todd Korol/File Photo/Reuters)

 

Η πρωθυπουργός της Αλμπέρτα, Ντανιέλ Σμιθ, δήλωσε ότι η επαρχία σχεδιάζει να υποβάλει πρόταση για νέο αγωγό αργού πετρελαίου προς τις ακτές της Βρετανικής Κολομβίας έως τον Ιούλιο, αν και η ιδέα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει αντιδράσεις από την κυβέρνηση της Βρετανικής Κολομβίας και αρκετές ομάδες Πρώτων Εθνών κατά μήκος της προτεινόμενης διαδρομής.

Οι Συντηρητικοί υποστηρίζουν ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα πρέπει να άρει περιορισμούς όπως ο βιομηχανικός φόρος άνθρακα και να επιτρέψει στη βιομηχανία να αναπτυχθεί αυτόνομα, χωρίς η κυβέρνηση να παρεμβαίνει επιλέγοντας ποιους κλάδους ή έργα θα ευνοήσει.

Ο Μπίννιον δήλωσε ότι η αλλαγή στη ρητορική υποδηλώνει πως οι κυβερνήσεις αρχίζουν να αναγνωρίζουν τις αυξανόμενες ανησυχίες σχετικά με τις επενδύσεις, την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα, αν και παραμένει ασαφές κατά πόσο αυτό θα οδηγήσει σε ουσιαστική αλλαγή πολιτικής.

Του Paul Rowan Brian

Ο Χέγκσεθ προειδοποιεί την Ευρώπη για τη μετανάστευση και για «επικίνδυνες ιδεολογίες»

Η 6η Ιουνίου σηματοδότησε την 82η επέτειο της απόβασης των συμμαχικών δυνάμεων στη Γαλλία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν περίπου 133.000 στρατιώτες από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βρετανική Κοινοπολιτεία και τους συμμάχους τους αποβιβάστηκαν στις νορμανδικές ακτές. Οι απώλειες των Συμμάχων ανήλθαν σε 10.300 άνδρες και, μέχρι το τέλος εκείνου του μήνα, περισσότεροι από 850.000 άνδρες είχαν αποβιβαστεί στη Γαλλία.

Σε εκδήλωση για την επέτειο, στη Γαλλία, παρευρέθη και ο υπουργός Πολέμου των ΗΠΑ, Πητ Χέγκσεθ, ο οποίος μνημόνευσε τη συμμαχική προσπάθεια, αναφερόμενος ταυτόχρονα και στις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη στα παράλιά της.

Όπως είπε, σήμερα σε άλλες ευρωπαϊκές ακτές — της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Ελλάδας και της Βουλγαρίας — καταφθάνουν σκάφη γεμάτα ανθρώπους και επικίνδυνες ιδέες, χαρακτηρίζοντας τις μαζικές αφίξεις των παράνομων μεταναστών ως εισβολή, και αναρωτήθηκε πότε οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα αναλάβουν δράση απέναντι σε αυτό το φαινόμενο ή αν είναι ήδη πολύ αργά.

Τα σχόλια του Χέγκσεθ απηχούν την προειδοποίηση που είχε απευθύνει στην Ευρώπη ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, μιλώντας σε δημοσιογράφους τον Ιούλιο του 2025, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στη Σκωτία, σχετικά με το μεταναστευτικό. Όπως είχε υπογραμμίσει, αν η Ευρώπη δεν αντιμετωπίσει την εισβολή που λαμβάνει χώρα στα εδάφη της, θα πάψει να υπάρχει όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, υποστηρίζοντας ότι η μετανάστευση «σκοτώνει την Ευρώπη».

Ο Χέγκσεθ αναφέρθηκε και στη θυσία των Αμερικανών στρατιωτών την ημέρα της απόβασης, περιγράφοντας το εγχείρημα από εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο και αυτοκτονικό, παρατηρώντας ότι ήταν η αποστολή ελεύθερων ανθρώπων. ΄Όπως είπε, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις ηγήθηκαν μιας μεγάλης σταυροφορίας με στόχο τη συντριβή της ναζιστικής πολεμικής μηχανής και την απελευθέρωση μιας ολόκληρης ηπείρου, τονίζοντας τη σημασία της συμβολής όλων των συμμαχικών χωρών στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Όπως είπε, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ηγούνται και πρέπει να ηγούνται, και οι σύμμαχοι οφείλουν να βρίσκονται δίπλα τους στο μέτωπο όταν χρειάζεται.

Στην τελετή παρευρέθησαν και είκοσι εννέα βετεράνοι του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Άρτ Ρόουζ, 107 ετών, βετεράνος του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ, ο οποίος υπηρέτησε ως αξιωματικός μηχανικού στην παραλία Ομάχα, την ημέρα της απόβασης.

Κατά την παραμονή του στη Γαλλία, ο Χέγκσεθ συναντήθηκε με τη Γαλλίδα υπουργό Ενόπλων Δυνάμεων και Βετεράνων, Κατρίν Βωτρίν. Μετά τη συνάντηση, η Βωτρίν ανέφερε σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα X ότι συζήτησαν για μια ισχυρότερη Ευρώπη στο πλαίσιο ενός ισχυρότερου ΝΑΤΟ, τη στήριξη προς την Ουκρανία, την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, καθώς και την κατάσταση στον Λίβανο και στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού.

Επίσης, αναφέρθηκε στη μακρόχρονη και ισχυρή φιλία Γαλλίας και Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία μετρά 250 χρόνια, και την οποία τιμούν με αφορμή την ημέρα μνήμης της απόβασης στη Νορμανδία.

Του Tom Gantert

Ευρωβουλευτές αντιδρούν στα νέα ψηφιακά μέτρα της ΕΕ, επικαλούμενοι περιορισμό της ελευθερίας και της ιδιωτικότητας

Καθώς οι Ευρωπαίοι ηγέτες προωθούν τους τελευταίους μήνες ψηφιακές μεταρρυθμίσεις με στόχο την προστασία των παιδιών στο διαδίκτυο, επικριτές εκφράζουν ανησυχίες ότι οι προτάσεις αυτές ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο τις ατομικές ελευθερίες. Μεταξύ των μέτρων που εξετάζονται περιλαμβάνεται σύστημα επαλήθευσης ηλικίας, το οποίο θα εμποδίζει ανηλίκους κάτω των 16 ετών να χρησιμοποιούν μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Στο πλαίσιο της προσπάθειας να αποτραπεί η παράκαμψη των ηλικιακών ελέγχων, ορισμένοι έχουν επίσης προτείνει περιορισμούς στη χρήση εικονικών ιδιωτικών δικτύων (VPN). Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αρνηθεί ότι επιδιώκει την απαγόρευση των VPN, ωστόσο ορισμένοι πολιτικοί παραμένουν δύσπιστοι. Ακόμη και τον Μάιο, η εκτελεστική αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Χέννα Βίρκκουνεν δήλωσε ότι τα VPN δεν πρέπει να λειτουργήσουν ως «παραθυράκι» για την παράκαμψη των μέτρων.

