Σάββατο, 11 Ιούλ, 2026

Τραμπ: «Ο έλεγχος της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ θα ενίσχυε το ΝΑΤΟ»

Στις 14 Ιανουαρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι το ΝΑΤΟ θα ήταν πιο ισχυρό και αξιόπιστο ως αποτρεπτική δύναμη εάν η Γροιλανδία βρισκόταν υπό αμερικανικό έλεγχο. Σε ανάρτησή του στο Truth Social, τόνισε: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται τη Γροιλανδία για λόγους εθνικής ασφάλειας. Είναι ζωτικής σημασίας για τον Χρυσό Θόλο που χτίζουμε. Το ΝΑΤΟ θα έπρεπε να ηγείται στην προσπάθεια να την αποκτήσουμε». Προειδοποίησε μάλιστα πως «αν δεν ελέγχουν τη Γροιλανδία οι Ηνωμένες Πολιτείες, τότε θα το κάνει η Ρωσία ή η Κίνα», ενώ υπογράμμισε ότι «το ΝΑΤΟ αποκτά πολύ μεγαλύτερη ισχύ και αποτελεσματικότητα αν η Γροιλανδία περιέλθει στις ΗΠΑ».

Η στρατηγική σημασία της Γροιλανδίας για τις ΗΠΑ έχει τεκμηριωθεί επανειλημμένα. Το Ατλαντικό Συμβούλιο έχει επισημάνει πως τα ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης και εντοπισμού πυραύλων που βρίσκονται στη Γροιλανδία είναι κρίσιμα για την άμυνα της αμερικανικής επικράτειας. Επιπλέον, η γεωγραφία του νησιού ενισχύει την αξία του στους τομείς της δορυφορικής επικοινωνίας και του ελέγχου διαστημικών και κυβερνοαπειλών. Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία διατηρείται εδώ και δεκαετίες στη Διαστημική Βάση Πατούφικ (πρώην Θούλη), η οποία λειτουργεί από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Παρά ταύτα, ο Τραμπ υποστηρίζει ότι υπάρχει κίνδυνος χωρίς πλήρη αμερικανική κυριαρχία επί της Γροιλανδίας, ιδίως απέναντι σε Ρωσία και Κίνα. Ωστόσο, η Γροιλανδία είναι αυτόνομη επικράτεια εντός του Βασιλείου της Δανίας, ενώ αμφότερες αποτελούν μέλη του ΝΑΤΟ. Το ζήτημα προκαλεί διπλωματικές εντάσεις, με τη Δανία να επιμένει ότι οι ΗΠΑ δεν χρειάζεται να την κατέχουν, καθώς η Γροιλανδία προστατεύεται ήδη από τις συλλογικές ρήτρες άμυνας του ΝΑΤΟ.

Τις δηλώσεις Τραμπ επικρίνουν Ευρωπαίοι ηγέτες, που ανησυχούν πως τυχόν αλλαγή στο καθεστώς κυριαρχίας της Γροιλανδίας θα υπονόμευε την ενότητα της Συμμαχίας. Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμμανουέλ Μακρόν, επεσήμανε: «Δεν υποτιμούμε τις δηλώσεις αυτές για τη Γροιλανδία. Εάν πληγεί η κυριαρχία μιας ευρωπαϊκής χώρας και συμμάχου, οι επιπτώσεις θα είναι άνευ προηγουμένου. Η Γαλλία παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και θα σταθεί πλήρως αλληλέγγυα στη Δανία και τα κυριαρχικά της δικαιώματα». Ο Γάλλος υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, ΖανΝοέλ Μπαρρό, χαρακτήρισε εκβιαστική τη στάση των ΗΠΑ και ανακοίνωσε την πρόθεση της Γαλλίας να ανοίξει προξενείο στη Γροιλανδία ώστε να ενισχύσει την εκεί διπλωματική της παρουσία.

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, επίσης δήλωσε την υποστήριξή της στους κατοίκους της Γροιλανδίας, τονίζοντας το ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το νησί. Προ ημερών, η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέττε Φρέντρικσεν και άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες εξέδωσαν δήλωση σύμφωνα με την οποία «η Γροιλανδία ανήκει στον λαό της», επισημαίνοντας ότι μόνο η Δανία και η Γροιλανδία μπορούν να αποφασίσουν για το μέλλον τους.

Ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, Γενς Φρέντερικ Νίλσεν, στις 13 Ιανουαρίου ξεκαθάρισε: «Αν χρειαστεί να διαλέξουμε μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Δανίας εδώ και τώρα, διαλέγουμε τη Δανία. Διαλέγουμε το ΝΑΤΟ. Διαλέγουμε το Βασίλειο της Δανίας. Διαλέγουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση».

Σχολιάζοντας τη θέση του Νίλσεν, ο Τραμπ απάντησε: «Διαφωνώ», σημειώνοντας πως αυτή η στάση θα αποτελέσει σημαντικό ζήτημα για τον ίδιο.

Με πληροφορίες από Reuters και Associated Press 

Η Φινλανδία αποχωρεί από τη Συνθήκη της Οττάβα και επαναφέρει τις νάρκες κατά προσωπικού

Η Φινλανδία ετοιμάζεται να επανεντάξει τις νάρκες κατά προσωπικού στο οπλοστάσιό της, ξεκινώντας παράλληλα την εκπαίδευση στρατιωτών, κληρωτών και εφέδρων στη χρήση τους, σύμφωνα με ανακοίνωση των φινλανδικών Ενόπλων Δυνάμεων στις 14 Ιανουαρίου 2026. Είχε προηγηθεί η επίσημη αποχώρηση της χώρας από τη Συνθήκη της Οττάβα, που απαγορεύει τη χρήση των συγκεκριμένων εκρηκτικών, στις 10 Ιανουαρίου. Στόχος της χώρας είναι η απόκτηση των πρώτων νέων ναρκών και του απαραίτητου εξοπλισμού εκπαίδευσης έως το 2027.

«Οι νέες νάρκες κατά προσωπικού προγραμματίζεται να σχεδιαστούν σε συνεργασία με την εγχώρια αμυντική βιομηχανία, με απώτερο σκοπό την παραγωγή τους στη Φινλανδία», αναφέρουν οι φινλανδικές Ένοπλες Δυνάμεις. Η εκπαίδευση στη χρήση τους θα ξεκινήσει στις αρχές του 2026.

Η συνταγματάρχης Ρίκα Μίκκονεν, επιθεωρήτρια μηχανικού, δήλωσε πως «για τις ένοπλες δυνάμεις, οι νάρκες κατά προσωπικού αποτελούν μια επιπλέον επιλογή ενίσχυσης της αμυντικής ικανότητας, ειδικά σε μια περίοδο που η ενίσχυση της άμυνας είναι ζωτικής σημασίας». Όπως εξήγησε, οι νάρκες θα ενταχθούν στα μέτρα ανάσχεσης εχθρικής προέλασης, σε συνδυασμό με αντιαρματικές νάρκες και τη χρήση του φυσικού ανάγλυφου. Η Μίκκονεν ξεκαθάρισε πως τα συγκεκριμένα όπλα θα χρησιμοποιούνται μόνο σε συνθήκες έκτακτης πολεμικής ανάγκης, προσθέτοντας: «Η εκπαίδευση εν καιρώ ειρήνης θα γίνεται μόνο με ειδικά εκπαιδευτικά μέσα και όχι με πραγματικές νάρκες».