Η πρόταση βασίζεται σε ψήφισμα που υιοθέτησε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Νοέμβριο του 2025, ο οποίο ορίζει τα 16 έτη ως το ηλικιακό ελάχιστο όριο για πρόσβαση σε κοινωνικές πλατφόρμες χωρίς γονική συναίνεση. Το ψήφισμα δεν είναι δεσμευτικό, αλλά χαράσσει σαφή πολιτική κατεύθυνση, την οποία οι Βρυξέλλες επιδιώκουν να μετατρέψουν σε νομοθεσία. Οι ευρωβουλευτές παρουσίασαν την ψηφοφορία ως απάντηση σε αυτό που χαρακτηρίζουν κρίση ψυχικής υγείας των νέων, η οποία τροφοδοτείται από τον εθιστικό σχεδιασμό των πλατφορμών.

Το βασικό εργαλείο εφαρμογής είναι ο Νόμος για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες, η εκτεταμένη νομοθεσία της ΕΕ για το περιεχόμενο και τις διαδικτυακές πλατφόρμες. Ο νόμος δίνει στις Βρυξέλλες τη δυνατότητα να επιβάλλουν πρόστιμα έως και 6% των παγκόσμιων ετήσιων εσόδων μιας εταιρείας σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.

Για να καταστεί δυνατή η επαλήθευση ηλικίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναπτύξει δική της εφαρμογή ελέγχου ηλικίας, η οποία συνδέεται με το ευρωπαϊκό ψηφιακό πορτοφόλι ταυτότητας. Το πλαίσιο του ψηφιακού πορτοφολιού θα επιτρέπει τελικά στους πολίτες να αποθηκεύουν ταυτότητες, πτυχία και άλλα διαπιστευτήρια σε ένα ενιαίο σύστημα αναγνωρισμένο από τις κυβερνήσεις.

Αποδεικτικά στοιχεία για τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης

Οι υποστηρικτές του μέτρου υποστηρίζουν ότι η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί. Η Δανή σοσιαλίστρια ευρωβουλευτής Κρίστελ Σάλντεμοζε, η οποία προώθησε το ψήφισμα του Κοινοβουλίου, δήλωσε στους συναδέλφους της ότι οι υπηρεσίες των πλατφορμών δεν έχουν σχεδιαστεί για παιδιά. Χαρακτηριστικά όπως η ατελείωτη κύλιση, η αυτόματη αναπαραγωγή και οι μηχανισμοί επιβράβευσης θεωρούνται σκόπιμες σχεδιαστικές επιλογές που εκμεταλλεύονται τον αναπτυσσόμενο παιδικό εγκέφαλο.

Επικαλούμενο μελέτη που ανατέθηκε από τη Μονάδα Επιστημονικής Προοπτικής της Υπηρεσίας Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το ψήφισμα αναφέρει ότι ένα στα τέσσερα παιδιά και νέους εμφανίζει «προβληματική» ή «δυσλειτουργική» χρήση έξυπνων τηλεφώνων, δηλαδή πρότυπα συμπεριφοράς που προσομοιάζουν στον εθισμό.

Ωστόσο, το Electronic Frontier Foundation (EFF), μία από τις σημαντικότερες αμερικανικές οργανώσεις ψηφιακών δικαιωμάτων, έχει προειδοποιήσει ότι η συζήτηση γύρω από τη σχέση μεταξύ των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της ψυχικής υγείας των νέων δεν είναι τόσο ξεκάθαρη όσο υποδηλώνει η πολιτική ρητορική, αναφέροντας ότι πολλές από αυτές τις ανησυχίες στερούνται ισχυρών επιστημονικών αποδείξεων και ότι οι μελέτες έχουν παρουσιάσει μια πολύ πιο σύνθετη και πολυδιάστατη εικόνα για τη σχέση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της ψυχικής υγείας των νέων. Σύμφωνα με το EFF, οι εκκλήσεις για υποχρεωτική επαλήθευση ηλικίας έχουν γίνει τόσο διαδεδομένες όσο και δημοφιλείς.

Ποιος ελέγχει την πρόσβαση των παιδιών στο διαδίκτυο

Το σχέδιο ανάπτυξης των συστημάτων επαλήθευσης ηλικίας έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις ακόμη και εντός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η Μπάρμπαρα Μπόντε, Βελγίδα ευρωβουλευτής της ομάδας Πατριώτες για την Ευρώπη, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι οι αποφάσεις για την πρόσβαση των παιδιών ανήκουν στις οικογένειες και στις εθνικές κυβερνήσεις, όχι στις Βρυξέλλες.

Υπερασπιστές της ιδιωτικότητας προειδοποιούν επίσης ότι το βαθύτερο πρόβλημα δεν είναι η ηλικία, αλλά ο ίδιος ο μηχανισμός επαλήθευσης. Επειδή οι πλατφόρμες θα πρέπει να επιβεβαιώνουν την ηλικία κάθε χρήστη, οι επικριτές υποστηρίζουν ότι οι ενήλικοι ενδέχεται τελικά να υποχρεωθούν να παρουσιάζουν ψηφιακή ταυτότητα για να χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ορισμένοι έχουν συγκρίνει την υποδομή αυτή με το αμφιλεγόμενο ψηφιακό πιστοποιητικό της περιόδου της COVID-19.

Συνασπισμός 438 ερευνητών ασφάλειας και προστασίας προσωπικών δεδομένων έχει χαρακτηρίσει τις μαζικές υποχρεωτικές επαληθεύσεις ηλικίας «επικίνδυνες και κοινωνικά απαράδεκτες», εφόσον δεν υπάρχει σαφής κατανόηση των συνεπειών τους. Η οργάνωση European Digital Rights υποστηρίζει ότι οι έλεγχοι αυτοί είναι παρεμβατικοί, αποκλείουν ομάδες πέραν των παιδιών και μπορούν εύκολα να παρακαμφθούν.

Η Βιρζινί Ζορόν, Γαλλίδα ευρωβουλευτής της ομάδας Πατριώτες για την Ευρώπη, εξέφρασε αμφιβολίες για τα κίνητρα όσων προωθούν τη νομοθεσία. Δήλωσε στην Epoch Times ότι η ΕΕ φαίνεται να ενδιαφέρεται πρωτίστως για τον τερματισμό της ανωνυμίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και όχι για την ασφάλεια των ανηλίκων. Υποστήριξε επίσης ότι η αυστηροποίηση αυτή ακολουθεί τα πρόστιμα-ρεκόρ και τη διαρκή ρυθμιστική πίεση που ασκούνται στον Έλον Μασκ και στην πλατφόρμα X, καθώς και στις Google και Meta, προσθέτοντας ότι έκθεση του αμερικανικού Κογκρέσου αποκάλυψε τον Φεβρουάριο ένα ευρωπαϊκό σύμπλεγμα λογοκρισίας.

Στις 3 Φεβρουαρίου, ενδιάμεση έκθεση προσωπικού της Επιτροπής Δικαιοσύνης της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, με τίτλο «Η απειλή της ξένης λογοκρισίας, Μέρος ΙΙ» [«The Foreign Censorship Threat, Part II»], κατηγόρησε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για δεκαετή εκστρατεία λογοκρισίας του παγκόσμιου διαδικτύου, επικαλούμενη περισσότερες από εκατό συναντήσεις κεκλεισμένων των θυρών με πλατφόρμες από το 2020. Η έκθεση ακολούθησε προηγούμενη έκθεση του Ιουλίου 2025, η οποία παρουσίαζε τον Νόμο για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες ως εργαλείο παγκόσμιας λογοκρισίας. Βασιζόμενη σε έγγραφα που παραδόθηκαν από τις Meta, Google, TikTok και X, η έκθεση αναφέρει ότι οι πλατφόρμες πιέστηκαν να λογοκρίνουν νόμιμο πολιτικό λόγο σχετικά με την κρίση της πανδημίας COVID-19, τη μαζική μετανάστευση και ζητήματα ταυτότητας φύλου.

Η Κριστίν Άντερσον, Γερμανίδα ευρωβουλευτής της ομάδας Ευρώπη των Κυρίαρχων Εθνών, δήλωσε στην Epoch Times ότι οι Βρυξέλλες δεν είναι αξιόπιστες όταν ισχυρίζονται ότι προστατεύουν τα παιδιά. Υποστήριξε ότι δεν είχαν πρόβλημα να εκθέτουν τα παιδιά σε «προπαγάνδα φύλου» και ότι προώθησαν επιθετικά μη δοκιμασμένα εμβόλια για παιδιά κατά την κρίση της COVID-19, παρά το χαμηλό, όπως είπε, επίπεδο κινδύνου σοβαρής νόσησης και το γεγονός ότι τα εμβόλια δεν απέτρεπαν τη μετάδοση.

Η Μπόντε δήλωσε ότι η προστασία των ανηλίκων είναι θεμιτή, αλλά το πρόβλημα βρίσκεται στη μέθοδο. Η ΕΕ μπορεί να επιβάλει αυστηρές υποχρεώσεις στις πλατφόρμες, όπως ασφαλέστερο σχεδιασμό, κατάργηση εθιστικών χαρακτηριστικών, απαγόρευση στοχευμένης διαφήμισης προς ανηλίκους και ουσιαστική λογοδοσία, χωρίς όμως να χρησιμοποιεί την προστασία των παιδιών ως πρόσχημα για τη δημιουργία ενός διαδικτύου όπου θα ελέγχεται η ταυτότητα όλων.

Ειδικοί αμφισβητούν την ασφάλεια της εφαρμογής επαλήθευσης ηλικίας

Ανοιχτό παραμένει και το ζήτημα της αποτελεσματικότητας του συστήματος. Η εφαρμογή επαλήθευσης ηλικίας της Επιτροπής, την οποία παρουσίασε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν τον Απρίλιο του 2026 για την επιβολή περιορισμών πρόσβασης ανηλίκων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αμφισβητήθηκε σχεδόν αμέσως λόγω του ανοικτού κώδικά της.

Μέσα σε λίγες ώρες, ερευνητές που εξέτασαν τον κώδικα στο GitHub ανέφεραν σοβαρές αδυναμίες. Ο σύμβουλος κυβερνοασφάλειας Πωλ Μουρ υποστήριξε τον Απρίλιο μέσω της πλατφόρμας X ότι παραβίασε το σύστημα σε περίπου δύο λεπτά και ότι αυτό αποθήκευε ευαίσθητα δεδομένα χωρίς επαρκή προστασία.

Οι Βρυξέλλες απάντησαν ότι επρόκειτο για ημιτελή δοκιμαστική έκδοση και ότι το πρόβλημα είχε ήδη διορθωθεί. Οι ερευνητές, ωστόσο, δήλωσαν ότι είχαν εξετάσει την πιο πρόσφατη δημοσιευμένη έκδοση.

Τα VPN στο στόχαστρο

Επειδή τα VPN επιτρέπουν στους χρήστες να αποκρύπτουν την τοποθεσία τους και να παρακάμπτουν εθνικούς ηλικιακούς ελέγχους με λίγα μόνο βήματα, έχουν βρεθεί στο επίκεντρο της ρυθμιστικής συζήτησης τόσο στην ΕΕ όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η πιο σαφής τοποθέτηση καταγράφηκε τον περασμένο μήνα από ενημερωτικό σημείωμα της Υπηρεσίας Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο προειδοποιούσε ότι τα VPN χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο για την παράκαμψη της επαλήθευσης ηλικίας και χαρακτήριζε την τάση αυτή «παραθυράκι της νομοθεσίας που πρέπει να κλείσει».

Ανώτεροι αξιωματούχοι έχουν υιοθετήσει παρόμοια ρητορική. Σε συνέντευξη Τύπου στις 29 Απριλίου, κατά την παρουσίαση της νέας εφαρμογής επαλήθευσης ηλικίας, η Βίρκκουνεν δήλωσε, απαντώντας σε ερώτηση για τη χρήση VPN, ότι το σύστημα θα πρέπει να είναι μη παρακάμψιμο. Ανάλογες τοποθετήσεις έχουν γίνει και από εθνικές κυβερνήσεις. Η Γαλλίδα υπουργός Ψηφιακών Υποθέσεων Αν Λε Ενάνφ δήλωσε νωρίτερα φέτος ότι τα VPN είναι «τα επόμενα στη λίστα» της, καθώς η Γαλλία ετοιμάζεται να απαγορεύσει την πρόσβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για παιδιά κάτω των 15 ετών.

Μια νομοθεσία που θα στόχευε τα VPN δεν θα ήταν η πρώτη στην ΕΕ. Γαλλικό νομοσχέδιο που υιοθετήθηκε τον Μάιο του 2024, με στόχο την ασφαλέστερη χρήση του διαδικτύου από ανηλίκους και την αντιμετώπιση της διαδικτυακής ρητορικής μίσους και της παραπληροφόρησης, προκάλεσε αντιδράσεις λόγω πρότασης που θα απαγόρευε στους χρήστες μέσων κοινωνικής δικτύωσης να δημοσιεύουν ή να αλληλεπιδρούν χρησιμοποιώντας VPN. Οι υποστηρικτές της πρότασης υποστήριζαν ότι τα VPN αποκρύπτουν την ταυτότητα των χρηστών και τους προστατεύουν από τη λογοδοσία για παράνομες ενέργειες. Ύστερα από έντονες αντιδράσεις της κοινής γνώμης, η διάταξη αποσύρθηκε από τον τελικό νόμο.