Η Φινλανδία είχε καταστρέψει πάνω από ένα εκατομμύριο νάρκες μετά τη δέσμευσή της το 2012. Ήταν το τελευταίο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που υπέγραψε τη Συνθήκη της Οττάβα, η οποία έχει επικυρωθεί από περισσότερες από 160 χώρες. Πέρυσι, η Φινλανδία, μαζί με άλλες χώρες της ΕΕ και του ΝΑΤΟ που συνορεύουν με τη Ρωσία — όπως η Λιθουανία, η Λετονία, η Εσθονία και η Πολωνία — ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους από τη Συνθήκη, προκειμένου να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν τυχόν ρωσική επιθετικότητα, καθώς ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος κλείνει τα τέσσερα χρόνια τον Φεβρουάριο.

Η ένταξη της Φινλανδίας στη Βορειοατλαντική Συμμαχία το 2023 σηματοδότησε το τέλος πολυετούς στρατιωτικής ουδετερότητας, εξέλιξη που επιταχύνθηκε από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Το γεγονός αυτό διπλασίασε πρακτικά το μήκος των συνόρων του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία, καθώς η Φινλανδία έχει το μεγαλύτερο μήκος συνόρων με τη Ρωσία από κάθε άλλη χώρα-μέλος της συμμαχίας. 

Η χρήση ναρκών κατά προσωπικού παραμένει αντικείμενο έντονων αντιπαραθέσεων, ειδικά μετά την αξιοποίησή τους από τις ρωσικές δυνάμεις κατά την εισβολή στην Ουκρανία. Αλλά και η Ρωσία κατηγορεί το Κίεβο για χρήση ναρκών μετά την αποχώρηση της Ουκρανίας από τη Συνθήκη, ενώ σύμφωνα με τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, περίπου το 23% της ουκρανικής επικράτειας θεωρείται σήμερα ναρκοθετημένο ή επιβαρυμένο με εκρηκτικά πολέμου. Υπολογίζεται ότι η αποναρκοθέτηση θα κοστίσει γύρω στα 30 δισ. ευρώ.

Η Συνθήκη της Οττάβα, που κυρώθηκε το 1997 με την επίσημη ονομασία «Σύμβαση για την απαγόρευση της χρήσης, αποθήκευσης, παραγωγής και μεταφοράς ναρκών κατά προσωπικού και την καταστροφή τους», υποχρεώνει τα κράτη-μέλη να καταστρέψουν τα αποθέματα ναρκών εντός τεσσάρων ετών και να απομακρύνουν οριστικά όσες είναι τοποθετημένες εντός δέκα ετών. Ως νάρκη κατά προσωπικού ορίζεται κάθε συσκευή που ενεργοποιείται από την παρουσία, την προσέγγιση ή την επαφή με άτομο, με αποτέλεσμα την πρόκληση αναπηρίας, τραυματισμού ή θανάτου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι μεγάλες χώρες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία, το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία, δεν έχουν υπογράψει τη συνθήκη. Η αποχώρηση της Φινλανδίας επικρίθηκε έντονα από οργανώσεις ειρήνης, με τη διεθνή εκστρατεία για την απαγόρευση των ναρκών να τη χαρακτηρίζει ως «δραματική ανατροπή της διαχρονικής υποστήριξης της Φινλανδίας στη διεθνή νομιμότητα και τον ανθρωπιστικό αφοπλισμό».

Γερουσιαστές των ΗΠΑ ζητούν τον αποκλεισμό Κινέζων επιστημόνων από κρατικά ερευνητικά εργαστήρια

Στις 13 Ιανουαρίου, έντεκα γερουσιαστές απέστειλαν επιστολή προς τον υπουργό Ενέργειας Κρις Ράιτ, ζητώντας την απαγόρευση πρόσβασης Κινέζων υπηκόων στα εθνικά εργαστήρια των ΗΠΑ, καθώς φοβούνται ότι η συμμετοχή των Κινέζων επιστημόνων θα μπορούσε να υπονομεύσει τη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στην παγκόσμια κούρσα για την τεχνητή νοημοσύνη. Το υπουργείο Ενέργειας επιβλέπει 17 εθνικά εργαστήρια και χρηματοδοτεί έρευνα που στοχεύει στην πρόοδο της ενέργειας, του περιβάλλοντος, της πυρηνικής τεχνολογίας και άλλων καινοτόμων επιστημών.

Τον Νοέμβριο, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έδωσε εντολή στο υπουργείο να εφαρμόσει την αποστολή Genesis, η οποία αποσκοπεί στον συντονισμό μιας εθνικής προσπάθειας για την ταχεία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, χαρακτηρίζοντας τη συγκεκριμένη αποστολή αντίστοιχης σημασίας και επείγοντος με το ιστορικό «Σχέδιο Μανχάταν».

Η πρόσβαση χιλιάδων Κινέζων πολιτών σε εγκαταστάσεις, πληροφορίες και τεχνογνωσία των εθνικών εργαστηρίων των ΗΠΑ είναι κάτι που ανησυχεί τους γερουσιαστές, οι οποίοι επεσήμαναν ότι το οικονομικό έτος 2024, περίπου 3.200 Κινέζοι υπήκοοι έλαβαν έγκριση για τέτοιου είδους πρόσβαση, αριθμός που δεν περιλαμβάνει όσους είναι νόμιμοι κάτοικοι ΗΠΑ.  «Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν πιθανότατα εκατοντάδες — ίσως και χιλιάδες — ακόμη Κινέζοι πολίτες που εργάζονται στα εργαστήριά μας», υπογραμμίζει η επιστολή. Η διατήρηση της πρόσβασης αυτών των επιστημόνων στις πρωτοποριακές έρευνες των εργαστηρίων, οι οποίοι, όπως υποστηρίζουν οι γερουσιαστές, μεταφέρουν κάθε πληροφορία στην κυβέρνηση της Κίνας, «υπονομεύει άμεσα τον σκοπό της αποστολής Genesis».

Την επιστολή συνυπέγραψαν οι γερουσιαστές Τομ Κόττον, Μάικ Λι, Τζιμ Ρις, Τζιμ Τζάστις, Τζον Κόρνιν, Τζον Μπαράσο, Τζέιμς Λίνκφορντ, Ντέιβ ΜακΚόρμικ, Τζέρρυ Μοράν, Τοντ Γιανγκ και Τεντ Μπαντ, οι οποίοι προτείνουν την υιοθέτηση πολιτικής που θα απαγορεύει στους Κινέζους υπηκόους την πρόσβαση σε εγκαταστάσεις, πληροφορίες και τεχνολογία των εθνικών εργαστηρίων. Οι επιφυλάξεις τους εδράζονται αφ’ ενός στο γεγονός ότι το Πεκίνο έχει θεσπίσει νόμους που υποχρεώνουν κάθε Κινέζο πολίτη να συνδράμει στις υπηρεσίες πληροφοριών του κράτους αφ’ ετέρου στην πάγια πρακτική του κινεζικού καθεστώτος για διακρατική καταστολή.

Ο οργανισμός Freedom House κατατάσσει το καθεστώς της Κίνας μεταξύ των πλέον δραστήριων καταπιεστικών καθεστώτων διεθνώς, επισημαίνοντας μεθόδους όπως οι απειλές εναντίον συγγενών στην Κίνα για την εξαναγκαστική συνεργασία της κινεζικής διασποράς σε κρατικές επιχειρήσεις. Οι νομοθέτες επικαλούνται αυτόν τον εξαναγκασμό ως λόγο που ακόμη και ο ενδελεχής έλεγχος των επιστημόνων δεν θεωρείται επαρκής ασφαλιστική δικλείδα.

Οι γερουσιαστές επισημαίνουν ακόμη ότι ο όγκος των αιτούντων υπερβαίνει τη δυνατότητα του υπουργείου να προβαίνει σε αυστηρούς ελέγχους και ότι το Πεκίνο εντείνει τις προσπάθειες απόκρυψης της σχέσης τους με το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας. «Ο καλύτερος τρόπος να προστατευθεί η αποστολή Genesis, αλλά και όλο το πολύτιμο έργο που πραγματοποιείται στα εργαστήρια, είναι ο τερματισμός της παρουσίας Κινέζων επιστημόνων και ερευνητών σε αυτά», αναφέρει χαρακτηριστικά η επιστολή.