Καθώς οι Βρυξέλλες επιδιώκουν να ενισχύσουν την προστασία των ανηλίκων στο διαδίκτυο, επικαλούνται δεδομένα από το Ηνωμένο Βασίλειο. Όταν οι ηλικιακοί έλεγχοι του βρετανικού Νόμου για την Ασφάλεια στο Διαδίκτυο τέθηκαν σε ισχύ στα μέσα Ιουλίου 2025, οι μισές από τις δέκα δημοφιλέστερες δωρεάν εφαρμογές στα βρετανικά ηλεκτρονικά καταστήματα εφαρμογών φέρεται να ήταν υπηρεσίες VPN, σύμφωνα με την Υπηρεσία Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Παράλληλα, ένας προγραμματιστής εφαρμογών ανέφερε αύξηση 1.800% στις λήψεις μέσα στον πρώτο μήνα εφαρμογής της νομοθεσίας. Για τους ρυθμιστές, η εξέλιξη αυτή μετατρέπει τα VPN από εργαλεία προστασίας της ιδιωτικότητας σε εμπόδιο για την εφαρμογή των κανόνων.

Οι αντίπαλοι των μέτρων ελέγχου υποστηρίζουν, ωστόσο, ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις πως τα παιδιά παρακάμπτουν τους ηλικιακούς ελέγχους, και ότι η αύξηση λήψεων VPN οφείλεται κυρίως σε ενήλικους χρήστες. Η Proton VPN, η οποία ανέφερε αύξηση 1.800% στις ημερήσιες εγγραφές χρηστών στο Ηνωμένο Βασίλειο αμέσως μετά την έναρξη ισχύος των κανόνων επαλήθευσης ηλικίας, απέδωσε το φαινόμενο σε ενηλίκους που ανησυχούν για τις επιπτώσεις που θα έχουν οι καθολικοί ηλικιακοί έλεγχοι στην ιδιωτικότητά τους.

Η βρετανική μη κερδοσκοπική οργάνωση Internet Matters, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της διαδικτυακής ασφάλειας των παιδιών, ανέφερε ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν πως τα παιδιά στρέφονται στα VPN για να παρακάμψουν τους νέους ηλικιακούς ελέγχους, οι οποίοι αποσκοπούν στην αποτροπή της πρόσβασης των ανηλίκων σε πορνογραφικό και άλλο επιβλαβές περιεχόμενο. Τα συμπεράσματα αυτά προήλθαν από έρευνα που πραγματοποιήθηκε πέντε μήνες μετά την έναρξη ισχύος του βρετανικού Νόμου για την Ασφάλεια στο Διαδίκτυο.

Η Childnet International, βρετανική φιλανθρωπική οργάνωση και εταίρος του Κέντρου Ασφαλούς Διαδικτύου του Ηνωμένου Βασιλείου, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα μαζί με την εταιρεία τεχνολογίας πληροφοριών Nominet, σημειώνοντας ότι η αύξηση αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί στα παιδιά.

Υπερασπιστές της ιδιωτικότητας και οργανώσεις ψηφιακών δικαιωμάτων προειδοποιούν επίσης ότι ο έλεγχος ή ο περιορισμός των VPN θα ωθήσει την Ευρώπη προς ένα μοντέλο ελέγχου του διαδικτύου παρόμοιο με αυτό της Κίνας και της Ρωσίας. Συνδέουν τη συζήτηση για τα VPN με την ευρύτερη ατζέντα του Νόμου για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες και με την αμφιλεγόμενη πρόταση «Chat Control», επισήμως Κανονισμό για την Καταπολέμηση της Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών, την οποία οι επικριτές θεωρούν ότι θα μπορούσε να δημιουργήσει υποδομές επιτήρησης και να αποδυναμώσει την κρυπτογραφημένη επικοινωνία.

Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων, η ανεξάρτητη αρχή προστασίας δεδομένων της ΕΕ, έχει προειδοποιήσει ότι η πρόταση αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για εκ των πραγμάτων γενικευμένη και αδιάκριτη σάρωση του περιεχομένου σχεδόν όλων των μορφών ηλεκτρονικής επικοινωνίας όλων των χρηστών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αντιδράσεις προήλθαν και από τμήματα της Αριστεράς. Η ομάδα Πράσινοι/Ευρωπαϊκή Ελεύθερη Συμμαχία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατηγόρησε τις Βρυξέλλες ότι επιδιώκουν να αποδυναμώσουν το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα με ψευδή προσχήματα. Όπως ανέφερε η ομάδα, τα ιδιωτικά μηνύματα πρέπει να παραμένουν ιδιωτικά.

Ο Γκιγιόμ Μπιγκό, βουλευτής του Εθνικού Συναγερμού στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση, δήλωσε στην Epoch Times ότι υπάρχουν κι άλλες λύσεις πέρα από την επιβολή καθολικής ψηφιακής ταυτότητας και την αντιπαράθεση με τα VPN, αναφέροντας ως παράδειγμα την εφαρμογή αυτοματοποιημένων γονικών ελέγχων. Όπως σημείωσε, αντί να υποχρεώσει η ΕΕ τα λειτουργικά συστήματα να προχωρήσουν σε αυτή την απλή προσαρμογή, προτιμά να παρακολουθεί τους πάντες, ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι προσεγγίζει πρακτικές που, κατά τον ίδιο, θυμίζουν τη Βόρεια Κορέα ως προς την απαγόρευση των VPN.

Ακόμη και ένθερμοι υποστηρικτές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης εξέφρασαν την αντίθεσή τους στον περιορισμό των VPN. Η Γερμανίδα ευρωβουλευτής Σβένια Χαν της ομάδας Renew Europe έγραψε στην πλατφόρμα X ότι η απαγόρευση των VPN με πρόσχημα τα δικαιώματα των παιδιών δεν είναι αποδεκτή.

Αντιμέτωπη με τις αντιδράσεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχείρησε να περιορίσει τις προσδοκίες. Το γραφείο της Βίρκκουνεν δήλωσε ότι δεν υπάρχει απολύτως καμία εκστρατεία κατά των VPN, ενώ εκπρόσωπος της Επιτροπής υποστήριξε ότι η ΕΕ παραμένει προσηλωμένη σε ένα ελεύθερο και ανοικτό διαδίκτυο, παράλληλα με την ενίσχυση της προστασίας των παιδιών. Το κατά πόσο αυτή η διαβεβαίωση θα παραμείνει σε ισχύ καθώς πλησιάζει η προθεσμία εφαρμογής των συστημάτων επαλήθευσης έως τα τέλη του 2026 είναι το βασικό ερώτημα που κυριαρχεί πλέον στη συζήτηση.