Το αίτημα αυτό διατυπώνεται στον απόηχο έκθεσης της Βουλής του Δεκεμβρίου, η οποία διαπίστωσε ότι το υπουργείο Ενέργειας χρηματοδότησε έρευνα στην τεχνητή νοημοσύνη, την κβαντική επιστήμη και άλλες προηγμένες τεχνολογίες με αμυντικές εφαρμογές, σε συνεργασία με Κινέζους επιστήμονες και ινστιτούτα. Σημειώνεται πως, μεταξύ Ιουνίου 2023 και Ιουνίου 2025, δημοσιεύτηκαν πάνω από 4.000 ερευνητικές εργασίες με τέτοιες συνεργασίες.

Η έκθεση αποκάλυψε επίσης ότι το 2025 εργάζονταν στα αμερικανικά εργαστήρια περίπου 2.000 Κινέζοι υπήκοοι. Οι συντάκτες της έκθεσης ανέφεραν ότι συνομίλησαν με στελέχη του υπουργείου και θεώρησαν τα επιχειρήματά τους αφελή. Ένα από τα κορυφαία στελέχη του υπουργείου υποστήριξε, σύμφωνα με την έκθεση, πως «ουσιαστικά, τους θέλουμε στα εργαστήριά μας ώστε να δουν πόσο προχωρημένοι είμαστε και να επιστρέψουν στην Κίνα να το πουν στους συναδέλφους τους, εγκαταλείποντας έτσι κάθε ελπίδα να ξεπεράσουν τις ΗΠΑ».

Η Ειδική Επιτροπή της Βουλής για το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας έχει επίσης δώσει στη δημοσιότητα εκθέσεις που μιλούν για τη χρηματοδότηση της κινεζικής αμυντικής έρευνας μέσω κρατικών επιχορηγήσεων, συμπεριλαμβανομένων αυτών από το Πεντάγωνο.

Μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος άρθρου, το υπουργείο Ενέργειας δεν είχε ανταποκριθεί σε σχετικό αίτημα της Epoch Times για σχολιασμό.

Το Νέο Δημαρχείο του Αννόβερου: Ένα σύγχρονο κτίριο με άρωμα Αναγέννησης

Στο νότιο άκρο του Αννόβερου, στη Γερμανία, το επιβλητικό Νέο Δημαρχείο (Neues Rathaus), που μοιάζει με κάστρο άλλης εποχής, χτίστηκε μετά την οικονομική άνθηση της πόλης τον 19ο αιώνα. Με τη δημιουργία της σιδηροδρομικής γραμμής Αννόβερο-Μπρούνσγουικ (μία από τις παλαιότερες γραμμές της Γερμανίας) το 1843, ο πληθυσμός της πόλης αυξήθηκε, το ίδιο και η διοίκησή της. Σύντομα χρειάστηκε ένα μεγαλύτερο δημοτικό κτίριο, ένα νέο δημαρχείο.

Το κτίριο, έκτασης σχεδόν 100.000 τετραγωνικών ποδιών, αποτελεί υπόδειγμα του αρχιτεκτονικού εκλεκτικισμού της εποχής της Βιλελμίνης (1888-1918) ή της βασιλείας του Κάιζερ Βίλχελμ Β΄ως τελευταίου αυτοκράτορα της Γερμανίας. Χτισμένο μεταξύ 1901 και 1913, το Νέο Δημαρχείο σχεδιάστηκε αρχικά από τον Γερμανό αρχιτέκτονα Χέρμαν Έγκερτ (1844–1920) σε νεοαναγεννησιακό στιλ, το οποίο χαρακτηρίζεται από επιρροές της ιταλικής και γαλλικής Αναγέννησης, καθώς και από μπαρόκ στοιχεία. Αργότερα, ο Γκούσταβ Χαλμχούμπερ (1862–1936) προσέθεσε ορισμένα στοιχεία από το αναδυόμενο αρ νουβό, κυρίως στην είσοδο.

Δεδομένου ότι το Νέο Δημαρχείο χτίστηκε στην πεδιάδα του ποταμού Λάινε, για τα θεμέλια του κτιρίου τοποθετήθηκαν 6.026 πάσσαλοι από ξύλο οξιάς στο έδαφος για να αποφευχθεί η βύθισή του.

Μετά την ολοκλήρωση του κτιρίου το 1913, το Νέο Δημαρχείο έγινε η έδρα του δημάρχου, του επικεφαλής της διοίκησης της πόλης του Αννόβερου. Με τις πόρτες του ανοιχτές στο κοινό, το δημαρχείο φιλοξενεί μια έκθεση εναλλασσόμενων έργων καλλιτεχνών και τεχνιτών, καθώς και τέσσερα μοντέλα της πόλης σε κλίμακα, τα οποία απεικονίζουν τα τέσσερα στάδια της ανάπτυξης του Αννόβερου (τον Μεσαίωνα, πριν και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και μια σύγχρονη εκδοχή της πρωτεύουσας) και αποτελούν μόνιμα εκθέματα στο Δημαρχείο.

Το Neues Rathaus [Νόιες Ράτχαους] είναι το μοναδικό δημαρχείο της Γερμανίας που στέφεται από θόλο. Η μεγαλοπρεπής πρόσοψή του παραπέμπει στην ιταλική και τη γαλλική Αναγέννηση, που δίνουν έμφαση στην κλασική συμμετρία και τις αναλογίες. Η απότομη κεκλιμένη στέγη του κτιρίου με τα παράθυρα της σοφίτας και τα πλούσια διακοσμητικά μοτίβα είναι δανεισμένα από τη γαλλική αναγέννηση, ενώ ο θόλος, οι στρογγυλεμένες καμάρες και οι σπειροειδείς σκάλες είναι επηρεασμένες από την ιταλική αναγέννηση.

Η πρόσοψη του Νέου Δημαρχείου του Αννόβερου. (Bildagentur Zoonar GmbH/Shutterstock)

 

Ιδωμένη από την ευρύχωρη, μεγαλοπρεπή σκάλα, η είσοδος (με 30 μ. μήκος και 21 μ. πλάτος) θυμίζει κάστρο. Η αίθουσα διαθέτει σπειροειδείς σκάλες εμπνευσμένες από την Αναγέννηση σε κάθε γωνία, καθώς και καμάρες, στοές (σκεπαστές διαβάσεις), κιγκλιδώματα και κολόνες.

Η είσοδος του Neues Rathaus. (Raycer/CC BY-SA 4.0)

 

Η μεγαλοπρεπής μαρμάρινη σκάλα που οδηγεί από την αίθουσα στους επάνω ορόφους σχεδιάστηκε από τον Γκούσταβ Χαλμχούμπερ σε στυλ Jugendstil, το γερμανικό αντίστοιχο του αρ νουβό. Το Jugendstil σταδιακά έγινε πιο γεωμετρικό, περιλαμβάνοντας μυθολογικές και θρησκευτικές μορφές, όπως φαίνεται στα μαρμάρινα γλυπτά χερουβείμ πάνω από το πλατύσκαλο της σκάλας.

Η κεντρική σκάλα, σε σχεδιασμό του Γκούσταβ Χαλμχούμπερ, του Νέου Δημαρχείου. (LightField Studios/Shuterstock)

 

Με ύψος περίπου 30 μέτρα, η αίθουσα της εισόδου διαθέτει θολωτή οροφή ή σταυροειδή θόλο. Αυτό της επιτρέπει να στηρίζει το ταβάνι, αφήνοντας ταυτόχρονα να περνά άπλετο φως από τα μεγάλα τοξωτά και ημικυκλικά παράθυρα.

Η θολωτή οροφή της αίθουσας της εισόδου του Neues Rathaus του Αννόβερου. (nattawit.sree/Shutterstock)

 

Το κόσμημα του Νέου Δημαρχείου, ωστόσο, είναι ο παραβολικός θόλος του Έγκερτ. Με ύψος 97 μ. ο θόλος είναι εξοπλισμένος με έναν μοναδικό τοξωτό ανελκυστήρα. Ακολουθώντας το παραβολικό σχήμα του θόλου, ο ανελκυστήρας ανεβαίνει με γωνία 17 μοιρών στο επίπεδο παρατήρησης, από όπου οι επισκέπτες μπορούν να απολαύσουν μια πανοραμική θέα του Αννόβερου και της οροσειράς Harz, από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο.

Ο θόλος του Έγκερτ αποτελεί το στολίδι του Νέου Δημαρχείου του Αννόβερου. (Marvin Deneke/Shutterstock)

 

Στο εσωτερικό κυριαρχεί το γερμανικό στυλ αρ νουβό. Η Αίθουσα των Ψηφιδωτών φιλοξενεί ένα τρίπτυχο, σχεδιασμένο από τον Ιούλιο Ντίεζ και κατασκευασμένο από τον Σίμωνα Θεόδωρο Ράουκερ, το οποίο απεικονίζει μια πομπή εμπόρων ή τεχνιτών.

Την Αίθουσα των Ψηφιδωτών, στο Νέο Δημαρχείο του Αννόβερου, κοσμεί ένα τρίπτυχο των Ντίεζ και Ράουκερ. (Felix Lipov/Shutterstock)

 

Του James Baresel

Πρόταση για νέα συνάντηση με τον πρωθυπουργό αποδέχονται οι αγρότες

Σημαντικές εξελίξεις σημειώνονται στο αγροτικό ζήτημα μετά την πανελλαδική σύσκεψη της Επιτροπής των Μπλόκων που πραγματοποιήθηκε στον Παλαμά Καρδίτσας.

Στη σύσκεψη, που ολοκληρώθηκε λίγο μετά τις 15:30 και χαρακτηρίστηκε από τους συμμετέχοντες ως κρίσιμη για τις επόμενες κινήσεις των αγροτών, οι αγρότες κατέληξαν στην απόφαση να αποδεχθούν νέα πρόταση για συνάντηση με τον πρωθυπουργό.

«Κατά τη διάρκεια της σύσκεψης δεχθήκαμε πρόταση για νέα συνάντηση με τον πρωθυπουργό και αποφασίσαμε να τη δεχτούμε. Περιμένουμε πλέον να μας γνωστοποιηθεί η ημερομηνία της συνάντησης», αναφέρθηκε.

Η κυβερνητική πρόταση προβλέπει τη συγκρότηση επιτροπής 25 εκπροσώπων, μαζί με 5 παρατηρητές, υπό την προϋπόθεση ότι οι δρόμοι θα παραμείνουν ανοιχτοί κατά τη διάρκεια της συνάντησης. Από την πλευρά τους, οι αγρότες ξεκαθαρίζουν ότι δεν σκοπεύουν να κλιμακώσουν τις κινητοποιήσεις, ωστόσο τα μπλόκα θα παραμείνουν στα σημεία όπου βρίσκονται.

Με βάση τις τελευταίες εξελίξεις, φαίνεται πως απομακρύνεται το ενδεχόμενο αποκλεισμού δρόμου αύριο, Πέμπτη 15 Ιανουαρίου, σε σημείο της Χαλκίδας. Υπενθυμίζεται ότι σχετικό ενδεχόμενο είχε τεθεί από αγρότες κατά την έναρξη της σύσκεψης, πριν γνωστοποιηθεί η νέα πρόταση για συνάντηση με τον πρωθυπουργό.

Εργασίες κηπουρικής για τον χειμώνα

Ο χειμώνας είναι μια καλή εποχή για να σχεδιάσετε το μποστάνι ή/και τον κήπο σας. Ξεκινήστε κοιτάζοντας καταλόγους με σπόρους και φυτά. Μπορείτε επίσης να ζητήσετε τη βοήθεια ενός αρχιτέκτονα κήπων ή ενός εργολάβου κήπων, οι οποίοι τον χειμώνα έχουν μεγαλύτερη άνεση χρόνου. Ο σχεδιασμός μπορεί να γίνει τώρα, ενώ η εγκατάσταση την άνοιξη.

Αν έχετε κήπο, επιθεωρήστε τον. Ελέγξτε για σημάδια ζημιών που μπορεί να έχουν προκαλέσει ζώα του αγρού όπως κουνέλια και τρωκτικά. Τους αρέσει ιδιαίτερα να μασούν τους κορμούς και τους μίσχους των δέντρων και των θάμνων που παράγουν μούρα και φρούτα.

Εάν ζείτε σε μια περιοχή που δεν είχε πολύ χιόνι ή βροχή αυτό το χειμώνα, ελέγξτε για ξηρό έδαφος και φυτά που χρειάζονται πότισμα. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για νέους κήπους και αειθαλή φυτά. Ποτίστε τα την πρώτη μέρα που η θερμοκρασία θα είναι πάνω από το μηδέν και, με λίγη τύχη, θα απορροφήσουν αρκετό νερό για να επιβιώσουν.

(Ευγενική παραχώρηση του Jeff Rugg)

 

Αν έχετε φυτά εσωτερικού χώρου, εξετάστε τα για έντομα και ακάρεα. Αν όντως βρείτε κάποια, δοκιμάστε αρχικά να τα ξεπλύνετε στο ντους ή στο νεροχύτη. Αν χρειαστεί να εφαρμόσετε εντομοκτόνο, επιλέξτε αυτά σε μορφή στικ ή σε διάλυμα που απορροφάται από τα φυτά, αποφεύγοντας τον ψεκασμό μέσα στο σπίτι. Μην αποθηκεύετε επιπλέον καυσόξυλα στο εσωτερικό του σπιτιού. Πολλά έντομα κρύβονται στον φλοιό και, καθώς ζεσταίνονται, μπορεί να μετακινηθούν στα φυτά σας.

Ακόμη, καθαρίστε τα νεκρά φύλλα και περιστρέψτε τα ώστε να βλέπει προς το παράθυρο η προηγουμένως ‘σκοτεινή’ πλευρά τους.

Κατά τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου, τα πουλιά τρώνε πολλά έντομα-εχθρούς των φυτών σας. Ανταποδώστε τους τη χάρη κατά τη διάρκεια του χειμώνα, τοποθετώντας μια ταΐστρα πουλιών και ένα θερμαντήρα για το λουτρό τους. Το λίπος και οι μαύροι ηλιόσποροι παρέχουν τις περισσότερες θερμίδες, ώστε τα πουλιά να έχουν αρκετή ενέργεια και να παραμείνουν ζεστά. Το νερό και το καταφύγιο είναι επίσης απαραίτητα, οπότε μην τα ξεχάσετε όταν σχεδιάζετε τον κήπο σας. Ο θερμαντήρας για το λουτρό πουλιών έχει σχεδιαστεί για να μην παγώνει το νερό, ώστε να διατηρείται πόσιμο.  Δεν μετατρέπει το λουτρό των πουλιών σε σπα και δεν καταναλώνει πολύ ηλεκτρικό ρεύμα.