Ισραηλινά πλήγματα στο Ιράν μετά την πυραυλική επίθεση της Τεχεράνης

Οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις (IDF) ανακοίνωσαν τα ξημερώματα ότι έπληξαν ιρανικούς στρατιωτικούς στόχους στο «δυτικό και κεντρικό Ιράν», λίγες ώρες μετά τον καταιγισμό πυραύλων που εξαπέλυσε το ιρανικό καθεστώς εναντίον του Ισραήλ αργά στις 7 Ιουνίου.

Οι παραστρατιωτικές δυνάμεις του Ιράν ανέφεραν ότι το Ισραήλ εκτόξευσε βαλλιστικούς πυραύλους αέρος-εδάφους προς το ιρανικό έδαφος, χωρίς να δώσουν λεπτομέρειες για ζημιές ή θύματα. Σύμφωνα με την ιρανική κρατική τηλεόραση, εκρήξεις ακούστηκαν στο Ισφαχάν, το Καράτζ, την Ταμπρίζ και την Τεχεράνη, οδηγώντας τις αρχές στο κλείσιμο του εναέριου χώρου γύρω από το Διεθνές Αεροδρόμιο Ιμάμ Χομεϊνί.

Ο IDF είχε προηγουμένως ανακοινώσει ότι εντόπισε και αναχαίτισε πυραύλους που εκτοξεύθηκαν από το Ιράν στις 7 Ιουνίου ως αντίποινα για ισραηλινό πλήγμα σε προπύργιο της Χεζμπολάχ στη Βηρυτό του Λιβάνου.

Η Χεζμπολάχ, η οποία έχει χαρακτηριστεί τρομοκρατική οργάνωση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι σε ευθυγράμμιση με το ισλαμικό καθεστώς του Ιράν, από το οποίο δέχεται υποστήριξη. Οι συγκρούσεις μεταξύ της οργάνωσης και του Ισραήλ, παρά τις προσπάθειες της Ουάσιγκτον να μεσολαβήσει για παράλληλη κατάπαυση πυρός, έχουν περιπλέξει τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν.

Λίγες ώρες πριν από τα ισραηλινά πλήγματα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κάλεσε τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου να μην προχωρήσει σε αντίποινα κατά του Ιράν. Σύμφωνα με όσα ανέφερε στο Axios, επρόκειτο να επικοινωνήσει άμεσα με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό προκειμένου να του ζητήσει αυτοσυγκράτηση, υποστηρίζοντας ότι και οι δύο πλευρές είχαν ήδη πραγματοποιήσει τις επιθέσεις τους και ότι δεν υπήρχε λόγος για περαιτέρω κλιμάκωση.

Ο Αμερικανός πρόεδρος τόνισε επίσης ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται πολύ κοντά στην επίτευξη τελικής συμφωνίας με το Ιράν και εξέφρασε την επιθυμία του να μην εκτροχιαστούν οι συνομιλίες εξαιτίας των στρατιωτικών εξελίξεων.

Παρά τις εκκλήσεις του Τραμπ, αρκετοί Ισραηλινοί αξιωματούχοι έδωσαν το στίγμα μιας πιο επιθετικής στάσης. Ο IDF ανακοίνωσε ότι θα πλήξει τον εχθρό με πλήρη ισχύ μόλις δοθεί το πράσινο φως, ενώ ο πρέσβης του Ισραήλ στις Ηνωμένες Πολιτείες υποστήριξε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X ότι το Ιράν εξαπατά τον Τραμπ, ενώ το Ισραήλ τον σέβεται, προσθέτοντας ότι η χώρα του οφείλει να ανταποδώσει δυναμικά.

Παράλληλα, ο εκπρόσωπος του IDF, ταξίαρχος Έφι Ντέφριν, επιβεβαίωσε τη δέσμευση του Ισραήλ να συνεχίσει τα πλήγματα κατά στόχων της Χεζμπολάχ στη Βηρυτό, τονίζοντας ότι η χώρα δεν θα επιτρέψει στην ιρανική ηγεσία να «καθιερώσει μια νέα εξίσωση».

Από την πλευρά του, ο Τραμπ εμφανίστηκε βέβαιος ότι οποιαδήποτε συμφωνία επιτύχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες με το Ιράν θα γίνει τελικά αποδεκτή από το Ισραήλ. Σε τηλεφωνική συνέντευξή του στους Financial Times υποστήριξε ότι ο Νετανιάχου δεν θα έχει άλλη επιλογή και ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται από τον ίδιο. Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι τα γεγονότα των τελευταίων ημερών δεν θα επηρεάσουν τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη.

Στο μεταξύ, ανακοίνωσε ότι τα αμερικανικά στρατεύματα θα παραμείνουν στη Μέση Ανατολή έως ότου ολοκληρωθεί η αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση στο Ιράν. Μιλώντας στην εκπομπή «Meet the Press» του NBC, στις 7 Ιουνίου, ανέφερε ότι το κόστος διατήρησης των δυνάμεων είναι μικρό και ότι δεν θεωρεί πως βρίσκονται σε κίνδυνο. Προσέθεσε ότι, όταν ολοκληρωθεί η αποστολή, οι εξελίξεις θα είναι πρωτοφανείς, εκτιμώντας ότι οι τιμές του πετρελαίου θα υποχωρήσουν και ότι οι χρηματιστηριακές αγορές θα συνεχίσουν την ανοδική τους πορεία.

Σύμφωνα με τον Τραμπ, περίπου 50.000 Αμερικανοί στρατιώτες βρίσκονται ανεπτυγμένοι στην περιοχή. Από την έναρξη της σύγκρουσης στις 28 Φεβρουαρίου, έχουν σκοτωθεί δεκατρείς στρατιωτικοί, αριθμός που χαρακτήρισε υψηλό, αλλά χαμηλότερο από ό,τι ανέμεναν πολλοί αναλυτές. Υποστήριξε ακόμη ότι οι αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν αποδεκατίσει την ηγεσία και την αλυσίδα διοίκησης του Ιράν και έχουν εξαλείψει το ιρανικό ναυτικό.