Tου Jeff Rugg

Γαλλία: «Υποχώρηση» της κυβέρνησης με νέο αγροτικό πακέτο

Η εικόνα εκατοντάδων τρακτέρ να μπαίνουν στο Παρίσι και να συγκεντρώνονται μπροστά από την Εθνοσυνέλευση δεν είναι πια μια «εξαίρεση» αλλά ένα επαναλαμβανόμενο ευρωπαϊκό μοτίβο.  Περίπου 350 τρακτέρ και πάνω από 1.000 αγρότες μετέβησαν στη γαλλική πρωτεύουσα, με βασικό επίδικο τη συμφωνία ΕΕ–Mercosur, αλλά και μια ατζέντα που απλώνεται από το κόστος παραγωγής μέχρι την άρδευση, τις ζωονόσους και τις ζημιές από άγρια ζώα.

Αυτό το «μίγμα» αιτημάτων είναι κρίσιμο για να καταλάβει κανείς γιατί οι κυβερνητικές ανακοινώσεις συχνά μοιάζουν με πακέτα πολλών μικρών παραχωρήσεων: οι αγρότες δεν διαμαρτύρονται μόνο για μία πολιτική, αλλά για το πώς πολλές πολιτικές και συγκυρίες (εμπορικές συμφωνίες, κανόνες περιβάλλοντος, ασθένειες στα κοπάδια, τιμές εισροών) συμπιέζουν ταυτόχρονα τα εισοδήματά τους. Αυτό αποτυπώνεται και στη διεθνή κάλυψη των κινητοποιήσεων του Ιανουαρίου 2026, όπου ως κεντρικά αίτια αναφέρονται οι χαμηλές απολαβές, το αυξημένο κόστος, η «ρυθμιστική πίεση» και ο φόβος αθέμιτου ανταγωνισμού από εισαγωγές χαμηλότερων προδιαγραφών μέσω Mercosur.

Η Mercosur λειτουργεί εδώ ως σύμβολο «άνισου ανταγωνισμού». Πρόκειται για το εμπορικό πλαίσιο της ΕΕ με χώρες της Νοτίου Αμερικής (στον δημόσιο διάλογο αναφέρεται συχνά ως μπλοκ Mercosur), το οποίο — σύμφωνα με τους επικριτές του — μπορεί να αυξήσει τις εισαγωγές προϊόντων όπως το κρέας ή η ζάχαρη με κόστος και κανόνες διαφορετικούς από αυτούς που ισχύουν στην ΕΕ. Γι’ αυτό και στο ρεπορτάζ του Reuters υπογραμμίζεται ότι οι Γάλλοι αγρότες θεωρούν πως οι εισαγωγές από αγορές με «πιο χαλαρά πρότυπα» υπονομεύουν την ευρωπαϊκή παραγωγή.

Μπροστά σε αυτή την πίεση, η γαλλική κυβέρνηση επέλεξε διπλή απάντηση: οικονομική στήριξη και θεσμικές παρεμβάσεις, έναν συμβιβασμό ύψους 300 εκατ. ευρώ και έναν «έκτακτο νόμο» που θα κατατεθεί τον Μάρτιο, ώστε να ψηφιστεί μέχρι το καλοκαίρι, καλύπτοντας πεδία όπως ύδρευση/άρδευση, ζημιές από λύκους, ασθένειες και ζητήματα παραγωγής.

Η πιο πολιτικά «φορτισμένη» κίνηση, όμως, είναι η σκλήρυνση της στάσης απέναντι στις εισαγωγές που συνδέονται με φυτοφάρμακα: ο λόγος είναι η διακοπή εισαγωγής πέντε ουσιών/φυτοφαρμάκων.  Στις αρχές Ιανουαρίου 2026, η Γαλλία πράγματι προχώρησε σε μέτρο που στοχεύει εισαγόμενα τρόφιμα με ίχνη πέντε φυτοφαρμάκων που είναι απαγορευμένα στην ΕΕ — ένα σήμα προς τους αγρότες ότι το κράτος επιχειρεί να «εξισώσει» τους όρους ανταγωνισμού. Το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές: ακόμη κι αν η εμπορική συμφωνία κινείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το Παρίσι επιχειρεί να δείξει ότι δεν θα αφήσει την εγχώρια αγορά εκτεθειμένη σε προϊόντα που δεν τηρούν τα ίδια στάνταρ.

Παρά τις ανακοινώσεις, η κοινωνική δυναμική δεν είναι ενιαία. Υπάρχει διχασμός ανάμεσα σε βασικά αγροτικά συνδικάτα — με ορισμένα να δηλώνουν ικανοποιημένα και άλλα να συνεχίζουν τα μπλόκα σε δρόμους (π.χ. εκτός Παρισιού, προς Τουλούζη και νότια Γαλλία).  Αυτή η διάσπαση εξηγεί γιατί τα πακέτα στήριξης συχνά δεν «κλειδώνουν» άμεσα την εκτόνωση: όταν τα αιτήματα διαφέρουν ανά κλάδο (κτηνοτρόφοι, σιτηρά, οπωροκηπευτικά) και ανά οργάνωση, μια κυβερνητική δέσμη μέτρων μπορεί να ικανοποιεί τους πιο «μετριοπαθείς» αλλά να αφήνει εκτός τους πιο μαχητικούς.

Στο βάθος υπάρχει και κάτι πιο δομικό: η αίσθηση ότι οι λύσεις είναι αποσπασματικές και επαναλαμβάνονται χωρίς να αλλάζει το βασικό μοντέλο. Η εκτίμηση ότι το πρόβλημα είναι η διαχρονική «υποκρισία» των κυβερνήσεων — ότι δηλαδή υπόσχονται διόρθωση, αλλά τα θεμελιώδη ζητήματα μένουν άλυτα και μεταφέρονται στον επόμενο νόμο.  Με όρους πολιτικής οικονομίας, αυτό μεταφράζεται στο εξής δίλημμα: πώς μια χώρα (και συνολικά η ΕΕ) θα στηρίζει το εισόδημα και την ανθεκτικότητα του πρωτογενούς τομέα, ενώ ταυτόχρονα αυστηροποιεί περιβαλλοντικούς/υγειονομικούς κανόνες, αντιμετωπίζει ζωονόσους και ανοίγει νέες εμπορικές «πύλες» που πιέζουν τις τιμές;

Το επόμενο διάστημα θα κριθεί σε δύο πεδία. Πρώτον, στην αποτελεσματικότητα των άμεσων μέτρων (π.χ. οι έλεγχοι/απαγορεύσεις για τα φυτοφάρμακα και το πώς εφαρμόζονται στην πράξη) που έχουν στόχο να απαντήσουν στην καταγγελία περί «δύο μέτρων και δύο σταθμών» στο εμπόριο· και δεύτερον, στο ευρωπαϊκό πολιτικό παιχνίδι γύρω από τη Mercosur, όπου η διαμάχη δεν είναι μόνο αγροτική αλλά και γεωοικονομική: άλλες χώρες της ΕΕ βλέπουν εξαγωγικές ευκαιρίες, ενώ χώρες όπως η Γαλλία εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές, υπό το βάρος της κοινωνικής έντασης και της αγροτικής πίεσης.

Ιράν: Φήμες για κατάληψη αρχηγείου, διαδηλώσεις, μπλακάουτ, μειονότητες

Οι τελευταίες ώρες στο Ιράν χαρακτηρίζονται από σημαντική κλιμάκωση της έντασης, καθώς οι μαζικές διαδηλώσεις συνεχίζονται σε πολλές πόλεις, ενώ το κράτος απαντά με αυξημένα μέτρα ασφαλείας, περιορισμούς στις μετακινήσεις και σοβαρές διακοπές στις τηλεπικοινωνίες και στο διαδίκτυο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, όπου η πρόσβαση σε ανεξάρτητη πληροφόρηση είναι περιορισμένη, κυκλοφόρησαν ανεπιβεβαίωτοι ισχυρισμοί ότι το Κόμμα για την Ελευθερία του Κουρδιστάν (PAK) κατέλαβε αρχηγείο του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) στην Κερμανσάχ, στη δυτική χώρα. Αν κάτι τέτοιο επιβεβαιωθεί, θα πρόκειται για μια εξαιρετικά σοβαρή εξέλιξη, καθώς θα σηματοδοτούσε μετάβαση από τις συγκρούσεις δρόμου και τις επιθέσεις σε μια πιο οργανωμένη πρόκληση απέναντι στο ιρανικό κράτος.

Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει ανεξάρτητη και αξιόπιστη επιβεβαίωση ότι πράγματι έγινε κατάληψη στρατιωτικής εγκατάστασης του IRGC. Αντίθετα, ιρανικές επίσημες πηγές έχουν αναφερθεί σε περιστατικό πυρκαγιάς σε εγκατάσταση των Φρουρών στην επαρχία Κερμανσάχ, μιλώντας για φωτιά σε χώρο φύλαξης εύφλεκτων υλικών και αναφέροντας ότι τα αίτια διερευνώνται, χωρίς να γίνεται λόγος για επίθεση ή απώλεια ελέγχου του χώρου. Αυτό από μόνο του δείχνει πόσο δύσκολη είναι η επαλήθευση όταν συνυπάρχουν έντονα επεισόδια, περιορισμοί στο διαδίκτυο και διάχυση φημών.

Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ συστήνουν στους Αμερικανούς πολίτες που βρίσκονται στο Ιράν να εγκαταλείψουν τη χώρα, εφόσον αυτό είναι εφικτό και ασφαλές. Οι προειδοποιήσεις αναφέρονται στην κλιμάκωση των διαμαρτυριών, στην ένταση της καταστολής, στα κλεισίματα δρόμων, στις διακοπές στις δημόσιες συγκοινωνίες και στους περιορισμούς της πρόσβασης σε υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας και διαδικτύου. Παράλληλα, επισημαίνεται πως οι αεροπορικές εταιρείες περιορίζουν ή ακυρώνουν πτήσεις, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν ανασταλεί δρομολόγια από και προς το Ιράν. Όλα αυτά συνθέτουν μια εικόνα αυξανόμενης αστάθειας, όπου το ενδεχόμενο ταχείας επιδείνωσης της κατάστασης παραμένει ανοιχτό.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η Κερμανσάχ, μια περιοχή με ισχυρή κουρδική παρουσία, κοντά στα σύνορα με το Ιράκ. Αυτό της δίνει ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς μια σοβαρή αναταραχή εκεί δεν μένει αναγκαστικά «τοπική»: μπορεί να επηρεάσει συνολικά τη δυτική ζώνη ασφαλείας του Ιράν και να ενισχύσει τη δράση ομάδων που διαθέτουν διασυνοριακές βάσεις ή δίκτυα υποστήριξης. Ακόμη κι αν ο ισχυρισμός περί «κατάληψης αρχηγείου» δεν επιβεβαιωθεί, η ίδια η κυκλοφορία του αποτυπώνει ότι στο πεδίο υπάρχει ήδη αίσθηση πως η κατάσταση ξεπερνά τα όρια μιας απλής κοινωνικής εξέγερσης και ακουμπά πλέον πιο επικίνδυνες μορφές αντιπαράθεσης.

Η κρίση στο Ιράν, όμως, δεν αφορά μόνο το κουρδικό στοιχείο. Η χώρα είναι πολυεθνοτική και σε περιόδους βαθιάς πολιτικής αναταραχής είναι συνηθισμένο να εμφανίζονται παράλληλες δυναμικές σε διαφορετικές περιφέρειες. Σε περιοχές όπως το Σιστάν-Μπαλουχιστάν, όπου υπάρχει μακροχρόνια ένταση και παρουσία ένοπλων οργανώσεων, κάθε γενικευμένη αποσταθεροποίηση δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για περαιτέρω κλιμάκωση. Το ίδιο ισχύει και για το Χουζεστάν, μια περιοχή με αραβική μειονότητα και ιστορικό κινημάτων που κατά καιρούς έχουν αναπτύξει αποσχιστική ή πιο ακραία δράση. Ακόμη και σε περιοχές που παραδοσιακά δεν έχουν έντονη ένοπλη διάσταση, όπως ορισμένες τουρκόφωνες κοινότητες στο βορειοδυτικό Ιράν, η πολιτική πίεση μπορεί να μετατραπεί σε πιο αιχμηρές μορφές σύγκρουσης όσο βαθαίνει η κρίση.

Σε αυτό το σημείο μπαίνει και η παράμετρος της εξωτερικής στήριξης, την οποία συχνά επικαλείται το ιρανικό κράτος. Η Τεχεράνη έχει μια σταθερή γραμμή ότι οι μεγάλες εξεγέρσεις δεν είναι αποκλειστικά «εσωτερικό ζήτημα», αλλά αποτέλεσμα ξένης υποκίνησης και χρηματοδότησης, κάτι που χρησιμοποιεί για τη νομιμοποίηση αυστηρών μέτρων καταστολής. Από την άλλη πλευρά, είναι επίσης γεγονός ότι στη Μέση Ανατολή οι μειονοτικές και αποσχιστικές οργανώσεις συχνά βρίσκουν πολιτικά ή υλικά στηρίγματα εκτός συνόρων, είτε μέσω κρατικών υπηρεσιών είτε μέσω δικτύων διασποράς και ανταγωνιστικών γεωπολιτικών κέντρων. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι διαμαρτυρίες είναι «ξένα σχέδια», αλλά ότι μέσα σε μια γενικευμένη αναταραχή μπορεί να παρεμβληθούν και δυνάμεις που βλέπουν μια ευκαιρία να πιέσουν το ιρανικό καθεστώς από περισσότερα από ένα μέτωπα.

Το πιο κρίσιμο στοιχείο είναι πως αυτή τη στιγμή η αβεβαιότητα παραμένει μεγάλη. Οι περιορισμοί στο διαδίκτυο και οι δυσκολίες πρόσβασης σε ανεξάρτητες εικόνες από το εσωτερικό της χώρας επιτρέπουν να κυκλοφορούν πληροφορίες χωρίς σαφή επιβεβαίωση. Έτσι, ο ισχυρισμός περί «κατάληψης αρχηγείου των Φρουρών» μπορεί να είναι είτε υπερβολή είτε προπαγανδιστική διόγκωση, μπορεί όμως να είναι και ένα πρώτο σημάδι ότι το Ιράν μπαίνει σε μια φάση όπου η κρίση δεν θα περιοριστεί σε διαδηλώσεις, αλλά θα αποκτήσει και πιο στρατιωτικοποιημένα χαρακτηριστικά. Σε κάθε περίπτωση, οι επόμενες ημέρες θα είναι καθοριστικές, τόσο για το αν θα υπάρξει πραγματική επιβεβαίωση των πληροφοριών που διακινούνται όσο και για το αν οι κινητοποιήσεις θα εξελιχθούν σε ευρύτερη εσωτερική ρήξη με πολλαπλά ενεργά «μέτωπα» μέσα στη χώρα.

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Ρήγμα στον διάλογο κυβέρνησης–αγροτών φέρνει η συνάντηση στο Μαξίμου

Η πολύωρη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με είκοσι πέντε αγρότες που πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου, αντί να λειτουργήσει ως «γέφυρα» για εκτόνωση της έντασης, φαίνεται πως άνοιξε έναν νέο κύκλο αντιπαράθεσης μέσα στο ίδιο το αγροτικό κίνημα. Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση παρουσίασε τη συνάντηση ως ένδειξη ότι κρατά ανοιχτούς τους διαύλους διαλόγου και ανακοίνωσε ένα πακέτο μέτρων που — κατά την ίδια — βελτιώνει τις συνθήκες παραγωγής, ειδικά σε ρεύμα, πετρέλαιο και αποζημιώσεις. Από την άλλη πλευρά, πολλοί αγρότες, ιδιαίτερα η Πανελλαδική Επιτροπή των Μπλόκων, εμφανίζονται να απορρίπτουν τόσο τη διαδικασία όσο και το αποτέλεσμα, μιλώντας για προσχηματική συνάντηση και «επιλεγμένους συνομιλητές» που δεν τους εκπροσωπούν.

Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά μετά το τέλος της συζήτησης, τα βασικά σημεία του κυβερνητικού πακέτου επικεντρώνονται στο αγροτικό ρεύμα, στο πετρέλαιο και στις αποζημιώσεις. Υπάρχει πρόβλεψη ώστε να ενταχθεί περίπου ένα 10% αγροτών που μέχρι τώρα έμεναν εκτός ευνοϊκής τιμολόγησης λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών, ενώ γίνεται αναφορά σε διευκολύνσεις στο αγροτικό πετρέλαιο, με στόχο να υπάρξει μείωση στο κόστος που επιβαρύνει την παραγωγή. Παράλληλα, έχει τεθεί θέμα επιτάχυνσης των αποζημιώσεων του ΕΛΓΑ μέσα από αλλαγές στον κανονισμό, αλλά και ειδικές προβλέψεις για απώλεια εισοδήματος, ιδιαίτερα για όσους επηρεάστηκαν από την ευλογιά στα κοπάδια, ένα ζήτημα που — όπως παραδέχονται και οι ίδιοι οι συνομιλητές — έχει μπροστά του χρονικούς περιορισμούς λόγω ευρωπαϊκών κανόνων για την ανασύσταση του ζωικού κεφαλαίου.

Η κυβέρνηση εμφανίζεται να υποστηρίζει ότι έκανε το «μέγιστο δυνατό» εντός των ορίων που θέτουν τα δημόσια οικονομικά, τονίζοντας ότι ήδη υπάρχουν σημαντικές ενισχύσεις, αποζημιώσεις 100% για φυσικές καταστροφές, χαμηλή τιμή κιλοβατώρας και η πρόθεση για ρύθμιση ζητημάτων γύρω από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης. Στο ίδιο μήκος κύματος, κυβερνητικά στελέχη επιμένουν ότι η πόρτα του διαλόγου είναι ανοιχτή και ότι θα συνεχιστούν οι επαφές για εξειδίκευση των μέτρων, με νέες συναντήσεις τόσο με αγρότες όσο και με κτηνοτρόφους τις επόμενες ημέρες.

Ωστόσο, η εικόνα στο αγροτικό κίνημα δεν είναι διόλου ενιαία. Η Πανελλαδική Επιτροπή των Μπλόκων, που δηλώνει ότι εκπροσωπεί περίπου 60 μπλόκα και κινητοποιήσεις πολλών εβδομάδων, παίρνει αποστάσεις από τη συνάντηση, υποστηρίζοντας ότι δεν τους εκπροσωπεί. Εκπρόσωποί της δηλώνουν ευθέως ότι η πλειοψηφία των μπλόκων δεν συμφωνούσε με τη συγκεκριμένη διαδικασία και ότι δεν γνωρίζουν ποιοι πραγματικά ήταν οι αγρότες που πήγαν στο Μαξίμου και ποια ακριβώς συμφέροντα εκπροσωπούσαν.

Στην ίδια γραμμή, αγροτοσυνδικαλιστές χαρακτηρίζουν τη συνάντηση «επικοινωνιακή διαχείριση χωρίς ουσία», υποστηρίζοντας ότι επαναλήφθηκαν μέτρα που ήταν ήδη γνωστά, χωρίς να δοθούν πραγματικές απαντήσεις σε κρίσιμα αιτήματα.  Για την Επιτροπή των Μπλόκων, το ζήτημα δεν είναι απλώς να γίνει μια συνάντηση, αλλά να υπάρξουν δεσμευτικές λύσεις, αφού — όπως λένε — η κατάσταση στον πρωτογενή τομέα έχει φτάσει σε σημείο «επιβίωσης».

Αυτό που έκανε τη διαφωνία ακόμη πιο έντονη ήταν το θέμα της εκπροσώπησης. Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι μίλησε με «εκπροσώπους των αγροτών» που ήθελαν να συμμετάσχουν στον διάλογο. Από την άλλη, οι αγρότες των μπλόκων μιλούν για «πλυντήριο» και μια προσπάθεια να παρουσιαστεί μια εικόνα κανονικότητας, χωρίς να συζητηθούν τα πιο δύσκολα ζητήματα. Ενδεικτικό είναι ότι καταγγέλλεται πως στη συζήτηση — που διήρκεσε 3,5 ώρες — δεν θίχτηκε καν ένα από τα σημαντικότερα θέματα για την ελληνική αγροτική παραγωγή, όπως η συμφωνία Mercosur, την οποία αρκετοί αγρότες θεωρούν απειλή που μπορεί να τους βγάλει «εκτός επαγγέλματος».

Η αντιπαράθεση, όμως, δεν περιορίστηκε μόνο στο αν τα μέτρα είναι αρκετά. Πήρε και πολιτική διάσταση. Σε τηλεοπτικές παρεμβάσεις, καταγράφηκαν σκληρές κουβέντες για το ποιοι είναι οι «πραγματικοί αγρότες» και ποιοι δήθεν κινητοποιούνται με κομματικά κίνητρα. Από κυβερνητικής πλευράς διατυπώθηκαν αιχμές ότι μια μειοψηφία προσπαθεί να αξιοποιήσει τις κινητοποιήσεις για πολιτικά οφέλη, ενώ από την πλευρά των αγροτών υπήρξαν κατηγορίες για «κοινωνικό αυτοματισμό», δηλαδή προσπάθεια να στραφεί η κοινωνία απέναντι στις κινητοποιήσεις, παρουσιάζοντάς τες ως υπερβολικές ή υποκινούμενες.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο φαίνεται να δημιουργείται η μεγαλύτερη δυσκολία για το επόμενο βήμα. Οι αγρότες των μπλόκων δηλώνουν ότι αποφασίζουν συλλογικά και όχι ατομικά, και ότι κάθε κίνηση —ακόμη και η πιθανή κάθοδος τρακτέρ στην Αθήνα — θα κριθεί από τη συνέλευσή τους και τις αποφάσεις των ίδιων των μπλόκων.  Παράλληλα, η κυβέρνηση δείχνει να υπολογίζει ότι με τα πρώτα μέτρα «επιβολής του νόμου» ή με αυστηρότερη στάση των αρχών, θα υπάρξει κάμψη των πιο σκληρών ομάδων και σταδιακά θα αρχίσει η φθορά των κινητοποιήσεων.

Η κρίση στον πρωτογενή τομέα δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως οικονομικό πρόβλημα, αλλά ως πεδίο έντονης πολιτικής και κοινωνικής σύγκρουσης. Η κυβέρνηση προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη δημοσιονομική πίεση και στην ανάγκη στήριξης των παραγωγών, παρουσιάζοντας βελτιώσεις σε ρεύμα, καύσιμα και αποζημιώσεις. Ταυτόχρονα, όμως, ένα μεγάλο μέρος των αγροτών δηλώνει ότι αυτά δεν φτάνουν, ότι τα βασικά αιτήματα μένουν εκτός τραπεζιού και ότι η συνάντηση στο Μαξίμου μάλλον «έσπασε» την ενότητα του κινήματος παρά έφερε λύση. Το αν θα υπάρξει αποκλιμάκωση ή κλιμάκωση τις επόμενες ημέρες θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τα μέτρα που συζητήθηκαν, αλλά από το αν το αγροτικό κίνημα θα καταφέρει να κρατήσει κοινή γραμμή και από το αν η κυβέρνηση θα επιδιώξει νέα, πιο ουσιαστική διαπραγμάτευση με όσους βρίσκονται πραγματικά στα μπλόκα.