Παράλληλα, παραμένει σε ισχύ η κατάπαυση πυρός μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, ενώ οι δύο χώρες συνεχίζουν τις διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ σημείωσε ότι οι συνομιλίες με τους σημερινούς ηγέτες της χώρας εξελίσσονται πολύ καλά και ότι πρόκειται για την τρίτη διαφορετική ομάδα συνομιλητών από ιρανικής πλευράς. Όπως ανέφερε, τα πρόσωπα αυτά διαφέρουν σημαντικά από τους προηγούμενους συνομιλητές και θα μπορούσε κανείς να μιλήσει ακόμη και για αλλαγή καθεστώτος, καθώς τα θεωρεί πιο λογικά και ιδιαίτερα ευφυή.

Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο είχε δηλώσει πριν μερικές ημέρες σε γερουσιαστές ότι Ιρανοί αξιωματούχοι φαίνονται πιο πρόθυμοι να συζητήσουν πτυχές του πυρηνικού τους προγράμματος. Σύμφωνα με τον Τραμπ, οι Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν αποδεχθεί το ότι δεν θα αποκτήσουν πυρηνικά όπλα.

Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε επίσης ότι είναι ανοιχτός στο ενδεχόμενο οι δύο χώρες να συνεργαστούν για την εξάλειψη των πυρηνικών αποθεμάτων του ιρανικού καθεστώτος και την απομάκρυνση του εμπλουτισμένου ουρανίου από τη χώρα. Αν επιτευχθεί συμφωνία, ανέφερε, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παράσχουν τον απαραίτητο εξοπλισμό για την απομάκρυνση και καταστροφή του υλικού, είτε αυτή πραγματοποιηθεί εντός είτε εκτός ιρανικού εδάφους.

Ταυτόχρονα, προειδοποίησε ότι είναι έτοιμος να επαναφέρει στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του ισλαμικού καθεστώτος εάν θεωρήσει ότι δεν πρόκειται να υπάρξει συμφωνία. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι αμερικανικές δυνάμεις θα προχωρήσουν, όπως είπε, στην καταστροφή των ιρανικών αποθεμάτων ουρανίου διά της βίας. Προσέθεσε δε ότι, εάν δεν υπάρξει συμφωνία, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα δράσουν στρατιωτικά με ιδιαίτερη σφοδρότητα και θα αποχωρήσουν μόνο όταν ολοκληρωθεί η αποστολή τους.

Εν τω μεταξύ, οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να επιβάλλουν αποκλεισμό στα Στενά του Ορμούζ, ένα από τα σημαντικότερα ναυτικά περάσματα παγκοσμίως, μέσω του οποίου διακινούνταν πριν από την έναρξη της σύγκρουσης περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου. Σύμφωνα με τον Τραμπ, ο αποκλεισμός στερεί από το Ιράν έσοδα ύψους 400 έως 500 εκατομμυρίων δολαρίων ημερησίως, πλήττοντας σοβαρά μια οικονομία που, όπως υποστήριξε, βρίσκεται ήδη σε εξαιρετικά δυσχερή κατάσταση.

Η πρεσβεία των ΗΠΑ στην Ιερουσαλήμ και το παράρτημά της στο Τελ Αβίβ ανακοίνωσαν ότι θα παραμείνουν κλειστά στις 8 Ιουνίου, εκδίδοντας παράλληλα οδηγία παραμονής σε καταφύγια για τους Αμερικανούς κυβερνητικούς υπαλλήλους και τις οικογένειές τους.

Αναφερόμενος στην ιρανική πυραυλική επίθεση κατά του Ισραήλ, ο Τραμπ δήλωσε στο Axios ότι δεν υπήρξαν τραυματισμοί και εξέφρασε την ελπίδα ότι το Ισραήλ δεν θα προχωρήσει σε νέα αντίποινα. Προειδοποίησε ότι μια νέα ισραηλινή απάντηση θα μπορούσε να παρατείνει επ’ αόριστον τον κύκλο της βίας που χαρακτηρίζει τις σχέσεις στην περιοχή εδώ και δεκαετίες.

Παρά τον αποκλεισμό, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και την ένταση, ο πρόεδρος των ΗΠΑ απέφυγε να χαρακτηρίσει τη σύγκρουση με το Ιράν ως πόλεμο, προτιμώντας να την περιγράψει ως «στρατιωτική άσκηση».

Οι αόρατες ψηφιακές αρτηρίες του κόσμου και η αυξανόμενη στρατηγική επιρροή του Ιράν

Όταν οι περισσότεροι άνθρωποι σκέφτονται το διαδίκτυο, φαντάζονται δορυφόρους, κέντρα δεδομένων και ασύρματα δίκτυα. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Περισσότερο από το 95% της παγκόσμιας διακίνησης δεδομένων μεταφέρεται μέσω ενός εκτεταμένου δικτύου υποθαλάσσιων καλωδίων οπτικών ινών που διασχίζουν τους ωκεανούς και συνδέουν ηπείρους , κράτη και οικονομίες.

Αυτά τα καλώδια αποτελούν το νευρικό σύστημα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Μεταφέρουν τραπεζικές συναλλαγές, στρατιωτικές επικοινωνίες, εμπορικά δεδομένα, βιντεοκλήσεις, υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους (cloud) και σχεδόν κάθε ψηφιακή δραστηριότητα που πραγματοποιείται καθημερινά.

Παρότι βρίσκονται κρυμμένα στο βυθό των θαλασσών, η στρατηγική τους σημασία αυξάνεται διαρκώς. Σε μια εποχή γεωπολιτικών εντάσεων, τα υποθαλάσσια καλώδια μετατρέπονται από απλές τηλεπικοινωνιακές υποδομές σε κρίσιμα γεωπολιτικά περιουσιακά στοιχεία και ταυτόχρονα σε δυνητικούς στόχους.

Η Μέση Ανατολή ως ψηφιακό σημείο συμφόρησης

Η γεωγραφία παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των παγκόσμιων δικτύων επικοινωνίας. Ένα μεγάλο μέρος της κυκλοφορίας δεδομένων μεταξύ Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής διέρχεται από μία σειρά στενών θαλάσσιων περασμάτων στη Μέση Ανατολή. Η Ερυθρά Θάλασσα, τα Στενά Μπαμπ ελ- Μαντέμπ, η Διώρυγα του Σουέζ και τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν όχι μόνο ζωτικούς διαδρόμους για το παγκόσμιο εμπόριο αλλά και βασικούς άξονες μεταφοράς ψηφιακών δεδομένων.

Τα περισσότερα υποθαλάσσια καλώδια που συνδέουν την Ευρώπη με την Ασία ακολουθούν αυτές τις διαδρομές λόγω γεωγραφικής και οικονομικής αποδοτικότητας. Ωστόσο, η συγκέντρωση τόσων καλωδίων σε περιορισμένους χώρους δημιουργεί αυτό που οι ειδικοί αποκαλούν «ψηφιακά σημεία συμφόρησης» (digital chokepoints).