Σύλλογος Τεμπών: Παραίτηση Καρυστιανού και ζητήματα διαφάνειας

Η υπόθεση των Τεμπών παραμένει μια από τις πιο βαριές πληγές της ελληνικής κοινωνίας. Όμως, τις τελευταίες ημέρες, το ενδιαφέρον της δημόσιας συζήτησης μετατοπίστηκε από τις δικαστικές εξελίξεις και την αναζήτηση ευθυνών, σε μια εσωτερική σύγκρουση μέσα στον Σύλλογο Συγγενών Θυμάτων των Τεμπών. Η παραίτηση — ή, ακριβέστερα, η δημόσια ρήξη —  της Μαρίας Καρυστιανού με μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, πυροδότησε ένα κύμα αντιδράσεων, αλληλοκατηγοριών και πολιτικών υπονοουμένων, που πλέον απειλεί να επισκιάσει την ουσία του αγώνα: τη δικαίωση των νεκρών.

Στο επίκεντρο βρίσκεται μια ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ της Καρυστιανού και μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, τα οποία — όπως προκύπτει — είχαν ζητήσει την παραίτησή της, επικαλούμενοι ότι προχωρά στη δημιουργία πολιτικού φορέα. Η ίδια έχει χαρακτηρίσει τη διαδικασία αυτή παράτυπη, υποστηρίζοντας ότι τέτοια θέματα μπορούν να κριθούν μόνο από τη γενική συνέλευση των μελών και όχι από αποφάσεις στενού κύκλου μέσα στη διοίκηση.

Η Καρυστιανού εμφανίζεται να καταγγέλλει ότι αντιμετώπισε εμπόδια και ότι υπήρξε ζήτημα διαφάνειας, με αιχμή τη μη δημοσιοποίηση οικονομικών στοιχείων του συλλόγου. Σε δήλωσή της, αφήνει να εννοηθεί πως η ίδια βρέθηκε στο στόχαστρο λάσπης για το θέμα των οικονομικών, ενώ επέλεγε να σιωπά ώστε να μη φέρει σε δύσκολη θέση άλλα μέλη.

Από την άλλη πλευρά, η γραμματέας του συλλόγου Ελένη Βασσάρα, σε ραδιοφωνική παρέμβαση, παρουσιάζει μια τελείως διαφορετική εικόνα. Υποστηρίζει πως τα υπόλοιπα μέλη του Δ.Σ. βρέθηκαν επανειλημμένα στη δυσάρεστη θέση να μαθαίνουν τις κινήσεις και τις απόψεις της Καρυστιανού «από τα ΜΜΕ και τα social media», αντί να ενημερώνονται θεσμικά μέσω των διαδικασιών του συλλόγου.

Σημείο-κλειδί της αντιπαράθεσης είναι τα οικονομικά. Η Βασσάρα υποστηρίζει ότι η πλειοψηφία του Διοικητικού Συμβουλίου επέμενε εδώ και μήνες να γίνει πλήρης οικονομικός έλεγχος και απολογισμός, κάτι που — όπως λέει — ξεκίνησαν από τις αρχές Σεπτεμβρίου, ενώ η Καρυστιανού φέρεται να προτείνει να δημοσιοποιηθεί μόνο ένα μέρος των οικονομικών, συγκεκριμένα στοιχεία που αφορούσαν συγκεκριμένες δράσεις, όπως μια συναυλία.

Περιγράφει επίσης έντονη εσωτερική δυσλειτουργία: ότι η Καρυστιανού απουσίαζε από συνεδριάσεις, δεν συγκαλούσε Διοικητικά Συμβούλια από τις αρχές Σεπτεμβρίου, και ότι η διοίκηση αναγκάστηκε να κινηθεί με έκτακτη σύγκληση συμβουλίου μέσω υπογραφών, όπως προβλέπει το καταστατικό.

Το πιο αιχμηρό σημείο, ωστόσο, είναι η κατηγορία της Βασσάρα πως η Καρυστιανού «κινούνταν με δική της ατζέντα», χωρίς συλλογική συζήτηση και χωρίς να ακολουθεί τις διαδικασίες του συλλόγου. Όταν ρωτήθηκε ευθέως γιατί πιστεύει ότι η Καρυστιανού κάνει αυτή την επιλογή, απάντησε ξεκάθαρα: «Γιατί έχει τη δική της ατζέντα που δεν τη γνωρίζουμε».

Σε αυτό το σημείο μπαίνει στη συζήτηση και ο πολιτικός παράγοντας. Στο δεύτερο αρχείο γίνεται αναφορά ότι αυτή η εσωτερική ρήξη έχει ήδη «ανακόψει μια δυναμική» σε σχέση με την πολιτική πρωτοβουλία που συνδέεται με την Καρυστιανού, με δημοσκοπικούς αναλυτές να σημειώνουν ότι η εικόνα σύγκρουσης και διχασμού επηρεάζει το συνολικό αποτύπωμα του κινήματος.

Παράλληλα, εμφανίζεται και η κυβερνητική/πολιτική αντίδραση: ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης παρεμβαίνει δημόσια ζητώντας εξηγήσεις, λέγοντας ουσιαστικά ότι αν η ίδια επικαλείται διαφάνεια, τότε οφείλει να πει «τι ακριβώς συμβαίνει» και ποιους δεν θέλει να εκθέσει.  Η παρέμβαση αυτή ενισχύει το αίσθημα ότι η κρίση στον σύλλογο δεν είναι απλώς εσωτερικό θέμα, αλλά έχει μετατραπεί σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης.

Το τραγικό στοιχείο είναι ότι μέσα σε αυτή τη σύγκρουση, τα ίδια τα Τέμπη — ως υπόθεση δικαιοσύνης— κινδυνεύουν να περάσουν σε δεύτερο πλάνο. Η Βασσάρα το λέει καθαρά: αντί να μιλά η κοινωνία για τις δίκες και την εξέλιξη της υπόθεσης, τροφοδοτείται μια δημόσια κόντρα μεταξύ μελών του συλλόγου, κάτι που χαρακτηρίζει ανεπίτρεπτο.

Υπάρχει, μάλιστα, και μια κρίσιμη πληροφορία που δείχνει πόσο περίπλοκο είναι το δικαστικό σκέλος: σύμφωνα με την ίδια, η υπόθεση έχει «κατακερματιστεί» σε επτά διαφορετικές δικογραφίες, με αποτέλεσμα οι πράξεις να εμφανίζονται μεμονωμένες και όχι ως ενιαίο έγκλημα με συνοχή και αλληλουχία ευθυνών. Αυτό είναι ένα από τα πιο σοβαρά ζητήματα για τους συγγενείς, γιατί ακουμπά την ίδια τη δυνατότητα να αποδοθεί δικαιοσύνη με τρόπο συνολικό και όχι αποσπασματικό.

Προς το παρόν,  ο Σύλλογος Συγγενών Θυμάτων των Τεμπών βρίσκεται σε μια δύσκολη καμπή. Από τη μία πλευρά, υπάρχει η Καρυστιανού που μιλά για εμπόδια, αδιαφάνεια και άρνηση δημοσιοποίησης στοιχείων. Από την άλλη, υπάρχουν μέλη του Δ.Σ. που την κατηγορούν για προσωπική στρατηγική, απουσίες, μονομερείς κινήσεις και υπονόμευση των συλλογικών διαδικασιών. Η κοινωνία παρακολουθεί — και μαζί της παρακολουθούν τα μέσα ενημέρωσης και η πολιτική σκηνή — αλλά αυτό που είναι κρίσιμο είναι να μην ξεχαστεί η ουσία των Τεμπών και να μη μετατραπεί μια υπόθεση εθνικού πένθους σε πεδίο εσωτερικών συγκρούσεων.