Αυτό σημαίνει ότι μια βλάβη σε μία περιοχή μπορεί να επηρεάσει ταυτόχρονα πολλές ανεξάρτητες διαδρομές επικοινωνίας.

Τα γεγονότα του 2024 στην Ερυθρά Θάλασσα ανέδειξαν ακριβώς αυτή την ευπάθεια. Ζημιές σε αρκετά υποθαλάσσια καλώδια προκάλεσαν σημαντικές διαταραχές στις επικοινωνίες μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, επηρεάζοντας εκατομμύρια χρήστες και χιλιάδες επιχειρήσεις.

Παρά την τεχνολογική τους σημασία, τα υποθαλάσσια καλώδια παραμένουν ευάλωτα σε μια σειρά κινδύνων.

Οι πιο συνηθισμένες βλάβες προκαλούνται από άγκυρες πλοίων, αλιευτικά εργαλεία, υποθαλάσσιες κατολισθήσεις, σεισμούς, φυσικές μεταβολές του βυθού.

Ωστόσο οι γεωπολιτικές εντάσεις έχουν προσθέσει μια νέα διάσταση στον κίνδυνο.

Τα τελευταία χρόνια αυξάνονται οι ανησυχίες για σκόπιμες ενέργειες δολιοφθοράς. Σε αρκετές περιπτώσεις στη Βαλτική Θάλασσα, στον Βόρειο Ατλαντικό και στην περιοχή της Ασίας έχουν καταγραφεί περιστατικά που δημιούργησαν υποψίες για στοχευμένες παρεμβάσεις.

Το πρόβλημα είναι ότι η απόδειξη μιας τέτοια ενέργειας είναι εξαιρετικά δύσκολη. Σε αντίθεση με μια πυραυλική επίθεση ή μια στρατιωτική εισβολή, η καταστροφή ενός υποθαλάσσιου καλωδίου μπορεί να συμβεί σε μεγάλα βάθη, μακριά από μάρτυρες και μέσα σε λίγα λεπτά. Η ταυτοποίηση του υπευθύνου είναι περίπλοκη, ενώ η νομική αντιμετώπιση παραμένει ασαφής.

Αυτό δημιουργεί ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο περιβάλλον, όπου τα κράτη μπορεί να θεωρήσουν μια ενέργεια ως εχθρική πράξη χωρίς να διαθέτουν αδιάσειστα στοιχεία.

Η ψηφιακή υποδομή ως νέα μορφή στρατηγικής ισχύος

Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, η γεωπολιτική ισχύς βασιζόταν κυρίως στον έλεγχο ενεργειακών πόρων, λιμένων, αγωγών και εμπορικών οδών. Στον 21ο αιώνα, η εξίσωση αλλάζει. Η πληροφορία και τα δεδομένα έχουν μετατραπεί σε στρατηγικούς πόρους συγκρίσιμης σημασίας με το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Όποιος ελέγχει τις βασικές ψηφιακές υποδομές αποκτά σημαντικά πλεονεκτήματα σε οικονομικό, στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο.

Η κατασκευή, η λειτουργία και η προστασία των υποθαλάσσιων καλωδίων αποτελούν πλέον ζήτημα εθνικής ασφάλειας για πολλές χώρες.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ιαπωνία και άλλες μεγάλες δυνάμεις επενδύουν δισεκατομμύρια δολάρια σε νέα δίκτυα συνδεσιμότητας.

Παράλληλα, τεχνολογικοί κολοσσοί όπως η Google, η Meta,η Microsoft και η Amazon συμμετέχουν ενεργά στη χρηματοδότηση και ανάπτυξη υποθαλάσσιων καλωδίων, αναγνωρίζοντας ότι η κυριαρχία στην ψηφιακή οικονομία εξαρτάται από την κατοχή και τον έλεγχο των δικτύων μεταφοράς δεδομένων.

Οι οικονομικές συνέπειες μιας μεγάλης διακοπής

Η παγκόσμια οικονομία λειτουργεί σήμερα σε πραγματικό χρόνο. Χρηματιστηριακές αγορές, διεθνείς πληρωμές, τραπεζικές συναλλαγές, εφοδιαστικές αλυσίδες και ηλεκτρονικό εμπόριο εξαρτώνται από αδιάλειπτες ροές δεδομένων.

Ακόμη και μια σύντομη διακοπή μπορεί να προκαλέσει σημαντικές επιπτώσεις: καθυστερήσεις στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, προβλήματα στα συστήματα πληρωμών, διακοπή υπηρεσιών cloud, μείωση παραγωγικότητας επιχειρήσεων, αστάθεια στις αγορές.

Σε περίπτωση εκτεταμένης βλάβης, ο αντίκτυπος μπορεί να είναι παγκόσμιος. Οι περιοχές που διαθέτουν περιορισμένες εναλλακτικές διαδρομές σύνδεσης είναι και οι πρώτες που θα αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα. Αυτό αφορά ιδιαίτερα αρκετές χώρες της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και της Νότιας Ασίας.

Η αλληλεξάρτηση της σύγχρονης οικονομίας σημαίνει ότι μια κρίση συνδεσιμότητας σε μια περιοχή μπορεί να μεταδοθεί γρήγορα σε ολόκληρο το διεθνές οικονομικό σύστημα.

Το Ιράν και η γεωπολιτική των ψηφιακών σημείων συμφόρησης

Οι κλιμάκωση της έντασης μεταξύ του Ιράν και της Δύσης έχει αναδείξει μια λιγότερο ορατή αλλά ιδιαίτερα κρίσιμη διάσταση της σύγχρονης γεωπολιτικής: την ασφάλεια των υποθαλάσσιων καλωδίων.

Η γεωγραφική θέση του Ιράν, κοντά στα Στενά του Ορμούζ, του προσδίδει στρατηγικό πλεονέκτημα όχι μόνο στις ενεργειακές ροές αλλά και στις ψηφιακές επικοινωνίες. Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα του πλανήτη, από το οποίο διέρχονται τεράστιες ποσότητες πετρελαίου, φυσικού αερίου και εμπορευμάτων. Παράλληλα, στην ευρύτερη περιοχή διέρχονται κρίσιμες υποθαλάσσιες διαδρομές δεδομένων που συνδέουν την Ευρώπη με την Ασία.

Ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης παρουσίασαν ένα σχέδιο επιβολής τελών στους διαχειριστές των υποθαλάσσιων καλωδίων που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ, το οποίο επικαλείται το δικαίωμα της Τεχεράνης να ρυθμίζει δραστηριότητες που πραγματοποιούνται εντός της υπεράκτιας ζώνης της.

Η συζήτηση αυτή ακολούθησε προειδοποιήσεις Ιρανών αξιωματούχων και αναλυτών σχετικά με την ευπάθεια των κρίσιμων υποθαλάσσιων δικτύων που διασχίζουν την περιοχή, υπογραμμίζοντας τον ρόλο τους ως στρατηγικού σημείου πίεσης για τις οικονομίες της Μέσης Ανατολής και πέραν αυτής.

Οι αναφορές αυτές στρέφουν την προσοχή σε μια από τις λιγότερο ορατές αλλά πλέον ζωτικές υποδομές του σύγχρονου κόσμου: το παγκόσμιο δίκτυο των υποθαλάσσιων καλωδίων οπτικών ινών. Περισσότερα από 500 καλώδια διακινούν πάνω από το 95% της διεθνούς κίνησης δεδομένων, αποτελώντας τη ραχοκοκαλιά του διαδικτύου και της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.

Μπορεί να πιστεύουμε ότι το διαδίκτυο ζει σε ένα είδος εικονικού cloud, αλλά τα φυσικά του θεμέλια είναι ευάλωτα, και αυτή η ευπάθεια γίνεται μια πολύ πραγματική γεωπολιτική ανησυχία.

Αναλυτές ασφαλείας προειδοποιούν ότι σε περίπτωση περιφερειακής σύγκρουσης ή περαιτέρω κλιμάκωσης των εντάσεων, τα υποθαλάσσια καλώδια θα αποτελούσαν δυνητικά στόχο ή παράγοντα πίεσης. Ακόμη και χωρίς άμεση επίθεση, η απειλή διαταραχής των ψηφιακών υποδομών μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο αποτροπής ή διαπραγματευτικής ισχύος. Η θέση της χώρας σε ένα από τα σημαντικότερα γεωστρατηγικά σταυροδρόμια του κόσμου καθιστά αναπόφευκτη τη συζήτηση για τον ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει σε ένα σενάριο κρίσης. Όπως η ενεργειακή ασφάλεια της Δύσης συνδέεται διαχρονικά με τα Στενά του Ορμούζ, έτσι και η ψηφιακή ασφάλεια εξαρτάται πλέον από τη σταθερότητα των περιοχών όπου συγκεντρώνονται κρίσιμες υποδομές δεδομένων.

Στη σύγχρονη εποχή, η ισχύς δεν μετριέται μόνο με πυραύλους, στόλους ή ενεργειακούς πόρους. Μετριέται επίσης με την ικανότητα επηρεασμού των δικτύων που μεταφέρουν πληροφορίες. Και σε αυτό το νέο γεωπολιτικό περιβάλλον, το Ιράν βρίσκεται σε μια θέση που οι διεθνείς στρατηγικοί σχεδιαστές δεν μπορούν να αγνοήσουν.

Η στρατιωτική διάσταση

Οι ένοπλες δυνάμεις των σύγχρονων κρατών βασίζονται όλο και περισσότερο στις ψηφιακές επικοινωνίες.

Δορυφορικά συστήματα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, συστήματα διοίκησης και ελέγχου, ναυτικές επιχειρήσεις και πληροφοριακά δίκτυα απαιτούν ασφαλή και αξιόπιστη μετάδοση δεδομένων. Παρά την εντύπωση ότι οι στρατιωτικές επικοινωνίες βασίζονται κυρίως σε δορυφόρους, σημαντικό μέρος της διακίνησης πληροφοριών εξακολουθεί να πραγματοποιείται μέσω υποθαλάσσιων καλωδίων λόγω της μεγαλύτερης χωρητικότητας και αξιοπιστίας τους.

Σε ένα σενάριο σύγκρουσης, η απώλεια κρίσιμων καλωδίων θα μπορούσε να επιβραδύνει τη λήψη αποφάσεων, να περιορίσει τον συντονισμό μεταξύ συμμάχων, να επηρεάσει τις επιχειρήσεις πληροφοριών, να αυξήσει τον κίνδυνο λανθασμένων στρατιωτικών υπολογισμών.

Αυτό εξηγεί γιατί αρκετές χώρες έχουν ήδη ενσωματώσει την προστασία των υποθαλάσσιων δικτύων στα εθνικά τους αμυντικά δόγματα.

Η γεωπολιτική της αβεβαιότητας

Η μεγαλύτερη πρόκληση ίσως δεν είναι η ίδια η διακοπή ενός καλωδίου αλλά η αβεβαιότητα που ακολουθεί.

Εάν μια βλάβη συμβεί σε περίοδο αυξημένων εντάσεων, οι κυβερνήσεις μπορεί να δυσκολευτούν να διαπιστώσουν αν πρόκειται για ατύχημα, εγκληματική ενέργεια ή εχθρική πράξη. Η καθυστέρηση στην απόδοση ευθυνών μπορεί να δημιουργήσει επικίνδυνα περιθώρια λανθασμένων εκτιμήσεων και κλιμάκωσης.

Οι κυβερνήσεις και οι εταιρείες τεχνολογίας αναζητούν ήδη τρόπους ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των παγκόσμιων δικτύων.

Μεταξύ των λύσεων που εξετάζονται περιλαμβάνονται νέες εναλλακτικές διαδρομές καλωδίων, μεγαλύτερη γεωγραφική διασπορά υποδομών, ενισχυμένη επιτήρηση των θαλάσσιων διαδρομών, διεθνής συνεργασία για την προστασία κρίσιμων δικτύων, συνδυασμός υποθαλάσσιων καλωδίων και δορυφορικών συστημάτων.

Παράλληλα, η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, των υπηρεσιών cloud και των δικτύων επόμενης γενιάς αναμένεται να αυξήσει περαιτέρω τη σημασία αυτών των υποδομών.

Τα υποθαλάσσια καλώδια αποτελούν έναν από τους λιγότερο ορατούς πυλώνες της σύγχρονης παγκόσμιας τάξης. Η λειτουργία τους επηρεάζει την οικονομία, την ασφάλεια, το εμπόριο και την καθημερινή ζωή δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Η συγκέντρωση μεγάλου μέρους αυτής της υποδομής σε λίγα στρατηγικά σημεία, ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή, δημιουργεί ευκαιρίες αλλά και πολλούς και σοβαρούς κινδύνους.

Καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις αυξάνονται και η παγκόσμια οικονομία γίνεται ολοένα πιο ψηφιακή, η προστασία των υποθαλάσσιων καλωδίων αναδεικνύεται σε μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις του 21ου αιώνα.

Ο κόσμος μπορεί να κινείται στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και των δορυφορικών επικοινωνιών, αλλά εξακολουθεί να εξαρτάται από λεπτές ίνες γυαλιού που βρίσκονται χιλιάδες μέτρα κάτω από την επιφάνεια των ωκεανών. Και ίσως σε αυτές τις αόρατες γραμμές να κρύβεται ένα από τα μεγαλύτερα στρατηγικά διακυβεύματα της εποχής μας.